ECLI:CY:DD:2023:477
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση αρ. 208/22 (i)
30 Οκτωβρίου, 2023
[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]
Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
CYPRA LIMITED
Αιτήτρια,
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
|
1. |
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ |
|
2. |
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ |
Καθ’ ων η αίτηση.
------------
Ρ. Βραχίμη – Πετρίδου (κα), για Ρένα Βραχίμη – Πετρίδου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.
Κ. Παπαδοπούλου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια, εγκατάσταση της οποίας έχει αδειοδοτηθεί από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ως σφαγείο παραγωγικών οπληφόρων ζώων (βοοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων), αμφισβητεί με την παρούσα προσφυγή 36 διοικητικές πράξεις, με τις οποίες ο Διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών της επέβαλε τέλη αυξημένου κόστους επιθεώρησης σφαγής. Συγκεκριμένα, αμφισβητεί:
1. Τις αποφάσεις με ημερομηνίες 20.01.2022, 24.01.2022, 26.01.2022, 27.01.2022, 03.02.2022, 04.02.2022, 08.02.2022, 11.02.2022, 14.02.2022 και 15.02.2022 (Παραρτήματα στην προσφυγή Π1 - Π13, Π14a, Π14b, Π15a, Π15b, Π16 - Π22), με τις οποίες της επιβλήθηκαν τέλη αυξημένου κόστους σφαγής κατά την επιθεώρηση σφαγής ζώων εντός του ωραρίου της Δημόσιας Υπηρεσίας, στις ημερομηνίες 10.01.2022, 11.01.2022. 12.01.2022, 13.01.2022, 14.01.2022, 17.01.2022, 18.01.2022, 20.01.2022, 21.01.2022, 25.01.2022, 26.01.2022, 27.01.2022, 28.01.2022, 31.01.2022, 01.02.2022, 02.02.2022, 03.02.2022, 07.02.2022, 09.02.2022, 10.02.2022, 11.02.2022 και 14.02.2022.
2. Τις αποφάσεις με ημερομηνίες 20.01.2022, 24.01.2022, 04.02.2022, 08.02.2022, 09.02.2022, 14.02.2022 και 15.02.2022 (Παραρτήματα στην προσφυγή Π23 – Π32), με τις οποίες της επιβλήθηκαν τέλη αυξημένου κόστους σφαγής κατά την επιθεώρηση σφαγής ζώων εκτός του ωραρίου της Δημόσιας Υπηρεσίας, στις ημερομηνίες 11.01.2022, 12.01.2022, 17.01.2022, 22.01.2022, 03.02.2022, 07.02.2022, 08.02.2022, 11.02.2022 και 14.02.2022.
3. Την απόφαση με ημερομηνία 09.02.2022 (Παράρτημα στην προσφυγή Π33), με την οποία της επιβλήθηκε αυξημένο τέλος σφαγής για ακύρωση υπερωριακής απασχόλησης την 08.02.2022.
4. Την απόφαση με ημερομηνία 17.02.2022 (Παράρτημα στην προσφυγή Π34), με την οποία της επιβλήθηκε αυξημένο τέλος σφαγής για παράταση στις 16.02.2022 κατά 2,5 ώρες των σφαγών εκτός ωραρίου της Δημόσιας Υπηρεσίας λόγω ύπαρξης ζώων για σφαγή.
Η αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα των προσβαλλομένων διοικητικών πράξεων εγείροντας αριθμό λόγων ακύρωσης.
Κατά πρώτον, διατείνεται πως με τις προσβαλλόμενες πράξεις επιβλήθηκαν σε αυτήν υψηλότερα τέλη κατά παράβαση των ποσών που προβλέπονται και τον τρόπο που αυτά πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 10 και το Παράρτημα Ι, Κεφάλαιο Ι, παράγραφοι 5(α) και 5(β) του Περί Κτηνιατρικών Τελών Νόμου (Ν.239(Ι)/2002), χωρίς να τηρηθεί η προϋπόθεση, αφενός, ότι το συνολικό τέλος που εισπράττεται δε θα υπερβαίνει το ύψος του πραγματικού κόστους των εξόδων επιθεώρησης και, αφετέρου, ότι το τέλος που θα επιβάλλεται για αυξημένο κόστος επιθεώρησης σφαγής θα αιτιολογείται μόνο εάν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις του νόμου.
Κατά δεύτερον, είναι η θέση της αιτήτριας ότι ο υπολογισμός των τελών αυξημένου κόστους βάσει της δυναμικότητας των γραμμών σφαγής του σφαγείου της, όπως η εν λόγω δυναμικότητα καθορίζεται στις σχετικές άδειες λειτουργίας της, είναι παράνομος και καταχρηστικός. Τούτο καθότι, σύμφωνα με την αιτήτρια, η χρήση της θεωρητικής δυναμικότητας ενός σφαγείου δεν αποτελεί νομοθετική προϋπόθεση που να παρέχει στους καθ’ ων η Αίτηση εξουσία να βασίζουν την επιβολή επιπλέον τελών για αυξημένο κόστος και συνεπώς αντίκειται στους νόμους και κανονισμούς που διέπουν την επιβολή των τελών επιθεώρησης σφαγής ζώων. Επιπλέον, επεμβαίνει παράνομα στις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού εφόσον η παραγωγικότητα της κάθε γραμμής σφαγής είναι διαφορετική σε κάθε σφαγείο και ο καθορισμός του αριθμού αυτού δεν γίνεται στην ίδια βάση δεδομένων. Ως εκ τούτου, καταλήγει η εισήγηση, προκαλείται άνισος ανταγωνισμός μεταξύ των σφαγείων.
Ακολούθως, η αιτήτρια εισηγείται ότι οι σχετικές με την παρούσα υπόθεση πρόνοιες του Ν.239(Ι)/2002 θα πρέπει, για σκοπούς ορθής ερμηνείας τους, να διαβάζονται σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές που ισχύουν για τους φορολογικούς νόμους.
Περαιτέρω, είναι η θέση της αιτήτριας ότι οι καθ’ ων η αίτηση επιβάλλουν τα προσβαλλόμενα τέλη αυξημένου κόστους χωρίς επαρκή έρευνα και αιτιολογία, εφόσον παράνομα παραλείπουν να δώσουν με διαφάνεια το πραγματικό τους κόστος και παράνομα παραλείπουν να ορίσουν το δεδομένο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου διαπιστώνουν το πραγματικό τους κόστος, σε αντιπαραβολή με τα τέλη που έχουν εισπράξει για επίσημους ελέγχους, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναθεωρητικός έλεγχος των προσβαλλομένων αποφάσεων από το Δικαστήριο. Επιπλέον, διατείνεται ότι οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να δώσουν τα πραγματικά δεδομένα ώστε να αιτιολογήσουν με επάρκεια τη συνδρομή των σχετικών νομοθετικών προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν την επιβολή των επίδικων τελών.
Με πρόσθετους ισχυρισμούς η αιτήτρια διατείνεται ότι η διαμόρφωση των εξόδων, τα οποία χρησιμοποιούν οι καθ’ ων η Αίτηση για να κοστολογούν τα τέλη που επιβάλλουν ως αυξημένα τέλη, έχει γίνει με τρόπους που πάσχουν από ακυρότητα, οι οποίοι συμπαρασύρουν και τις επίδικες αποφάσεις. Ειδικότερα, είναι η θέση της αιτήτριας ότι τα ποσά που επιβάλλονται από τους καθ’ ων η αίτηση ως κόστος ανά ώρα πάσχουν, εφόσον: (1) εσφαλμένα επιβάλλεται η προσαύξηση του ποσοστού 15% για κάλυψη του σχεδίου σύνταξης, (2) εάν η εν λόγω προσαύξηση αναφέρεται σε διοικητικά και λειτουργικά έξοδα, τότε η πρόσθετη επιβάρυνση με ποσοστό 10% για κάλυψη των οδοιπορικών σε περίπτωση υπερωριών, συνιστά διπλή χρέωση, (3) εσφαλμένα επιβάλλονται τέλη για οδοιπορικά στην περίπτωση μόνιμων λειτουργών της Δημόσιας Υπηρεσίας οι οποίοι ευρίσκονται στο σφαγείο της αιτήτριας και διεξάγουν επίσημους ελέγχους εντός του ωραρίου της Δημόσιας Υπηρεσίας και συνεχίζουν να εργάζονται πέραν αυτού, χωρίς προηγουμένως να έχουν αποχωρήσει και επιστρέψει στο σφαγείο και (4) εσφαλμένα λαμβάνεται υπόψη ως «το ωριαίο μέσο κόστος» των χρεώσεων το μέσο κόστος της κλίμακας Α9-Α11-Α12 για τους Κτηνιατρικούς Λειτουργούς και το μέσο κόστος της κλίμακας Α2-Α5-Α7+2 για τους Κτηνιατρικούς Επιθεωρητές, εφόσον αυτό δεν αντιπροσωπεύει το πραγματικό κόστος των εξόδων επιθεώρησης, το οποίο θα πρέπει να ανευρίσκεται με βάση την πραγματική μισθοδοσία του προσωπικού που εργάστηκε στον επίσημο έλεγχο και επιθεώρηση σε δεδομένο χρονικό διάστημα.
Ακολούθως, παραπέμποντας στο προοίμιο και το άρθρο 85 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/625[1], η αιτήτρια διατείνεται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις πάσχουν από ακυρότητα λόγω παράβασης ρητής εκ του νόμου υποχρέωσης των καθ’ ων η αίτηση να αποφασίζουν με διαφάνεια την επιβολή τελών. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι τα επίδικα τέλη επιβλήθηκαν και λόγω έλλειψης επαρκούς έρευνας στα πραγματικά στοιχεία που είναι εγγενή με την κυπριακή πραγματικότητα των σφαγείων στη Δημοκρατία, η οποία θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ώστε να οριστεί με διαφάνεια το δεδομένο χρονικό διάστημα υπολογισμού των συνολικών πραγματικών εξόδων των καθ’ ων η αίτηση και να τεθεί με διαφάνεια η ακολουθούμενη διαδικασία, έτσι ώστε να επιβάλλονται τέλη για αυξημένα έξοδα μόνο εάν τα τέλη που εισπράττονται για τους επίσημους ελέγχους, συνολικά, δεν υπερβαίνουν τα πραγματικά έξοδα των καθ’ ων η αίτηση.
Περαιτέρω, η επιβολή τελών αυξημένου κόστους, με τον τρόπο που αυτά υπολογίζονται και επιβάλλονται από τους καθ’ ων η αίτηση, συνιστά, κατά την αιτήτρια, παράνομη επέμβαση στην ελευθερία άσκησης της επιχείρησής της συμφώνως του Άρθρου 25 του Συντάγματος και καταχρηστική επέμβαση στο δικαίωμα της αιτήτριας, δυνάμει του Άρθρου 26 του Συντάγματος, να συνάπτει ελεύθερα συμβάσεις για σφαγή ζώων την ίδια ημέρα, οποιουδήποτε αριθμού και οποιασδήποτε ηλικίας ή είδους από τα επιτρεπόμενα με βάση την άδεια λειτουργίας της. Η δε επιβολή τελών αυξημένου κόστους με βάση τη θεωρητική δυναμικότητα του σφαγείου της, παραβιάζει, κατά την αιτήτρια, το Άρθρο 28 του Συντάγματος καθότι τη θέτει σε άνιση και δυσμενή μεταχείριση έναντι ανταγωνιστών της, οι οποίοι δυνατόν να έχουν μικρότερης δυναμικότητας σφαγεία, αλλά οι καθ’ ων η αίτηση χρησιμοποιούν σε αυτά τον ίδιο αριθμό λειτουργών για σκοπούς επιθεώρησης με αυτούς που χρησιμοποιούν στο δικό της σφαγείο.
Επιπρόσθετα, στη βάση των στοιχείων που οι καθ’ ων η αίτηση επισύναψαν στην Ένσταση, η αιτήτρια εγείρει αριθμό ισχυρισμών σε σχέση με το κόστος του προσωπικού που διενήργησε τους επίδικους ελέγχους στις συγκεκριμένες ημερομηνίες, εισηγούμενη εσφαλμένη κοστολόγηση λόγω εμφιλοχώρησης ουσιώδους πλάνης των καθ’ ων η αίτηση.
Στους ισχυρισμούς της αιτήτριας οι καθ’ ων η αίτηση αντιτείνουν ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τις αρχές του διοικητικού δικαίου, μετά από διεξαγωγή δέουσας έρευνας και κατ’ ορθή ενάσκηση των εξουσιών τους και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένες.
Ειδικότερα, είναι η θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι ο υπολογισμός των τελών αυξημένου κόστους σφαγής έγινε σύμφωνα με τον Ν.239(Ι)/2002, αφού λήφθηκαν υπόψη οι πρόνοιες του Κανονισμού 2017/625. Ο δε καθορισμός του ύψους τους έγινε βάσει της ακολουθούμενης μεθοδολογίας και κατόπιν έγκρισης από την Τεχνική Επιτροπή Καθορισμού και Αναθεώρησης Τελών και Δικαιωμάτων του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας (Κ.Δ.Π. 512/2021, Κ.Δ.Π. 527/2021 και Κ.Δ.Π. 556/2021).
Τα εν λόγω τέλη είναι, κατά τους καθ’ ων η αίτηση, επιπρόσθετα και άσχετα από τα τέλη που επιβάλλονται για τους επίσημους ελέγχους στα σφαγεία. Δεν υπολογίζονται εκ των προτέρων, αλλά επιβάλλονται μόνο στις περιπτώσεις που συντρέχουν λόγοι για τους οποίους δεν ευθύνονται οι καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι καλούνται να διασφαλίσουν την, κατά παράβαση του προγράμματος σφαγής και εξ υπαιτιότητας του υπεύθυνου του σφαγείου, ανάγκη για ύπαρξη και διασφάλιση παρουσίας προσωπικού των καθ’ ων η αίτηση για διενέργεια των νενομισμένων επίσημων ελέγχων, σύμφωνα με τον Νόμο 239(Ι)/2002.
Τα αυξημένα τέλη επιθεώρησης σφαγής, σύμφωνα πάντα με τους καθ’ ων η αίτηση, ουδόλως υπερβαίνουν το πραγματικό κόστος που αυτοί επιβαρύνονται για την πραγματοποίηση επίσημων ελέγχων, αλλά, αντιθέτως, εξασφαλίζουν την κάλυψη του επιπλέον πραγματικού κόστους που επιβαρύνονται οι καθ’ ων η αίτηση, εξ υπαιτιότητας της αιτήτριας.
Ως περαιτέρω οι καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν, η επιβολή των τελών για κάλυψη του αυξημένου κόστους γίνεται μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνονται παραβάσεις, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 (α) του Κεφαλαίου I, του Παραρτήματος I του Ν. 239(Ι)/2002 και κατά την επιβολή συμπληρώνονται προκαθορισμένα έντυπα [Έντυπα ΤΚΔΥ (Α), (Β) (Γ)], τα οποία περιέχουν τη σχετική τεκμηρίωση ως προς το είδος της παράβασης και τον υπολογισμό των τελών, παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο πλήρη αιτιολόγηση της πράξης.
Απορρίπτοντας τις θέσεις της αιτήτριας ως προς το ζήτημα της δυναμικότητας του σφαγείου, οι καθ’ ων η αίτηση αντιτείνουν ότι η δυναμικότητα της γραμμής σφαγής καθορίστηκε από την Αρμόδια Αρχή στους όρους λειτουργίας του σφαγείου και αποτελεί μέρος της άδειας λειτουργίας του, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τον Ν.150(Ι)/2003[2] και η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την αιτήτρια. Ο σκοπός της είναι η λειτουργία του σφαγείου στο μέγιστο δυνατό και κατ' επέκταση η διενέργεια των επισήμων ελέγχων απρόσκοπτα, χωρίς συχνές απώλειες χρόνου ή καθυστερήσεις στη διαδικασία σφαγής. Αποτελεί δε ευθύνη των σφαγείων να ενημερώνουν εκ των προτέρων και εντός εύλογης προθεσμίας τις αρμόδιες αρχές για το πρόγραμμα σφαγής, προκειμένου να καθίσταται αποτελεσματικότερο το σύστημα των επίσημων ελέγχων.
Οι καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν, περαιτέρω, ότι ο υπολογισμός των επίδικων τελών συνιστά τεχνικό ζήτημα, το οποίο εκφεύγει του αναθεωρητικού ελέγχου. Εν πάση δε περιπτώσει, ο εν λόγω υπολογισμός έγινε με διαφάνεια από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας και εφαρμόζεται, όχι μόνο για την αιτήτρια, αλλά για όλα τα σφαγεία.
Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και επιχειρηματολογία θα πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι, ως ορθώς υποβάλλουν οι καθ’ ων η αίτηση και αποδέχθηκε κατά την ακρόαση η αιτήτρια, επίδικο εν προκειμένω ζήτημα αποτελεί η επιβολή των επίδικων τελών για κάλυψη του αυξημένου κόστους σφαγής και όχι η επιβολή των τελών για επίσημους ελέγχους, τα οποία η αιτήτρια καταβάλλει, ούτε η μέθοδος καθορισμού αυτών, δοθέντος ότι τα εν λόγω τέλη δεν αμφισβητούνται με την παρούσα προσφυγή. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί που εγείρονται σε σχέση με τα τέλη για επίσημους ελέγχους, δεν θα απασχολήσουν στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής.
Ακολούθως, θα πρέπει να σημειωθεί η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της αιτήτριας, η οποία κατά την ακρόαση αναγνώρισε την εξουσία των καθ’ ων η αίτηση για την επιβολή τελών για κάλυψη του αυξημένου κόστους σφαγής, εφόσον όμως αυτό δικαιολογείται συμφώνως των προνοιών της ισχύουσας νομοθεσίας.
Οι διάδικοι συμφωνούν, επίσης, ότι το ζήτημα της επιβολής τελών για τους επίσημους ελέγχους και τις επιθεωρήσεις που συνδέονται με τις διαδικασίες σφαγής ζώων, ρυθμίζεται τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, με την κάθε πλευρά να παραπέμπει στις ισχύουσες νομοθετικές πρόνοιες προς υποστήριξη της δικής της επιχειρηματολογίας.
Τα δε επίδικα θέματα διακρίνονται, βάσει των εγειρομένων λόγων ακύρωσης, σε δύο ενότητες, ήτοι, αφενός, στο ζήτημα γενικά της επιβολής τελών για την κάλυψη αυξημένου κόστους και στην πρακτική που οι καθ’ ων η αίτηση εφαρμόζουν για τον υπολογισμό αυτών και, αφετέρου, στις συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις που αμφισβητούνται με την παρούσα προσφυγή και τις πλημμέλειες που αυτές, εν πάση περιπτώσει και κατ’ ισχυρισμό της αιτήτριας, παρουσιάζουν.
Τα άρθρα 4, 8 και 10 και το Κεφάλαιο Ι του Παραρτήματος Ι του Ν.239(Ι)/2002, στα οποία η αιτήτρια παραπέμπει προς θεμελίωση των λόγων ακύρωσης σε σχέση με το ζήτημα της επιβολής τελών για την κάλυψη αυξημένου κόστους, προβλέπουν τα ακόλουθα:
«Επιβολή τελών
4. Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 8, 9 και 10, η αρμόδια αρχή επιβάλλει τέλη σύμφωνα με τις λεπτομερείς διατάξεις του Παραρτήματος I, Παραρτήματος II και Παραρτήματος III:
Νοείται ότι, το τέλος που επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι το ποσό στο επίσημο νόμισμα της Δημοκρατίας το οποίο αντιστοιχεί με το ποσό σε ευρώ όπως καθορίζεται σύμφωνα με τα Παραρτήματα I, II και III, αντιστοίχως, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου.
Έξοδα που καλύπτονται από τα τέλη
8. Τα τέλη ορίζονται κατά τρόπο ώστε να καλύπτουν τα ακόλουθα έξοδα που βαρύνουν την αρμόδια αρχή:
(α) Μισθοί και εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων του προσωπικού της αρμόδιας αρχής που εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο,
(β) διοικητικά έξοδα που σχετίζονται με τη διενέργεια των ελέγχων και επιθεωρήσεων, στα οποία μπορούν να προστίθενται και τα έξοδα που απαιτούνται για την ενδο-υπηρεσιακή εκπαίδευση των επίσημων κτηνιάτρων και κτηνιατρικών επιθεωρητών, για τη διενέργεια των ελέγχων και επιθεωρήσεων που αναφέρονται στο Παράρτημα I, Παράρτημα II και Παράρτημα III
[…]
Ύψος τέλους
10. Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβάλλει τέλος το ύψος του οποίου είναι ανώτερο των ποσών που προβλέπονται στο Παράρτημα I, Παράρτημα ΙΙ και Παράρτημα III, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό τέλος που εισπράττεται δε θα υπερβαίνει το πραγματικό κόστος των εξόδων επιθεώρησης.
[…]
Παράρτημα Ι
Κεφάλαιο Ι
1. Η αρμόδια αρχή επιβάλλει τέλη στα κρέατα που εμπίπτουν στην εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία που στοχεύει σε εναρμόνιση με την Οδηγία 64/433/ΕΟΚ, την Οδηγία 71/118/ΕΟΚ, την Οδηγία 91/495/ΕΟΚ και την Οδηγία 92/45/ΕΟΚ, για τα έξοδα των ελέγχων και επιθεωρήσεων που συνδέονται με τις διαδικασίες σφαγής.
2. Τα προβλεπόμενα. στην παράγραφο 1 του παρόντος Κεφαλαίου τέλη, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος Κεφαλαίου, καθορίζονται με βάση τα ακόλουθα:
(α) Βόειο κρέας από:
(i) ενήλικα βοοειδή: 4,5 ευρώ ανά ζώο,
(ii) νεαρά βοοειδή: 2,5 ευρώ ανά ζώο,
(β) μόνοπλα/ιπποειδή: 4,4 ευρώ ανά ζώο•
(γ) χοίρειο κρέας: ζώα με βάρος σφαγίου:
(i) κάτω των 25 kg: 0,5 ευρώ ανά ζώο,
(ii) 25 kg και άνω: 1,30 ευρώ ανά ζώο,
(δ) κρέας αιγοπροβάτων: ζώα με βάρος σφαγίου:
(i) κάτω των 12 kg: 0,175 ευρώ ανά ζώο,
(ii) 12 έως 18 kg: 0,35 ευρώ ανά ζώο,
(iii) άνω των 18 kg: 0,5 ευρώ ανά ζώο,
[…]
5. (α) Για να καλυφθούν αυξημένα κόστα, η αρμόδια αρχή μπορεί να αυξάνει, για μια συγκεκριμένη εγκατάσταση, τα ποσά που προβλέπονται στην παράγραφο 2 και στο στοιχείο (i), της υποπαραγράφου (α), της παραγράφου 3 του παρόντος Κεφαλαίου, τηρουμένων των διατάξεων αυτής της παραγράφου.
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προς τούτο μπορούν να είναι, εκτός της προβλεπόμενης στην υποπαράγραφο (α) της παραγράφου 6 του παρόντος Κεφαλαίου, οι ακόλουθες:
(i) Υψηλότερα κόστα επιθεώρησης λόγω ιδιαίτερης ανομοιογένειας των ζώων προς σφαγή ως προς την ηλικία, το μέγεθος, το βάρος και την υγεία,
(ii) αυξημένος χρόνος αναμονής και μη παραγωγικές περίοδοι χρόνου των εξουσιοδοτημένων λειτουργών λόγω ανεπαρκούς προγραμματισμού από την εγκατάσταση των παραδόσεων ζώων ή λόγω τεχνικών ανεπαρκειών και βλαβών, για παράδειγμα σε παλαιότερες εγκαταστάσεις ή εκμεταλλεύσεις,
(iii) συχνή καθυστέρηση της διαδικασίας σφαγής, για παράδειγμα λόγω ανεπαρκούς προσωπικού σφαγείων, που έχει ως συνέπεια τη μειωμένη απασχόληση του προσωπικού επιθεώρησης,
(iv) υψηλότερα κόστα λόγω μετακινήσεων των επιθεωρούντων λειτουργών σε μη εργάσιμο ωράριο,
(v) απώλεια χρόνου λόγω συχνής αλλαγής ωραρίου των σφαγών, για την οποία δεν ευθύνεται το προσωπικό επιθεώρησης,
(vi) συχνές διακοπές της σφαγής λόγω απαραιτήτων μέτρων καθαρισμού και απολύμανσης,
(vii) διεξαγωγή επιθεώρησης σε ζώα τα οποία κατόπιν αιτήματος - του επιχειρηματία σφάζονται εκτός του καθορισμένου ωραρίου σφαγής.
Το ύψος των προσαυξήσεων του βασικού επιπέδου του τέλους εξαρτάται από το ύψος του κόστους που πρέπει να καλυφθεί.
(β) Εναλλακτικά, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβάλλει ειδικό τέλος που να καλύπτει το πραγματικό κόστος.».
Αποτελεί τον βασικό ισχυρισμό της αιτήτριας ότι το άρθρο 10 του νόμου, με βάση τη γραμματική του ερμηνεία, ρητώς καθορίζει ότι οι καθ’ ων η αίτηση δύνανται να επιβάλουν τέλος ανώτερο σε ύψος από τα τέλη για επίσημους ελέγχους που επιβάλλονται για κάθε ζώο που σφάζεται και επιθεωρείται στο σφαγείο, υπό την απόλυτη προϋπόθεση ότι το συνολικό τέλος που εισπράττεται δεν θα υπερβαίνει το πραγματικό κόστος επιθεώρησης. Δηλαδή, κατά την εισήγηση της αιτήτριας, το τέλος που δύναται να επιβληθεί για αυξημένο κόστος, πέραν του ήδη επιβληθέντος τέλους για επίσημο έλεγχο, δεν πρέπει να ξεπερνά συνολικά το πραγματικό κόστος των ελέγχων και των επιθεωρήσεων. Θεωρεί δε ότι τα τέλη για επίσημους ελέγχους υπερκαλύπτουν το πραγματικό κόστος των καθ’ ων η αίτηση, με αποτέλεσμα αυτοί να μην νομιμοποιούνται να επιβάλουν επιπρόσθετα τέλη για την κάλυψη αυξημένου κόστους, ως τα επίδικα. Επιπλέον, θεωρεί ότι οι καθ’ ων η αίτηση παραλείπουν να αποκαλύψουν με διαφάνεια το πραγματικό τους κόστος σε δεδομένο χρονικό διάστημα εντός του οποίου αυτό διαπιστώνεται.
Τα επίδικα, όμως, με την παρούσα προσφυγή τέλη επιβλήθηκαν συμφώνως της παραγράφου 5(α) του Κεφαλαίου Ι του Παραρτήματος Ι του Ν.239(Ι)/2002 και όχι του άρθρου 10 του νόμου, το οποίο ρητώς αναφέρεται σε τέλος που δυνατόν να επιβάλει η αρμόδια αρχή και το ύψος του οποίου «είναι ανώτερο των ποσών που προβλέπονται στο Παράρτημα I », δηλαδή πέρα από τα ποσά που περιλαμβάνονται στο εν λόγω Παράρτημα Ι και στα οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα τέλη.
Οι ανωτέρω πρόνοιες του Ν.239(Ι)/2002 είναι σύμφωνες με τις σχετικές πρόνοιες Κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, στις οποίες αμφότεροι οι διάδικοι παραπέμπουν.
Το Κεφάλαιο VI Χρηματοδότηση των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, προβλέπει (για ότι εδώ ενδιαφέρει) τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου):
«Άρθρο 78
Γενικοί κανόνες
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διάθεση επαρκών χρηματοδοτικών πόρων ώστε να έχουν οι αρμόδιες αρχές το προσωπικό και τους λοιπούς πόρους που απαιτούνται για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων.
2. Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση ανάθεσης ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 31.
Άρθρο 79
Υποχρεωτικά τέλη ή επιβαρύνσεις
1. Οι αρμόδιες αρχές εισπράττουν τέλη ή επιβαρύνσεις για τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται σχετικά με τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα IV κεφάλαιο ΙΙ[3] […], είτε:
α) στο επίπεδο του κόστους που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 82 παράγραφος 1· είτε
β) στα ποσά που προβλέπονται στο παράρτημα IV[4].
[…]
Άρθρο 80
Άλλα τέλη ή επιβαρύνσεις
Τα κράτη μέλη μπορούν να εισπράττουν τέλη ή επιβαρύνσεις για την κάλυψη του κόστους των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων εκτός των τελών ή επιβαρύνσεων που αναφέρονται στο άρθρο 79, εκτός αν απαγορεύεται από τις νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους τομείς οι οποίοι διέπονται από τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες.
Άρθρο 81
Δαπάνες
Τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο α) και με το άρθρο 79 παράγραφος 2 καθορίζονται με βάση τις ακόλουθες δαπάνες, εφόσον αυτές απορρέουν από τους σχετικούς επίσημους ελέγχους:
α) τις αποδοχές των υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένου του βοηθητικού και διοικητικού προσωπικού που συμμετέχει στη διενέργεια των επίσημων ελέγχων, την κοινωνική τους ασφάλιση, τις συνταξιοδοτικές και ασφαλιστικές δαπάνες·
β) το κόστος των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών συντήρησης και ασφάλισης και άλλων συνδεδεμένων δαπανών·
γ) το κόστος των αναλώσιμων και των εργαλείων·
δ) τις δαπάνες για υπηρεσίες που χρεώνονται στις αρμόδιες αρχές από εξουσιοδοτημένα όργανα για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων που έχουν ανατεθεί στα εξουσιοδοτημένα αυτά όργανα·
ε) το κόστος της εκπαίδευσης του προσωπικού που αναφέρεται στο στοιχείο α), εξαιρουμένης της απαιτούμενης εκπαίδευσης για να αποκτήσει το προσωπικό τα αναγκαία προσόντα ώστε να προσληφθεί από τις αρμόδιες αρχές·
στ) τα ταξιδιωτικά έξοδα του προσωπικού που αναφέρεται στο στοιχείο α) και τα σχετικά έξοδα διαβίωσης·
ζ) τις δαπάνες δειγματοληψίας και εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμών και διάγνωσης που χρεώνονται από τα επίσημα εργαστήρια για τα εν λόγω καθήκοντα.
Άρθρο 82
Υπολογισμός των τελών ή των επιβαρύνσεων
1. Τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο α) και με το άρθρο 79 παράγραφος 2 καθορίζονται σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες μεθόδους υπολογισμού ή με συνδυασμό των μεθόδων αυτών:
α) σε ένα κατ’ αποκοπή ποσό με βάση τις συνολικές δαπάνες των επίσημων ελέγχων που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, και εφαρμόζονται σε όλους τους υπευθύνους επιχειρήσεων ανεξάρτητα από το εάν έχει διενεργηθεί επίσημος έλεγχος σε κάθε υπεύθυνο επιχείρησης που καλείται να καταβάλει τέλος κατά την περίοδο αναφοράς· κατά τον καθορισμό του ύψους των τελών που επιβάλλονται για κάθε τομέα, δραστηριότητα και κατηγορία υπευθύνων επιχειρήσεων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο που έχουν το είδος και το μέγεθος της δραστηριότητας και οι σχετικοί παράγοντες επικινδυνότητας στην κατανομή των συνολικών δαπανών των εν λόγω επίσημων ελέγχων· ή
β) με βάση τον υπολογισμό των πραγματικών δαπανών κάθε μεμονωμένου επίσημου ελέγχου, και επιβάλλονται στους υπευθύνους επιχειρήσεων που έχουν υποβληθεί σε επίσημο έλεγχο.
[…]
3. Στην περίπτωση που τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται από τις αρμόδιες αρχές δεν υπερβαίνουν τις συνολικές δαπάνες οι οποίες πραγματοποιούνται για τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται κατά τη χρονική περίοδο η οποία αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο.
4. Όταν τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β), δεν υπερβαίνουν την πραγματική δαπάνη του διενεργηθέντος επίσημου ελέγχου.».
Σε συμφωνία με την ευπαίδευτη δικηγόρο των καθ’ ων η αίτηση, καταλήγω ότι τα επίδικα τέλη για την κάλυψη του αυξημένου κόστους των καθ’ ων η αίτηση, καλύπτονται από τα άρθρα 78 και 80 του Κανονισμού και όχι τα άρθρα 79, 81 και 82, ως η θέση της αιτήτριας.
Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 89 του προοιμίου του Κανονισμού, «η εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα μέσω επίσημων ελέγχων είναι θεμελιώδους σημασίας για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επίτευξη των στόχων της νομοθεσίας αυτής σε ολόκληρη την Ένωση». Προς τον σκοπό αυτό, βάσει και των αιτιολογικών σκέψεων 65 και 66 του προοιμίου του Κανονισμού:
«(65) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι διατίθενται πάντα επαρκείς χρηματικοί πόροι για να στελεχωθούν και να εξοπλιστούν κατάλληλα οι αρμόδιες αρχές που διενεργούν επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες. Αν και οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των δραστηριοτήτων τους με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα, το σύστημα των ιδίων ελέγχων που θεσπίζουν για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να συμπληρώνεται από ένα ειδικό σύστημα επίσημων ελέγχων που συντηρείται από κάθε κράτος μέλος για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα. Ένα τέτοιο σύστημα είναι από τη φύση του πολύπλοκο και απαιτεί πολλούς πόρους και θα πρέπει να διαθέτει σταθερή εισροή πόρων για τους επίσημους ελέγχους σε ένα επίπεδο που θα ανταποκρίνεται ανά πάσα στιγμή στις ανάγκες επιβολής. Για να περιοριστεί η εξάρτηση του συστήματος επίσημων ελέγχων από τα δημόσια οικονομικά, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εισπράττουν τέλη ή επιβαρύνσεις για να καλύψουν τις δαπάνες που τις βαρύνουν όταν διενεργούν επίσημους ελέγχους σε ορισμένους υπευθύνους επιχειρήσεων και για ορισμένες δραστηριότητες για τις οποίες η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα απαιτεί καταχώριση ή έγκριση σύμφωνα με τους κανόνες για την υγιεινή των τροφίμων και των ζωοτροφών ή τους κανόνες που διέπουν την υγεία των φυτών. Τέλη ή επιβαρύνσεις θα πρέπει επίσης να καταβάλλουν οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων για την αντιστάθμιση των δαπανών των επίσημων ελέγχων που διενεργούνται με σκοπό την έκδοση επίσημου πιστοποιητικού ή βεβαίωσης και των δαπανών των επίσημων ελέγχων που διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου.
(66) Τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις θα πρέπει να καλύπτουν, χωρίς να υπερβαίνουν, τις δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των γενικών εξόδων, που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων. Τα γενικά έξοδα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τις δαπάνες για τη στήριξη και την οργάνωση που απαιτούνται για τον σχεδιασμό και τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων. Οι δαπάνες αυτές θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση κάθε επιμέρους επίσημο έλεγχο ή με βάση όλους τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Στην περίπτωση που τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις εφαρμόζονται με βάση το πραγματικό κόστος των επιμέρους επίσημων ελέγχων, στους υπευθύνους επιχειρήσεων με καλό ιστορικό συμμόρφωσης θα πρέπει να επιβάλλονται χαμηλότερες συνολικές επιβαρύνσεις σε σχέση με τους μη συμμορφούμενους υπευθύνους επιχειρήσεων, καθώς θα πρέπει να υποβάλλονται με μικρότερη συχνότητα σε επίσημους ελέγχους. Για να προαχθεί η συμμόρφωση όλων των υπευθύνων επιχειρήσεων με τη νομοθεσία της Ένωσης, ανεξάρτητα από τη μέθοδο (με βάση τις πραγματικές δαπάνες ή ένα εφάπαξ ποσό) που θα επιλέξει κάθε κράτος μέλος για τον υπολογισμό των τελών ή των επιβαρύνσεων, όταν τα εν λόγω τέλη ή επιβαρύνσεις υπολογίζονται με βάση τις συνολικές δαπάνες που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές για μια δεδομένη χρονική περίοδο και οι οποίες επιβαρύνουν όλους τους υπευθύνους επιχειρήσεων ανεξάρτητα από το αν υποβλήθηκαν ή όχι σε επίσημο έλεγχο κατά την περίοδο αναφοράς, τα εν λόγω τέλη ή επιβαρύνσεις θα πρέπει να υπολογίζονται με τέτοιον τρόπο ώστε να επιβραβεύουν τους υπευθύνους επιχειρήσεων που εμφανίζουν σταθερά καλό ιστορικό συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα».
Για την εξασφάλιση επαρκών χρηματικών πόρων των αρμοδίων αρχών που διενεργούν επίσημους ελέγχους στα κράτη μέλη, ο Κανονισμός ρητώς ορίζει στο άρθρο 79 τους ελέγχους για τη διενέργεια των οποίων οι αρμόδιες αρχές έχουν υποχρέωση να εισπράττουν τέλη ή επιβαρύνσεις και σε αυτούς εντάσσονται οι επίσημοι έλεγχοι σε σφαγεία. Τα εν λόγω τέλη ή επιβαρύνσεις εισπράττονται είτε βάσει του κόστους διενέργειας των ελέγχων, το οποίο υπολογίζεται βάσει του άρθρου 82, είτε βάσει των ποσών που προβλέπονται στο Παράρτημα IV.
Όπως προκύπτει από τον Ν.239(Ι)/2002, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει επιλέξει την επιβολή των εν λόγω υποχρεωτικών τελών σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο (β), ήτοι στα ποσά που προβλέπονται στο Παράρτημα IV του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, τα οποία αντιστοιχούν στα ποσά της παραγράφου (2) του Κεφαλαίου Ι του Παραρτήματος Ι του Ν.239(Ι)/2002.
Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής οι διάδικοι, προς περιγραφή των εν λόγω τελών (η επιβολή των οποίων επαναλαμβάνεται δεν αμφισβητείται), χρησιμοποιούν τον όρο «κατ’ αποκοπή» ποσά ή τέλη, πλην όμως θα πρέπει, για σκοπούς σαφήνειας, να διευκρινιστεί ότι η εν λόγω ορολογία δεν αναφέρεται στο κατ’ αποκοπή ποσό του άρθρου 82(1)(α), το οποίο δεν εφαρμόζεται εφόσον αυτό αναφέρεται στα τέλη ή τις επιβαρύνσεις που εισπράττονται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο (α).
Τα επίδικα εν προκειμένω τέλη για την κάλυψη αυξημένου κόστους, εντάσσονται στις πρόνοιες του άρθρου 80 του Κανονισμού και στη διακριτική ευχέρεια που επαφίεται στα κράτη μέλη να εισπράττουν, εκτός των υποχρεωτικών τελών και επιβαρύνσεων του άρθρου 79, τέλη ή επιβαρύνσεις για την κάλυψη του κόστους των επίσημων ελέγχων. Τα εν λόγω τέλη είναι επιπρόσθετα από τα ποσά που προβλέπονται στο Παράρτημα IV του Κανονισμού και την παράγραφο (2) του Κεφαλαίου Ι του Παραρτήματος Ι του Ν.239(Ι)/2002 και επιβάλλονται εφόσον σε μία συγκεκριμένη περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5(α) του Κεφαλαίου Ι του Παραρτήματος Ι του Ν.239(Ι)/2002. Η δε αναφορά στο τέλος της εν λόγω παραγράφου ότι «το ύψος των προσαυξήσεων του βασικού επιπέδου του τέλους εξαρτάται από το ύψος του κόστους που πρέπει να καλυφθεί», προφανώς αναφέρεται στο αυξημένο κόστος του ελέγχου, το οποίο είναι ανεξάρτητο από το ποσό που υποχρεωτικά εισπράττεται βάσει της παραγράφου (2) του Κεφαλαίου Ι του Παραρτήματος Ι του Ν.239(Ι)/2002.
Ως εκ των ανωτέρω, η θέση της αιτήτριας ότι οι καθ’ ων η αίτηση νομιμοποιούνται στην επιβολή τελών για αυξημένα έξοδα μόνο εάν τα τέλη που εισπράττονται με τα τέλη για επίσημους ελέγχους (της παραγράφου (2) του Κεφαλαίου Ι του Παραρτήματος Ι του Ν.239(Ι)/2002), συνολικά, δεν υπερβαίνουν τα πραγματικά έξοδα των καθ’ ων η αίτηση, απορρίπτεται.
Αξιολογώντας ακολούθως τη μεθοδολογία που οι καθ’ ων η αίτηση ακολουθούν για τον προσδιορισμό και την επιβολή των εν λόγω τελών για αυξημένο κόστος, γενικώς αλλά και των επίδικων συγκεκριμένα, καταλήγω στα ακόλουθα:
Είναι κοινώς αποδεκτό μεταξύ των διαδίκων, αφενός, ότι η δυνατότητα επιβολής τελών για την κάλυψη αυξημένου κόστους ενεργοποιείται εφόσον πληρούται κάποια εκ των προϋποθέσεων της παραγράφου 5(α) του Κεφαλαίου Ι του Παραρτήματος Ι του Ν.239(Ι)/2002 και, αφετέρου, ότι, από τις εν λόγω προϋποθέσεις, προδήλως συνάγεται ότι η ύπαρξη αυξημένου κόστους θα πρέπει να οφείλεται σε υπαιτιότητα του επιθεωρούμενου σφαγείου.
Τούτου δοθέντος, αποδέχομαι τη θέση της αιτήτριας ότι η σφαγή λιγότερων ζώων ανά ώρα από τη δυναμικότητα της γραμμής σφαγής (βάσει των όρων της άδειας λειτουργίας του σφαγείου), δεν συνιστά αφεαυτής προϋπόθεση για την επιβολή αυξημένων τελών. Θα πρέπει, καταλήγω, σε κάθε περίπτωση να προκύπτει και να αιτιολογείται ότι το εν λόγω γεγονός, ήτοι η σφαγή λιγότερων ζώων ανά ώρα, οφείλεται στη συνδρομή κάποιας εκ των προϋποθέσεων της παραγράφου 5(α) και ως εκ τούτου σε υπαιτιότητα της αιτήτριας.
Η χρησιμοποίηση συγκεκριμένων εντύπων, προς το σκοπό απλοποίησης και κωδικοποίησης του τρόπου καταγραφής και επιβολής των τελών αυξημένου κόστους, είναι, καταρχάς, αποδεκτή, πλην όμως τα εν λόγω έντυπα θα πρέπει να είναι δεόντως συμπληρωμένα ώστε να προκύπτει με σαφήνεια ο λόγος της επιβολής αυξημένων τελών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο για σκοπούς ενημέρωσης του επηρεαζόμενου σφαγείου όσο και για να καθίσταται εφικτός ο αναθεωρητικός έλεγχος από το Δικαστήριο.
Σε σχέση με τις προσβαλλόμενες με την παρούσα προσφυγή διοικητικές πράξεις, διαπιστώνω ότι οι προκαθορισμένες πληροφορίες του εντύπου που χρησιμοποιήθηκε περιορίζονται στην αυτολεξεί μεταφορά των προϋποθέσεων του άρθρου 5(α), με δυνατότητα σημείωσης με την ένδειξη «ν» στο κατάλληλο πεδίο ώστε να προσδιοριστεί η προϋπόθεση που κατά τον συγκεκριμένο έλεγχο διαπιστώνεται ότι πληρούται.
Η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των καθ’ ων η αίτηση ότι στο έντυπο καταγράφεται επακριβώς ο λόγος επιβολής των επίδικων τελών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και επιπλέον ότι σε κάθε έντυπο επισυνάπτεται πρόσθετη αιτιολογία, δεν με βρίσκει σύμφωνη.
Από τις συνολικά 36 προσβαλλόμενες πράξεις, σαφής και επαρκής αιτιολογία παρέχεται μόνο για τις 2 εξ αυτών, ήτοι σε σχέση με διαπιστωθείσες καθυστερήσεις στους ελέγχους της 11.01.2022 (Π2 και Π23 στην προσφυγή) λόγω τεχνικών ανεπαρκειών και βλαβών, οι οποίες με χειρόγραφη σημείωση επί των σχετικών εντύπων προσδιορίζονται σε βλάβη του «computer του σφαγείου».
Σε σχέση με τα τέλη που επιβλήθηκαν στην αιτήτρια για υψηλότερο κόστος επιθεώρησης εντός του ωραρίου της Δημόσιας Υπηρεσίας, στα σχετικά έντυπα για τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στις ημερομηνίες 10.01.2022, 12.01.2022, 13.01.2022, 14.01.2022, 17.01.2022, 18.01.2022, 20.01.2022, 21.01.2022, 25.01.2022, 09.02.2022 (Π1, Π3 – Π10 και Π19 στην προσφυγή), σημειώνεται απλώς η ένδειξη «ν» στο πεδίο «(iii) συχνή καθυστέρηση της διαδικασίας σφαγής, για παράδειγμα λόγω ανεπαρκούς προσωπικού σφαγείων, που έχει ως συνέπεια τη μειωμένη απασχόληση του προσωπικού επιθεώρησης». Ελλείψει οποιασδήποτε άλλης σημείωσης ή επεξήγησης, δεν μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα κατά πόσον τις συγκεκριμένες ημερομηνίες η καθυστέρηση οφείλεται στο παράδειγμα που ο νομοθέτης χρησιμοποίησε, ήτοι σε ανεπαρκές προσωπικό της αιτήτριας ή αν η μειωμένη απασχόληση του προσωπικού επιθεώρησης οφείλεται σε οποιονδήποτε άλλο λόγο. Για τους δε ελέγχους των ημερομηνιών 26.01.2022, 27.01.2022, 28.01.2022, 31.01.2022, 01.02.2022, 02.02.2022, 03.02.2022, 07.02.2022, 10.02.2022, 11.02.2022 και 14.02.2022 (Π11-Π13, Π14a, Π14b, Π15a, Π15b, Π16 – Π18, Π20 – Π22 στην προσφυγή), ουδεμία ένδειξη σημειώνεται, ούτε καταγράφεται οποιαδήποτε αιτιολογία και η επιβολή των επίδικων τελών ανεπίτρεπτα βασίστηκε μόνο στη δυναμικότητα της γραμμής σφαγής του σφαγείου της αιτήτριας.
Τις ίδιες πλημμέλειες διαπιστώνω και για τα τέλη που επιβλήθηκαν στην αιτήτρια για υψηλότερο κόστος επιθεώρησης εκτός του ωραρίου της Δημόσιας Υπηρεσίας για υπερωριακή απασχόληση για καθημερινές, εφόσον στα σχετικά έντυπα για τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στις 12.01.2022, 17.01.2022, 22.01.2022 (Π24 – Π25 στην προσφυγή) επίσης σημειώνεται απλώς η ένδειξη «ν» στο πεδίο «(iii) συχνή καθυστέρηση της διαδικασίας σφαγής, για παράδειγμα λόγω ανεπαρκούς προσωπικού σφαγείων, που έχει ως συνέπεια τη μειωμένη απασχόληση του προσωπικού επιθεώρησης», χωρίς οποιαδήποτε άλλη σημείωση ή επεξήγηση, ενώ για τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στις 03.02.2022, 07.02.2022, 10.02.2022 (Π27 – Π29 στην προσφυγή) ουδεμία ένδειξη σημειώνεται, ούτε καταγράφεται οποιαδήποτε αιτιολογία και η επιβολή των επίδικων τελών ανεπίτρεπτα βασίστηκε μόνο στη δυναμικότητα της γραμμής σφαγής του σφαγείου της αιτήτριας. Σε σχέση δε με τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στις 11.02.2022 και 14.02.2022 (Π30 – Π32 στην προσφυγή), η επιβάρυνση αιτιολογείται μεν λόγω απώλειας χρόνου συνεπεία αλλαγής του ωραρίου των σφαγών, πλην όμως ουδεμία άλλη πληροφορία καταγράφεται ώστε να διαφανεί κατά πόσον η αλλαγή προέκυψε χωρίς προηγουμένως να δοθεί εύλογη προειδοποίηση εκ μέρους της αιτήτριας. Το ίδιο ισχύει και για τα επιβληθέντα τέλη για την ακύρωση υπερωριακής απασχόλησης την 08.02.2022 (Π33 στην προσφυγή), για τα οποία το πραγματικό κόστος των καθ’ ων η αίτηση, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδεικνύεται με συγκεκριμένα στοιχεία του φακέλου.
Παρά την έγερση εκ μέρους της αιτήτριας συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας και σαφούς αιτιολογίας των προσβαλλομένων πράξεων, εντούτοις οι καθ’ ων η αίτηση, στο πλαίσιο της παρούσα προσφυγής, παρέλειψαν να παραπέμψουν σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο του διοικητικού φακέλου από το οποίο η δοθείσα αιτιολογία για κάθε μία επιβολή θα μπορούσε να συμπληρωθεί.
Επισημαίνεται δε ότι, σε σχέση με τα τέλη που επιβλήθηκαν την 17.02.2022 για υπερωριακή απασχόληση στις 16.02.2022 (Π34 στην προσφυγή), η ευπαίδευτη δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκε κατά την ακρόαση την ακύρωση την προσβαλλόμενης πράξης λόγω πλάνης και εσφαλμένου υπολογισμού του ύψους των επιβληθέντων τελών.
Βάσει των ανωτέρω, εξαιρέσει των επιβληθέντων τελών σε σχέση με τους ελέγχους της 11.01.2022 (Π2 και Π23 στην προσφυγή), οι λοιπές προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις ακυρώνονται λόγω έλλειψης δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας εφόσον δεν παρέχονται τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας τους.
Αναφορικώς με το ύψος των επιβληθέντων τελών σε σχέση με τους ελέγχους της 11.01.2022 (Π2 και Π23 στην προσφυγή), η συνδρομή των προϋποθέσεων για την επιβολή των οποίων έχει δεόντως αιτιολογηθεί από τους καθ’ ων η αίτηση, καταλήγω στα ακόλουθα:
Το ύψος των τελών καθορίστηκε αρχικώς με την Κ.Δ.Π.512/2021, η οποία προέβλεψε για την επιβολή σταθερού τέλους ανά ώρα για την κάλυψη του αυξημένου κόστους διενέργειας των επίσημων ελέγχων στα σφαγεία οπληφόρων ζώων σε 3 περιπτώσεις, ήτοι εντός του ωραρίου της Δημόσιας Υπηρεσίας, εκτός του ωραρίου της Δημόσιας Υπηρεσίας και κατά τις αργίες. Με την Κ.Δ.Π. 556/2021, τα εν λόγω τέλη τροποποιήθηκαν ώστε για τις εν λόγω 3 περιπτώσεις προβλέπονται, αντιστοίχως, τα ακόλουθα:
«Η χρέωση να γίνεται αναλόγως του εκάστοτε αριθμού του προσωπικού των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών που προβαίνει στους επίσημους ελέγχους, τη μισθολογική κλίμακα του προσωπικού και τις εργατοώρες που δαπανήθηκαν, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Αρμόδιας Επιτροπής Καθορισμού και Αναθεώρησης Τελών και Δικαιωμάτων του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας. Στο συνολικό κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών που προβαίνει στους επίσημους ελέγχους θα προστίθεται ενιαίος συντελεστής πρόσθετης χρέωσης 15% για κάλυψη του σχεδίου σύνταξης.
Η χρέωση να γίνεται αναλόγως του εκάστοτε αριθμού του προσωπικού των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών που προβαίνει στους επίσημους ελέγχους, τη μισθολογική κλίμακα του προσωπικού λαμβάνοντας υπόψη την υπερωριακή αμοιβή τις καθημερινές και τις εργατοώρες που δαπανήθηκαν, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Αρμόδιας Επιτροπής Καθορισμού και Αναθεώρησης Τελών και Δικαιωμάτων του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας. Στο συνολικό κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών που προβαίνει στους επίσημους ελέγχους θα προστίθεται ενιαίος συντελεστής πρόσθετης χρέωσης 10% για κάλυψη των οδοιπορικών. Σε περίπτωση που οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται από προσωπικό συμβεβλημένο με τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων στα σφαγεία οπληφόρων ζώων θα λαμβάνεται υπόψη ο εκάστοτε αριθμός του προσωπικού, το μισθολόγιό του ανά ώρα και οι εργατοώρες που δαπανήθηκαν.
Η χρέωση να γίνεται αναλόγως του εκάστοτε αριθμού του προσωπικού των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών που προβαίνει στους επίσημους ελέγχους, τη μισθολογική κλίμακα του προσωπικού λαμβάνοντας υπόψη την υπερωριακή αμοιβή κατά τις αργίες και τις εργατοώρες που δαπανήθηκαν, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Αρμόδιας Επιτροπής Καθορισμού και Αναθεώρησης Τελών και Δικαιωμάτων του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας. Στο συνολικό κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών που προβαίνει στους επίσημους ελέγχους, θα προστίθεται ενιαίος συντελεστής πρόσθετης χρέωσης 10% για κάλυψη των οδοιπορικών. Σε περίπτωση που οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται από προσωπικό συμβεβλημένο με τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στα σφαγεία οπληφόρων ζώων θα λαμβάνεται υπόψη ο εκάστοτε αριθμός του προσωπικού, το μισθολόγιό του ανά ώρα και οι εργατοώρες που δαπανήθηκαν».
Η αιτήτρια δεν αμφισβητεί με τη δέουσα δικογράφηση το κύρος της Κ.Δ.Π. 556/2021. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί σε σχέση τόσο με την προσθήκη στο συνολικό κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών που προβαίνει στους επίσημους ελέγχους του ενιαίου συντελεστή πρόσθετης χρέωσης 15% για κάλυψη του σχεδίου σύνταξης, όσο και του ενιαίου συντελεστή πρόσθετης χρέωσης 10% για κάλυψη των οδοιπορικών, απορρίπτονται.
Ο προσδιορισμός, προφανώς για πρακτικούς λόγους, της μισθολογικής κλίμακας του προσωπικού που προβαίνει στους επίσημους ελέγχους ώστε να επιβάλλεται η ανάλογη χρέωση βάσει του μέσου κόστους της κλίμακας Α9-Α11-Α12 για τους Κτηνιατρικούς Λειτουργούς και της κλίμακας Α2-Α5-Α7+2 για τους Κτηνιατρικούς Επιθεωρητές, καταλήγω ότι είναι εύλογος, λαμβανομένης υπόψη της συχνότητας των διενεργούμενων ελέγχων αλλά και του αριθμού των λειτουργών που πραγματοποιούν τους ελέγχους. Εν πάση δε περιπτώσει, θεωρώ ότι η εν λόγω μέθοδος είναι προς όφελος και την ίδιας της αιτήτριας εφόσον δεν επιβαρύνεται με υψηλότερο κόστος τυχόν υψηλότερης μισθοδοτικής κλίμακας των λειτουργών οι οποίοι πραγματοποιούν ελέγχους στο δικό της σφαγείο.
Σε σχέση, όμως, με το κόστος που επιβλήθηκε στην αιτήτρια συγκεκριμένα για τους ελέγχους της 11.01.2022 (Π2 και Π23 στην προσφυγή), ο δικαστικός έλεγχος δεν είναι εφικτός εφόσον οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να παραπέμψουν σε συγκεκριμένα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, από τα οποία να μπορεί να διαπιστωθεί ο αριθμός του προσωπικού που απασχολήθηκε και οι εργατοώρες που δαπανήθηκαν για κάθε ένα έλεγχο για τον οποίο επιβλήθηκαν τα επίδικα τέλη.
Οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται στη γραπτή τους αγόρευση ότι, αφενός, τηρούν αρχείο παρουσιών και του προγράμματος του σφαγείου στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που οδηγούν στην επιβολή των αυξημένων τελών και, αφετέρου, ότι η επαγγελματική ιδιότητα των υπαλλήλων που εργάστηκαν στο σφαγείο της αιτήτριας, οι ώρες για τις οποίες επιβλήθηκαν τα τέλη και ο σκοπός που αυτά επιβλήθηκαν, προκύπτουν ευθέως από το ίδιο το σώμα των προσβαλλομένων πράξεων και περαιτέρω συμπληρώνονται από το περιεχόμενο των σχετικών διοικητικών φακέλων. Εντούτοις, παρέλειψαν, έστω κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατά την οποία προσκομίστηκε ο διοικητικός φάκελος, να παραπέμψουν σε συγκεκριμένα στοιχεία για κάθε μία από τις προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις με αποτέλεσμα ο δικαστικός έλεγχος να μην είναι εφικτός.
Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι και οι διοικητικές πράξεις σε σχέση με τους ελέγχους της 11.01.2022 (Π2 και Π23 στην προσφυγή) θα πρέπει να ακυρωθούν λόγω έλλειψης αιτιολογίας ως προς το ύψος, όμως, των επιβληθέντων τελών.
Στην απόφαση K. A. Preston v Υπουργείου Εσωτερικών, ΕΔΔ υπ’ αρ. 189/19, ημερ. 10.12.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε πάγια νομολογία, επεσήμανε τα ακόλουθα:
«Παρά την ορθή καταγραφή των αρχών, θεωρούμε ότι στη συνέχεια έχει παρεισφρήσει σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην αξιολόγηση των δεδομένων της υπό κρίση περίπτωσης. Δεν ήταν καθήκον του ιδίου του Δικαστηρίου να εντοπίσει κάποια διάσπαρτα στοιχεία του φακέλου για να αιτιολογήσει το ίδιο την απέλαση. Ήταν εκ του Νόμου καθήκον της διοίκησης να λάβει υπόψη και να εφαρμόσει τα κριτήρια που θέτει ο ίδιος ο Νόμος και ιδιαίτερα το άρθρο 30 ανωτέρω, (όπου σαφώς τίθενται συγκεκριμένα κριτήρια βλ. πιο πάνω, αρθρ.30(1)). Έχοντας δε αυτά υπόψη, να αξιολογήσει την κρινόμενη περίπτωση δίδοντας συναφή αιτιολογία της κρίσης της διοίκησης. Αφ΄ης στιγμής τα κριτήρια τα θέτει ο ίδιος ο Νόμος, είναι υποχρέωση της διοίκησης να τα εξετάσει προβαίνοντας σε δέουσα έρευνα κατά πρώτον και κατά δεύτερον να τα εντάξει στην επίδικη απόφαση, αιτιολογώντας την κρίση της. Πολλώ δε μάλλον που η αρχή της αναλογικότητας τίθεται στο ίδιο το κείμενο του σχετικού άρθρου 29.
Στη Τσίγκης ν. Δημοκρατίας (2001)3Α ΑΑΔ 418, 420-423 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Όσον αφορά την πρωτόδικη απόφαση, δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε πως ο πρωτόδικος Δικαστής, ενώ έκρινε ότι ορθά η διοίκηση αποφάσισε ότι ο αιτητής πράγματι διέμενε και είχε τη μόνιμη κατοικία του στις ελεύθερες περιοχές κατά το χρόνο της εισβολής, εντούτοις δεν ασχολήθηκε καθόλου με το άλλο σκέλος της σχετικής νομικής πρόνοιας, δηλαδή με το κατά πόσο κατά το χρόνο της εισβολής το σπίτι του ή/και η περιουσία του ήταν στα κατεχόμενα, ούτως ώστε να αποφανθεί αν ικανοποιείτο ή όχι και το σκέλος αυτό της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου.
Αναφορικά με το θέμα της αιτιολογίας, σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας στη Φράγκου ν. Δημοκρατία (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, εκτενές απόσπασμα από την οποία παραθέτουμε:
«Αιτιολογία μιας διοικητικής πράξεως αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της καθώς και παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια. Η ανάγκη της αιτιολογίας των ατομικών διοικητικών πράξεων απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου. Εκ της φύσεως τους αιτιολογητέες είναι όλες οι πράξεις των οποίων ο έλεγχος είναι αδύνατος ή ατελής χωρίς την αναφορά των λόγων που τις στηρίζουν. Γενικά, αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης (Βλ. Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 298, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (1994) 3 Α.Α.Δ. 574 και Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 3η Έκδοση, 1992, παρα. 636, 646 και 647.)
Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότης να αντιληφθή επί τη βάσει ποιών στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό (Βλ. Ιωάννη Σαρμά, Η Συνταγματική και Διοικητική Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σελ. 130).
Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη ή όχι εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της (βλ. Πισσάς ν. Δημοκρατίας (1974) 3 Α.Α.Δ. 476).
Η αιτιολογία δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση και δεν πρέπει να επαναλαμβάνει τις διατάξεις του Νόμου. Η επανάληψη των γενικών όρων του Νόμου ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία. Καθιστά αναιτιολόγητον την πράξιν αιτιολογία αόριστος καθιστώσα αδύνατον τον δικαστικόν αυτής έλεγχον, μη εκθέτουσα τα γεγονότα, εξ ών εμορφώθη, η κρίσις της Διοικήσεως, ή δυναμένη να εφαρμοσθή εις πάσαν περίπτωσην (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατίας, 1929-1959, σελ. 186-87, Πιπερίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 134, 141 και Κυριακίδης (πιο πάνω)).»
Περαιτέρω, παραπέμπουμε στην απόφαση της Ολομέλειας στη Συμεωνίδου κ.ά. ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1997) 3Α.Α.Δ. 145, αναφορικά με συμπλήρωση της αιτιολογίας από τα στοιχεία του φακέλου:
«Και πρέπει να τονίσουμε εδώ πως η παραπομπή στα στοιχεία του φακέλου, ως συμπληρωματικών της αιτιολογίας, δεν αποτελεί πανάκεια. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα όταν τα στοιχεία αυτά είναι σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένα με τη ληφθείσα απόφαση έτσι που να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω της. Αν δηλαδή καταδεικνύουν αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση. (Βλ. Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 185). Επίσης δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η πρωτογενής αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου "για να κρίνει αν η απόφαση του διοικητικού οργάνου ήταν, παρά την αόριστη ή ελλιπή αιτιολογία λογικά εφικτή". (Βλ. την απόφαση της Ολομέλειας Ι.Γ. Μακρή Κτηματική Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1994) 3 Α.Α.Δ. 56)"
Τέλος, άμεσα σχετική με την παρούσα περίπτωση είναι και η Φιλιππίδης ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Υπ. 711/96, 27.4.97, όπου για την αιτιολογία σε παρόμοιο επίδικο θέμα λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη ή όχι εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της (βλ. Πισσάς ν. Δημοκρατίας (1974) 3 Α.Α.Δ. 476). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω 11 κύρια κριτήρια που έχουν τεθεί από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου θεωρώ ότι η αιτιολογία απόφασης που λαμβάνεται στα πλαίσια της εφαρμογής της σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου πρέπει να ικανοποιεί τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
(α) Η αναφορά στα 11 κριτήρια πρέπει να καταλαμβάνει δεσπόζουσα θέση στην αιτιολογία.
(β) Η αιτιολογία πρέπει να συνδέεται άμεσα και με τρόπο σαφή με τα 11 κριτήρια. Πρέπει να υποδεικνύει ποιές είναι οι απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτουν τα κριτήρια και ποιές από τις απαντήσεις συνηγορούν υπέρ της απόρριψης ή της έγκρισης του αιτήματος. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα καταστεί εφικτός και δυνατός ο δικαστικός έλεγχος.»
Ομοίως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει γίνει καν αναφορά στα κριτήρια, από τη Διοίκηση, τα οποία έπρεπε να έχουν «δεσπόζουσα θέση στην αιτιολογία», σύμφωνα με τα ως άνω νομολογηθέντα. Συνεπώς, συνιστά σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφενός να θεωρήσει αιτιολογημένη την απόφαση στην οποία απουσιάζει παντελώς η κρίση επί των κριτηρίων του Νόμου και αφετέρου στο να συλλέξει το ίδιο στοιχεία τα οποία συσχέτισε με τα κριτήρια του άρθρου 30. Επαναλαμβάνουμε πως η χρήση διάσπαρτων στοιχείων από το διοικητικό φάκελο δεν είναι πανάκεια, όπως χαρακτηριστικά ελέχθη στη Συμεωνίδου, (ανωτέρω).».
Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει και οι προσβαλλόμενες πράξεις ακυρώνονται.
Υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση επιδικάζονται έξοδα €2.200, πλέον ΦΠΑ.
Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.
[1] Κανονισμός (EE) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (EE) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
[2] Ο περί Υγιεινής Παραγωγής Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης και Διάθεσής τους στην Αγορά καθώς και για άλλα Συναφή Θέματα Νόμος του 2003.
[3] Σημ. Τέλη ή επιβαρύνσεις για τους επίσημους ελέγχους σε σφαγεία, σε εργαστήρια τεμαχισμού, σε εργαστήρια επεξεργασίας, στη γαλακτοπαραγωγή και κατά την παραγωγή και διάθεση στην αγορά προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας.
[4] Σημ. Αντιστοιχούν στα ποσά της παραγράφου (2) του Κεφαλαίου Ι του Παραρτήματος Ι του Ν.239(Ι)/2002.