ECLI:CY:DD:2020:442

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                        

(Υπόθεση Αρ. 702/2015)

 

 25 Σεπτεμβρίου 2020

[Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

                                   ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ

                                                                             Αιτητής

                                                  ΚΑΙ

    ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

 

Καθ’ ων η Αίτηση

 

Φ. Καμένος, για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για αιτητή

Γ. Παπαντωνίου, για Γεώργιος Παπαντωνίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για καθ’ ων η αίτηση

         

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η, περιεχόμενη σε σχετική επιστολή ημερομηνίας 7.5.2015, απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης (Ο.Γ.Α.), σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του αιτητή να του καταβληθεί αναδρομικά η σύνταξή του για την περίοδο από 1.11.2011 μέχρι 7.10.2014, για την υπηρεσία του ως υπαλλήλου του Ο.Γ.Α., η καταβολή της οποίας είχε ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμου (Ν.88(Ι)/2011), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»).

 

Ο αιτητής υπηρέτησε ως υπάλληλος του Ο.Γ.Α., απ’ όπου αφυπηρέτησε το έτος 1991, με την εκλογή του στο αξίωμα του βουλευτή. Περαιτέρω, διετέλεσε για εξαετή περίοδο Βοηθός Επίτροπος Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών, θέση στην οποία είχε διοριστεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στις 15.9.2009. Λόγω της υπηρεσίας του ως υπάλληλος του Ο.Γ.Α., ο αιτητής λάμβανε από τον εν λόγω Οργανισμό μηνιαία σύνταξη. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 4 των περί Γεωργικής Ασφάλισης (Συντάξεις και Χορηγήματα στους Υπαλλήλους του Οργανισμού) Κανονισμών του 2004 (Κ.Δ.Π. 615/2004), οι οποίοι ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα μέλη του σχεδίου συντάξεων και χορηγημάτων για υπαλλήλους του Ο.Γ.Α. «έχουν κατ’ αναλογία τα ίδια ωφελήματα που έχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι σύμφωνα με τον περί Συντάξεων Νόμο».

 

Με επιστολή τους, ημερομηνίας 28.11.2011, οι καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσαν τον αιτητή ότι η σύνταξη που του είχε καταβληθεί από τον Ο.Γ.Α. για την περίοδο Μαΐου-Οκτωβρίου 2011, συνολικού ύψους €7.638,10 θα έπρεπε να επιστραφεί στον Οργανισμό το συντομότερο δυνατό, καθότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, η καταβολή της σύνταξης του αιτητή θα έπρεπε να είχε ανασταλεί από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του  Νόμου, ήτοι από 6.5.2011.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(β) του Νόμου-

 

«3. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε οικείου νόμου, ή άλλου γενικού νόμου ή κανονισμών ή συμβάσεων απασχόλησης ή διοικητικών ρυθμίσεων ή πρακτικών που καθορίζουν τους κανόνες καταβολής συνταξιοδοτικών ωφελημάτων, κατά τον υπολογισμό και την καταβολή τέτοιων ωφελημάτων εφαρμόζονται οι ακόλουθες γενικές αρχές:

 

[…]

 

(β) σε περίπτωση που αξιωματούχος ή συνταξιούχος ανέλαβε ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση, η σύνταξη που θα καταβάλλεται ή καταβάλλεται σ' αυτόν αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία ή υπηρεσία του στο λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο μηνιαίος μισθός ή αντιμισθία ή αποζημίωση ή χορηγία, είναι χαμηλότερος της μηνιαίας σύνταξης κατά την ημερομηνία της αφυπηρέτησής του, καταβάλλεται σε αυτόν τόσο μέρος της σύνταξης το οποίο, προστιθέμενο στο μισθό, τον εξισώνει με το ποσό της μηνιαίας σύνταξης.

 

Νοείται περαιτέρω ότι η καταβολή της σύνταξης επαναρχίζει μετά τον τερματισμό της θητείας ή υπηρεσίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου νόμου, στο ύψος που αυτή θα ευρίσκετο αν δεν είχε ανασταλεί.».

 

Επισημαίνεται, συναφώς, ότι στα πλαίσια της εφαρμογής του Νόμου, το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας προχώρησε σε αναστολή καταβολής της μηνιαίας σύνταξης που κατέβαλλε στους αξιωματούχους του κράτους, οι οποίοι υπάγονταν στους επηρεαζόμενους από την εν λόγω ρύθμιση, από 6.5.2011. Στην εν λόγω κατηγορία επηρεαζομένων ενέπιπτε και ο αιτητής, ο οποίος, μετά την λήψη της πιο πάνω επιστολής των καθ’ ων η αίτηση, ημερομηνίας 28.11.2011, δεν προχώρησε σε καταχώρηση προσφυγής κατά της εκεί περιεχόμενης απόφασης, όπως επίσης δεν αντέδρασε στην, κατ’ εφαρμογή του Νόμου, ληφθείσα απόφαση αναστολής καταβολής της σύνταξής του. Ωστόσο, άλλοι αξιωματούχοι, προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο, καταχωρώντας προσφυγές κατά της διοικητικής πράξης αναστολής καταβολής της σύνταξής τους, με τις οποίες έβαλλαν, κυρίως, κατά της συνταγματικότητας του άρθρου 3(β) του Νόμου. Η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την απόφασή της στις συνεκδ. προσφυγές αρ. 740/2011 κ.α., Μαρία Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 7.10.2014, αποφάσισε ότι το προεκτεθέν άρθρο 3(β) του Νόμου, το οποίο εφαρμόστηκε για την αναστολή της σύνταξης των εκεί αιτητών, παραβίαζε τα Άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, ακύρωσε τις εκεί επίδικες διοικητικές πράξεις των κρατικών αξιωματούχων που είχαν προσφύγει. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:

 

«Οι αιτητές, οι οποίοι επηρεάζονται από τον περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμο του 2011 (Ν 88(Ι)/2011), που στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο Νόμος, ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 3(β) του Νόμου για αναστολή καταβολής σύνταξης, υπό προϋποθέσεις, είναι αντισυνταγματικό.

 

Το άρθρο 3(β) προνοεί τα εξής:

 

«..........»

 

Οι αιτητές στις ενώπιον μας αιτήσεις είναι πρόσωπα δικαιούμενα σε σύνταξη, λόγω συμπλήρωσης συντάξιμης υπηρεσίας στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στα οποία, οι καθ΄ ων η αίτηση επέβαλαν, δια Νόμου, την «αναστολή» της καταβολής της σύνταξης τους, για τη χρονική περίοδο που διαρκεί η θητεία ή η υπηρεσία τους στο λειτούργημα, αξίωμα ή θέση που ανέλαβαν.  

 

Σε κάποιες περιπτώσεις αιτητές επηρεάζονται από την πρώτη επιφύλαξη του  προαναφερόμενου άρθρου 3(β), ενώ σε άλλες δεν επηρεάζονται.  Κάποιοι από τους αιτητές ισχυρίζονται ότι κακώς θεωρήθηκαν ως αξιωματούχοι ή συνταξιούχοι για τους σκοπούς του προαναφερόμενου άρθρου 3(β), αλλά για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης θα θεωρήσουμε ότι όλοι οι αιτητές είναι αξιωματούχοι ή συνταξιούχοι για τους οποίους ισχύει το προαναφερόμενο άρθρο 3(β) και θα προχωρήσουμε στην εξέταση της συνταγματικότητας της πρόνοιας αυτής. Θεωρούμε ότι η εξέταση της συνταγματικότητας της πρόνοιας είναι απαραίτητη για την έκβαση των προσφυγών αυτών.

 

Οι κύριοι λόγοι για τους οποίους προσβάλλεται η προαναφερόμενη πρόνοια ως αντισυνταγματική είναι ότι αυτή αντίκειται στα Άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντίκειται επίσης και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τους αιτητές.

 

[…]

 

[…]

 

Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε:  Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (2000) 3 ΑΑΔ 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε:  Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) (1992) 3 ΑΑΔ 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει  να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police v. Ekdotiki Eteria (1982) 2 CLR 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου και την αιτιολογική του έκθεση.

 

[…]

 

[…]

 

Με τα προαναφερόμενα υπόψιν κρίνουμε ότι το άρθρο 3(β) του Νόμου καταστρατηγεί το Άρθρο 23 του Συντάγματος και επομένως είναι αντισυνταγματικό, επειδή με αυτό τίθεται, δια νόμου, ανεπίτρεπτος (δηλαδή μή προβλεπόμενος) περιορισμός σε περιουσιακό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα των αιτητών και συγκεκριμένα το συμβατικό, κεκτημένο και αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα τους στη σύνταξη, το οποίο πηγάζει από συμπλήρωση υπηρεσίας σε συντάξιμη θέση. Ο περιορισμός που τέθηκε στο άρθρο 3(β) του Νόμου δεν είναι απαραίτητος, ούτε και δικαιολογείται, με βάση  τους σκοπούς που ρητά προνοούνται στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος.

 

[…]

 

[…]

 

 Όμως θεωρούμε ότι και το Άρθρο 28 του Συντάγματος καταστρατηγείται από την προαναφερόμενη πρόνοια, εφαρμοζόμενη μόνο στους αιτητές, εφόσον αυτοί τίθενται σε δυσμενέστερη θέση έναντι άλλων αξιωματούχων ή συνταξιούχων που βρίσκονται στην ίδια θέση με αυτούς, αλλά δεν επηρεάζονται αρνητικά, όπως οι αιτητές, στο περιουσιακό τους δικαίωμα στη σύνταξη, όπως είναι π.χ. οι αξιωματούχοι που, μετά την συνταξιοδότηση τους, εργάζονται σε θέσεις που δεν εμπίπτουν στη σχετική έννοια του άρθρου 2 του Ν 88(Ι)/2011.  

 

[…]

 

[…]

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, οι πρόνοιες του άρθρου 3(β) του Νόμου, με βάση τις οποίες λήφθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, κρίνονται ως αντισυνταγματικές και επομένως άκυρες.  Κατά συνέπεια οι  προσφυγές επιτυγχάνουν και εκδίδονται αποφάσεις ακυρωτικές των προσβαλλομένων αποφάσεων.».

 

Σε συμμόρφωση με την πιο πάνω ακυρωτική απόφαση, η Διοίκηση απέδωσε στους εκεί αιτητές τα ποσά των συντάξεών τους, των οποίων η καταβολή είχε ανασταλεί βάσει του Νόμου, αναδρομικά από τις 6.5.2011, ημερομηνία κατά την οποία είχε τεθεί σε ισχύ ο Νόμος.  Περαιτέρω, από την ημέρα έκδοσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης,  επανήλθε η καταβολή της σύνταξης για όλους.  Σε σχέση με τον αιτητή, οι καθ' ων η αίτηση, μετά την πιο πάνω ακυρωτική απόφαση, ξεκίνησαν να καταβάλλουν σε αυτόν τη σύνταξή του από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης (7.10.2014) και για το μέλλον, λόγω της δικαστικής κρίσης περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 3(β) του Νόμου, το οποίο κατέστη ανίσχυρο.

 

Ο αιτητής, με σχετικές επιστολές των δικηγόρων του, ζήτησε από τους καθ’ ων η αίτηση, όπως, πέραν της πιο πάνω καταβολής της σύνταξής του, να του καταβληθεί επίσης και το ποσό που αντιστοιχούσε στην μηνιαία σύνταξή του, που είχε βάσει του Νόμου ανασταλεί για την περίοδο από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 3(β) του Νόμου (6.5.2011) μέχρι την επαναφορά της καταβολής της σύνταξής του. Εις απάντηση, οι καθ’ ων ανέφεραν αρχικά, με επιστολή τους ημερομηνίας 26.2.2015, ότι, με βάση την προαναφερθείσα ακυρωτική απόφαση, θα κατέβαλλαν στον αιτητή αναδρομικά τη σύνταξή του για την περίοδο από την έκδοση της απόφασης (7.10.2014) μέχρι 31.1.2015, ότι από 1.2.2015 θα του κατέβαλλαν την μηνιαία σύνταξή του, ενώ σε σχέση με την περίοδο από 1.11.2011 (ημερομηνία αναστολής της σύνταξης του αιτητή από τον Ο.Γ.Α.) μέχρι τις 6.10.2014, θα ερευνούσαν περαιτέρω το όλο ζήτημα.

 

Τελικά, με την επιστολή τους ημερομηνίας 7.5.2015, όπου και περιέχεται η επίδικη απόφαση, οι καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσαν τους δικηγόρους του αιτητή ότι δεν θα προχωρούσαν στην αναδρομική καταβολή της σύνταξης του αιτητή για την περίοδο πριν από τις 7.10.2014, καθότι αυτός δεν είχε καταχωρήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά της, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, αναστολής καταβολής της σύνταξής του.

 

Κατά της πιο πάνω απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή στις 3.6.2015.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι ο αιτητής είχε καταχωρήσει στο Ανώτατο Δικαστήριο και την προσφυγή αρ. 703/2015, κατά της απόφασης της Γενικής Λογίστριας της Δημοκρατίας να μην καταβάλει σε αυτόν τη σύνταξή του αναδρομικά για την θητεία του ως βουλευτή, αναφορικά με την περίοδο πριν από τις 7.10.2014. Η εν λόγω προσφυγή έτυχε συνεκδίκασης με σειρά άλλων προσφυγών, επί των οποίων η αδελφή Δικαστής Μ. Καλλίγερου, Π.Δ.Δ., εξέδωσε ακυρωτική απόφαση (βλ. Λύρας κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 99/2015 κ.α., ημερ. 28.6.2019). Στην εν λόγω απόφαση, γίνεται εκτενής αναφορά κατωτέρω. Προκαλεί, ωστόσο, εντύπωση και είναι άξιον απορίας για ποιο λόγο δεν έτυχε και η παρούσα υπόθεση συνεκδίκασης με τις προαναφερθείσες προσφυγές, δεδομένης της συνάφειας και/ή ομοιότητάς τους και των ίδιων, ουσιαστικά, νομικών ζητημάτων που εγείρονται (βλ. Χριστόδουλος Παναγή κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 874/2010 κ.α., ημερ. 9.8.2012). Αναφέρεται συναφώς ότι αντικείμενο των εν λόγω συνεκδικαζόμενων προσφυγών ήταν η απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους, σύμφωνα με την οποία δεν θα επιστρέφονταν στους εκεί αιτητές, αφυπηρετήσαντες από τη Δημόσια Υπηρεσία και στη συνέχεια διορισθέντες σε θέσεις αξιωματούχων του κράτους, όπως δηλαδή και ο αιτητής, τα ποσά των μηνιαίων συντάξεών τους, η καταβολή των οποίων είχε ανασταλεί βάσει του Νόμου, όπως είχε ανασταλεί και η καταβολή της σύνταξης του αιτητή.

Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, εκκρεμούσης της παρούσας υπόθεσης, ο Ο.Γ.Α. διαλύθηκε με το περί Διάλυσης και Εκκαθάρισης του Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης Διάταγμα του 2019 (Κ.Δ.Π. 286/2019), το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 30.8.2019, και οι αρμοδιότητες και λειτουργίες του Οργανισμού μεταβιβάστηκαν, δυνάμει του περί της Μεταφοράς του Προσωπικού του Οργανισμού Γεωργικής Ασφαλίσεως στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου (Ν.105(Ι)/2019), στο Τμήμα Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, οι δε υπάλληλοι του Ο.Γ.Α., σύμφωνα πάντα με τον ίδιο Νόμο, μεταφέρθηκαν στη δημόσια υπηρεσία. Ως προβλέπεται στο άρθρο 7(α) του Νόμου 105(Ι)/2019-

 

 «Οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής, η οποία εκκρεµεί ή είχε δηµιουργηθεί µεταξύ του Οργανισµού και των υπαλλήλων ή οποιουδήποτε άλλου σε σχέση µε τις µεταβιβαζόµενες αρμοδιότητες και λειτουργίες σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 3, συνεχίζεται ή ασκείται, ως εάν ο παρών Νόµος να µην έχει θεσπιστεί.».

 

Στο δε άρθρο 3, στο οποίο παραπέμπει η πιο πάνω διάταξη, προβλέπεται ότι-

 

 «Οι αρμοδιότητες και οι λειτουργίες, οι οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Γεωργικής Ασφαλίσεως (Τροποποιητικού) Νόµου ασκούνται από τον Οργανισµό, δυνάµει του περί Γεωργικής Ασφαλίσεως Νόµου, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου µεταβιβάζονται στο Τµήµα Γεωργίας, και εφεξής ασκούνται όπως αυτές τροποποιούνται ή αντικαθίστανται από τις διατάξεις του περί Διαχείρισης Κινδύνων στη Γεωργική Παραγωγή και Συναφή Θέµατα Νόµου του 2019 (Ν.103(Ι)/2019».

 

Περαιτέρω, άμεσα σχετική με την υπό κρίση περίπτωση είναι και η διάταξη του άρθρου 6(4) του ιδίου Νόμου, σύμφωνα με την οποία-

 

 «Οι διατάξεις του περί Συντάξεων Νόµου, καθώς και οι διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόµου ή Κανονισµών που καθορίζουν τους κανόνες καταβολής των συνταξιοδοτικών ωφεληµάτων των υπαλλήλων της δηµόσιας υπηρεσίας, εφαρµόζονται στα συνταξιοδοτικά ωφελήµατα κάθε υπαλλήλου που µεταφέρεται στο Τµήµα Γεωργίας ή στο Τµήµα Δηµόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ή στο Γενικό Λογιστήριο σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Νόµου, καθώς και στα συνταξιοδοτικά ωφελήµατα κάθε ήδη συνταξιοδοτηθέντος λειτουργού του Οργανισµού.».

 

Τέλος, σχετική είναι και η διάταξη του άρθρου 37 των περί Γεωργικής Ασφαλίσεως Νόμων του 1977 έως 2019, σύμφωνα με την οποία-

 

«Σε περίπτωση διάλυσης του Οργανισμού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 34-

[…]

(β) οι υποχρεώσεις του Οργανισμού µεταφέρονται στο Ταμείο Προστασίας και Ασφάλισης της Γεωργικής Παραγωγής που καθιδρύεται βάσει του περί Διαχείρισης Κινδύνων στη Γεωργική Παραγωγή και Συναφή Θέματα Νόµου του 2019, και εφεξής τυγχάνουν διαχείρισης από την καθιδρυόµενη βάσει των διατάξεων του εν λόγω Νόµου Επιτροπή Διαχείρισης.»

 

Η παράθεση των πιο πάνω διατάξεων κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να καταδειχθεί ότι ουδόλως επηρεάζεται η εξέλιξη και/ή έκβαση της παρούσας από την, εκκρεμούσης της υπόθεσης, διάλυση του Ο.Γ.Α.. Αυτή εξάλλου ήταν επί του προκειμένου και η θέση των συνηγόρων των δυο πλευρών, την οποία ευκρινώς διατύπωσαν κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, μετά από σχετική ερώτηση του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Νομικοί ισχυρισμοί

 

Οι καθ’ ων η αίτηση εγείρουν δια της ενστάσεώς τους και αναπτύσσουν περαιτέρω στη γραπτή τους αγόρευση, τρεις προδικαστικές ενστάσεις, ισχυριζόμενοι ότι (α) η προσφυγή του αιτητή είναι εκπρόθεσμη, (β) η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη βεβαιωτικού χαρακτήρα και (γ) ο αιτητής στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση της προσφυγής του, από τη στιγμή που ο ίδιος αποδέχθηκε και/ή ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την αποκοπή της σύνταξής του και ουδέποτε αυτός προσέβαλε την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κουτσελίνη, ανωτέρω.

 

Επιπρόσθετα, αντικρούοντας τους υπό του αιτητή εγειρόμενους λόγους ακύρωσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε καθόλα σύννομα και ορθά, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας και ουδεμία πλάνη, αλλ’ ούτε και κατάχρηση ή/και υπέρβαση εξουσίας υπήρξε.

 

Κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και της ισότητας, συνεχίζει ο κ. Παπαντωνίου, υπήρξε ομοιόμορφη μεταχείριση του αιτητή σε σχέση με άλλους επιτυχόντες δικαιούχους σύνταξης, δεδομένου ότι μετά την κήρυξη του Νόμου ως αντισυνταγματικού, η σύνταξη καταβαλλόταν κανονικά στον αιτητή, όχι όμως αναδρομικά, εφόσον αυτό δεν θα ήταν «νομικά ορθό».

 

Περαιτέρω και κατ’ εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο δικηγόρος τους, οι καθ’ ων η αίτηση, μετά την κήρυξη του Νόμου ως αντισυνταγματικού, εκπλήρωσαν το καθήκον τους και κατέβαλαν τη σύνταξη του αιτητή, όχι όμως αναδρομικά, εφόσον ο αιτητής είχε καθήκον να προσβάλει τη συνταγματικότητα του Νόμου, κάτι όμως που δεν έπραξε, «δείχνοντας με αυτό τον τρόπο αδιαφορία».

 

Εκ διαμέτρου αντίθετες επί των πιο πάνω είναι οι θέσεις του αιτητή.

 

Εν πρώτοις, αντικρούοντας τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή τονίζει ότι αυτό που προσβάλλει είναι την εκτελεστή διοικητική πράξη, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του αιτητή για αποκατάσταση της σύνταξής του, αίτημα που εδράστηκε στην προαναφερθείσα απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας, με την οποία ο Νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός. Δεδομένης δε της εκτελεστότητάς της, η εν λόγω πράξη, συνεχίζει ο συνήγορος του αιτητή, σαφώς και προσβλήθηκε εμπρόθεσμα, ενώ γίνεται εκτενής επιχειρηματολογία και υπέρ της απαιτούμενης νομιμοποίησης του αιτητή προς καταχώρηση και προώθηση της παρούσας.

 

Επί της ουσίας, η πλευρά του αιτητή εισηγείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επανεξεταστέα και ανακλητέα από τους καθ’ ων η αίτηση, δεδομένου ότι σε περιπτώσεις ως η παρούσα, η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να επανεξετάσει τη νομιμότητα της πράξης και να προχωρήσει στην ανάκλησή της, κατ’ εκτίμηση των λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που τυχόν επιβάλλουν την ανάκλησή της, της ανάγκης της προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που εκτέθηκαν καλόπιστα από την εφαρμογή της, καθώς και του χρόνου που διέρρευσε από την έκδοση της πράξης. Τέτοια είναι και η περίπτωση κατά την οποία, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ακυρώνεται διοικητική πράξη, για το λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη προς κανόνα δικαίου, οπότε η αρχή της κατ’ αρχήν απαγόρευσης ανάκλησης παράνομων πράξεων από τη Διοίκηση, για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμον προθεσμία, κάμπτεται. Τυχόν δε παράλειψη της Διοίκησης να ανακαλέσει, υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, την παράνομη πράξη της, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας που δύναται να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως. Στην περίπτωση του αιτητή, υποβάλλει ο συνήγορός του, αυτό που θα έπρεπε να είχε ελεγχθεί και να σταθμισθεί ήταν ακριβώς οι λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, η ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που εκτέθηκαν καλόπιστα από την εφαρμογή της, καθώς και ο χρόνος που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης, «επί των οποίων δεν υπήρχε οτιδήποτε συνηγορούν σε απόρριψη του αιτήματος του αιτητή, δοθέντος ότι αυτό υποβλήθηκε σε εύλογο χρόνο (02.02.2015) από την έκδοση της σχετικής ακυρωτικής απόφασης (7.10.2014) με την υποχρέωση του Γενικού Λογιστηρίου για ανάκληση και επανεξέταση να ήρετο μόνο σε περίπτωση που υπήρχε αρνητικό δεδικασμένο σε κρίση επί συγκεκριμένης υπόθεσής του, που δεν υπήρχε». Προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας του, ο συνήγορος του αιτητή αναφέρεται εκτενώς σε αποφάσεις των Ελληνικών Δικαστηρίων.

Περαιτέρω, η πλευρά του αιτητή εισηγείται ότι η πιο πάνω συμπεριφορά των καθ’ ων η αίτηση είναι παράνομη ως παραβιάζουσα κανόνες δικαίου ή/και ως εκδοθείσα υπό πλάνη περί τα πράγματα, ενώ συνιστά και παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αλλά και της αρχής της χρηστής διοίκησης. Επ’ αυτού, ο συνήγορος του αιτητή αναφέρεται εκτενώς στις αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δημοκρατία ν. Ιωάννη Μονογιού (2006) 3 Α.Α.Δ. 133 και στην Σταυρούλλα Θεμιστού ν. Δημοκρατίας (2011) 3Β Α.Α.Δ. 514.

 

Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του αιτητή υποβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπόκειται σε ακύρωση και για το λόγο ότι οι πρόνοιες του άρθρου 3(β) του Νόμου, επί των οποίων αυτή στηρίχθηκε, κηρύχθηκαν αντισυνταγματικές, σύμφωνα με την απόφαση στην Κουτσελίνη, ανωτέρω, ως συγκρουόμενες με το Άρθρο 23 του Συντάγματος και το εκεί προστατευόμενο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, αλλά και με το Άρθρο 28 του Συντάγματος, όπου κατοχυρώνεται το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού περί παραβίασης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, παρατίθεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή εκτενές απόσπασμα από την απόφαση στην Κουτσελίνη, ανωτέρω. Ως προς τον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της ισότητας, υποβάλλεται η εισήγηση ότι, ενώ με τις διατάξεις του Νόμου αναστέλλεται η σύνταξη προσώπων που λαμβάνουν σύνταξη από τη Δημοκρατία λόγω της υπηρεσίας του στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τα οποία ανέλαβαν, εξελέγησαν ή διορίστηκαν σε συγκεκριμένο αξίωμα ή θέση, η ίδια ρύθμιση δεν ισχύει για τα πρόσωπα που λαμβάνουν σύνταξη από τη Δημοκρατία λόγω της υπηρεσίας τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τα οποία, μετά την αφυπηρέτησή τους, ανέλαβαν οποιαδήποτε θέση στον ιδιωτικό τομέα, για την οποία και αμείβονται. Αυτό, σύμφωνα με την πλευρά του αιτητή, συνιστά αυθαίρετη διάκριση, η οποία αντίκειται στην αρχή της ισότητας.

 

Τέλος, έτερος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης που αναπτύσσεται στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του αιτητή, έγκειται στον ισχυρισμό ότι η επίδικη απόφαση παραβιάζει την αρχή της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου προς τη Διοίκηση.

 

Η κατάληξη

 

Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρηματολογία, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της επίδικης απόφασης.

 

Προέχει βεβαίως, λόγω της φύσης τους, αλλά και ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που προβάλλει η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση.

 

Ως έχει προαναφερθεί, με την πρώτη εγειρόμενη προδικαστική ένσταση, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η παρούσα προσφυγή είναι εκπρόθεσμη, εφόσον εκπρόθεσμα ο αιτητής προσέβαλε την απόφαση για την αναστολή καταβολής της σύνταξής του για την περίοδο από 1.11.2014 μέχρι 7.10.2014: η απόφαση στην Κουτσελίνη, ανωτέρω, εκδόθηκε στις 7.10.2014, ενώ ο αιτητής προσέβαλε αυτήν ένα χρόνο αργότερα, ζητώντας αναδρομικά τις συντάξεις του και επικαλούμενος την εν λόγω απόφαση και το γεγονός ότι ο Νόμος κρίθηκε αντισυνταγματικός. Η δε παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε στις 3.6.2015, ήτοι μετά την υπό του Συντάγματος προβλεπόμενη προθεσμία των 75 ημερών. Όμως, συνεχίζει ο κ. Παπαντωνίου, από τη στιγμή που ο αιτητής δεν προσέβαλε έγκαιρα την απόφαση για αναστολή της σύνταξής του, έχοντας μάλιστα αποκτήσει πλήρη γνώση προς τούτο ήδη από το 2011, δεν δικαιούται σε θεραπεία με την παρούσα προσφυγή, προκειμένου να του καταβληθούν αναδρομικά οι συντάξεις του.

 

Με την δεύτερη προδικαστική ένσταση, οι καθ’ ων ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα, δεδομένου ότι ο Ο.Γ.Α., με την περιεχόμενη στην επιστολή ημερομηνίας 7.5.2015 απάντησή του, ενημέρωσε τον αιτητή για το τι ισχύει σχετικά με την καταβολή των συντάξεων, εκφράζοντας ωσαύτως απλά την πρόθεση της Διοίκησης και όχι τη βούλησή της για παραγωγή εννόμου αποτελέσματος, άμεσα εκτελεστού δια της διοικητικής οδού. Συναφώς, με την τρίτη προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση, οι καθ’ ων ισχυρίζονται ότι ο αιτητής στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση της προσφυγής του, από τη στιγμή που ο ίδιος αποδέχθηκε και/ή ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την αποκοπή της σύνταξής του και ουδέποτε αυτός προσέβαλε την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κουτσελίνη, ανωτέρω.

 

Όλες οι πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις έτυχαν ενδελεχούς εξέτασης στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Λύρας κ.α., ανωτέρω, υποθέσεις που, ως έχω ήδη προαναφέρει, είχαν ως αντικείμενο την απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους να μην επιστρέψει στους εκεί αιτητές, αφυπηρετήσαντες από τη Δημόσια Υπηρεσία και στη συνέχεια διορισθέντες σε θέσεις αξιωματούχων του κράτους, τα ποσά των μηνιαίων συντάξεών τους, για την περίοδο κατά  την οποία η καταβολή των συντάξεων είχε ανασταλεί βάσει του Νόμου, ήτοι για την περίοδο πριν από τις 7.10.2014, κατά την οποία είχε ανασταλεί και η καταβολή της σύνταξης του αιτητή. Μάλιστα, υπενθυμίζω ότι στην ομάδα των πιο πάνω συνεκδικασθεισών υποθέσεων εμπίπτει και η προσφυγή αρ. 703/2015, που καταχώρησε ο αιτητής κατά της πιο πάνω απόφασης της Γενικής Λογίστριας της Δημοκρατίας να μην καταβάλει σε αυτόν τη σύνταξή του αναδρομικά για την θητεία του στο αξίωμα του βουλευτή, σε σχέση με την υπό αναφορά περίοδο (πριν από τις 7.10.2014). Όπως, εξάλλου, αβίαστα προκύπτει από την ίδια την απόφαση στην Λύρας κ.α., ανωτέρω, τα πραγματικά γεγονότα, αλλά και τα νομικά ζητήματα που εκεί ηγέρθησαν και εξετάστηκαν από την Καλλιγέρου, Π.Δ.Δ., είναι πανομοιότυπα με αυτά της παρούσας υπόθεσης.

 

Παραθέτω λοιπόν αμέσως κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση στην Λύρας κ.α., ανωτέρω, αναφορικά με τις υπό συζήτηση προδικαστικές ενστάσεις, τονίζοντας εξ’ αρχής ότι συμφωνώ με την ακολουθήσασα προσέγγιση και το σκεπτικό το Δικαστηρίου και ιδιαίτερα με τη διαπίστωση ότι οι εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις βασίζονται στην εσφαλμένη αντίληψη των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής, έχοντας χάσει την ευκαιρία να προσφύγει κατά της απόφασης αναστολής της σύνταξής του, προσπαθεί εκπρόθεσμα να προσβάλει, μέσω του αιτήματός του, την μη προσβληθείσα απόφαση εφαρμογής του Νόμου (οι υπογραμμίσεις προστέθηκαν):

 

«Οι αιτητές απάντησαν στις προδικαστικές ενστάσεις, εισηγούμενοι ότι αυτό που προσβάλλουν είναι την εκτελεστή διοικητική πράξη, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για αποκατάσταση των συντάξεών τους, αίτημα που εδράστηκε στην δικαστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας, με την οποία ο Νόμος 88(Ι)/2011 κρίθηκε αντισυνταγματικός. Έθεσαν ενώπιον της διοίκησης νέα πραγματικά και νομικά δεδομένα, βάσει των οποίων διεκδικούσαν τις συντάξεις τους οι οποίες είχαν ανασταλεί βάσει αντισυνταγματικού νόμου.

 

Συμφωνώ με τους αιτητές. Οι προδικαστικές ενστάσεις βασίζονται στην λανθασμένη αντίληψη των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές, έχοντας χάσει την ευκαιρία να προσφύγουν κατά της απόφασης αναστολής των συντάξεών τους, προσπαθούν εκπρόθεσμα να προσβάλουν την μη προσβληθείσα απόφαση εφαρμογής του Ν.88(Ι)/2011, μέσω του αιτήματος τους. Είναι για τον λόγο αυτό που αναφέρονται σε εκπρόθεσμη προσφυγή και σε προσφυγή που δεν προσβάλλει εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά και σε έλλειψη εννόμου συμφέροντος.

 

Οι αιτητές επικαλέστηκαν την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας Κουτσελίνη-Ιωαννίδου μετά την έκδοσή της, φέροντας σε γνώση των καθ' ων η αίτηση ότι η μη εφαρμογή του Νόμου 88(Ι)/2011 από την έκδοση της απόφασης και στο εξής, δεν ήταν ικανοποιητική για την αποκατάσταση των συντάξεών τους που είχαν στερηθεί, αιτούμενοι αποκατάστασης βάσει του Νόμου σε ισχύ και του γεγονότος ότι η στέρηση των δικαιωμάτων τους έγινε αντισυνταγματικά. Η απόφαση που εκδόθηκε επ' αυτού, κατά πόσο δηλαδή η διοίκηση προτίθετο να συμμορφωθεί με την διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας του νόμου ή όχι σε ότι αφορούσε την εξέταση της αίτησης επιστροφής των ανασταλθέντων ποσών των συντάξεων, με ανάκληση των αποφάσεων που εδράζονταν στον αντισυνταγματικό νόμο, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, διότι δεν εδράζονται οι δύο αποφάσεις στην ίδια νομική βάση. Η πρώτη εφάρμοζε νόμο που ανέστελλε τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και η δεύτερη, (η επίδικη/ες στις παρούσες προσφυγές) 4 χρόνια μετά και αφού εκδόθηκε η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας Κουτσελίνη-Ιωαννίδου, την απόρριψη αιτήματος καταβολής των συντάξεων. Η απόφαση επί αυτού, είναι εκτελεστή και η νομιμότητά της εξετάζεται από το Δικαστήριο. Οι επίδικες στις παρούσες προσφυγές αποφάσεις, όλες πανομοιότυπου περιεχομένου, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στους αιτητές, εκδόθηκαν στη βάση νέων πραγματικών και νομικών δεδομένων ενώπιόν τους, την απαίτηση/αίτημα των αιτητών, για αποκατάσταση των περιουσιακών τους δικαιωμάτων στην σύνταξη και του νομικού καθεστώτος που διαμορφώθηκε μετά την δικαστική διαπίστωση του νόμου που επέβαλε στην διοίκηση την αναστολή των συντάξεων, ως αντισυνταγματικού.

 

Η αντίληψη πως η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιοριζόταν σε ακυρωτικό δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων (inter partes), χωρίς άλλες συνέπειες σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα του Νόμου, παραβλέπει την αντίληψη των ίδιων των καθ' ων η αίτηση, περί του ανίσχυρου του αντισυνταγματικού νόμου ο οποίος παραμερίστηκε και χωρίς να απαιτείται η ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη εφάρμοσαν στο εξής τις διατάξεις των οικείων νόμων, σε σχέση με τον υπολογισμό και καταβολή των συντάξεων. Η επίδικη απόφαση αποτελεί μονομερή εκδήλωση της βούλησης της κυριαρχικής διοίκησης, η οποία επηρέασε τα έννομα συμφέροντα των αιτητών. Τέτοια απόφαση, με τα συγκεκριμένα ουσιώδη πραγματικά και νομικά δεδομένα ενώπιόν της, η διοίκηση δεν είχε εκδώσει στο παρελθόν, για να μπορούσε να θεωρηθεί βεβαιωτική η απόφασή της. Η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται.

 

Περαιτέρω θα πρέπει να τονιστεί, ότι και υπό τις περιστάσεις που πραγματεύεται η προδικαστική ένσταση, η απόφαση είναι επίσης εκτελεστή, καθ' ότι επί θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν προκύπτει σιωπηρώς παραίτηση, απαιτείται ρητή και έγγραφη δήλωση για παραίτηση από δημόσιο δικαίωμα (Παπαγιώργης ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (1996) 3 ΑΑΔ, 563, Μέλπω Γρηγορίου ν. Δήμου Λευκωσίας υπ. αρ. 541/86, ημερ. 12/9/1991). Θεωρώ πως η μη καταχώριση προσφυγής δεν συνεπάγεται τέτοια ρητή παραίτηση και ούτε θεωρώ πως υπάρχει ζήτημα παραγραφής του δημόσιου δικαιώματος στην καταβολή της σύνταξης. (βλ. Α. Ι. Τάχος «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο», σελ. 561.). Ως εκ τούτου οι προσφυγές που καταχωρήθηκαν εντός της προθεσμίας των 75 ημερών από την κοινοποίηση των επίδικων αποφάσεων, καταχωρήθηκαν εμπροθέσμως, μετ' εννόμου συμφέροντος από τους αιτητές, οι οποίοι επικαλούνται την παρανομία της απόφασης των καθ' ων η αίτηση, απορριπτικής στο αίτημά τους.»

 

Υπό το φως πιο πάνω, κρίνω, για τους ίδιους λόγους, ότι και στην παρούσα περίπτωση, οι προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να επιτύχουν, αφού στερούνται ερείσματος και, συνακόλουθα, απορρίπτονται. Υπενθυμίζεται ότι η παρούσα προσφυγή, καταχωρηθείσα στις 3.6.2015, στρέφεται κατά της περιεχόμενης στην επιστολή του Ο.Γ.Α., ημερομηνίας 7.5.2015, απόφασης να μην καταβληθεί στον αιτητή αναδρομικά η σύνταξή του για την περίοδο πριν από τις 7.10.2014, η οποία διαμορφώθηκε και/ή λήφθηκε αφού προηγουμένως τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης νέα πραγματικά και νομικά δεδομένα: ειδικότερα, ο αιτητής, υποστηρίζοντας το αίτημά του για καταβολή σε αυτόν της σύνταξής του και για την περίοδο πριν από τις 7.10.2014 (βλ. ιδιαίτερα επιστολή των δικηγόρων του προς τον Ο.Γ.Α., ημερομηνίας 2.2.2015), επικαλέστηκε την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Κουτσελίνη, ανωτέρω, φέροντας σε γνώση των καθ' ων η αίτηση ότι η μη εφαρμογή του Νόμου από την έκδοση της απόφασης και στο εξής δεν ήταν ικανοποιητική για την αποκατάσταση της σύνταξής του, την οποία είχε στερηθεί, αιτούμενος αποκατάστασης βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου και του γεγονότος ότι η στέρηση των δικαιωμάτων του έγινε αντισυνταγματικά. Με την κήρυξή του δε ως αντισυνταγματικού, ο Νόμος κατέστη ανίσχυρος και παραμερίστηκε και οι καθ’ ων, χωρίς τη ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη, εφάρμοσαν πλέον τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας ως προς τον υπολογισμό και την καταβολή των συντάξεων. Σαφώς και η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως λέχθηκε και στην Λύρας κ.α., ανωτέρω, αποτελεί μονομερή εκδήλωση της βούλησης της κυριαρχικής Διοίκησης, η οποία επηρέασε τα έννομα συμφέροντα του αιτητή, τέτοιαν δε απόφαση, με τα συγκεκριμένα ουσιώδη πραγματικά και νομικά δεδομένα ενώπιόν της, δεν είχε εκδώσει προηγουμένως η Διοίκηση, ούτως ώστε να τίθεται στην παρούσα ζήτημα βεβαιωτικής πράξης.

 

Συνακόλουθα, κρίνω ότι η υπό κρίση προσφυγή στρέφεται κατά εκτελεστής διοικητικής πράξης και καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, αλλά και μεθ’ εννόμου συμφέροντος, από τον αιτητή.

Προχωρώ τώρα στην εξέταση των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης.

 

Ως έχει προεκτεθεί, στην εμπροσθοφυλακή της επιχειρηματολογίας του αιτητή βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η επίδικη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου στην Διοίκηση. Κατά τη σχετική εισήγηση, όφειλαν οι καθ’ ων η αίτηση, ενόψει της ακυρωτικής απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της διαπίστωσης περί αντισυνταγματικότητας των προνοιών του Νόμου, να επανεξετάσουν και να ανακαλέσουν την απόφασή τους.

 

Βεβαίως, το υπό συζήτηση ζήτημα συνδέεται ευθέως με αυτό των συνεπειών που προκύπτουν από τη δικαστική απόφαση περί αντισυνταγματικότητας.

 

Κατά πάγια νομολογία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην περίπτωση που το Δικαστήριο, στα πλαίσια της προσφυγής, κρίνει ότι ένας νόμος είναι αντισυνταγματικός, παραμερίζει αυτόν και δεν τον ακυρώνει, ο δε νόμος καθίσταται ανίσχυρος στο εξής. Ως εκ της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της μη εφαρμογής της, η αντισυνταγματική διάταξη χάνει την ισχύ της. Στην Pavlides v. Republic (1967) 3 CLR 217 (απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου), αποφασίστηκε πως το Άρθρο 148 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει τη συμμόρφωση με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου έναντι πάντων, περιλαμβανομένων και των αποφάσεων που εκδίδονται δυνάμει του Άρθρου 146, δεν μετατρέπει  τη σχετική ισχύ της απόφασης, με την οποία κρίνεται η αντισυνταγματικότητα νόμου, σε γενική ισχύ, με αποτέλεσμα μία τέτοια απόφαση να αφορά μόνο στους διαδίκους και μόνο για αυτούς να απαιτείται συμμόρφωση.

 

Ενόψει λοιπόν της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς τα όρια του δεδικασμένου, θα συμφωνήσω με την προσέγγιση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Λύρας κ.α., ανωτέρω, ότι η Διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί και για διοικούμενους που δεν καταχώρισαν προσφυγή στη βάση του ακυρωτικού δεδικασμένου και των επακόλουθων συνεπειών από τη μη συμμόρφωση βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, με τον ίδιο τρόπο που οφείλει να συμμορφωθεί, ως εκ του ακυρωτικού αποτελέσματος, έναντι των αιτητών στην προσφυγή. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Λύρας, ανωτέρω, με αναφορά στους αιτητές στην Κουτσελίνη, ανωτέρω και έχοντας υπόψη την εμβέλεια του δεδικασμένου, βάσει της πάγιας νομολογίας, «η διοίκηση συμμορφούμενη με το ακυρωτικό δεδικασμένο, ορθά απέδωσε στους αιτητές στις εκεί προσφυγές, τόσο τα ποσά των αναδρομικών αποκοπών και αποκατάστησε την πληρωμή των συντάξεων για το μέλλον και όχι μόνο αυτό, έχοντας υπόψη το ανίσχυρο του αντισυνταγματικού νόμου, εφάρμοσε την δικαστική απόφαση από την έκδοσή της σε όλους τους συνταξιούχους, αφήνοντας τον αντισυνταγματικό νόμο ανεφάρμοστο».

 

Ωστόσο, τα πιο πάνω δεν αναιρούν το δικαίωμα των διοικουμένων που επλήγησαν από την εφαρμογή της αντισυνταγματικής νομοθεσίας, να αναζητήσουν, με αίτημά τους, δράση από την Διοίκηση στα πλαίσια του κράτους δικαίου, της χρηστής διοίκησης και της ισότητας, επικαλούμενοι το γεγονός ότι εκδόθηκαν και γι’ αυτούς όμοιες με την ακυρωθείσα πράξεις, βάσει της ίδιας διάταξης νόμου που κρίθηκε αντισυνταγματικός και της υποχρέωσης της Διοίκησης να το εξετάσει (βλ. Λύρας κ.α., ανωτέρω). Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ιωάννη Μονογιού, ανωτέρω, την οποία επικαλέστηκε η πλευρά του αιτητή, αποφασίστηκε πως η αρχή της χρηστής διοίκησης επέβαλλε την εφαρμογή της σχετικής πρόνοιας του Προϋπολογισμού και σε διοικουμένους που δεν είχαν προσφύγει. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά-

 

«Η αρχή της χρηστής διοίκησης εξυπακούει ότι τα διοικητικά όργανα θα πρέπει να συμπεριφέρονται ορθά και αμερόληπτα προς τους διοικούμενους. (Βλ. Tasmi Trading v. Republic 1988) 3 C.L.R. 782, Tamassos Suppliers v. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 60, Δημοκρατία ν. Ιερωνυμίδη κ.ά. (1996) 3 A.A.Δ. 286, Γεωργιάδης ν. Α.Η.Κ. (1996) 3 A.A.Δ. 249 και Καμένος ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 25, 36).

 

Στην παρούσα περίπτωση η Διοίκηση δεσμευόταν από τις αρχές της χρηστής διοίκησης να εφαρμόσει τις νομοθετικές πρόνοιες προς όφελος όλων των επηρεαζόμενων υπαλλήλων και όχι μόνο προς όφελος εκείνων μόνο που είχαν επιζητήσει την εφαρμογή τους με την καταχώριση προσφυγών. Η επιλεκτική κρίση της Διοίκησης δεν αντιστρατεύεται μόνο τις αρχές της χρηστής διοίκησης, αλλά επιπρόσθετα ισοδυναμεί και με άνιση μεταχείριση του εφεσίβλητου».

 

Αργότερα, στην Θεμιστού, ανωτέρω, την οποία επίσης επικαλείται ο συνήγορος του αιτητή, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της ισότητας δεν επέτρεπε διάκριση μεταξύ των διοικουμένων και αποδοκίμασε «αυτής της μορφής τη διχοτόμηση που θα διαχώριζε τους, σε ίδια μοίρα ευρισκόμενους, ιδιοκτήτες σε εκείνους που άσκησαν και σε εκείνους που δεν άσκησαν προσφυγή», εφόσον «Αυτό θα συνιστούσε, ανεξάρτητα από το κατά πόσο θα ήταν υποχρεωτικό, ισομερή μεταχείριση με γνώμονα την ουσία και όχι τις εξωτερικές παραμέτρους του πράγματος».

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Π.Δ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 7η Έκδοση, σελ. 310, «η αρχή της νομιμότητας απαιτεί από τη διοίκηση όχι μόνο να τηρεί το δίκαιο κατά την έκδοση των πράξεών της, αλλά και να ανακαλεί τυχόν εκδοθείσα παράνομη πράξη, αποκαθιστώντας έτσι την έννομη τάξη. Η βασική αυτή υποχρέωση της διοικήσεως προς αποκατάσταση της νομιμότητας υπάρχει ανεξαρτήτως προσφυγής του θιγόμενου ιδιώτη και παραμένει υφιστάμενη και μετά την πάροδο της προθεσμίας της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας».

 

Περαιτέρω, όπως λέχθηκε και στην Λύρας κ.α., ανωτέρω, «Το ζήτημα της υποχρέωσης επανεξέτασης και ανάκλησης διοικητικής πράξης «όμοιας» με αυτήν που ακυρώθηκε, βάσει απόφασης που έκρινε ότι παραβιάστηκε υπέρτερος κανόνας δικαίου, απασχόλησε το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ελλάδας σε πολλές αποφάσεις του όπως ΣτΕ 1175/2008, 171/2009, 933/2012, 2176-7/2014 Ολ.». Στην απόφαση 1175/2008 του ΣτΕ λέχθηκαν και τα εξής σχετικά (η υπογράμμιση προστέθηκε):

 

«Επειδή, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία έχει εφαρμογή, εφ΄ όσον ο νόμος δεν ορίζει το αντίθετο, η Διοίκηση δεν έχει, κατ΄ αρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της, για τις οποίες έχει παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία υποβολής ή που έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς. Στις περιπτώσεις όμως κατά τις οποίες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ακυρώνεται ατομική διοικητική πράξη για το λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου ή σε κανονιστική πράξη της  Διοικήσεως που δεν έχει νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα, η αρχή αυτή κάμπτεται για τις λοιπές ομοίου περιεχομένου ατομικές διοικητικές πράξεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια διάταξη, εφ΄ όσον για την ανάκλησή τους υποβληθεί στην Διοίκηση αίτηση σε εύλογο χρόνο μετά τη δημοσίευση της ακυρωτικής αποφάσεως του δικαστηρίου, από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον. Στην περίπτωση αυτή, η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να επανεξετάσει τη νομιμότητα της πράξεως και να προχωρήσει στην ανάκλησή της, εντός του πλαισίου της απονεμομένης από το νομοθέτη διακριτικής ευχερείας ή δεσμίας αρμοδιότητος για την έκδοσή της, κατ΄ εκτίμηση των λόγων υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος που τυχόν επιβάλλουν ή αποκλείουν την ανάκλησή της, της ανάγκης προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που εκτήθησαν καλοπίστως από την εφαρμογή της και του χρόνου που διέρρευσε από την έκδοσή της. Εφ΄ όσον η Διοίκηση, κατ΄ εκτίμηση των ανωτέρω προϋποθέσεων, προβεί στην ανάκληση της πράξεως, που εκδόθηκε κατ΄ εφαρμογήν ανίσχυρης διατάξεως, η ενέργεια  αυτή δεν αντιστρατεύεται την ανάγκη ασφαλείας του δικαίου και σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, αλλά είναι σύμφωνη προς τις αρχές του Κράτους δικαίου, της νομιμότητας της δράσεως της Διοικήσεως και της χρηστής διοικήσεως, οι οποίες, δεν ανέχονται τη διατήρηση σε ισχύ νομικών ή πραγματικών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν κατά κατάφωρη παραβίαση  του δικαίου. Τυχόν δε παράλειψη της Διοικήσεως να ανακαλέσει, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, την παράνομη πράξη της, τεκμαιρόμενη με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως του ενδιαφερομένου, συνιστά παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως, κατά το άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989, Α΄ 8 (Σ.τ.Ε. 2176-7/2004 Ολομ.). Επίσης, η ρητή απόρριψη από τη Διοίκηση αιτήματος ανακλήσεως διοικητικής πράξεως ως παράνομης συνιστά, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, εκτελεστή διοικητική πράξη.

 

Τα ως άνω ισχύουν και στην περίπτωση, κατά την οποία με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ακυρώνεται κανονιστική διοικητική πράξη λόγω αντιθέσεώς της προς το Σύνταγμα. Σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα, στην περίπτωση αυτή υπάρχει υποχρέωση της Διοικήσεως, ερειδόμενη και στην υποχρέωσή της να συμμορφωθεί προς την ακυρωτική απόφαση, η οποία, στην περίπτωση αυτή, ισχύει έναντι πάντων, να ανακαλέσει, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, τις ατομικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ΄ εφαρμογήν της ως άνω αντισυνταγματικής κανονιστικής διοικητικής πράξεως, εφ΄ όσον υποβληθεί αίτηση σε εύλογο χρόνο μετά τη δημοσίευση της ακυρωτικής αποφάσεως του δικαστηρίου.».

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω λοιπόν, περιλαμβανομένης και της δεσμευτικής νομολογίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και της καθοδηγητικής νομολογίας του ΣτΕ, κρίνω ότι πράγματι προκύπτει ζήτημα εξέτασης του αιτήματος του αιτητή από την Διοίκηση, στην ουσία του για καταβολή του ποσού της σύνταξής του κατά την περίοδο πριν από τις 7.10.2014, η οποία, σύμφωνα με την απόφαση των καθ’ ων που περιέχεται στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 7.5.2015, δεν καταβλήθηκε. Εν προκειμένω, με βρίσκουν καθόλα σύμφωνο οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επί του υπό εξέταση θέματος, στην Λύρας κ.α., ανωτέρω, όπου λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα (η υπογράμμιση προστέθηκε):

 

«Έχοντας υπόψη ότι στις προσβαλλόμενες απορριπτικές αποφάσεις των καθ' ων η αίτηση, το ζήτημα των αιτημάτων αντιμετωπίστηκε μόνο σε σχέση με το δεδικασμένο και την υποχρέωση συμμόρφωσης με την ακυρωτική απόφαση ως προς τους διαδίκους, θεωρώ πως ο λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε από τους αιτητές, ότι οι καθ' ων η αίτηση πλανήθηκαν ουσιωδώς και ότι η αιτιολογία της απόφασης πάσχει ως πεπλανημένη, γίνεται δεκτός. Οι καθ' ων η αίτηση πλανήθηκαν ως προς τις αρμοδιότητές τους και η πλάνη αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο της αιτιολογίας, που συμπληρώνεται από τον διοικητικό φάκελο με τη νομική γνωμάτευση. Οι καθ' ων η αίτηση θεώρησαν πεπλανημένα, ότι η μη επέκταση του δεδικασμένου στους αιτητές, δεν άφηνε καμία ευχέρεια στην διοίκηση να ανακαλέσει τις αποφάσεις της, είτε άμεσα με την έκδοση ανακλητικής απόφασης, είτε εμμέσως με την αποκατάσταση της ζημιάς που είχε προκληθεί στους αιτητές από την αναστολή των συντάξεών τους. Η διοίκηση απέρριψε το αίτημα λόγω μη υποχρέωσης επιστροφής των παρακρατηθέντων συντάξεων, ενώ όφειλε να επανεξετάσει το θέμα της ανάκλησης των διοικητικών πράξεων υπό το φως των επιχειρημάτων των αιτητών ότι επρόκειτο για όμοιες πράξεις ως οι ακυρωθείσες και εξέταση της ουσίας των αιτημάτων.

 

Έχοντας καταλήξει σε σχέση με την υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάσει τα αιτήματα στην ουσία τους, θεωρώ πως η αντιμετώπιση που είχαν τα αιτήματα, να απαντηθούν ως απαντήθηκαν, ουσιαστικά με άρνηση επανεξέτασης των διοικητικών αποφάσεων, λόγω πλάνης, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας. Οφειλόμενη ενέργεια εν προκειμένω είναι η επανεξέταση για σκοπούς αξιολόγησης των πραγματικών και νομικών δεδομένων, βάσει των αρχών του δικαίου που καθιερώθηκαν από τη νομολογία, αλλά και τους υπέρτερους κανόνες δικαίου.».

 

Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί, οι πιο πάνω διαπιστωθείσες πλημμέλειες εντοπίζονται και στην παρούσα υπόθεση, με αποτέλεσμα, λαμβανομένης υπόψη και της προεκτεθείσας επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του αιτητή, η προσβαλλόμενη απόφαση να υπόκειται σε ακύρωση.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις σφραγίζουν και την τύχη της παρούσας.

 

Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €1600 υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.

 

 

 

 

 

                                                                                                    Φ.ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο