ECLI:CY:DD:2022:260
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1070/2020)
6 Ιουνίου 2022
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ
Αιτήτρια
ΚΑΙ
Καθ’ ων η Αίτηση
Ξ. Ευγενίου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτήτρια
Γ. Χατζηπροδρόμου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η αιτήτρια ζητεί-
«Δήλωση του Δικαστηρίου, ότι η απόφαση και/ή πράξη του καθ’ ου η αίτηση, ημερομηνίας 6/10/2020 αναφορικά με την αίτηση της Αιτήτριας ημερ. 31.1.2012 για παροχή οικονομικής βοήθειας για αγορά κατοικίας, όπου ο καθ’ ου έκρινε αυθαίρετα και πάλι μετά από πάσχουσα επανεξέταση και παρά το δεδικασμένο από την προηγηθείσα ακυρωτική απόφαση (ημερομηνίας 7.5.2019, στην προσφυγή υπ’ αρ. 1581/17), ενέκρινε το ποσό των €45.000 αντί του ποσού των €68.000 που η Αιτήτρια δικαιούται με βάση το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής τότε της αιτήσεώς της, είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.».
Η αιτήτρια, εκτοπισθείσα από το χωριό Μια Μηλιά, υπέβαλε προς την Υπηρεσία Μερίμνης και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων (ΥΜΑΠΕ) αίτηση ημερομηνίας 31.1.2012, για παροχή στεγαστικής οικονομικής βοήθειας για το στεγαστικό σχέδιο αγοράς διαμερίσματος/κατοικίας στη Λευκωσία και συγκεκριμένα, για το διαμέρισμα το οποίο αγόρασε στις 23.1.2012 από τη μητέρα της.
Η ΥΜΑΠΕ κάλεσε την αιτήτρια σε συνέντευξη στις 16.5.2012, στην οποία η ίδια προσήλθε και αφού της ζητήθηκε η προσκόμιση συγκεκριμένων εγγράφων, αυτά τα προσκόμισε, ως η ίδια η αιτήτρια δήλωσε, στις 17.12.2012.
Ακολούθως, στις 17.3.2014, η ΥΜΑΠΕ ζήτησε από την αιτήτρια να υποβάλει πρόσθετα στοιχεία, αφού όπως αναφέρεται στην επιστολή: «Ενόψει του γεγονότος ότι κατόπιν απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου οι όροι/πρόνοιες των στεγαστικών σχεδίων για παραχώρηση Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες έχουν διαφοροποιηθεί καλείστε όπως εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της παρούσας επιστολής, προσκομίσετε τα πιο κάτω στοιχεία ανά περίπτωση: [...]». Η αιτήτρια υπέβαλε τα ζητούμενα πρόσθετα στοιχεία κατά τον Απρίλιο του 2014.
Σε συνεδρία ημερομηνίας 21.7.2015, η ΥΜΑΠΕ εξέτασε την αίτηση της αιτήτριας και εφαρμόζοντας τα κριτήρια όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 76.026, ημερομηνίας 6.11.2013, αποφάσισε την έγκριση του αιτήματος, εφόσον η αιτήτρια προσκόμιζε πρωτότυπο ή πιστοποιημένο αντίγραφο πιστοποιητικό γάμου. Στη βάση δε της αλλαγής των κριτηρίων με την εν λόγω Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, στην αιτήτρια εγκρίθηκε η παραχώρηση ποσού ύψους €9.000. Η πιο πάνω απόφαση γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια δι’ επιστολής ημερομηνίας 7.8.2015, στην οποία τονίστηκε ότι η δοθείσα έγκριση θα ίσχυε μέχρι την 6.8.2016, προκειμένου η αιτήτρια να υποβάλει το ζητούμενο πιστοποιητικό γάμου.
Η αιτήτρια αντέδρασε και στις 26.9.2016, υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή προς τον Υπουργό Εσωτερικών, η οποία και απορρίφθηκε. Για την απορριπτική αυτή απόφαση, είχε ληφθεί έκθεση γεγονότων από την ΥΜΑΠΕ, στη βάση της οποίας προέκυπτε ότι το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα της αιτήτριας ανερχόταν στις €39.781, καθώς και υποβολή εισήγησης ότι με βάση την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 6.11.2013, για μεικτό ετήσιο ακαθάριστο οικογενειακό εισόδημα από €30.000 μέχρι €45.000 καταβάλλετο στεγαστική βοήθεια ύψους €18.000. Στην περίπτωση δε της αιτήτριας, το ποσό αυτό υπολογίστηκε κατά το ήμισυ, ήτοι στις €9.000, λόγω του ότι η αιτήτρια είχε αγοράσει το διαμέρισμα από τη μητέρα της.
Η προαναφερθείσα απορριπτική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια δι’ επιστολής, ημερομηνίας 3.10.2017. Κατ’ αυτής της απόφασης, η αιτήτρια καταχώρησε την προσφυγή αρ. 1581/2017. Το Διοικητικό Δικαστήριο, με την απόφασή του ημερομηνίας 7.5.2019[1], ακύρωσε την πιο πάνω απόφαση.
Ακολούθησε επανεξέταση, η οποία απέληξε στην απόφαση της Επιτροπής Στεγαστικής Βοήθειας («η Επιτροπή»), ημερομηνίας 28.5.2020, να εγκρίνει την αίτηση της αιτήτριας για παροχή στεγαστικής βοήθειας, ύψους €45.000.
Η αιτήτρια ενημερώθηκε γραπτώς για την εν λόγω απόφαση με σχετική επιστολή ημερομηνίας 1.7.2020 και ο φάκελος απεστάλη στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας για την υλοποίηση της απόφασης. Στις 14.10.2020, η αιτήτρια προχώρησε στη σύναψη συμφωνίας για την προς αυτήν καταβολή του ποσού των €45.000, με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, και στις 24.11.2020 καταβλήθηκε σε αυτήν το εν λόγω, εγκριθέν, ποσό. Προηγουμένως, δι’ επιστολής της Επαρχιακής Διοίκησης Λευκωσίας προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 6.10.2020, γνωστοποιείτο στην αιτήτρια η έγκριση της αίτησής της.
Στις 13.11.2020, καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή.
Στην εμπροσθοφυλακή της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων της αιτήτριας βρίσκονται ισχυρισμοί περί πάσχουσας διαδικασίας επανεξέτασης και μη συμμόρφωσης με το ακυρωτικό δεδικασμένο στην προσφυγή αρ. 1581/2017 και, σε άμεση συνάρτηση, περί πλάνης των καθ’ ων η αίτηση ως προς τον ουσιώδη χρόνο και το νομικό καθεστώς, ήτοι την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και τα κριτήρια, στη βάση των οποίων όφειλαν οι καθ’ ων η αίτηση να εξετάσουν την αίτηση της αιτήτριας. Κατά τη σχετική εισήγηση, υπό πλάνη, αλλά και χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας, οι καθ’ ων, κατά την επανεξέταση, έλαβαν υπόψη τα εισοδηματικά κριτήρια που είχε θέσει το Υπουργικό Συμβούλιο στις 14.2.2012 αντί να εξετάσουν και εγκρίνουν την αίτηση με βάση την προηγηθείσα Απόφαση του Υπουργικού, ημερομηνίας 11.6.2008.
Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό περί πάσχουσας συγκρότησης και λειτουργίας της Επιτροπής κατά τη συνεδρία λήψης της επίδικης απόφασης.
Περαιτέρω, προωθούνται ισχυρισμοί περί παραβίασης της υπό του Άρθρου 28 του Συντάγματος κατοχυρωμένης αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθώς και των αρχών της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος.
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και κατ’ ορθή ενάσκηση των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, δυνάμενη να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Ούτε και μπορεί να τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης της αιτήτριας.
Ως εξηγούν οι καθ’ ων η αίτηση στην ένστασή τους, σύμφωνα με το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της έρευνας εκ μέρους της ΥΜΑΠΕ, παραχωρείτο ως στεγαστική βοήθεια το ποσό που υπολογιζόταν κατά την ημερομηνία υπογραφής των σχετικών συμβολαίων με την οικεία Επαρχιακή Διοίκηση, ανάλογα με τη σύνθεση της οικογένειας, ενώ δεν εφαρμόζονταν εισοδηματικά κριτήρια, καθότι, με βάση την Εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών, ημερομηνίας 20.2.2012, η εισαγωγή εισοδηματικών κριτηρίων στα Στεγαστικά Σχέδια για εκτοπισθέντες αναφορικά με την αγορά κατοικίας/διαμερίσματος και ανέγερσης κατοικίας σε ιδιόκτητο οικόπεδο, αφορούσε αιτήσεις που θα υποβάλλονται μετά τις 14.2.2012. Περαιτέρω, ως αναφέρεται στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση, δεν υπήρχει πρόνοια όσον αφορά στην απόκτηση κατοικίας από συγγενείς πρώτου ή/και δευτέρου βαθμού και η σχετική πρόνοια ενσωματώθηκε για πρώτη φορά στα κριτήρια που τέθηκαν σε ισχύ από τις 29.4.2013.
Όπως περαιτέρω εξηγούν οι καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον υπολογισμό του ύψους της οικονομικής βοήθειας που παραχωρήθηκε στην αιτήτρια, η αίτηση της αιτήτριας εξετάστηκε στη βάση των κριτηρίων που ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης του φακέλου, δηλαδή στις 17.12.2012 και, σε αυτή την περίπτωση, το προβλεπόμενο ύψος της παραχωρηθείσας οικονομικής βοήθειας ανέρχετο στις €45.000 (για οικογένεια με ένα τέκνο). Κατά τους καθ’ ων η αίτηση, στη βάση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και αναλογικότητας, η Επιτροπή επέλεξε την καλύτερη δυνατή για την αιτήτρια λύση, ήτοι την έγκριση της αίτησης για παραχώρηση στεγαστικής βοήθειας στην αιτήτρια ύψους €45.000.
Επιπρόσθετα, οι καθ’ ων η αίτηση εγείρουν δια της ενστάσεώς τους και αναπτύσσουν στη γραπτή τους αγόρευση προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενοι ότι η αιτήτρια στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση της παρούσας, καθότι, ως διατείνονται, εκδόθηκε απόφαση η οποία είναι ευεργετική γι’ αυτήν και έγινε ουσιαστικά δεκτό το αίτημά της για παροχή στεγαστικής βοήθειας, αίτημα το οποίο, μετά την προαναφερθείσα ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, ικανοποιήθηκε πλήρως.
Εκ διαμέτρου αντίθετη επί των αμέσως πιο πάνω υπήρξε η θέση των συνηγόρων της αιτήτριας.
Προέχει, ως εκ της φύσης του και της εγγενούς σπουδαιότητας που ενέχει, η εξέταση του, υπό μορφή προδικαστικής ενστάσεως προβαλλόμενου, ισχυρισμού περί έλλειψης του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος εκ μέρους της αιτήτριας προς καταχώρηση και προώθηση της παρούσας, καθότι, ως προβάλλουν οι καθ’ ων η αίτηση, εκδόθηκε απόφαση η οποία είναι ευεργετική γι’ αυτήν και έγινε ουσιαστικά δεκτό και/ή ικανοποιήθηκε πλήρως το αίτημά της για παροχή στεγαστικής βοήθειας.
Σύμφωνα με τα όσα προβάλλουν οι καθ’ ων η αίτηση, το ίδιο το Δικαστήριο, στην προαναφερθείσα υπόθεση αρ. 1581/2017, αποφάσισε ότι η αίτηση της αιτήτριας ήταν έτοιμη να εξεταστεί από την Επιτροπή από τις 17.12.2012, ημερομηνία που ήταν σε ισχύ η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 73.184, ημερομηνίας 14.2.2012, στη βάση της οποίας ενήργησαν οι καθ’ ων η αίτηση όσον αφορά στην περίπτωση της αιτήτριας και βάσει της οποίας παρεχόταν, για εισοδήματα μέχρι €60.000 για κατοικία ή διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων, οικονομική βοήθεια ύψους €45.000. Προς αυτή την ακυρωτική απόφαση, υποβάλλει ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, η Διοίκηση συμμορφώθηκε πλήρως. Η δε επίδικη απόφαση καταγράφει «σαφώς και αμέσως» ότι στη βάση των κριτηρίων που ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης τον φακέλου, δηλαδή στις 17.12.2012, η αιτήτρια εδικαιούτο οικονομική βοήθεια ύψους €45.000, ως οι σχετικές πρόνοιες των κριτηρίων που το ίδιο το Διοικητικό Δικαστήριο ανέφερε στην απόφασή του.
Ωστόσο, όπως ορθώς παρατηρεί η πλευρά της αιτήτριας, επίδικο ζήτημα στην υπό εξέταση προσφυγή είναι στη βάση ποιων κριτηρίων θα έπρεπε να εξεταστεί η αίτηση της αιτήτριας και δη το κατά πόσον ορθά ή όχι οι καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν το αίτημα της αιτήτριας και έλαβαν την επίδικη απόφαση με βάση τα εισοδηματικά κριτήρια που ίσχυαν με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 14.2.2012 και όχι με αυτά που ίσχυαν με την προηγηθείσα Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 11.6.2008. Συναφώς, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η αίτησή της θα έπρεπε να είχε εξεταστεί με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησής της, ήτοι τα κριτήρια που είχαν τεθεί με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 11.6.2008 και σύμφωνα με τα οποία θα παραχωρείτο σε αυτήν οικονομική βοήθεια ύψους €68.000. Εφόσον δε αποτελεί επίδικο ζήτημα στην παρούσα η εκτίμηση της Διοίκησης αναφορικά με τα εφαρμοστέα εισοδηματικά κριτήρια στην περίπτωση της αιτήτριας, τα οποία η τελευταία αμφισβητεί, τότε η αιτήτρια νομιμοποιείται και δεν στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς καταχώρηση και προώθηση της προσφυγής της.
Συμφωνώ με τη θέση της αιτήτριας.
Έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι ένας αιτητής νομιμοποιείται και δεν στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος να προσβάλει μια διοικητική απόφαση, εφόσον η εκτίμηση της Διοίκησης αναφορικά με τα προσόντα (στην παρούσα περίπτωση, η εκτίμηση της Διοίκησης αναφορικά με τα εφαρμοστέα εισοδηματικά κριτήρια για την εξέταση της αίτησης της αιτήτριας), αμφισβητείται κατά τρόπο που αυτή καθίσταται επίδικο θέμα της προσφυγής (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 136/2017, ημερ. 26.8.2019, ECLI:CY:AD:2019:B260, Δέσποινα Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 38/2012, ημερ. 20.1.2017, Παντελή v. Δημοκρατίας (1994) 4 Α.Α.Δ. 1020, Γεωργίου v. Δημοκρατίας (1994) 4 Α.Α.Δ. 1127, Χρυσοστόμου κ.α v. Κωνσταντινίδου κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 13 και ΕΤΕΚ ν. Ορφανίδου κ.α. (2000) 3 Α.Α.Δ. 524).
Συνεπώς, δεν μπορεί εν προκειμένω να εγείρεται υπό μορφή προδικαστικής ένστασης ισχυρισμός περί έλλειψης της απαιτούμενης νομιμοποίησης της αιτήτριας προς προώθηση της παρούσας, δεδομένου ότι το ζήτημα των εφαρμοστέων στην παρούσα περίπτωση εισοδηματικών κριτηρίων, προδήλως αποτελεί ουσιώδες επίδικο θέμα και τυχόν επιτυχία της εγειρόμενης προδικαστικής, θα στερούσε από την αιτήτρια τη δυνατότητα να υποστηρίξει τις θέσεις της επ' αυτού ακριβώς του ζητήματος, το οποίο άπτεται της ίδιας την ουσίας της προσφυγής (βλ. και τις πρόσφατες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις Περσιάνη ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1847/2018, ημερ. 26.1.2022, Θεοδότου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1780/2019, ημερ. 16.12.2021, Κωνσταντίνου ν. ΑΗΚ, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 321/2018 και 1706/2018, ημερ. 8.3.2021, THI GAM ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1798/2018, ημερ. 16.12.2020 και Τσινωντίδου κ.α. ν. Επιτροπή Υδατοπρομήθειας Πάνω & Κάτω Δευτεράς κ.α., Υποθ. Αρ. 1551/2017, ημερ. 29.5.2020, όπου ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση).
Ως εκ των πιο πάνω, η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Προχωρώ τώρα στην εξέταση των εγειρόμενων λόγων ακύρωσης που προωθεί η πλευρά της αιτήτριας, ξεκινώντας με τον ισχυρισμό περί πάσχουσας συγκρότησης και/ή λειτουργίας της Επιτροπής, ο οποίος, ως αφορών ευθέως σε ζήτημα δημόσιας τάξης, εξετάζεται κατά προτεραιότητα, ακόμα και αυτεπαγγέλτως, από το Δικαστήριο. Έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι η σύνθεση ή/και συγκρότηση του συλλογικού διοικητικού οργάνου που λαμβάνει την επίδικη απόφαση, ανατρέχει στη ρίζα της νομιμότητας της ίδιας της τελικής, προσβαλλόμενης απόφασης. Τυχόν δε διαπίστωση προβλήματος, καθιστά, άνευ ετέρου, την απόφαση άκυρη (βλ. Στυλιανός Αγαθοκλέους ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, Α.Ε. 29/2011, ημερ. 21.7.2016, ECLI:CY:AD:2016:C374, Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314, Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 3 Α.Α.Δ. 130).
Εν προκειμένω, προβάλλεται εκ μέρους της αιτήτριας ότι από το πρακτικό της συνεδρίας της Επιτροπής, ημερομηνίας 28.5.2020, κατά την οποία και λήφθηκε η επίδικη απόφαση, προκύπτει ότι πάσχει η συγκρότηση και λειτουργία της Επιτροπής, αφού κατά τη λήψη της απόφασης παρευρέθηκαν και συμμετείχαν «σε άγνωστο βαθμό ή και δια της απλής παρουσίας τους» επτά (7) Βοηθοί Λειτουργοί Στεγαστικών Σχεδίων από την ΥΜΑΠΕ, που δεν ήσαν μέλη της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 4 του περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και Άλλα Πρόσωπα Νόμου (Ν. 46(Ι)/2005), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»). Ως υποβάλλει ο συνήγορος της αιτήτριας, οποιαδήποτε και να ήταν η συμμετοχή και παρουσία των εν λόγω προσώπων στη συνεδρία της Επιτροπής, τα εν λόγω πρόσωπα θα έπρεπε να είχαν αποχωρήσει από τη συνεδρία πριν από τη συζήτηση και λήψη της επίδικης απόφασης, η δε παρουσία τους «μόλυνε» τη λειτουργία της Επιτροπής.
Ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Έχω διεξέλθει τον σχετικό διοικητικό φάκελο και το εκεί περιεχόμενο πρακτικό της επίδικης συνεδρίας της Επιτροπής, ημερομηνίας 28.5.2020, και διαπιστώνω ότι στη δεύτερη σελίδα του εν λόγω πρακτικού (Κυανούν 160), αναφέρονται και τα εξής:
«3. Αμέσως μετά την παρουσίαση των αιτήσεων οι παρακθήμενοι απεχώρησαν από την αίθουσα ούτως ώστε η Επιτροπή να λάβει τις αποφάσεις.».
Παρακαθήμενοι δε, σύμφωνα με την πρώτη σελίδα του υπό αναφορά πρακτικού (Κυανούν 161), όπου και καταγράφονται τα ονόματα όλων των παρευρισκομένων, ήσαν οι προαναφερθέντες επτά Βοηθοί Λειτουργοί Στεγαστικών Σχεδίων από την ΥΜΑΠΕ και μια Γραμματειακή Λειτουργός.
Περαιτέρω, από το ίδιο πρακτικό προκύπτει ότι παρόντες κατά την συνεδρία της 28.5.2020, οι οποίοι και έλαβαν την επίδικη απόφαση, ήσαν η Πρόεδρος της Επιτροπής, κα Αδαμίδου, Αν. Διευθύντρια ΥΜΑΠΕ, και τρία μέλη, ήτοι ο εκπρόσωπος του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ο εκπρόσωπος της Παγκύπριας Ένωσης Προσφύγων και η εκπρόσωπος του Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Αυτό σε πλήρη συμβατότητα με τις διατάξεις του άρθρου 4(2) του Νόμου, όπου προβλέπονται τα εξής (η έμφαση έχει προστεθεί):
«Η Επιτροπή απαρτίζεται από τα ακόλουθα πρόσωπα:
(α) το Διευθυντή της Υπηρεσίας Μέριµνας και Αποκατάστασης
Εκτοπισθέντων, ο οποίος θα ενεργεί ως Πρόεδρος ή σε περίπτωση
απουσίας του Προέδρου, τον αναπληρωτή ∆ιευθυντή της Υπηρεσίας·
(β) έναν εκπρόσωπο του Τµήµατος Πολεοδοµίας και Οικήσεως·
(γ) έναν εκπρόσωπο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευηµερίας·
(δ) έναν εκπρόσωπο της Παγκύπριας Ένωσης Προσφύγων·
(ε) έναν εκπρόσωπο της Παγκύπριας Οργάνωσης Αποκατάστασης
Παθόντων· και
(στ) έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής Ανακουφίσεως Παθόντων η οποία ιδρύθηκε µε βάση το άρθρο 4 του περί Ανακουφίσεως Παθόντων Νόµου:
Νοείται ότι ο εκπρόσωπος της Παγκύπριας Ένωσης Προσφύγων θα συµµετέχει στις εργασίες της Επιτροπής µόνο κατά την εξέταση θεµάτων που αφορούν εκτοπισθέντες και οι εκπρόσωποι της Παγκύπριας Οργάνωσης Αποκατάστασης Παθόντων και της Επιτροπής Ανακουφίσεως Παθόντων θα συµµετέχουν στις εργασίες της Επιτροπής µόνο κατά την εξέταση θεµάτων που αφορούν παθόντες.».
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, η σύνθεση και/ή η συγκρότηση της Επιτροπής κατά τη συνεδρία λήψης της επίδικης απόφαση ήταν σύννομη και δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε ελάττωμα και/ή πλημμέλεια στη λειτουργία της Επιτροπής κατά τη συγκεκριμένη συνεδρία. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται.
Προχωρώ τώρα στην εξέταση των ισχυρισμών περί μη συμμόρφωσης των καθ’ ων η αίτηση με το δεδικασμένο στην προσφυγή αρ. 1581/2017, αλλά και περί πλάνης ως προς τον ουσιώδη χρόνο και τα εφαρμοστέα κριτήρια για παροχή οικονομικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες και περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας. Οι εν λόγω ισχυρισμοί, λόγω της άρρηκτης διασύνδεσής τους, εξετάζονται συνδυαστικά.
Όπως έχει αναφερθεί και στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην προηγηθείσα προσφυγή αρ. 1581/2017, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση οικονομικής βοήθειας για το στεγαστικό σχέδιο αγοράς διαμερίσματος/κατοικίας στις 31.1.2012 και κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής της ήταν σε ισχύ η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 67.314, ημερομηνίας 11.6.2008, σε σχέση με Στεγαστικά Σχέδια για Εκτοπισθέντες που αφορούσαν στην αγορά κατοικίας/διαμερίσματος και ανέγερσης κατοικίας σε ιδιόκτητο οικόπεδο. Σύμφωνα με την εν λόγω Απόφαση, δεν καθορίζονταν εισοδηματικά κριτήρια και παρεχόταν ποσό ύψους €51.260 για κατοικία δύο υπνοδωματίων και ποσό €68.350 για κατοικία τριών υπνοδωματίων.
Ακολούθως, η πιο πάνω Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου τροποποιήθηκε με την Απόφαση με αρ. 73.184, ημερομηνίας 14.2.2012, στη βάση της οποίας, εγκρίθηκε η εισαγωγή εισοδηματικών πλέον κριτηρίων, με περιορισμό την παροχή βοήθειας μέχρι και εισοδήματα ύψους €80.000, καθώς και μείωση του ποσού της παρεχόμενης οικονομικής βοήθειας. Με βάση την εν λόγω Απόφαση, η οικονομική βοήθεια που μπορούσε να λάβει αιτητής για αίτηση που είχε υποβάλει πριν από τις 14.2.2012 και η οποία δεν είχε εγκριθεί πριν από τις 14.2.2012, ως συμβαίνει με την αίτηση της αιτήτριας, για διαμέρισμα δυο υπνοδωματίων, ήταν €45.000. Ακολούθως, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 75.007, ημερομηνίας 29.4.2013, η παροχή οικονομικής βοήθειας μειώθηκε περαιτέρω. Τέλος, το Υπουργικό Συμβούλιο με την Απόφαση με αρ. 76.026, ημερομηνίας 6.11.2013, αποφάσισε για εισόδημα μεταξύ €30.000 μέχρι €45.000 για κατοικία δύο υπνοδωματίων, την παροχή οικονομικής βοήθειας ύψους €18.000. Ως έχει προεκτεθεί, στη βάση της τελευταίας αυτής Απόφασης, είχαν ενεργήσει οι καθ’ ων η αίτηση κατά τη λήψη της αρχικής απόφασής τους επί της αίτησης της αιτήτριας, η οποία και ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο. Συναφώς, κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η Διοίκηση ενήργησε και εξέτασε την αίτηση εκτός ευλόγου χρόνου, εφόσον από τις 17.12.2012 που ήταν έτοιμη προς εξέταση η αίτηση της αιτήτριας, μέχρι και την 21.7.2015, όταν και τελικά εξετάστηκε η εν λόγω αίτηση, αφέθηκε από τη Διοίκηση ατεκμηρίωτα να διαρρεύσει άπρακτα μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι «τριάμισι χρόνια μετά, χρόνος υπέρμετρος και μη εύλογος, με αποτέλεσμα να τεθούν σε ισχύ διαφοροποιημένα κριτήρια, κριτήρια που εν τέλει οδήγησαν σε μειωμένο ποσό οικονομικής βοήθειας».
Προκύπτει επίσης από το ιστορικό της υπό κρίση περίπτωσης και ρητά αναφέρεται και στην προαναφερθείσα ακυρωτική απόφαση, ότι η, καταχωρηθείσα την 31.1.2012, αίτηση της αιτήτριας για στεγαστική βοήθεια ήταν έτοιμη προς εξέταση από την Επιτροπή από την 17.12.2012, ημερομηνία που ήταν σε ισχύ η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 73.184, ημερομηνίας 14.2.2012, βάσει της οποίας παρεχόταν -για την περίπτωση που εδώ ενδιαφέρει για εισοδήματα μέχρι €60.000 για κατοικία ή διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων- οικονομική βοήθεια ύψους €45.000. Όπως ρητά επεσήμανε η ακυρωτική Δικαστής, παρόλο που «θα αναμενόταν λογικά η εξέταση αυτής προς λήψη σχετικής απόφασης, λίγους μήνες μετά», η εν λόγω αίτηση δεν εξετάστηκε. Αργότερα, μάλιστα, ως έχει προαναφερθεί, και συγκεκριμένα με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 75.007, ημερομηνίας 29.4.2013, η παροχή οικονομικής βοήθειας σε εκτοπισθέντες μειώθηκε περαιτέρω.
Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι καθόλα ορθά και προς συμμόρφωση με το ακυρωτικό δεδικασμένο, οι καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν την αίτηση στη βάση των σχετικών κριτηρίων που ίσχυαν με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 73.184, ημερομηνίας 14.2.2012. Οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση θα απέληγε σε ευθεία σύγκρουση με το δικασμένο στην προσφυγή αρ. 1581/2017. Με βάση δε τα εν λόγω κριτήρια, κρίνω ότι ορθά αποφασίστηκε η παροχή στην αιτήτρια οικονομικής βοήθειας ύψους €45.000 για αγορά κατοικίας/διαμερίσματος. Αντίθετα, υπό το φως των πιο πάνω και δη των ευρημάτων της ακυρωτικής απόφασης στην 1581/2017, δεν μπορούν να έχουν έρεισμα οι ισχυρισμοί της πλευράς της αιτήτριας περί υποχρέωσης των καθ’ ων η αίτηση να εφαρμόσουν τα κριτήρια που ίσχυαν με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 67.314, ημερομηνίας 11.6.2008, ήτοι 4 σχεδόν χρόνια πριν από την υποβολή της αίτησης της αιτήτριας: τα εν λόγω κριτήρια έπαψαν να ισχύουν 14 ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης της αιτήτριας και συγκεκριμένα στις 14.2.2012, ήτοι 10 περίπου μήνες πριν από την ημερομηνία (17.12.2012) που η αίτηση της αιτήτριας ήταν έτοιμη προς εξέταση από την Επιτροπή.
Ας σημειωθεί, επιπρόσθετα, ότι σύμφωνα και με τις διατάξεις του Νόμου (βλ. άρθρα 10 και 17), η Επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις των εκτοπισθέντων με βάση τα κριτήρια που τίθενται από το Υπουργικό Συμβούλιο και βρίσκονται σε ισχύ κατά την ημερομηνία εξέτασης έκαστης αίτησης.
Ενόψει των πιο πάνω, δεν εντοπίζω να έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη στην κρίση των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι, αντιθέτως, ενήργησαν καθόλα ορθά και εφάρμοσαν τα ορθά κριτήρια προς λήψη της επίδικης απόφασης, ενώ ούτε κενό έρευνας διαπιστώνεται.
Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αιτήτριας, ως αυτοί αναπτύσσονται στους σχετικούς λόγους ακύρωσης, απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Παρομοίως, κρίνω ότι στερείται ερείσματος ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της ισότητας και δυσμενούς μεταχείρισης της αιτήτριας.
Όπως λέχθηκε στην Ανδρέας Σωτηριάδης ν. Παντελής Θεοφυλάκτου και Άλλης (2002) 3 Α.Α.Δ. 56, με αναφορά στην Mikrommatis v. Republic, 2 R.S.C.C. 125, αλλά και στην Republic v. Arakian (1972) 3 C.L.R. 294, η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση «πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων», ο δε όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο Άρθρο 28.1 του Συντάγματος δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, «αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις, οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων». Παραβίαση δε της αρχής της ισότητος, η οποία και επιφέρει την ακυρότητα της προσβαλλόμενης πράξης επέρχεται εφόσον πρόκειται «περί ρυθμίσεων σχέσεων τελουσών υπό διαφόρους πραγματικάς συνθήκας, αίτινες δεν αποκλείουν ανομοιομορφίας εν τω διακανονισμώ αυτών». Αυτό λοιπόν που απαγορεύει η συνταγματική αρχή της ισότητας είναι η δημιουργία αυθαίρετων, τυχαίων ή συμπτωματικών διακρίσεων, καθως και η εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή η ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται υπό διαφορετικές συνθήκες πραγματικές ή νομικές με βάση όμως τυπικά ή συμπτωματικά κριτήρια.
Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου από την αιτήτρια, η οποία βεβαίως και φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση, παρόμοια με την δική της, για την οποία να ακολουθήθηκε διαφορετική πρακτική από τη Διοίκηση, ούτως ώστε να μπορούν να στοιχειοθετηθούν οι ισχυρισμοί της για δυσμενή διάκριση. Ούτε και έχει υποδειχθεί με ικανοποιητικό τρόπο πως θεμελιώνεται η άνιση μεταχείριση εις βάρος της, στην οποία η αιτήτρια αναφέρεται γενικά και χωρίς την απαιτούμενη συγκεκριμενοποίηση (Μαρκίδης ν. Δημοκρατίας (1967) 3 Α.Α.Δ. 147).
Συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω, και ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της ισότητας και δυσμενούς μεταχείρισης της αιτήτριας κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Τέλος, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνω ότι δεν μπορεί να έχει έρεισμα ούτε ο ισχυρισμός περί παραβίασης των αρχών της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου προς το κράτος. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που θα μπορούσε να καταδείξει, έστω στοιχειωδώς, ότι η Διοίκηση έδρασε εν προκειμένω κατά παράβαση των πιο πάνω αρχών του Διοικητικού Δικαίου.
Συνεπώς, και αυτός ο λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.
Ενόψει των πιο πάνω, δεν διαπιστώνεται λόγος ακύρωσης της επίδικης απόφασης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1800 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Φ.ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.Δ.Δ.
[1] Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1581/2017, ημερ. 7.5.2019.