ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ.

727/2015 και 831/2015

 

31 Δεκεμβρίου, 2024

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με τα Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

(Υπόθεση αρ. 727/2015)

Μεταξύ:

CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD

Αιτήτρια,

ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Καθ’ ης η αίτηση.

------------

(Υπόθεση αρ. 831/2015)

Μεταξύ:

DAIMLER A.G.

Αιτήτρια,

ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Καθ’ ης η αίτηση.

------------

Ρ. Πασιουρτίδη (κα) και Φ. Χριστοφίδης, για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια στην 727/2015.

 

Π. Πολυβίου, Γ. Μούντης, Γ. Μίτλετον, Μ. Αντωνίου (κα) και Α. Ευσταθίου, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. και Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια στην 831/2015.

 

Δ. Καλλή (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την καθ’ ης η αίτηση.

 

Μ. Κυριακίδης, Α. Παπαευσταθίου (κα) και Α. Χαραλάμπους (κα), για Μιχάλης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τα ενδιαφερόμενα μέρη.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Με τις παρούσες προσφυγές, οι οποίες συνεκδικάζονται κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, οι αιτήτριες προσβάλλουν την απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 23.04.2015[1], με την οποία ομόφωνα κρίθηκε ότι οι αιτήτριες παραβίασαν το άρθρο 3(1) του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου (Ν.13(Ι)/2008, εφεξής ο «Νόμος») και το άρθρο 101(1) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΣΛΕΕ») και τους επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο, ύψους €700.000 για την αιτήτρια στην προσφυγή υπ’ αρ. 727/2015 (εφεξής η «CIC») και €20.000.000 για την αιτήτρια στην προσφυγή υπ’ αρ. 831/2015 (εφεξής η «Daimler»), καθώς επίσης και η υποχρέωση άμεσης παύσης της διαπιστωθείσας παράλειψης και αποφυγής επανάληψής της στο μέλλον.  

 

Ι. Γεγονότα:

 

Τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα, ιδιαίτερα ως προς τους λόγους ακύρωσης που εγείρουν οι αιτήτριες, καταγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτουν από τους διοικητικούς φακέλους της υπόθεσης∙ συνοπτικά δε έχουν ως ακολούθως:

 

Στις 13.04.2011, τα Ε/Μ Chr. Kapodistrias & Sons Ltd (εφεξής «Kapodistrias») και Kyros Auto Services Ltd (εφεξής «Kyros»), υπέβαλαν στην καθ’ ης η αίτηση καταγγελία εναντίον της Daimler και της CIC, αναφορικώς με πιθανολογούμενες παραβάσεις των άρθρων 3(1)(α), (β), (γ) και (δ) και 6(1)(α), (β), (γ) και 6(2) του Νόμου, ως ίσχυε τότε, και των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ.  Σύμφωνα με την καταγγελία, μετά την εφαρμογή του συστήματος επιλεκτικής διανομής από την Daimler στα ανταλλακτικά που διαθέτει, τα Ε/Μ, εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην εισαγωγή, αγορά, προμήθεια και μεταπώληση ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes-Benz, τα οποία προμηθεύονται μέσω ανεξάρτητων εμπόρων και προμηθευτών του εξωτερικού, δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να τα αγοράσουν και να τα εισάγουν στην Κύπρο, καθότι η CIC, αποτελεί πλέον τον μοναδικό εισαγωγέα/ διανομέα/ προμηθευτή στην κυπριακή αγορά.

 

Η καθ’ ης η αίτηση εξέτασε την καταγγελία στη συνεδρία της ημερομηνίας 19.04.2011 και διαπίστωσε ότι οι πληροφορίες και τα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν ήταν ικανοποιητικά, ώστε να δικαιολογούν τη διερεύνηση της καταγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Νόμου και αποφάσισε όπως αποστείλει σχετική επιστολή στα Ε/Μ για την υποβολή διευκρινίσεων.

 

Τα Ε/Μ υπέβαλαν στις 05.05.2011 συμπληρωματικά στοιχεία και η καθ’ ης η αίτηση αποφάσισε στις 13.05.2011 ότι, με βάση τα ενώπιον της στοιχεία, δικαιολογείται η διερεύνηση της καταγγελίας.  Προς τούτο έδωσε οδηγίες στην Υπηρεσία της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (εφεξής η «Υπηρεσία»), για διερεύνηση της καταγγελίας.  Η Υπηρεσία ετοίμασε σχετικό σημείωμα, το οποίο η καθ’ ης η αίτηση εξέτασε στις 20.05.2011 και αποφάσισε τη διεξαγωγή προκαταρκτικής έρευνας για πιθανολογούμενη παράβαση των άρθρων 101 και 102 της ΣΛΕΕ, κοινοποιώντας παράλληλα την καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στις Αρχές Ανταγωνισμού των κρατών μελών της Ε.Ε., ως η υποχρέωσή της σύμφωνα με το άρθρο 11(3) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003[2].  

 

Στις 05.01.2012, η καθ’ ης η αίτηση, υπό τη σύνθεση της σύμφωνα με το διορισμό της από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 20.12.2011, μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Exxon Mobil Cyprus Ltd κ.ά. ν Ε.Π.Α. (2011) 3 ΑΑΔ 449, αποφάσισε όπως ανακαλέσει όλες τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί σε σχέση με την υπόθεση και αφού έλαβε υπόψη το ενώπιόν της υλικό, αποφάσισε όπως δώσει οδηγίες στην Υπηρεσία για την εξ υπαρχής διεξαγωγή σχετικής έρευνας.  Η Υπηρεσία ετοίμασε εκ νέου σημείωμα, το οποίο μελετήθηκε στις 26.01.2012 από την καθ’ ης η αίτηση, η οποία αποφάσισε την κοινοποίηση της υπό αναφορά καταγγελίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στις Αρχές Ανταγωνισμού των κρατών μελών. 

 

Στις 25.06.2013, η καθ’ ης η αίτηση, υπό τη νέα σύνθεσή της, σύμφωνα με το διορισμό της από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως οι αποφάσεις του ημερομηνίας 16.04.2013 και 24.05.2013, αφού μελέτησε το υπάρχον στον φάκελο υλικό, αποφάσισε να αποδεχθεί την καταγγελία, καθότι έκρινε ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες ήταν ικανοποιητικές για την εξέτασή της και έδωσε οδηγίες στην Υπηρεσία για διεξαγωγή προκαταρκτικής έρευνας αναφορικά με τις πιθανολογούμενες παραβάσεις της καταγγελίας.

 

Η Υπηρεσία προέβη σε προκαταρκτική έρευνα των πιθανολογούμενων παραβάσεων και ετοίμασε σχετικό σημείωμα ημερομηνίας 02.09.2013, το οποίο κατατέθηκε στη συνεδρία της καθ’ ης η αίτηση, ημερομηνίας 05.9.2013.

 

Η καθ’ ης η αίτηση, σε συνεδρία της ημερομηνίας 19.09.2013, έκρινε ότι εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετείται πιθανολογούμενη παράβαση από τις αιτήτριες του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 101(1)(β) της ΣΛΕΕ και αποφάσισε να προχωρήσει σε κατάρτιση σχετικής Έκθεσης Αιτιάσεων, στη βάση του άρθρου 17(2) του Νόμου.  Επιπλέον, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται παράβαση των άρθρων 6(1) και 6(2) του Νόμου.

 

Στη συνεδρία της ημερομηνίας 24.01.2014, η καθ’ ης η αίτηση αποφάσισε την έγκριση του κειμένου της Έκθεσης Αιτιάσεων και την κοινοποίηση αυτού προς τις καταγγελλόμενες και τις καταγγέλλουσες εταιρείες (αιτήτριες και Ε/Μ), οι οποίες κλήθηκαν να υποβάλουν τις γραπτές παρατηρήσεις τους επί της εκ πρώτης όψεως διαπιστωθείσας παράβασης.

 

Η προθεσμία υποβολής των παραστάσεων των αιτητριών παρατάθηκε κατόπιν σχετικών γραπτών αιτημάτων των δικηγόρων τους, οι οποίοι επίσης αιτήθηκαν πρόσβαση στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και αποκάλυψη των στοιχείων που είχαν αποκρυφθεί ως εμπιστευτικά.  Η καθ’ ης η αίτηση, αφού ζήτησε και εξασφάλισε γραπτώς τις θέσεις των εμπλεκομένων μερών της υπόθεσης ως προς την αιτούμενη αποκάλυψη, στη συνεδρία της ημερομηνίας 02.04.2014 αποφάσισε ποια στοιχεία και έγγραφα ήταν δυνατό να αποκαλυφθούν, αξιολογώντας ένα έκαστο εξ αυτών.

 

Στις 02.06.2014 όλα τα εμπλεκόμενα μέρη της υπόθεσης υπέβαλαν τις γραπτές τους παραστάσεις και στις 09.07.2014 πραγματοποιήθηκε η προφορική διαδικασία ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση, η οποία συνεχίστηκε στις 14.07.2014.  Στα εμπλεκόμενα μέρη δόθηκε το δικαίωμα υποβολής γραπτώς της δευτερολογίας τους, η οποία υποβλήθηκε από τους δικηγόρους των Ε/Μ και των αιτητριών στις 05.08.2014 και 01.09.2014, αντίστοιχα.

 

Σε συνεδρία της, ημερομηνίας 25.09.2014, η καθ’ ης η αίτηση αποφάσισε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 42(2) του Νόμου, όπως ειδοποιηθούν οι αιτήτριες για την πρόθεση της Επιτροπής να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, παρέχοντας τους το δικαίωμα υποβολής γραπτών παραστάσεων επί του ύψους του προστίμου.

 

Οι αιτήτριες, κατόπιν αιτημάτων παράτασης της ταχθείσας από την καθ’ ης η αίτηση προθεσμίας, υπέβαλαν τις γραπτές τους παραστάσεις στις 16.03.2015.

 

Σε συνεδρία της ημερομηνίας 23.04.2015, η καθ’ ης η αίτηση έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

ΙΙ. Η προσβαλλόμενη απόφαση:

 

Η καθ’ ης η αίτηση αναφέρθηκε, κατά πρώτον, στην επαγγελματική δραστηριότητα των εμπλεκομένων μερών και προσδιόρισε το αντικείμενο της υπό εξέταση καταγγελίας, το οποίο, όπως καταγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφορά την, συνεπεία της εφαρμογής του συστήματος επιλεκτικής διανομής από την εταιρεία Daimler στα αυθεντικά ανταλλακτικά που διαθέτει, αδυναμία των εταιρειών Kapodistrias και Kyros, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην εισαγωγή, αγορά, προμήθεια και μεταπώληση των ανταλλακτικών αυτών κυρίως για οχήματα Mercedes-Benz, τα οποία προμηθεύονται μέσω ανεξάρτητων εμπόρων και προμηθευτών του εξωτερικού, να τα αγοράσουν και να τα εισάγουν στην Κύπρο, δοθέντος ότι η εταιρεία CIC αποτελεί πλέον τον μοναδικό εισαγωγέα/διανομέα/προμηθευτή στην κυπριακή αγορά.  Τούτο δε καθότι, σύμφωνα με το σύστημα επιλεκτικής διανομής, τα μέλη του επίσημου δικτύου της εταιρείας Daimler είναι μόνο εξουσιοδοτημένοι επισκευαστές και η πώληση αυθεντικών ανταλλακτικών από το επίσημο δίκτυο επιτρέπεται μόνο σε εξουσιοδοτημένους επισκευαστές και σε ιδιοκτήτες οχημάτων μέσω των ανεξάρτητων συνεργείων.

 

Ακολούθως, η καθ’ ης η αίτηση, αφού αναφέρθηκε στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, καταγράφοντας τις θέσεις των αιτητριών και των Ε/Μ, τόσο ως προς την ουσία της υπό εξέταση καταγγελίας όσο και ως προς την ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία, προχώρησε στη νομική εκτίμηση της υπόθεσης, αξιολογώντας κατά πρώτον τις προκαταρκτικές ενστάσεις των αιτητριών.  

 

Στη συνέχεια, αφού έκρινε ότι τα Ε/Μ νομιμοποιούνται να προβούν στην καταγγελία, καθόσον υπάρχει σοβαρός ή πιθανός κίνδυνος αισθητής οικονομικής τους βλάβης με επιπτώσεις και στον ανταγωνισμό, προχώρησε στην οριοθέτηση της σχετικής αγοράς (σχετική αγορά προϊόντος και σχετική γεωγραφική αγορά) και στα μερίδια αγοράς των αιτητριών σε αυτήν.

 

Αξιολογώντας κατά πόσον στην υπό εξέταση υπόθεση δικαιολογείται η παράλληλη εφαρμογή του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού, έκρινε ότι υφίσταται εν προκειμένω επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και κατ’ επέκταση προχώρησε να εξετάσει την εφαρμογή των άρθρων 101(1) και 102 της ΣΛΕΕ, παράλληλα με το εθνικό δίκαιο και τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 3(1) και 6(1) του Νόμου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιλεκτική διανομή καθαρά ποιοτικού χαρακτήρα θωρείται κατά κανόνα ότι δεν εμπίπτει στο άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ επειδή δεν έχει αντι-ανταγωνιστικές επιπτώσεις, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε ακολούθως στην αξιολόγηση του κατά πόσον το επίδικο σύστημα επιλεκτικής διανομής είναι ποιοτικού χαρακτήρα, ως η θέση των αιτητριών, αναφερόμενη σε σχετική νομολογία του ΔΕΕ (ιδιαίτερα στην επί του θέματος καθοδηγητική απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Τ-88/92, Leclerc v Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ημερ. 12.12.1996) σε σχέση με τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής συνιστά στοιχείο ανταγωνισμού σύμφωνο με το άρθρο 101(1) της ΣΛΕΕ.  Στη βάση δε των ενώπιόν της στοιχείων και της ανάλυσης αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση, η καθ’ ης η αίτηση κατέληξε πως το σύστημα επιλεκτικής διανομής που διατηρεί η Daimler στην κυπριακή αγορά δεν αποτελεί ένα αμιγώς ποιοτικό σύστημα επιλεκτικής διανομής και δεν φαίνεται να ικανοποιεί και τις τέσσερεις απαιτούμενες σωρευτικές προϋποθέσεις ούτε να δικαιολογείται αντικειμενικά, ώστε να εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ.

 

Εξετάζοντας ακολούθως τις ενδεχόμενες παραβάσεις του άρθρου 3(1) Νόμου και του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ, αξιολόγησε καταρχάς κατά πόσον τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 330/2010[3] και του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 461/2010[4], ο οποίος εξαιρεί από την εφαρμογή του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. 

 

Σημειώνεται πως, οι κανονισμοί απαλλαγής κατά κατηγορία, απαλλάσσουν υπό προϋποθέσεις τις συμφωνίες επιλεκτικής διανομής, ανεξάρτητα εάν χρησιμοποιούν ποσοτικά ή καθαρά ποιοτικά κριτήρια επιλογής, εφόσον τα μερίδια αγοράς, τα οποία διαθέτουν στη σχετική αγορά ο προμηθευτής και ο αγοραστής, δεν υπερβαίνουν το 30%.  Λαμβάνοντας υπόψη την σχετική αγορά και τα μερίδια αγοράς των αιτητριών, όπως αυτά είχαν προηγουμένως προσδιοριστεί, η καθ’ ης η αίτηση κατέληξε πως η κάθετη συμφωνία της Daimler και της CIC δεν δύναται να τύχει της απαλλαγής κατά κατηγορία από την εφαρμογή του άρθρου 3(1) του Νόμου και του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ, λόγω του υψηλού μεριδίου αγοράς αυτών στη σχετική αγορά.

Ακολούθως, η καθ’ ης η αίτηση αξιολόγησε κατά πόσον η επίδικη κάθετη συμφωνία, αν και παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ, θα μπορούσε εντούτοις να τύχει ατομικής απαλλαγής βάσει του άρθρου 4(1) του Νόμου και του άρθρου 101(3) της ΣΛΕΕ, πλην όμως, για τους λόγους που αναλύονται στην απόφαση, κατέληξε πως δεν πληρούνται τα απαιτούμενα προς τούτο κριτήρια και προϋποθέσεις.

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, η καθ’ ης η αίτηση κατέληξε πως η κάθετη συμφωνία από μέρους της Daimler και της CIC για την εφαρμογή του συστήματος της επιλεκτικής διανομής στην κυπριακή αγορά αποτελεί σύμπραξη απαγορευμένη κατά το άρθρο 3(1) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ, καθότι έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της διάθεσης κατά παράβαση του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου και του άρθρου 101(1) στοιχ. β’ της ΣΛΕΕ και η οποία δεν καλύπτεται από τους Κανονισμούς (ΕΕ) 461/2010 και 330/2010, λόγω του υψηλού μεριδίου αγοράς που κατέχουν οι εν λόγω εταιρείες.

 

Σημειώνεται ότι η καθ’ ης η αίτηση έκρινε πως δεν στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 6 του Νόμου και του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ.

Ακολούθως, η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε στην επιβολή των επίδικων διοικητικών προστίμων, συμφώνως του άρθρου 24 του Νόμου, αφού έλαβε υπόψη τις θέσεις των αιτητριών και τις ελαφρυντικές περιστάσεις που επικαλέστηκαν και τη φύση, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.

 

ΙΙΙ. Λόγοι ακύρωσης:

 

Οι εγειρόμενοι με τις προσφυγές λόγοι ακύρωσης και η αντίθετη επί αυτών επιχειρηματολογία των καθ’ ων η αίτηση και των Ε/Μ αναπτύχθηκαν από τους ευπαιδεύτους δικηγόρους των διαδίκων με πολυσέλιδες και εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αλλά και κατά την ακρόαση, με παραπομπή σε σχετική νομολογία και βιβλιογραφία.  Συνοπτικά δε έχουν ως ακολούθως:

 

Η CIC εγείρει τους ακόλουθους λόγους ακύρωσης:

 

1.   Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη λόγω κακής σύνθεσης της καθ’ ης η αίτηση κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 25.09.2014.

2.   Η προσβαλλόμενη απόφαση και/ή οι προπαρασκευαστικές αυτής πράξεις εκδόθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 35(3) του Νόμου.

3.   Η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε στοιχεία τα οποία είχαν συλλεχθεί παράνομα και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη.  Η Επιτροπή υπό πλάνη θεώρησε ότι η νομολογία της επέτρεπε να κάνει χρήση του υπάρχοντος στο φάκελο υλικού.

4.   Η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθότι δεν υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης των αποφάσεων της Επιτροπής ενώπιον Δικαστηρίου που να έχει πλήρη δικαιοδοσία να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης.

5.   Το διοικητικό πρόστιμο που επιβλήθηκε στην CIC είναι παράνομο, πάσχει πολλαπλώς και θα πρέπει να ακυρωθεί για τους ακόλουθους λόγους: (α) η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου είναι αντίθετη με την αρχή της ισότητας καθότι η καθ’ ης η αίτηση, για την ίδια ακριβώς παράβαση, επέβαλε στη CIC πολλαπλάσιο διοικητικό πρόστιμο από αυτό που επέβαλε στη Daimler, χωρίς η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση να δικαιολογείται αντικειμενικά, (β) η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου είναι παράνομη αφού δεν διευκρινίζεται εάν το γεγονός ότι διαπιστώθηκε παράβαση δύο διαφορετικών διατάξεων, ήτοι του άρθρου 3 του Νόμου και του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, επέδρασε στον καθορισμό του προστίμου, (γ) η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αφού επιβλήθηκε στη CIC υπέρογκο διοικητικό πρόστιμο μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, χωρίς η καθ’ ης η αίτηση να συνεκτιμήσει κατά τον υπολογισμό του προστίμου το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη διάπραξη της παράβασης και την υποβολή της επίδικης καταγγελίας, μέχρι τη διαπίστωση της παράβασης και την επιβολή του προστίμου, καθυστέρηση η οποία δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της CIC.

6.   Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν πλάνης και ελλιπούς έρευνας για τους ακόλουθους, συγκεκριμένα, λόγους: (α) η σχετική αγορά που προσδιορίστηκε και εξετάστηκε από την καθ’ ης η αίτηση δεν συνδέεται με τη διαπιστωθείσα από τη CIC παράβαση.  Η CIC δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια εντός της συγκεκριμένης αγοράς, που θα δικαιολογούσε τη διαπιστωθείσα από μέρους της παράβαση, (β) ο καθορισμός της σχετικής αγοράς από την καθ’ ης η αίτηση είναι πεπλανημένος και προϊόν ελλιπούς έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας.  Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τον εξαιρετικά στενό προσδιορισμό της σχετικής αγοράς, στην οποία περιλήφθηκαν μόνο τα γνήσια ανταλλακτικά και αποκλείστηκαν τα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας, τα οποία αποτελούν ανταλλακτικά υψηλής ποιότητας, των οποίων η χρήση δεν θέτει σε κίνδυνο τη φήμη του συγκεκριμένου εξουσιοδοτημένου δικτύου.

7.   Οι διαπιστώσεις της καθ’ ης η αίτηση σε σχέση με τα μερίδια αγοράς είναι εσφαλμένες, προϊόν πλάνης και ελλιπούς έρευνας καθότι δεν λήφθηκε υπόψη ότι η CIC δεν αγοράζει ανταλλακτικά μόνο υπό την ιδιότητα του πωλητή ανταλλακτικών, ήτοι για σκοπούς εξωτερικών πωλήσεων σε συνεργεία και τελικούς χρήστες (sales over the counter), όπως τα Ε/Μ, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των αγορών της γίνεται για σκοπούς προμήθειας των συνεργείων που η ίδια διατηρεί.

8.   Η διαπίστωση ότι η Daimler και η CIC, με την εφαρμογή του συστήματος επιλεκτικής διανομής, προέβησαν σε σύμπραξη απαγορευμένη κατά το άρθρο 3(1)(β) του Νόμου και το άρθρο 101(1)(β) της ΣΛΕΕ είναι εσφαλμένη, αναιτιολόγητη και αποτελεί προϊόν πλάνης και ελλιπούς έρευνας.

9.   Η διαπίστωση της καθ’ ης η αίτηση περί ύπαρξης διαφορών στις τιμές μεταξύ της CIC και των Ε/Μ είναι πεπλανημένη και προϊόν ελλιπούς έρευνας.

10.                Το επίδικο διοικητικό πρόστιμο παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

 

Η Daimler υποβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει και θα πρέπει να ακυρωθεί για τους ακόλουθους λόγους:

 

1.   Δεν της δόθηκε πλήρης πρόσβαση στους διοικητικούς φακέλους της υπόθεσης ώστε να της επιτραπεί η αποτελεσματική άσκηση και εκτέλεση του δικαιώματος υπεράσπισης και/ή ακρόασης, όπως διασφαλίζεται από το άρθρο 43 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/99), το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το Άρθρο 30 του Συντάγματος.

2.   Λήφθηκε υπό νομική πλάνη συνεπεία της χρήσης μη νόμιμων στοιχείων κρίσης.  Η καθ’ ης η αίτηση είχε την υποχρέωση να μην χρησιμοποιήσει το υλικό που περιείχε ο διοικητικός φάκελος της υπό κρίση υπόθεσης έως την ημέρα που αποκαταστάθηκε η νομιμότητα της σύνθεσης των καθ’ ων η αίτηση.

3.   Λόγω παρανομίας των προπαρασκευαστικών αυτής πράξεων, που εκδόθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 35(3) του Νόμου.

4.   Λόγω παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της αρχής της χρηστής διοίκησης, όπως αυτές καθιερώνονται στα άρθρα 50 και 51 του Ν.158(Ι)/99

5.   Λόγω παραβίασης των αρχών της αντικειμενικής αμεροληψίας και της διεξαγωγής δίκαιης δίκης, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το Άρθρο 30 του Συντάγματος. 

6.   Λόγω κακής σύνθεσης της καθ’ ης η αίτηση κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 25.09.2014.

7.   Λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας συνεπεία, αφενός, του υπέρογκου ύψους του επιβληθέντος στην αιτήτρια προστίμου (λαμβανομένης υπόψη και της μικρής κλίμακας των δραστηριοτήτων της στην κυπριακή αγορά) και, αφετέρου, λόγω της παράλειψης της καθ’ ης η αίτηση να συνεκτιμήσει, κατά τον υπολογισμό του εν λόγω προστίμου, το μεγάλο χρονικό διάστημα που, χωρίς υπαιτιότητα της αιτήτριας, μεσολάβησε μέχρι τη διαπίστωση της παράβασης και της επιβολής του προστίμου.

8.   Λόγω πλάνης και ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας συνεπεία: (α) εσφαλμένης οριοθέτησης της σχετικής αγοράς, ως αποτέλεσμα της παράλειψης της καθ’ ης η αίτηση να εφαρμόσει την προβλεπόμενη μεθοδολογία για τον ορισμό της σχετικής αγοράς προϊόντος (SSNIP[5] test) και κατ’ επέκταση των αντίστοιχων μεριδίων αγοράς των αιτητριών, (β) μη διασύνδεσης της διαπιστωθείσας παράβασης με τη σχετική αγορά όπως αυτή προσδιορίστηκε και εξετάστηκε από την καθ’ ης η αίτηση, (γ) παράλειψης της καθ’ ης η αίτηση να διαπιστώσει ότι τα Ε/Μ δεν έχουν έννομο συμφέρον στην παρούσα υπόθεση καθότι: (i) δεν δραστηριοποιούνται στην ορισθείσα από την Επιτροπή σχετική αγορά και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ούτε ανταγωνιστές των αιτητριών, (ii) δεν αποκλείστηκαν από το να συμμετέχουν στο επίδικο Σύστημα Επιλεκτικής Διανομής, αφού ουδέποτε εξέφρασαν τέτοιο ενδιαφέρον, ενώ θα μπορούσαν λόγω της εφαρμογής καθαρά ποιοτικών κριτηρίων επιλογής, (δ) εσφαλμένης ερμηνείας των Συμπληρωματικών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τους κάθετους περιορισμούς σε συμφωνίες για την πώληση και επισκευή αυτοκινήτων οχημάτων και για τη διανομή ανταλλακτικών αυτοκινήτων οχημάτων (εφεξής οι Συμπληρωματικές κατευθυντήριες γραμμές)[6], οι οποίες ρητά και με σαφήνεια προσδιορίζουν τα εφάμιλλα ανταλλακτικά ως προσφέροντα εναλλακτικές λύσεις στα γνήσια ανταλλακτικά.

9.   Λόγω εσφαλμένης, αναιτιολόγητης και πεπλανημένης διαπίστωσης ότι η Daimler και η CIC, με την εφαρμογή του συστήματος επιλεκτικής διανομής, προέβησαν σε σύμπραξη απαγορευμένη κατά το άρθρο 3(1)(β) του Νόμου και το άρθρο 101(1)(β) της ΣΛΕΕ.

10.                Λόγω εσφαλμένης, πεπλανημένης και αναιτιολόγητης κατάληξης ότι το επίδικο σύστημα επιλεκτικής διανομής, αφενός, δεν ικανοποιεί τις τέσσερεις σωρευτικές προϋποθέσεις που καθορίστηκαν στην υπόθεση Τ-88/92, Leclerc (ανωτέρω), ώστε να εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 101(1) της ΣΛΕΕ και, αφετέρου, δεν αποτελεί ένα αμιγώς ποιοτικό σύστημα επιλεκτικής διανομής.  Εσφαλμένα η καθ’ ης η αίτηση δεν εφάρμοσε τις επί του θέματος αρχές και μεθοδολογία όπως αυτές καθορίστηκαν από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και όπως η ίδια η καθ’ ης η αίτηση τις είχε εφαρμόσει στην Απόφαση ΕΠΑ υπ’ αρ. 37/2009 προς αξιολόγηση του υπό διερεύνηση στην υπόθεση εκείνη συστήματος επιλεκτικής διανομή με καθαρά ποιοτικό χαρακτήρα.  Επιπλέον, πεπλανημένα θεωρήθηκε από την Επιτροπή ότι οι αιτήτριες είχαν το βάρος απόδειξης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της υπόθεσης Leclerc.

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει τη νομιμότητα και την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και απορρίπτοντας τους λόγους ακύρωσης που προωθεί η CIC, αντιτείνει τα ακόλουθα:

 

1.   Η σύνθεση της Επιτροπής κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 25.09.2014 ήταν νόμιμη.

2.   Η Επιτροπή ορθώς δεν απέρριψε την υποβληθείσα καταγγελία των Ε/Μ και νομίμως ζήτησε την υποβολή διευκρινίσεων.

3.   Η χρήση του υπάρχοντος στον φάκελο υλικού ήταν νόμιμη.

4.   Ο ασκούμενος από το Ανώτατο (και τώρα το Διοικητικό) Δικαστήριο έλεγχος πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος.

5.   Οι αιτήτριες δεν βρίσκονταν στην ίδια ακριβώς κατάσταση, εφόσον στις διαπιστωθείσες παραβάσεις διαφαίνεται να είχαν διαφορετικό τρόπο συμμετοχής και βαθμό ευθύνης, με αποτέλεσμα η διαφοροποίηση ως προς το ύψος του επιβληθέντος προστίμου να ήταν επιβεβλημένη, στη βάση της αρχής της ισότητας.

6.   Από το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές πως, κατά τον υπολογισμό των επιβληθέντων διοικητικών προστίμων, λήφθηκε υπόψη η παράβαση τόσο του εθνικού όσο και του ενωσιακού δικαίου.

7.   Ο χρόνος που μεσολάβησε για σκοπούς διερεύνησης και διαπίστωσης της υπόθεσης ήταν καθόλα εύλογος, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της έκτασης των θεμάτων που έπρεπε να διερευνηθούν και να τύχουν αξιολόγησης, του χρόνου που αναλώθηκε για σκοπούς προάσπισης των συμφερόντων και υποβολής των θέσεων των διαδίκων και των αλλαγών που μεσολάβησαν σε σχέση με τη συγκρότηση της Επιτροπής, οι οποίες επέβαλλαν την εξ υπαρχής εξέταση της υπόθεσης.

8.   Ο καθορισμός του ύψους του επιβληθέντος προστίμου βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με τις πρόνοιες του άρθρου 24(1) του Νόμου, έχει αιτιολογηθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση και, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

9.   Η σχετική αγορά προϊόντος, ως αυτή ορίστηκε από την Επιτροπή, είναι η «αγορά της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes-Benz», στην οποία δραστηριοποιούνται όλες οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, δοθέντος ότι τα Ε/Μ και η CIC προμηθεύονται/εφοδιάζονται τα γνήσια ανταλλακτικά της εταιρείας Daimler μέσω της εισαγωγής αυτών από το εξωτερικό και η Daimler τα προμήθευε/εφοδίαζε στην CIC και τρίτους χονδρέμπορους σε διάφορες χώρες, από τους οποίους τα προμηθεύονταν και τα εισήγαγαν στην κυπριακή αγορά οι καταγγέλλουσες εταιρείες.  Ως εκ τούτου, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της CIC ότι η διαπιστωθείσα εκ μέρους της παράβαση αφορά σε άλλη αγορά από την καθορισθείσα.

10.                Ο ορισμός της σχετικής αγοράς έγινε κατόπιν δέουσας έρευνας, στη βάση αιτιολογημένης και ευλόγως επιτρεπτής απόφασης της Επιτροπής, αφού λήφθηκε υπόψη κάθε σχετικός παράγοντας, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και οι Συμπληρωματικές κατευθυντήριες γραμμές.

11.                Τα μερίδια αγοράς υπολογίστηκαν από την Επιτροπή στη βάση του ορισμού της σχετικής αγοράς και όχι με βάση τις πωλήσεις στο επόμενο στάδιο της αγοράς. 

12.                Η Επιτροπή αιτιολόγησε πλήρως και σε συμφωνία με τα κριτήρια που καθορίστηκαν στην υπόθεση Leclerc την κατάληξη ότι το επίδικο σύστημα επιλεκτικής διανομής δεν ήταν ποιοτικού χαρακτήρα, ώστε να εκπίπτει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 101(1) ΣΛΕΕ.  Οι δε αιτήτριες είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της απαλλαγής συμφώνως του άρθρου 101(3) ΣΛΕΕ.

13.                Η διαπίστωση της καθ’ ης η αίτηση περί ύπαρξης διαφορών στις τιμές μεταξύ της CIC και των Ε/Μ αιτιολογείται πλήρως στην προσβαλλόμενη απόφαση και ήταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των σχετικών στοιχείων που έθεσαν ενώπιόν της τόσο η CIC όσο και τα Ε/Μ. 

 

Αναφορικώς με τους λόγους ακύρωσης που προωθεί η Daimler, η κα Καλλή επαναλαμβάνει τις θέσεις της όσον αφορά τους λόγους ακύρωσης που προωθεί και η CIC και επιπλέον υποβάλλει τα ακόλουθα:

 

1.   Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο κατά τη διοικητική διαδικασία ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση δεν είναι απόλυτο, αλλά περιορίζεται για σκοπούς προστασίας επιχειρηματικών απορρήτων και/ή εμπιστευτικών πληροφοριών.  Η Επιτροπή έχει αιτιολογήσει πλήρως την απόφασή της περί μη πρόσβασης σε συγκεκριμένα έγγραφα, στα οποία οι αιτήτριες, εν πάση περιπτώσει, είχαν πρόσβαση σε μη εμπιστευτική εκδοχή αυτών.

2.    Η αιτήτρια άσκησε το δικαίωμα πρόσβασης και επιθεώρησης του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής και θα έπρεπε να είχε προωθήσει τυχόν αίτημά της για πρόσβαση στον φάκελο με τον ορθό δικονομικό τρόπο.  Ενώπιον του Δικαστηρίου θα τεθεί το σύνολο των διοικητικών φακέλων, περιλαμβανομένων των επιχειρηματικών απορρήτων όλων των εμπλεκομένων μερών και τρίτων.

 

Τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζουν και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των Ε/Μ, υιοθετώντας τις θέσεις της καθ’ ης η αίτηση, τις οποίες και οι ίδιοι αναπτύσσουν, εισηγούμενοι ότι η Επιτροπή, όπως προκύπτει από το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέθεσε, ερμήνευσε και ανέλυσε όλα τα στοιχεία που βρίσκονταν στον οικείο διοικητικό φάκελο, έδωσε κάθε ευκαιρία στις αιτήτριες να προβάλουν γραπτώς και προφορικώς τις θέσεις τους και άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια κατά τρόπο νόμιμο, αιτιολογημένο και εύλογα επιτρεπτό.  Είναι δε η θέση τους πως τα Ε/Μ είχαν έννομο συμφέρον να υποβάλουν καταγγελία σε σχέση με την συμπεριφορά των αιτητριών, συμφέρον το οποίο διατηρούν και στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής. Επιπρόσθετα, επαναλαμβάνοντας ότι η σχετική αγορά προϊόντος, ως αυτή ορίστηκε από την Επιτροπή, είναι η χονδρική προμήθεια γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes-Benz στην κυπριακή αγορά, στην οποία δραστηριοποιούνται όλες οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, τα Ε/Μ επισημαίνουν ιδιαίτερα το γεγονός ότι, λόγω του συστήματος επιλεκτικής διανομής που εφαρμόστηκε μεταξύ των εταιρειών Daimler και CIC, τα Ε/Μ δεν είχαν πλέον τη δυνατότητα να προμηθεύονται από τους χονδρεμπόρους του εξωτερικού τα γνήσια ανταλλακτικά Daimler για οχήματα Mercedes-Benz, ενώ, μέχρι και την εφαρμογή του συστήματος επιλεκτικής διανομής, τα Ε/Μ εισήγαγαν τα γνήσια ανταλλακτικά από χονδρέμπορους του εξωτερικού. Επιπλέον, επισημαίνουν πως η καθ’ ης η αίτηση διαπίστωσε παράβαση σε σχέση με τη σύμπραξη των δύο εταιρειών για τον τρόπο της εφαρμογής από μέρους τους του συστήματος επιλεκτικής διανομής στην κυπριακή αγορά και όχι για το κατά πόσον πωλούσε ή αρνείτο να πωλήσει η CIC γνήσια ανταλλακτικά προς τα Ε/Μ.

 

IV. Αξιολόγηση των σχετικών με τη διαδικασία λόγων ακύρωσης:

 

Αναφορικώς με τον περί πάσχουσας σύνθεσης της καθ’ ης η αίτηση κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 25.09.2014 λόγο ακύρωσης, οι αιτήτριες υποβάλλουν ότι, κατά την εν λόγω συνεδρία, παρούσες ήταν, εκτός από την Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής, και δύο μέλη της Υπηρεσίας της Επιτροπής, η κα Χ.Σ., Διευθύντρια της Υπηρεσίας και η κα Σ.Τ., Γραμματέας της Επιτροπής, πλην όμως στα σχετικά πρακτικά, σε αντίθεση με τα πρακτικά προηγούμενων συνεδριών, δεν αναγράφεται ότι τα εν λόγω μέλη αποχώρησαν πριν τη συζήτηση και λήψη απόφασης. 

 

Η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση και των Ε/Μ αντιτείνει ότι στα επίδικα πρακτικά καταγράφεται ρητώς ότι «Η Επιτροπή, σε κατ’ ιδίαν συζήτηση της υπόθεσης, μελέτησε το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης[…]».  Παραπέμποντας στην ερμηνεία του όρου «κατ’ ιδίαν», συμφώνως σχετικών λεξικών της ελληνικής γλώσσας (Τριανταφυλλίδη «χωρίς να είναι κανένας άλλος παρών σε συζήτηση, συνάντηση κλπ.» και Μπαμπινιώτη «ιδιαιτέρως, χωρίς την παρουσία τρίτων»), η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση εισηγείται ότι καθίσταται αναντίλεκτο γεγονός ότι τα μέλη της Υπηρεσίας αποχώρησαν πριν από τη διαβούλευση και τη λήψη απόφασης, εφόσον η έννοια της κατ’ ιδίαν συζήτησης σημαίνει ακριβώς ότι η Επιτροπή, ξεχωριστά από το προσωπικό της Υπηρεσίας, μόνη της, ιδιαιτέρως, συζήτησε την υπόθεση και έλαβε την απόφασή της και ως εκ τούτου, το γεγονός ότι δεν καταγράφεται στα πρακτικά ότι τα μέλη της Υπηρεσίας αποχώρησαν, ουδόλως επηρεάζει τη σύνθεση της Επιτροπής ή την αρτιότητα των σχετικών πρακτικών.  Ως, επιπλέον, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Ε/Μ επεσήμανε κατά την ακρόαση, η υποχρέωση για αποχώρηση από συνεδρία συλλογικού διοικητικού οργάνου των προσώπων που δεν είναι μέλη του, δεν απαιτεί τη συμπερίληψη συγκεκριμένου λεκτικού στα σχετικά πρακτικά. 

 

Αναφορικώς δε με τον σκοπό της παρουσίας των εν λόγω δύο προσώπων στην επίδικη συνεδρία, η κα Καλλή παραπέμπει, αφενός, στην αναφορά στα σχετικά πρακτικά, δίπλα από τα ονόματα των παρευρισκομένων, της ιδιότητας αυτών, ως μέλη της Υπηρεσίας της Επιτροπής (Διευθύντρια και Γραμματέας) και, αφετέρου, στις πρόνοιες των άρθρων 19(4) και 19(7) του Νόμου[7] και 21(1) του Ν.158(Ι)/99[8]

 

Επισημαίνοντας ότι οι αιτήτριες δεν αμφισβητούν την ιδιότητα των παρευρισκομένων μελών της Υπηρεσίας, καταλήγω, σε συμφωνία με την καθ’ ης η αίτηση και τα Ε/Μ, ότι η αναφορά στα επίδικα πρακτικά σε «κατ’ ιδίαν συζήτηση» φανερώνει συζήτηση χωρίς την παρουσία τρίτων και ως εκ τούτου, αποδέχομαι ότι τα μέλη της Υπηρεσίας αποχώρησαν πριν από τη διαβούλευση και τη λήψη απόφασης.  Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί περί πάσχουσας σύνθεσης της Επιτροπής κατά την επίδικη συνεδρία και περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών, απορρίπτονται.  Εν πάση δε περιπτώσει, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι από τα σχετικά πρακτικά δεν προκύπτει ότι τα εν λόγω μέλη αποχώρησαν, υιοθετώ τα ακόλουθα κριθέντα επί ιδίων ισχυρισμών από την τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου στην απόφαση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 961/2015 και 1041/2015, ημερ. 09.12.2022 (ο τονισμός είναι του κειμένου της εν λόγω απόφασης)[9]:

 

«Το Δικαστήριο ανέτρεξε στο Νόμο που βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο διαβούλευσης της Επιτροπής προς έκδοση απόφασης, και ο οποίος ρύθμιζε τα των συνεδριάσεων και λειτουργίας της κατά την διαδικασία λήψης αποφάσεων.

 

Ο περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος του 2008 (Ν.13(I)/2008), που βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο της συνεδρίας της 27/1/2015, όπως αυτός τροποποιήθηκε το έτος 2014 με τον τροποποιητικό Νόμο 41(Ι)/2014, προέβλεπε για τους δυνάμενους να παρευρίσκονται στις συνεδριάσεις, αλλά και για την υποχρέωση αποχώρηση και ποιων από αυτούς πριν την συζήτηση και λήψη απόφασης, ως ακολούθως στο άρθρο 17(4):

 

«17(4) Κατά των ενώπιον της Επιτροπής διαδικασιών για εξέταση παραβάσεων, ή για εξέταση καταγγελιών υποβαλλόμενων δυνάμει του παρόντος Νόμου, ή για οποιαδήποτε άλλη διαδικασία προβλέπεται στο παρόντα Νόμο και/ή στους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους κανονισμούς, δύνανται να παρίστανται -

 

 

(α) κατόπιν πρόσκλησηςτης Επιτροπής-

 

(i)        τα πρόσωπα που υπέβαλαν την καταγγελία, αυτοπροσώπως, διά πληρεξούσιου δικηγόρου ή αυτοπροσώπως μαζί με πληρεξούσιο δικηγόρο,

(ii)        τα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διαδικασία ή/και καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής,

(iii)       οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, κατά την κρίση της Επιτροπής, θα βοηθήσει στην εξέταση της παράβασης και/ή της καταγγελίας.

 

(β) οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού που υπηρετεί στην Υπηρεσία:

 

Νοείται ότι τα πιο πάνω εφαρμόζονται και για τις διαδικασίες οι οποίες κινούνται αυτεπάγγελτα από την Επιτροπή για παραβάσεις των άρθρων 3 και/ή 6 του παρόντος Νόμου, καθώς και των ΄Άρθρων 81 ΕΚ και/ ή 82 ΕΚ:

 

Νοείται περαιτέρω ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) αποχωρούν πριν από την έναρξη της συζήτησης της Επιτροπής για λήψη απόφασης».

 

Συνάγεται από όλες τις πρόνοιες του νόμου, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης συνεδρίας, απαιτείτο από το Νόμο, (Ν.13(Ι)/2008), όπως αποχωρούν μόνο οι παριστάμενοι που είχαν κληθεί (εμπλεκόμενα μέρη, μάρτυρες, κλπ). Σε ότι αφορούσε τα μέλη του προσωπικού που υπηρετούσαν στην Υπηρεσία ενώ επιτρεπόταν από το Νόμο η παρουσία τους ρητώς επίσης δεν απαιτείτο η αποχώρισή τους, (αντίθετα με τους παρισταμένους κατόπιν πρόσκλησης).

 

Οι δικηγόροι των αιτητών αναφέρθηκαν στις διευκρινίσεις στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Δημοτικό Συμβούλιο Δήμου Πάφου ν. Κορακίδου, (2014) 3 ΑΑΔ, 237, σύμφωνα με την οποία το γεγονός ότι οι συνεδριάσεις του Δήμου βάσει του άρθρου 43 του περί Δήμων Νόμου, (Ν.111/85) είναι δημόσιες, δεν μπορεί να παρακάμψει την απαίτηση που προβλέπεται ρητά στο άρθρο 21 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, (Ν.158(1)/99), το οποίο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως γενικό άρθρο έναντι του περί Δήμων Νόμου. Ως εκ τούτου δε το άρθρο 43 του περί Δήμων Νόμου που προβλέπει δημόσιες συνεδριάσεις, θα διαβάζεται υπό το φως του άρθρου 21 του Ν.158(Ι)/1999. Εξ αυτού του λόγου κρίθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Δημοτικό Συμβούλιο Δήμου Πάφου (ανωτέρω), πως έπασχε η σύνθεση της επίδικης εκεί συνεδρίας του Δήμου και η απόφαση ακυρώθηκε. Η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο. Παρόλο τούτου όμως, διαπιστώνεται διαφορά στις νομοθετικές διατάξεις μεταξύ του περί Δήμων Νόμου και του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου.

 

Το ζήτημα ως προς του ποιοι ακριβώς δύνανται να παρευρίσκονται, αλλά κυρίως ως προς του ποιοι από τους παρευρισκόμενους θα πρέπει να αποχωρούν ρυθμίζεται ρητά και ειδικά στον περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμο (Ν.13(Ι)/2008). Ως εκ τούτου ισχύει το ρητό γράμμα του άρθρου 21 περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/99), σύμφωνα με το οποίο η απαίτηση για αποχώρηση των λειτουργών της υπηρεσίας για κατατοπισμό των μελών του συλλογικού οργάνου κάμπτεται όταν νόμος ρυθμίζει το ζήτημα διαφορετικά: «παρίσταται πρόσωπο που δεν είναι εξουσιοδοτημένο από το νόμο». Και εδώ ο περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος (Ν.13(Ι)/2008), ρυθμίζει πράγματι το ζήτημα επιτρέποντας στους υπηρεσιακούς τόσο να παρευρίσκονται όσο και να παραμένουν στην συζήτηση. Το Δικαστήριο καταλήγει, πως ο λόγος ακυρώσεως περί κακής σύνθεσης στην συνεδρία της Επιτροπής στην εν λόγω συνεδρία απορρίπτεται. […]

 

Αξίζει να σημειωθεί βέβαια, πως σήμερα ο Νόμος έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί με το Ν.13(Ι)/2022. Σήμερα η επιφύλαξη πλέον στο άρθρο 18(4) του Νόμου, έχει ως εξής: «Νοείται περαιτέρω ότι, τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), εξαιρουμένου του προσώπου που εκτελεί χρέη γραμματέα, αποχωρούν πριν από την έναρξη της συζήτησης της Επιτροπής για λήψη απόφασης».».

 

Καταλήγω πως ο λόγος αυτός ακυρώσεως απορρίπτεται, ενόψει της ρητής πρόνοιας (άρθρο 17(4)) του Νόμου 13(Ι)/2008, σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο της συνεδρίας (2015), που επέτρεπε την παρουσία μελών της υπηρεσίας, ως οι παριστάμενοι λειτουργοί στην συνεδρία της 27/1/2015.».

 

Αναφορικώς με την ισχυριζόμενη παραβίαση του άρθρου 35(3) του Νόμου, είναι η θέση των αιτητριών ότι η καθ’ ης η αίτηση παράνομα προχώρησε στην εξέταση της υποβληθείσας καταγγελίας, παρά το γεγονός ότι οι υποβληθείσες με αυτήν πληροφορίες κρίθηκαν κατά τη συνεδρία της Επιτροπής ημερομηνίας 19.04.2011 ότι δεν ήταν ικανοποιητικές. 

 

Ειδικότερα, οι αιτήτριες διατείνονται ότι, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, η καθ’ ης η αίτηση οφείλει να εξετάζει τις πληροφορίες που υποβάλλονται με μία καταγγελία και έχει το δικαίωμα να την αποδεχθεί μόνο εάν κρίνει ότι οι υποβληθείσες με την καταγγελία πληροφορίες είναι ικανοποιητικές.  Σε αντίθετη περίπτωση, οφείλει να απορρίψει την καταγγελία, καθότι ο Νόμος δεν παρέχει στην Επιτροπή διακριτική ευχέρεια να ζητά περαιτέρω πληροφορίες ή συμπλήρωση ή οποιαδήποτε άλλη τροποποίηση του περιεχομένου μίας υποβληθείσας καταγγελίας προκειμένου να προχωρήσει στην περαιτέρω εξέτασή της.  Όφειλε, δηλαδή, η Επιτροπή, κατά την εισήγηση των αιτητριών, στο στάδιο εξέτασης του παραδεκτού της επίδικης καταγγελίας (το οποίο διακρίνεται από το στάδιο διεξαγωγής προκαταρκτικής έρευνας), να την απορρίψει, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια.

Η ανωτέρω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το άρθρο 35(3) του Νόμου προέβλεπε τα ακόλουθα:

 

«(3) Η καταγγελία υποβάλλεται γραπτώς προς την Επιτροπή και υπογράφεται από τον καταγγέλλοντα, ή το νομικό σύμβουλο ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του καταγγέλλοντα. Η εν λόγω καταγγελία πρέπει να περιέχει όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, ούτως ώστε η Επιτροπή να είναι σε θέση να προβεί σε διερεύνηση της υποβληθείσας καταγγελίας. Σε περίπτωση που η υποβληθείσα καταγγελία δεν περιέχει όλες τις πληροφορίες του Παραρτήματος, η Επιτροπή δύναται να προχωρήσει στην αποδοχή της εν λόγω καταγγελίας εάν θεωρήσει ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες είναι ικανοποιητικές για την εξέταση της υποβληθείσας καταγγελίας:»

 

Εκ της ανωτέρω διατύπωσης, ως ορθώς επισημαίνουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της καθ’ ης η αίτηση και των Ε/Μ, προκύπτει η υποχρέωση της Επιτροπής να διερευνήσει καταγγελία που περιέχει τις ελάχιστες πληροφορίες που καθορίζει το Παράρτημα του Νόμου και διακριτική ευχέρεια να εξετάσει καταγγελία, όταν οι υποβληθείσες πληροφορίες είναι ικανοποιητικές για την εξέταση της καταγγελίας.  Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε την απόρριψη μίας καταγγελίας που δεν περιέχει ικανοποιητικές πληροφορίες, θα απέδιδε ρητώς την εν λόγω υποχρέωση στην καθ’ ης η αίτηση.  Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι η Επιτροπή δύναται, συμφώνως του άρθρου 23(2)(α) του Νόμου[10], να διερευνά και να αποφασίζει αναφορικώς με παραβάσεις των άρθρων 3 ή/και 6 και αυτεπαγγέλτως, καταλήγω ότι με την απόφαση για αναζήτηση διευκρινίσεων από τα Ε/Μ η καθ’ ης η αίτηση δεν ενήργησε καθ’ υπέρβαση των εξουσιών της ή κατά παράβαση του άρθρου 35 του Νόμου. 

 

Απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός των αιτητριών περί παράνομης χρήσης των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης που είχαν συλλεχθεί με απόφαση της Επιτροπής υπό την προηγούμενη συγκρότησή της, η οποία κρίθηκε παράνομη με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Στην απόφαση Salamis Shipping Services Ltd v Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, Αναθ. Έφεση αρ. 39/16, ημερ. 28.06.2023, ECLI:CY:AD:2023:C228, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως ορθή και απολύτως συμβατή με τη νομολογία (Μπάρτζος κ.α. ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ., ΑΗΚ ν. Ευσταθιάδη (2002) 3 Α.Α.Δ. 436) την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και την κατάληξη πως νόμιμα η Επιτροπή έκανε χρήση του υλικού του διοικητικού φακέλου, το οποίο είχε συλλεγεί στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας, δοθέντος ότι το μεμπτό αφορούσε την κακή συγκρότηση της Επιτροπής και τα στοιχεία κρίσης παρέμειναν απρόσβλητα.

 

Ως προς το ζήτημα του διενεργούμενου, βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ακυρωτικού ελέγχου και την ισχυριζόμενη παραβίαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, η νομολογία έχει προ πολλού δεσμευτικά αποκρυσταλλωθεί.  Στην απόφαση Πφάιζερ Ελλας Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία Φαρμακευτικών – Χημικών Προϊόντων και Κτηνοτρόφων (Pfizer HellasCyprus Branch) κ.ά. v Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ΕΔΔ αρ. 89/2016, ημερ. 26.07.2023, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο[11] επανέλαβε σχετικώς τα ακόλουθα:

 

«Ο δεύτερος λόγος έφεσης αφορά στον ισχυρισμό ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν παραβιάστηκαν τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα των Εφεσειόντων ιδίως αυτό του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και για πρόσβαση σε αποτελεσματική θεραπεία δυνάμει των ΄Αρθρων 6 και 13 της ΕΣΔΑ και του ΄Αρθρου 30 του Συντάγματος.

 

Η όλη επιχειρηματολογία των Εφεσειόντων δεν αντανακλά απολύτως την εδραιωμένη κυπριακή αλλά και ευρωπαϊκή νομολογία ότι η λειτουργία μιας διοικητικής Αρχής και η ακολουθητέα διαδικασία πληροί τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, εφόσον παρέχεται δυνατότητα πρόσβασης σε δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας για προσβολή της διοικητικής απόφασης. Βέβαια, η θέση του κ. Δημητριάδη είναι πως ο έλεγχος ενός διοικητικού Δικαστηρίου δεν είναι πλήρης, αφού περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας και δεν περιλαμβάνει έλεγχο ορθότητας, εκτός των φορολογικών υποθέσεων και συνεπώς η νομολογία αυτή δεν εφαρμόζεται. Δεν θα συμφωνήσουμε.

 

Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Αννίτα Φιλιππίδου ν. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Α.Ε. 7/16, 10.5.2023, ECLI:CY:AD:2023:C163, όπου είχε τεθεί παρόμοιος ισχυρισμός, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Είναι ορθό πως το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ καλύπτει και διοικητικές διαδικασίες που επιβάλλουν ποινικού τύπου κυρώσεις. Ορθό είναι επίσης πως η διαδικασία διερεύνησης, εκδίκασης και επιβολής διοικητικής κύρωσης έχει συντελεστεί από ένα Διοικητικό Όργανο οπότε όντως υπάρχει συνδυασμός αρμοδιοτήτων και ιδιοτήτων. Ωστόσο, έχει κριθεί πως δεν συντελείται τέτοια παράβαση, στις περιστάσεις που το Διοικητικό Όργανο, έστω και εάν δεν συμμορφώνεται αυστηρά στις προϋποθέσεις του Άρθρου 6, μπορεί εν τέλει να ελεγχθεί από Δικαστήριο με πλήρη δικαιοδοτικό έλεγχο. Στην υπόθεση Grande Stevens v. Italy Application nos 18640/10, 18647/10, 18663/10 et al. Judgment 4.3.2014 [Section II], σημειώνονται και τα εξής:

"Therefore, in administrative proceedings, the obligation to comply with Article 6 of the Convention does not preclude a 'penalty' being imposed by an administrative authority in the first instance. For this to be possible, however, decisions taken by administrative authorities which do not themselves satisfy the requirements of Article 6 para 1 of the Conventions must be subject to subsequent control by a judicial body that has full jurisdiction. The characteristics of a judicial body with full jurisdiction include the power to quash in all respects, on questions of fact and law, the decision of the body below. It must have jurisdiction to examine all questions of fact and law relevant to the dispute before it."

 

Στο Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 134αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Το Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης αναφέρεται σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου. Εκείνο που χρειάζεται σε περιπτώσεις όπου εκδίδονται από διοικητικά όργανα αποφάσεις καθοριστικές αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είναι η δυνατότητα πρόσβασης σε δικαστήριο για προσβολή της διοικητικής απόφασης.

Εφόσον προσφέρεται τέτοια δυνατότητα, αποκτά πλέον σημασία η έκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

Ως προς τους ισχυρισμούς περί παράβασης της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι σε περίπτωση όπου εξετάζεται παράβαση των ρυθμιστικών προνοιών του Νόμου, στον ιδιαίτερα ευαίσθητο και σημαντικό τομέα της ραδιοτηλεόρασης, η κρίση ως προς τα πράγματα, που από τη φύση τους ενδέχεται να χαρακτηρίζονται από λεπτές αποχρώσεις και πολλές διαβαθμίσεις, δικαιολογείται να αφήνεται, ως θέμα πολιτικής του Κράτους, σε ειδική ανεξάρτητη δημόσια Αρχή. Το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι η προσφερόμενη στο δικό μας σύστημα αναθεωρητική δικαιοδοσία είναι αρκετή. Δεν διακρίνεται λοιπόν παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, οι οποίοι εμπεριέχονται στο Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος».

 

Η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω το Δικαστήριο, περιοριζόμενο σε έλεγχο νομιμότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως Δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας και συνεπώς στοιχειοθετείται η θέση για παραβίαση του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

 

Δεν θα συμφωνήσουμε. Η Εφεσείουσα προσέβαλε όλες τις πτυχές της διοικητικής κρίσης, επικαλούμενη νομικούς λόγους και πλάνη περί τα πράγματα. Το πλάτος και εύρος των θέσεων της ακριβώς ήταν χαρακτηριστικό της εμβέλειας της δυνατότητας προσβολής της πράξης. Και το πρωτόδικο Δικαστήριο κάλυψε όλες τις εκφάνσεις και πτυχές των παραπόνων της, ώστε σίγουρα να μη μπορούμε να ομιλούμε για Δικαστήριο που δεν είχε πλήρη δικανικό έλεγχο. (Βλ. Sigma Radio Television Ltd v. Cyprus Application nos 32181/04 and 35122/05, Judgment 21/10/2011). O λόγος έφεσης απορρίπτεται».

 

Τα παραπάνω λεχθέντα ισχύουν απολύτως εν προκειμένω. Αυτό, εξ άλλου, ήταν στην ουσία και το ratio decidendi του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το οποίο συμφωνούμε.

 

Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ, SA-CAPITAL OY v. FINLAND, Application no. 5556/10, 14.2.2019, όπου στην παράγραφο 72 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«72. The Court furthermore recalls that is has consistently held that the obligation to comply with Article 6 of the Convention does not preclude a "penalty" being imposed by an administrative authority in the first instance, provided that decisions taken by an authority which does not itself satisfy the requirements of Article 6 § 1 of the Convention must be subject to subsequent control by a judicial body which does meet the said requirements and has full jurisdiction of review (see, inter alia, A. Menarini Diagnostics S.R.L., cited above, §§ 58-59, and Grande Stevens and Others, cited above, § 139). Thus, in the light of the Court's established case-law, it is not a requirement under Article 6 of the Convention that proceedings such as those concerning sanctions for breaches of competition law be conducted according to the classic model of a criminal trial».

 

Περαιτέρω, δεν θα συμφωνήσουμε με τον κ.Δημητριάδη πως η υπόθεση Sigma Radio Television Ltd ν. Cyprus Application nos 32181/04 and 35122/05, Judgment 21.10.2011, (Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 134), διαφοροποιείται της παρούσηςΑντιθέτως, τα δεδομένα της Sigma είναι κατά πολύ παρόμοια με τις περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης.

 

Ο δεύτερος λόγος ομοίως απορρίπτεται.».

 

 

Ως προς τον ισχυρισμό της Daimler για μη πλήρη πρόσβαση στους διοικητικούς φακέλους της υπόθεσης, κατά την ενώπιον της καθ’ ης η αίτηση διαδικασία, θα πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι, όπως το Γενικό Δικαστήριο επανέλαβε (με αναφορά σε προγενέστερη επί του θέματος νομολογία) στην απόφαση T‑671/19, Qualcomm, Inc. κατά Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ημερομηνίας 18.09.2024 (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«164    Το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, απόρροια της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα εξετάσεως του συνόλου των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο έρευνας και τα οποία ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνά της. Στα έγγραφα αυτά συγκαταλέγονται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, με εξαίρεση τα επιχειρηματικά απόρρητα άλλων επιχειρήσεων, τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες […].

 

Τούτο δε εξάλλου προβλέπει και η παράγραφος 27(2) του Κανονισμού 1/2003, σύμφωνα με την οποία (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου):

 

2. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των εμπλεκόμενων μερών, τα οποία έχουν το δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου της Επιτροπής, µε την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος των επιχειρήσεων για την προστασία του επιχειρηματικού απόρρητου. Το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης της Επιτροπής ή των αρχών ανταγωνισμού των κρατών µελών. Από το δικαίωμα πρόσβασης εξαιρούνται ιδίως η αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών µελών ή μεταξύ των τελευταίων, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που συντάσσονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 11 και 14. Καμία διάταξη της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Επιτροπή να δημοσιοποιεί και να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδειχθεί μια παράβαση.»

 

Εν πάση περιπτώσει, όπως επισημαίνει και η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση, από το πρακτικό της συνεδρία της καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 02.04.2014, προκύπτει ότι ελάχιστα ήταν τα στοιχεία, τα οποία κρίθηκαν ως εμπιστευτικά και δεν αποκαλύφθηκαν (στοιχεία που αφορούν τις απαντήσεις τρίτων μη εμπλεκομένων στην υπόθεση επιχειρήσεων, τιμολόγια, πελατολόγιο, ονόματα προμηθευτών και οι μη εξελεγμένοι λογαριασμοί του 2011 της εταιρείας Kapodistrias, οι οποίοι όμως δόθηκαν εξελεγμένοι αργότερα από την ίδια την καταγγέλλουσα εταιρεία προς τις αιτήτριες).

 

Ως προς το δικαίωμα πρόσβασης και επιθεώρησης του διοικητικού φακέλου κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας εξέτασης της παρούσας προσφυγής της, η κα Καλλή ορθώς υποβάλλει ότι η Daimler παρέλειψε να προωθήσει τυχόν αίτημά της με τον ορθό δικονομικό τρόπο.

 

Εν πάση δε περιπτώσει, επισημαίνεται ότι, κατά την ακρόαση των προσφυγών, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου το σύνολο του διοικητικού φακέλου, περιλαμβανομένων και των εμπιστευτικών εγγράφων και στοιχείων,  τα οποία είχα την ευκαιρία να μελετήσω για τους σκοπούς έκδοσης της παρούσας υπόθεσης.  Ως εκ τούτου, η καθ΄ ης η αίτηση έχει εν προκειμένω συμμορφωθεί με την υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη όλων των δεδομένων που περιβάλλουν την υπόθεση και των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη στην έκδοση της επίδικης διοικητικής πράξης, ώστε να ασκηθεί ο αναθεωρητικός έλεγχος αυτής.  Οι δε εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης αξιολογήθηκαν στη βάση του συνόλου των στοιχείων του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

 

Σε συμφωνία δε με την ευπαίδευτη δικηγόρο της καθ’ ης η αίτηση, καταλήγω, βάσει όλων των ενώπιόν μου στοιχείων, πως ο χρόνος που μεσολάβησε για σκοπούς διερεύνησης και διαπίστωσης της υπόθεσης ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογος, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της έκτασης των θεμάτων που έπρεπε να διερευνηθούν και να τύχουν αξιολόγησης, του χρόνου που αναλώθηκε για σκοπούς προάσπισης των συμφερόντων και υποβολής των θέσεων των διαδίκων και των αλλαγών που μεσολάβησαν σε σχέση με τη συγκρότηση της Επιτροπής.

 

Συνακόλουθα, δεν διαπιστώνω οποιονδήποτε βάσιμο λόγο ακύρωσης σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε.

 

V. Αξιολόγηση των σχετικών με την ουσία της υπόθεσης και τη διαπιστωθείσα παράβαση λόγων ακύρωσης:

 

Επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει διάσταση στις θέσεις των διαδίκων ως προς την καθοριστική σημασία του προσδιορισμού της σχετικής αγοράς κατά την εξέταση ενδεχόμενων παραβάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού, προέχει η εξέταση των επί του εν λόγω θέματος λόγων ακύρωσης. 

 

Ο προσδιορισμός της σχετικής αγοράς προϋποθέτει τον ορισμό, πρώτον, της αγοράς του σχετικού προϊόντος και, δεύτερον, της γεωγραφικής αγοράς.  Ο προσδιορισμός της γεωγραφικής αγοράς από την καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα υπόθεση («το σύνολο των περιοχών που τελούν υπό τον έλεγχο της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας»), δεν αμφισβητείται.  Επίδικο θέμα είναι η κατάληξη της Επιτροπής όσον αφορά την αγορά των σχετικών προϊόντων.

 

Σύμφωνα με τις εισαγωγικές παρατηρήσεις στην Ανακοίνωση της Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού (η οποία ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη για την παρούσα προσφυγή χρόνο, εφεξής η «Ανακοίνωση για τον ορισμό της σχετικής αγοράς»)[12]:

 

«2. Με τον ορισμό της αγοράς προσδιορίζονται τα όρια εντός των οποίων ασκείται ο ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων. Ο ορισμός αυτός επιτρέπει τον καθορισμό του πλαισίου εντός του οποίου η Επιτροπή εφαρμόζει την κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού. Βασικός στόχος του είναι ο συστηματικός εντοπισμός των περιορισμών τους οποίους υφίσταται ο ανταγωνισμός στον οποίο υπόκεινται οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις (2). Ο ορισμός μιας αγοράς, τόσο όσον αφορά τα προϊόντα όσο και τη γεωγραφική διάστασή της, έχει ως στόχο τον προσδιορισμό των πραγματικών ανταγωνιστών, οι οποίοι είναι σε θέση να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και να τις εμποδίσουν να ενεργούν ανεξάρτητα από τις πιέσεις που επιβάλλει ο πραγματικός ανταγωνισμός. Από την άποψη αυτή, ο ορισμός της αγοράς καθιστά δυνατό, μεταξύ άλλων, να υπολογιστούν τα μερίδια αγοράς, τα οποία προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη δύναμη στην αγορά για την αξιολόγηση μιας δεσπόζουσας θέσης ή για την εφαρμογή του άρθρου 85.».

 

Σύμφωνα δε με τις παραγράφους 7, 10, 11, 13, 14, 15, 16 και 17 της Ανακοίνωσης για τον ορισμό της σχετικής αγοράς:

 

«Ορισμός της αγοράς του σχετικού προϊόντος και της σχετικής γεωγραφικής αγοράς

 

7. […] Η αγορά του προϊόντος ορίζεται ως εξής:

 

«Η αγορά του σχετικού προϊόντος περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή και τις υπηρεσίες που είναι δυνατόν να εναλλάσσονται ή να υποκαθίστανται αμοιβαία από τον καταναλωτή, λόγω των χαρακτηριστικών, των τιμών και της χρήσης για την οποία προορίζονται».

[…]

Η έννοια της σχετικής αγοράς και οι στόχοι της κοινοτικής πολιτικής

10. Η έννοια της σχετικής αγοράς συνδέεται στενά με τους επιδιωκόμενους στόχους στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού. […]

11. […] Ο ορισμός των αγορών ενδέχεται επίσης να είναι απαραίτητος για την εφαρμογή του άρθρου 85 της συνθήκης και συγκεκριμένα προκειμένου να προσδιοριστεί αν περιορίζεται αισθητά ο ανταγωνισμός ή για να επαληθευτεί ότι πληρούται ο όρος που προβλέπεται στο άρθρο 85 παράγραφος 3 στοιχείο β) για την απαλλαγή από την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 1.

[…]

Βασικές αρχές για τον καθορισμό της αγοράς

 

Περιορισμοί λόγω του ανταγωνισμού

13. Τρεις είναι κυρίως οι περιορισμοί στους οποίους υπόκεινται οι επιχειρήσεις λόγω του ανταγωνισμού: δυνατότητα υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης, δυνατότητα υποκατάστασης στο επίπεδο της προσφοράς και δυνητικός ανταγωνισμός. Από οικονομική άποψη, για τον καθορισμό της αγοράς του σχετικού προϊόντος, η υποκατάσταση από την πλευρά της ζήτησης αποτελεί το πλέον άμεσο και αποτελεσματικό μέσο ελέγχου των προμηθευτών ενός δεδομένου προϊόντος, ιδίως όσον αφορά τις αποφάσεις τους για τον καθορισμό των τιμών. Μια επιχείρηση ή ένας όμιλος επιχειρήσεων δεν μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τους υφιστάμενους όρους πώλησης, όπως οι τιμές, αν είναι εύκολο για τους πελάτες της να στραφούν σε άλλα προϊόντα υποκατάστασης ή σε προμηθευτές που είναι εγκατεστημένοι αλλού. Βασικά, ο καθορισμός της αγοράς συνίσταται στον εντοπισμό των πραγματικών εναλλακτικών πηγών προμήθειας για τους πελάτες των εν λόγω επιχειρήσεων, τόσο από την άποψη των προϊόντων ή των υπηρεσιών όσο και από την άποψη της γεωγραφικής θέσης των προμηθευτών.

14. Οι περιορισμοί που προκύπτουν όσον αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης από την πλευρά της προσφοράς, εκτός από αυτούς που περιγράφονται στα σημεία 20 έως 23 και από τον δυνητικό ανταγωνισμό είναι, κατά κανόνα, λιγότερο άμεσοι και απαιτούν την ανάλυση και άλλων παραγόντων. Ως εκ τούτου, οι περιορισμοί αυτοί λαμβάνονται υπόψη στο στάδιο αξιολόγησης της ανάλυσης από την άποψη του ανταγωνισμού.

 

Υποκατάσταση από την πλευρά της ζήτησης

 

15. Η εκτίμηση της υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης συνεπάγεται καθορισμό του φάσματος των προϊόντων που ο καταναλωτής θεωρεί ως υποκατάστατα. Ένας τρόπος πραγματοποίησης του καθορισμού αυτού μπορεί να θεωρηθεί ως ένα διανοητικό πείραμα, στο πλαίσιο του οποίου υποθέτουμε μια μικρή αλλά διαρκή διακύμανση των σχετικών τιμών και αξιολογούμε τις πιθανές αντιδράσεις των πελατών. Ο ορισμός της αγοράς γίνεται κυρίως βάσει των τιμών για πρακτικούς λόγους και, πιο συγκεκριμένα, βάσει της υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης την οποία ενδέχεται να επιφέρουν οι μικρές αλλά διαρκείς μεταβολές των σχετικών τιμών. Η μέθοδος αυτή εξασφαλίζει σαφείς ενδείξεις όσον αφορά τα στοιχεία που είναι χρήσιμα για τον ορισμό των αγορών.

16. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει, αρχής γενομένης από το είδος των προϊόντων που οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις πωλούν και την περιοχή στην οποία πωλούν τα προϊόντα αυτά, να συμπεριληφθούν στον ορισμό της αγοράς ή να αποκλεισθούν και άλλα προϊόντα και περιοχές, ανάλογα με το αν ο ανταγωνισμός που ασκείται από τα άλλα αυτά προϊόντα και περιοχές επηρεάζει ή περιορίζει αισθητά τη στρατηγική των μερών όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών βραχυπρόθεσμα.

17. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι πελάτες των μερών θα στραφούν σε προϊόντα υποκατάστασης ή σε προμηθευτές που είναι εγκατεστημένοι αλλού, σε περίπτωση μικρής αλλά διαρκούς αύξησης (5%-10%), των σχετικών τιμών των προϊόντων στις υπό εξέταση περιοχές. Αν η υποκατάσταση καθιστά ανώφελη την αύξηση των τιμών, λόγω της μείωσης των πωλήσεων που αυτή συνεπάγεται, τα πρόσθετα προϊόντα υποκατάστασης και οι πρόσθετες περιοχές ενσωματώνονται στη σχετική αγορά μέχρις ότου το σύνολο προϊόντων και η γεωγραφική ζώνη είναι τέτοια που να καθιστούν αποδοτικές τις μικρές αλλά διαρκείς αυξήσεις των σχετικών τιμών. Ανάλογη είναι και η ανάλυση στις περιπτώσεις που αφορούν την συγκέντρωση της αγοραστικής δύναμης στις οποίες το σημείο εκκίνησης είναι ο προμηθευτής, και ο δοκιμαστικός έλεγχος των τιμών επιτρέπει τον προσδιορισμό των εναλλακτικών δικτύων διανομής ή σημείων πώλησης για τα προϊόντα του προμηθευτή. Κατά την εφαρμογή των αρχών αυτών, θα πρέπει να λαμβάνονται προσεκτικά υπόψη ορισμένες περιπτώσεις, όπως εκτίθεται στα σημεία 56 και 58.».

 

Σύμφωνα με τη σχετική επί του θέματος νομολογία του ΔΕΕ, η έννοια της σχετικής αγοράς σημαίνει ότι είναι δυνατό να υπάρξει πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που αποτελούν μέρος αυτής, γεγονός που προϋποθέτει επαρκή βαθμό εναλλαξιμότητας προκειμένου όλα τα προϊόντα ή υπηρεσίες, που αποτελούν μέρος της ίδιας αγοράς, να τυγχάνουν της ίδιας χρήσεως.  Η εναλλαξιμότητα ή υποκατάσταση δεν εκτιμάται μόνο σε σχέση με τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των επίμαχων προϊόντων και υπηρεσιών. Πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες του ανταγωνισμού και η διάρθρωση της ζητήσεως και της προσφοράς στην αγορά (C-179/16, F. Hoffmann-La Roche Ltd, ημερ. 23.01.2018, σκ. 51, C-307/18, Generics (UK) Ltd, ημερ. 30.01.2020, σκ. 129, C‑264/23, Booking.com BV, ημερ. 19.09.2024, σκ. 82).

 

Εν προκειμένω, κατά τις αιτήτριες, η καθ’ ης η αίτηση, λόγω πλάνης και ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας, καθόρισε εσφαλμένα τη σχετική αγορά, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τον εξαιρετικά στενό προσδιορισμό της, εφόσον σε αυτήν περιλήφθηκαν μόνο τα γνήσια ανταλλακτικά και αποκλείστηκαν τα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας, τα οποία αποτελούν ανταλλακτικά υψηλής ποιότητας, των οποίων η χρήση δεν θέτει σε κίνδυνο τη φήμη του συγκεκριμένου εξουσιοδοτημένου δικτύου.  Διατείνονται επιπλέον οι αιτήτριες ότι, λόγω του εσφαλμένου προσδιορισμού της σχετικής αγοράς, οι διαπιστώσεις της καθ’ ης η αίτηση ως προς τα μερίδια αγοράς τους είναι επίσης πεπλανημένες.

 

Το ζήτημα της σχετικής αγοράς προϊόντος απασχόλησε στο μέρος 4.4.1. της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 123-153), με την καθ’ ης η αίτηση να καταλήγει ότι η αγορά προϊόντος στην υπό εξέταση καταγγελία δυνατόν να οριστεί ως «η αγορά της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes-Benz».

 

Η καθ’ ης η αίτηση παρέπεμψε καταρχάς στην Ανακοίνωση για τον ορισμό της σχετικής αγοράς, σημειώνοντας το αντικείμενο της υπό εξέταση καταγγελίας, όπως αυτό προηγουμένως προσδιορίστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση και τους τομείς στους οποίους οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις (αιτήτριες και Ε/Μ) δραστηριοποιούνται.

 

Ακολούθως αναφέρθηκε στο άρθρο 1(1)(η) και (θ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 461/2010, σύμφωνα με το οποίο:

          «1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

          […]

η) «ανταλλακτικά», αγαθά που προορίζονται να τοποθετηθούν ή να συναρμολογηθούν σε αυτοκίνητο όχημα για να αντικαταστήσουν εξαρτήματα του αυτοκινήτου, περιλαμβανομένων των αναγκαίων για τη λειτουργία του αυτοκινήτου λιπαντικών, με την εξαίρεση των καυσίμων.

θ) «σύστημα επιλεκτικής διανομής», σύστημα διανομής στο οποίο ο προμηθευτής αναλαμβάνει να πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, άμεσα ή έμμεσα, μόνο σε διανομείς επιλεγμένους με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και εφόσον οι διανομείς αυτοί αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην πωλούν τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς στη γεωγραφική περιοχή εντός της οποίας εφαρμόζει το σύστημα αυτό ο προμηθευτής.».

 

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις σχετικές πρόνοιες των Συμπληρωματικών κατευθυντήριων γραμμών.  Οι παράγραφοι 15, 18, 19 και 20 αυτών, στις οποίες και οι αιτήτριες παραπέμπουν προς θεμελίωση του λόγου ακύρωσης περί εσφαλμένης οριοθέτησης της σχετικής αγοράς, αναφέρουν συγκεκριμένα τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου):

«(15) Δεδομένου ότι οι αγορές παροχής υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης και διανομής ανταλλακτικών συνήθως συνδέονται με συγκεκριμένα σήματα, ο ανταγωνισμός στις αγορές αυτές είναι από τη φύση του λιγότερο έντονος σε σύγκριση με τον ανταγωνισμό στις αγορές πώλησης καινουργών οχημάτων. Ενώ η αξιοπιστία των αυτοκινήτων έχει βελτιωθεί και τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των εργασιών συντήρησης έχουν επιμηκυνθεί, χάρη στη βελτίωση της τεχνολογίας, η εξέλιξη αυτή έχει ξεπεραστεί από την ανοδική τάση στις τιμές των μεμονωμένων εργασιών επισκευής και συντήρησης. Στις αγορές ανταλλακτικών, τα προϊόντα που φέρουν το σήμα του κατασκευαστή του αυτοκίνητου οχήματος αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από εκείνα που πωλούν οι προμηθευτές γνήσιων ανταλλακτικών (OES) και άλλοι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διατηρείται η πίεση στις τιμές στις αγορές αυτές, πράγμα που με τη σειρά του ασκεί πίεση στις τιμές στις αγορές επισκευής και συντήρησης, δεδομένου ότι στα ανταλλακτικά αντιστοιχεί μεγάλο ποσοστό του κόστους μιας μέσης επισκευής. Επιπλέον, τα έξοδα επισκευής και συντήρησης στο σύνολό τους αντιπροσωπεύουν πολύ μεγάλο μέρος του συνόλου της καταναλωτικής δαπάνης για τα αυτοκίνητα οχήματα, η οποία καθεαυτή αποτελεί σημαντικό τμήμα του μέσου προϋπολογισμού των καταναλωτών.

[…]

(18) Ένας από τους στόχους της Επιτροπής όσον αφορά την πολιτική ανταγωνισμού για την αυτοκινητοβιομηχανία είναι να προστατεύει την πρόσβαση των κατασκευαστών ανταλλακτικών στις δευτερογενείς αγορές αυτοκινήτων, ούτως ώστε τα ανταγωνιστικά σήματα ανταλλακτικών να εξακολουθήσουν να διατίθενται στους ανεξάρτητους και στους εξουσιοδοτημένους επισκευαστές, καθώς και στους χονδρεμπόρους ανταλλακτικών. Η διαθεσιμότητα αυτών των ανταλλακτικών παρέχει μεγάλα οφέλη στους καταναλωτές, δεδομένου μάλιστα ότι υπάρχουν συχνά μεγάλες διαφορές στις τιμές μεταξύ των ανταλλακτικών που πωλούνται ή μεταπωλούνται από τους κατασκευαστές του αυτοκινήτου και των εναλλακτικών ανταλλακτικών. Εναλλακτικές λύσεις των ανταλλακτικών που φέρουν το σήμα του κατασκευαστή του αυτοκινήτου οχήματος (ανταλλακτικά OEM) περιλαμβάνουν τα γνήσια ανταλλακτικά που κατασκευάζουν και διανέμουν οι προμηθευτές γνήσιου εξοπλισμού (ανταλλακτικά OES), ενώ άλλα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας με τα γνήσια προσφέρονται από τους κατασκευαστές ανταλλακτικών «εφάμιλλης ποιότητας».

(19) «Γνήσια ανταλλακτικά ή εξοπλισμός» είναι τα ανταλλακτικά ή ο εξοπλισμός που κατασκευάζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα παραγωγής που παρέχει ο κατασκευαστής του αυτοκίνητου οχήματος για την παραγωγή ανταλλακτικών ή εξοπλισμού για τη συναρμολόγηση του συγκεκριμένου αυτοκίνητου οχήματος. Αυτά περιλαμβάνουν τα ανταλλακτικά ή τον εξοπλισμό που κατασκευάζονται στην ίδια γραμμή παραγωγής με τα εν λόγω ανταλλακτικά ή εξοπλισμό. Εφόσον δεν αποδεικνύεται το αντίθετο, τεκμαίρεται ότι τα ανταλλακτικά είναι γνήσια, αν ο κατασκευαστής τους πιστοποιεί ότι η ποιότητά τους είναι εφάμιλλη με την ποιότητα των εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται για τη συναρμολόγηση του συγκεκριμένου αυτοκίνητου οχήματος και έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα παραγωγής του αυτοκίνητου οχήματος […]

(20) Για να θεωρούνται «εφάμιλλης ποιότητας», τα ανταλλακτικά πρέπει να είναι αρκετά υψηλής ποιότητας ώστε η χρήση τους να μη θέτει σε κίνδυνο τη φήμη του συγκεκριμένου εξουσιοδοτημένου δικτύου. […]».

 

Σημειώνοντας ακολούθως ότι, κατά την πάγια πρακτική και τη νομολογία, η οριοθέτηση της σχετικής αγοράς κάθε υπόθεσης βασίζεται σε μία πολύπλευρη προσέγγιση, λαμβανομένων υπόψη όλων των διαθέσιμων στοιχείων και αποδεικτικών μέσων που μπορεί να είναι χρήσιμα για την εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης, με το εύρος των εν λόγω στοιχείων να μην είναι ούτε προκαθορισμένο, ούτε εξαντλητικό ή δεσμευτικό, η καθ’ ης η αίτηση επεσήμανε ότι, για την εξαγωγή συμπερασμάτων στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν λήφθηκαν υπόψη μόνο οι απόψεις και οι απαντήσεις των Ε/Μ και ανταγωνιστών των αιτητριών, ως ο σχετικός ισχυρισμός τους, αλλά το σύνολο των εγγράφων του διοικητικού φακέλου, ο οποίος περιλαμβάνει τις θέσεις και απαντήσεις όλων των εμπλεκομένων μερών, τρίτων εταιρειών, καθώς και οικονομικά, στατιστικά και λοιπά στοιχεία.

 

Απορρίπτοντας τις θέσεις των αιτητριών στην ενώπιόν της διαδικασία, επεσήμανε ότι η σχετική αγορά, ως είχε καθορισθεί και κοινοποιηθεί προς τα εμπλεκόμενα μέρη της υπόθεσης, είναι η αγορά της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών, στην οποία δραστηριοποιούνται όλες οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, και όχι η αγορά του επόμενου σταδίου, ήτοι της χονδρικής πώλησης των ανταλλακτικών εντός της κυπριακής αγοράς.  Ως εκ τούτου, ως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα μερίδια αγοράς υπολογίστηκαν στη βάση των εισαγωγών και όχι των πωλήσεων των αιτητριών. 

 

Ακολούθως, η καθ’ ης η αίτηση αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην οποία γίνεται διάκριση στον τρόπο διάθεσης των ανταλλακτικών (επίσημο κανάλι και ανεξάρτητη δευτερογενής αγορά, η οποία αφορά την εμπορία ανταλλακτικών μετά την αγορά του οχήματος από τον καταναλωτή) και δευτερευόντως στις κατηγορίες των ανταλλακτικών (γνήσια με σήμα κατασκευαστή αυτοκινήτου (OEM)[13] ή γνήσια με σήμα κατασκευαστή ανταλλακτικού (OES)[14] ή εφάμιλλης ποιότητας).  Ως επισημαίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασχολήθηκε με τον διαχωρισμό της αγοράς όχι στη βάση του είδους του ανταλλακτικού, ως η υπό εξέταση υπόθεση, αλλά του πωλητή αυτού, πλην όμως η καθ’ ης η αίτηση έκανε χρήση της εν λόγω νομολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο βαθμό που γίνεται φανερή η διάκριση των ανταλλακτικών με σήμα κατασκευαστή αυτοκινήτου από τα υπόλοιπα είδη ανταλλακτικών.  Θεωρεί δε η καθ’ ης η αίτηση πως δεν λαμβάνονται σε καμία περίπτωση υπόψη τα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας στη σχετική αγορά, αλλά μόνο τα γνήσια και δη τα γνήσια με σήμα κατασκευαστή αυτοκινήτου. 

 

Παραπέμποντας στις παραγράφους 35 - 43 της Ανακοίνωσης για τον ορισμό της σχετικής αγοράς ως προς τα στοιχεία από τα οποία μπορεί να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα όσον αφορά την αγορά του σχετικού προϊόντος (χαρακτηριστικά και χρήση για την οποία προορίζεται, στοιχεία που αποδεικνύουν την υποκατάσταση στο πρόσφατο παρελθόν, ποσοτικοί δοκιμαστικοί έλεγχοι στο πλαίσιο διαφόρων οικονομετρικών και στατιστικών προσεγγίσεων, απόψεις των πελατών και των ανταγωνιστών, προτιμήσεις των καταναλωτών, φραγμοί και δαπάνες που συνδέονται με τη μετατόπιση της ζήτησης σε δυνητικά υποκατάστατα, διάφορες κατηγορίες πελατών και διακρίσεις ως προς τις τιμές), η καθ’ ης η αίτηση επεσήμανε ότι ο κατάλογος των εν λόγω στοιχείων, για την αξιολόγηση της δυνατότητας υποκατάστασης μεταξύ δύο προϊόντων από πλευράς ζήτησης, δεν είναι εξαντλητικός, ούτε σωρευτικός.  Εντούτοις, ως αναφέρει, η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε και ερεύνησε στη βάση των ενώπιόν της στοιχείων αρκετούς από τους εν λόγω παράγοντες.

 

Συγκεκριμένα, η καθ’ ης η αίτηση έλαβε υπόψη τη συσχέτιση επιπέδου τιμών ή/και τη σύγκλισή τους και τα στοιχεία με τις πωλήσεις σε ανταλλακτικά που φέρουν το σήμα κατασκευαστή ανταλλακτικών και σε ανταλλακτικά που φέρουν το σήμα κατασκευαστή αυτοκινήτου (Mercedes-Benz), τα οποία δόθηκαν από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes-Benz και την CIC και τα οποία παρατίθενται σε σχετικούς πίνακες στην προσβαλλόμενη απόφαση.  Κατέληξε έτσι στη διαπίστωση ότι οι καταναλωτές φαίνεται να επιλέγουν μεταξύ των ανωτέρω κατηγοριών ανταλλακτικών με βάση, μεταξύ άλλων, την τιμή και το κύρος του κατασκευαστή ανταλλακτικών.  Επιπλέον, συμπέρανε την προτίμηση του κύπριου καταναλωτή για αγορά ανταλλακτικών που φέρουν το σήμα κατασκευαστή αυτοκινήτου (Mercedes-Benz).  Λαμβάνοντας δε υπόψη στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφορικά με τον αριθμό εγγεγραμμένων επιβατηγών αυτοκινήτων, επεσήμανε τη σημαντικότητα του σήματος της Mercedes-Benz στην Κύπρο και της αγοράς αυτοκινήτων γενικότερα.

 

Περαιτέρω, η καθ’ ης η αίτηση έλαβε υπόψη και τις απόψεις των ανταγωνιστών, καθώς και των εμπλεκομένων στην υπόθεση επιχειρήσεων, καταγράφοντας τα ακόλουθα στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 136), ως προς τις κατηγορίες των ανταλλακτικών αυτοκινήτων (για τις οποίες δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ των διαδίκων) αλλά και τη θέση τους ως προς τη δυνατότητα υποκατάστασης:

«Οι καταγγέλλουσες εταιρείες, σύμφωνα με τις απόψεις τους, δήλωσαν ότι η αγορά δυνατό να διακριθεί στις παρακάτω κατηγορίες:

(α) Γνήσια ανταλλακτικά (Original Parts): Τα ανταλλακτικά που κατασκευάζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα παραγωγής που παρέχει ο κατασκευαστής του αυτοκινήτου για την παραγωγή ανταλλακτικών ή εξοπλισμού για τη συναρμολόγηση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου. Τα γνήσια ανταλλακτικά δύνανται να διαχωριστούν στις εξής υποκατηγορίες:

(i) Ανταλλακτικά κατασκευασμένα από τις ίδιες τις αυτοκινητοβιομηχανίες στους δικούς τους χώρους κατασκευής (in house products).

(ii) Ανταλλακτικά που παράγονται από ανεξάρτητους κατασκευαστές προϊόντων και για τα οποία οι αυτοκινητοβιομηχανίες διατηρούν το δικαίωμα του βιομηχανικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος (Captive Part).

(iii) Ανταλλακτικά που παράγονται από εταιρείες κατασκευής γνήσιων προϊόντων που προμηθεύουν τις αυτοκινητοβιομηχανίες και οι οποίες διαθέτουν παράλληλα τα προϊόντα τους και στη δευτερογενή αγορά. 

(iv) Ανταλλακτικά που τεκμαίρεται ότι είναι γνήσια, εφόσον ο κατασκευαστής τους πιστοποιεί ότι η ποιότητά τους είναι εφάμιλλη με την ποιότητα των εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται για τη συναρμολόγηση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα παραγωγής του αυτοκινήτου.

 

(β) Εφάμιλλα ανταλλακτικά (Matching parts): είναι ανταλλακτικά υψηλής ποιότητας, ώστε η χρήση τους να μη θέτει σε κίνδυνο τη φήμη του συγκεκριμένου εξουσιοδοτημένου δικτύου.

 

Αναφορικά με τη δυνατότητα υποκατάστασης των γνήσιων ανταλλακτικών με τα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας, οι καταγγέλλουσες εταιρείες ανέφεραν ότι, είναι πολύ περιορισμένη. Αν και υπάρχει κάποια αγοραστική ζήτηση για ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας, λόγω της πιο προσιτής τιμής τους, πολλά ανταλλακτικά δεν είναι διαθέσιμα παρά μόνο σε γνήσια συσκευασία της εταιρείας Daimler. Οι εταιρείες Kapodistrias και Kyros δήλωσαν επίσης ότι, πέραν των ανταλλακτικών της υποκατηγορίας α(iii), που θεωρούνται γνήσια και όμοιας και ισάξιας ποιότητας με τα ανταλλακτικά Daimler, δεν υπάρχει η δυνατότητα προμήθειας και διάθεσης άλλων αντίστοιχων ανταλλακτικών. 

 

Η καταγγελλόμενη εταιρεία Daimler δήλωσε ότι τα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας προσφέρουν τις ίδιες λειτουργίες με τα γνήσια (OEM/OES) ανταλλακτικά. Επιπλέον, για να θεωρηθεί «εφάμιλλης ποιότητας», ένα ανταλλακτικό πρέπει να είναι αρκετά υψηλής ποιότητας, ώστε η χρήση του να μην θέτει σε κίνδυνο τη φήμη του συγκεκριμένου εξουσιοδοτημένου δικτύου. Στο πλαίσιο αυτό, η Daimler θεωρεί ότι, τα γνήσια (OEM/OES) ανταλλακτικά και τα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας είναι εναλλάξιμα, παρόλο που τα γνήσια (OEM/OES) ανταλλακτικά υποβάλλονται συχνά σε μια αυστηρότερη διαδικασία διασφάλισης της ποιότητας.».

 

Ακολούθως, η καθ’ ης η αίτηση αναφέρθηκε στα ερωτηματολόγια που, κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας, απεστάλησαν στους μεγαλύτερους εισαγωγείς γνήσιων ανταλλακτικών με το σήμα της Daimler, έτσι ώστε να ληφθούν στοιχεία για την αγορά και συγκεκριμένα για τη διαθεσιμότητα των προϊόντων, καθώς και την αξία των εισαγωγών και πωλήσεών τους για τους σκοπούς καθορισμού των μεριδίων αγοράς.  Από τις απαντήσεις των εν λόγω εισαγωγέων (οι οποίες καταγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση), η καθ’ ης η αίτηση κατέληξε καταρχάς στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό του συνόλου των ανταλλακτικών για αυτοκίνητα της Daimler που μπορούν να εξασφαλιστούν από τους ανεξάρτητους κατασκευαστές γνησίων προϊόντων κυμαίνεται ανάλογα με τον τομέα εξειδίκευσης της κάθε επιχείρησης, το δε μεγάλο εύρος ποσοστού αναφορικά με τις ελλείψεις ανταλλακτικών οφείλεται στην εξειδίκευση της κάθε εταιρείας και όχι στη χαμηλή εμπορευσιμότητα κάποιων προϊόντων, ούτε στην έλλειψη έρευνας από μέρους της Υπηρεσίας, ως ήταν ο ισχυρισμός των αιτητριών.  Επιπλέον έκρινε πως, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέθεσαν οι εισαγωγείς ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes-Benz, αυτοί επηρεάζονται από το σύστημα επιλεκτικής διανομής, αναφορικά με τη διαθεσιμότητα των προϊόντων, εφόσον έχουν δηλώσει ότι ακόμα και με τη χρήση ανταλλακτικών σε συσκευασία κατασκευαστή ανταλλακτικών υπάρχει έλλειψη από 15% έως και 75% στην κάλυψη των αναγκών τους, αναλόγως της ειδίκευσης της κάθε εταιρείας/εισαγωγέα. 

 

Η καθ’ ης η αίτηση επεσήμανε επιπλέον ότι τα Ε/Μ αναγνώρισαν πως η ποιότητα των ανταλλακτικών που κατασκευάζουν οι εταιρείες ανταλλακτικών είναι ακριβώς η ίδια με αυτά που χρησιμοποιεί η ίδια η Daimler κατά την κατασκευή των οχημάτων της ως εξαρτήματα πρώτης τοποθέτησης, με μοναδική τους διαφορά τη συσκευασία τους.  Σχολιάζοντας δε τη θέση της Daimler ότι η μη διαθεσιμότητα από ανεξάρτητους κατασκευαστές μέρους των ανταλλακτικών που κατασκευάζει η ίδια οφείλεται στις περισσότερες περιπτώσεις στο γεγονός ότι αυτά ενέχουν τις λιγότερες πωλήσεις, η καθ’ ης η αίτηση επεσήμανε πως συγκεκριμένο ποσοστό ανταλλακτικών που κατασκευάζει η Daimler, ως η ίδια ανέφερε, προστατεύονται από δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου δεν μπορούν να παράγονται και να πωλούνται στη δευτερογενή αγορά εντός της ΕΕ.

 

Εξετάζοντας στη συνέχεια το επίπεδο των τιμών, στη βάση σχετικών καταλόγων ανταλλακτικών ταχείας κατανάλωσης που καταρτίστηκαν από την CIC και τα Ε/Μ (κατόπιν αιτήματος της Υπηρεσίας κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής έρευνας), η καθ’ ης η αίτηση απέρριψε τον ισχυρισμό της CIC ότι είναι φθηνότερη.

 

Αναφορικώς με τη θέση που οι αιτήτριες είχαν προβάλει κατά την ενώπιόν της διαδικασία (και επαναλαμβάνουν ως λόγο ακύρωσης με τις παρούσες προσφυγές) ότι εσφαλμένα παρέλειψε να εφαρμόσει τη μεθοδολογία του SNIPP test, η καθ’ ης η αίτηση, παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος αρθρογραφία και σε νομολογία της Ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού, ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί παράλειψης εφαρμογής της μεθοδολογίας του SSNIP τεστ, επισημαίνεται, σχετικώς, ότι καταρχήν το SSNIP τεστ σπανίως χρησιμοποιείται στην πράξη από τις αρχές ανταγωνισμού.  Στην ουσία, το SSNIP τεστ χρησιμοποιείται κατά την εκτίμηση της υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης και αποτελεί ένα διανοητικό πείραμα, στο πλαίσιο του οποίου γίνεται υπόθεση για μικρή, αλλά διαρκή διακύμανση των σχετικών τιμών και αξιολογούνται οι πιθανές αντιδράσεις των πελατών. Η τιμή που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η επικρατούσα τιμή στην υπό εξέταση αγορά, η οποία όμως ενδέχεται να έχει καθοριστεί σε πλαίσιο μη επαρκούς ανταγωνισμού.  Ως αποτέλεσμα, το SSNIP τεστ μπορεί να οδηγήσει σε ορισμό της σχετικής αγοράς κατά τρόπο υπερβολικά ευρύ και, τα προβλήματα αυτού, γίνονται ευρέως αποδεκτά τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία.».

 

Αξιολογώντας, ακολούθως, τις θέσεις και τις απόψεις των αιτητριών σε σχέση με τη δυνατότητα υποκατάστασης από την πλευρά της προσφοράς, η καθ’ ης η αίτηση κατέληξε πως οι ανεξάρτητοι προμηθευτές ανταλλακτικών, οι οποίοι προμηθεύουν και την Daimler με γνήσια ανταλλακτικά, έχουν την ικανότητα να μετατοπίσουν άμεσα την παραγωγή τους, χωρίς σημαντικό πρόσθετο κόστος και χωρίς να διατρέχουν σημαντικό επιπλέον κίνδυνο, εφόσον, ως και τα Ε/Μ αναγνώρισαν, οι ανεξάρτητοι προμηθευτές ανταλλακτικών κατασκευάζουν για λογαριασμό της Daimler ανταλλακτικά που φέρουν το εμπορικό σήμα της Mercedes-Benz, ενώ παράλληλα από την ίδια γραμμή παραγωγής κατασκευάζονται και ανταλλακτικά με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά, τα οποία διοχετεύονται στην αγορά με το δικό τους εμπορικό σήμα (ανταλλακτικά τύπου OES).

Σε σχέση όμως με τους κατασκευαστές ανταλλακτικών εφάμιλλης ποιότητας, η καθ’ ης η αίτηση έκρινε ότι δεν ισχύει το ίδιο, θεωρώντας ότι το κόστος για την αλλαγή παραγωγής από ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας σε γνήσια είναι υψηλότερο και εν πάση περιπτώσει αδύνατο να υπολογιστεί με ακρίβεια.  Προς ενίσχυση δε της εν λόγω κρίσης της, η καθ’ ης η αίτηση επεσήμανε ότι η ίδια η Daimler αναγνώρισε ότι τα γνήσια (OEM/OES) ανταλλακτικά υποβάλλονται συχνά σε μια αυστηρότερη διαδικασία διασφάλισης της ποιότητας.

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξία των πωλήσεων των γνήσιων ανταλλακτικών με σήμα κατασκευαστή αυτοκινήτου είναι κατά 400% υψηλότερη από την αξία των πωλήσεων ανταλλακτικών με σήμα κατασκευαστή ανταλλακτικού, η καθ’ ης η αίτηση κατέγραψε στη συνέχεια την εκτίμηση ότι στα μάτια του καταναλωτή υπάρχει διαφορά στα χαρακτηριστικά και την ποιότητα των δύο κατηγοριών των γνήσιων ανταλλακτικών.  Απορρίπτοντας δε τις επί της εν λόγω διαπίστωσης θέσεις της Daimler, παρέπεμψε σε αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις οποίες καθορίστηκε ξεχωριστή σχετική αγορά για επώνυμα προϊόντα πολυτελείας.

Ως προς τη μη συμπερίληψη των ανταλλακτικών εφάμιλλης ποιότητας μαζί με τα γνήσια στη σχετική αγορά προϊόντος, η καθ’ ης η αίτηση παρέπεμψε εκ νέου στις παραγράφους 15 και 18 των Συμπληρωματικών κατευθυντήριων γραμμών (ανωτέρω) και απορρίπτοντας την ερμηνεία που αποδίδουν σε αυτές οι αιτήτριες, κατέληξε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρεται σε εναλλακτικές λύσεις και μόνο, τα δε ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας καταγράφονται απλά ως «άλλα» ανταλλακτικά.  Έκρινε, δηλαδή, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν προβαίνει σε καθορισμό της σχετικής αγοράς, ζήτημα το οποίο αφορά κάθε υπόθεση ξεχωριστά, ανάλογα με τη φύση του προβλήματος που δημιουργείται όσον αφορά τον ανταγωνισμό.  Επιπλέον, σημείωσε πως οι αιτήτριες, πέραν από την ερμηνεία των σχετικών κατευθυντήριων γραμμών, δεν έδωσαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους ως προς την ένταξη των ανταλλακτικών εφάμιλλης ποιότητας στην ίδια σχετική αγορά με τα γνήσια, ως εναλλάξιμα αυτών.

 

Στη βάση των ανωτέρω διαπιστώσεων, η καθ’ ης η αίτηση κατέληξε στα ακόλουθα:

«Συνακόλουθα, η Επιτροπή, με βάση όλα όσα καταγράφηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω και ιδιαίτερα στο πλαίσιο της καταγγελίας, η οποία αφορά τη χονδρική προμήθεια των γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα της εταιρείας Daimler στη δευτερογενή αγορά, και συγκεκριμένα των οχημάτων Mercedes-Benz, στην οποία δραστηριοποιούνταν οι εταιρείες Kapodistrias και Kyros, καταλήγει ότι η αγορά προϊόντος στην υπό εξέταση καταγγελία δυνατόν να οριστεί ως η αγορά της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes-Benz.

Περαιτέρω, η Επιτροπή έχοντας ως βάση τη σχετική νομολογία, τα δεδομένα της υπόθεσης και όσα καταγράφηκαν ανωτέρω, καθώς και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω σχετική αγορά της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes Benz δύναται να διαχωριστεί στις υποαγορές:

(i) γνήσια ανταλλακτικά που φέρουν το σήμα Mercedes-Benz, ήτοι του κατασκευαστή αυτοκινήτου και,

(ii) γνήσια ανταλλακτικά που φέρουν το σήμα του κατασκευαστή των ανταλλακτικών.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η σχετική αγορά της χονδρικής προμήθειας ανταλλακτικών, θα μπορούσε να διαχωριστεί σε περαιτέρω υποαγορές αναλόγως του είδους και της χρησιμότητας του κάθε ανταλλακτικού, όπως παρατηρήθηκε στη νομολογία που καταγράφηκε ανωτέρω.

Εφόσον όμως, το αντικείμενο της υπό εξέταση καταγγελίας είναι η απαγόρευση της χονδρικής προμήθειας όλων των γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes Benz με το σήμα του κατασκευαστή αυτοκινήτου προς τις εταιρείες Kapodistrias και Kyros/ανεξάρτητους χονδρέμπορους, η Επιτροπή δεν κρίνει αναγκαίο τον επιμέρους διαχωρισμό της σχετικής αγοράς, καθότι τα δεδομένα της καταγγελίας δεν έχει διαφανεί να αφορούν, αλλά ούτε έχει καταγγελθεί οποιαδήποτε παράβαση του Νόμου, για ορισμένο μόνο τύπο/είδος ανταλλακτικού για οχήματα Mercedes-Benz. Τουναντίον, η καταγγελία για παράβαση του Νόμου αφορά όλα τα ανταλλακτικά που φέρουν το σήμα του κατασκευαστή του οχήματος, ήτοι της Mercedes-Benz που διέθεταν πριν την απαγόρευση από την εταιρεία Daimler, οι εταιρείες Kapodistrias και Kyros.

Επίσης, η Επιτροπή σημειώνει την αναφορά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ανακοίνωση της για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς, όπου στην παράγραφο 2 αυτής καταγράφεται ότι: «με τον ορισμό της αγοράς προσδιορίζονται τα όρια εντός των οποίων ασκείται ο ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων. Ο ορισμός αυτός επιτρέπει τον καθορισμό του πλαισίου εντός του οποίου η Επιτροπή εφαρμόζει την κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού. Βασικός στόχος του είναι ο συστηματικός εντοπισμός των περιορισμών τους οποίους υφίσταται ο ανταγωνισμός στον οποίο υπόκεινται οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Ο ορισμός μιας αγοράς, τόσο όσον αφορά τα προϊόντα όσο και τη γεωγραφική διάστασή της, έχει ως στόχο τον προσδιορισμό των πραγματικών ανταγωνιστών, οι οποίοι είναι σε θέση να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και να τις εμποδίσουν να ενεργούν ανεξάρτητα από τις πιέσεις που επιβάλλει ο πραγματικός ανταγωνισμός [….].»

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, λαμβάνοντας καθοδήγηση από τις διάφορες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και για τους λόγους που καταγράφηκαν ανωτέρω, ομόφωνα καταλήγει ότι, στην παρούσα καταγγελία η σχετική αγορά προϊόντος, η οποία θα αξιολογηθεί ακολούθως είναι η ευρεία αγορά της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes-Benz και η υποαγορά της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών που φέρουν το σήμα Mercedes-Benz, δηλαδή του κατασκευαστή αυτοκινήτου.».

 

Ακολούθως η καθ’ ης η αίτηση προχώρησε στον προσδιορισμό των μεριδίων αγοράς των αιτητριών, διευκρινίζοντας ότι αυτά υπολογίστηκαν στη βάση της αξίας των αγορών/εισαγωγών τους και όχι με βάση τις πωλήσεις τους στο επόμενο στάδιο της αγοράς.  Κατέληξε δε ότι τα μερίδια αγοράς των αιτητριών είναι υψηλότερα από τα ανώτατα όρια μεριδίου αγοράς που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 330/2010, τόσο στην ευρύτερη σχετική αγορά της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes-Benz, όσο και στην υποαγορά της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών που φέρουν το σήμα Mercedes-Benz.

 

Με βάση τα ανωτέρω, το ερώτημα που καλείται εν προκειμένω το Δικαστήριο να απαντήσει είναι κατά πόσον η καθ’ ης η αίτηση, η οποία έχει το σχετικό βάρος απόδειξης των παραβάσεων τις οποίες διαπίστωσε, καταλήγοντας στην οριοθέτηση της σχετικής αγοράς ως της αγοράς της χονδρικής προμήθειας γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα Mercedes Benz (αποκλείοντας, δηλαδή, από αυτήν τα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας), έλαβε υπόψη το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων για τον εντοπισμό των περιορισμών, τους οποίους υφίσταται ο ανταγωνισμός στον οποίο υπόκεινται οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και αν τα εν λόγω δεδομένα μπορούσαν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν ως προς τις πιέσεις που επιβάλλει ο πραγματικός ανταγωνισμός, χωρίς η Επιτροπή να υποπέσει σε προφανές σφάλμα εκτιμήσεως. 

 

Oι ευπαίδευτοι δικηγόροι της CIC, προς θεμελίωση του λόγου ακύρωσης περί πλάνης και ελλιπούς έρευνας, εισηγούνται ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, που η καταγγελία αφορούσε ανταλλακτικά για οχήματα Mercedes-Benz, το κρίσιμο και βασικό ερώτημα, που η Επιτροπή καλείτο να απαντήσει κατά τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς, ήταν ποια ανταλλακτικά έχουν τέτοια χαρακτηριστικά ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να χρησιμοποιήσει είτε το ένα είτε το άλλο σε περίπτωση που χρειάζεται κάποιο ανταλλακτικό για όχημα Mercedes-Benz.  Κατά την εισήγηση, η καθ’ ης η αίτηση, προσδιορίζοντας τη σχετική αγορά περιοριστικά (συγκαταλέγοντας σε αυτήν μόνο τα γνήσια ανταλλακτικά), απέκλεισε από τη σχετική αγορά τα εφάμιλλα ανταλλακτικά υπό πλάνη, χωρίς οποιαδήποτε έρευνα και αιτιολογία και χωρίς να ακολουθήσει τις Συμπληρωματικές κατευθυντήριες γραμμές.  Τούτο δε χωρίς οποιαδήποτε διερεύνηση και αξιολόγηση των απόψεων των καταναλωτών/πελατών των εμπλεκομένων εταιρειών, όπως προβλέπεται στην Ανακοίνωση για τον ορισμό της σχετικής αγοράς ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται για τη συγκέντρωση στοιχείων για τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς.  Επιπλέον, κατά την εισήγηση, η καθ’ ης η αίτηση αγνόησε τα στοιχεία που η αιτήτρια παρέθεσε κατά την εξέταση της υπόθεσης και τα οποία επιβεβαίωναν ότι, μετά την εφαρμογή του επίδικου συστήματος επιλεκτικής διανομής, ο όγκος των πωλήσεων της CIC δεν αυξήθηκε αλλά αντιθέτως μειώθηκε σημαντικά στα έτη που ακολούθησαν, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι τόσο τα γνήσια όσο και τα εφάμιλλα ανταλλακτικά αποτελούν μέρος της ίδιας αγοράς και θεωρούνται εναλλάξιμα από τους καταναλωτές.

 

Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της Daimler, προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους περί εσφαλμένης οριοθέτησης της σχετικής αγοράς, υποβάλλουν, καταρχάς, πως η καθ’ ης η αίτηση εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τον προβλεπόμενο στην Ανακοίνωση για τον ορισμό της σχετικής αγοράς έλεγχο «SSNIP», ώστε να ελέγξει τη δυνατότητα υποκατάστασης των επίδικων προϊόντων από την πλευρά της ζήτησης.  Επιπλέον, κατά τη θέση τους, σε μία υπόθεση που αφορά το δίκαιο του ανταγωνισμού, το κεντρικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί κατά την οριοθέτηση της σχετικής αγοράς, είναι εάν μία αύξηση των σχετικών τιμών δύο ή περισσότερων προϊόντων είναι ικανή να οδηγήσει ένα σημαντικό αριθμό καταναλωτών σε ανταγωνιστικά προϊόντα, ώστε η εν λόγω αύξηση των τιμών να καταστεί μη κερδοφόρα.  Στην υπό εξέταση υπόθεση, για παράδειγμα, το ερώτημα που θα έπρεπε να απαντηθεί ήταν εάν μία αύξηση των σχετικών τιμών των ανταλλακτικών με το εμπορικό σήμα της Mercedes-Benz, θα οδηγούσε ένα σημαντικό αριθμό καταναλωτών να στραφούν σε ανταλλακτικά OES και/ή εφάμιλλης ποιότητας, ώστε η αύξηση να μην ήταν κερδοφόρα.

 

Περαιτέρω, κατά τους ευπαιδεύτους δικηγόρους της Daimler, ο ορισμός της σχετικής αγοράς με βάση τις διαφορές στα επίπεδα των τιμών δύο ή περισσότερων προϊόντων είναι εσφαλμένος, ιδιαίτερα εάν οι διαφορές στις τιμές αντικατοπτρίζουν αντικειμενικές ή υποκειμενικές διαφορές στην ποιότητα των εν λόγω προϊόντων και/ή των συνοδευτικών υπηρεσιών προώθησης ή διανομής τους.  Κατά την εισήγηση, τυχόν χρήση των διαφορών στα απόλυτα επίπεδα των τιμών για τον ορισμό των σχετικών αγορών, θα οδηγούσε στον διαχωρισμό των επώνυμων από τα μη επώνυμα προϊόντα (τα οποία πωλούνται σε υψηλότερες τιμές), έστω και εάν τα δύο προϊόντα έχουν ταυτόσημα χαρακτηριστικά και χρήση ή έστω και εάν υπάρχει ανταγωνιστική αλληλεπίδραση μεταξύ τους.  Σύμφωνα με την εισήγηση των ευπαιδεύτων δικηγόρων της Daimler, οι οποίοι παραπέμπουν σε αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικές με επώνυμα και μη προϊόντα, το ερώτημα που θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να απαντηθεί κατά τον ορισμό της σχετικής αγοράς είναι σε ποιο βαθμό η τιμολογιακή συμπεριφορά των επώνυμων προϊόντων περιορίζεται από την τιμολόγηση των μη επώνυμων.  Αν η τιμή των επώνυμων προϊόντων περιορίζεται από αυτή των μη επώνυμων, τότε τα επώνυμα και μη επώνυμα προϊόντα ανήκουν στην ίδια αγορά.

 

Πρόσθετο σφάλμα που οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της Daimler προσάπτουν στην καθ’ ης η αίτηση είναι η παράλειψη χρησιμοποίησης στατιστικής ανάλυσης συσχέτισης των τιμών και η μη λήψη υπόψη της χρήσης και εναλλαξιμότητας των επίδικων ανταλλακτικών, με αποτέλεσμα ανταλλακτικά που είναι πλήρως εναλλάξιμα μεταξύ τους να μην ανήκουν στην ίδια σχετική αγορά, ενώ ανταλλακτικά που δεν είναι καθόλου εναλλάξιμα μεταξύ τους, λόγω της διαφορετικής τους χρήσης, εν τέλει να κατατάσσονται στην ίδια σχετική αγορά.  Είναι δε η θέση τους ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν ανέλυσε επαρκώς την υποκατάσταση από την πλευρά της προσφοράς και τον δυνητικό ανταγωνισμό.  Ως προς το συμπέρασμα της καθ’ ης η αίτηση για την τάση του κύπριου καταναλωτή για αγορά ανταλλακτικών OEM, είναι η θέση τους ότι αυτό εσφαλμένα βασίστηκε στο ότι οι συνολικές πωλήσεις των ανταλλακτικών ΟΕΜ για ένα συγκεκριμένο έτος (2010) ήταν υψηλότερες από τις πωλήσεις OES, καθότι ο μεγαλύτερος αριθμός πωλήσεων των εν λόγω ανταλλακτικών δεν συνεπάγεται, κατ’ ανάγκη, μεγαλύτερη προτίμηση ή ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών για αυτά τα προϊόντα αλλά δύναται να εξηγηθεί εάν ληφθεί υπόψη η ουσιώδης επιρροή άλλων παραγόντων (καλύτερη και πιο εντατική προώθηση των εν λόγω ανταλλακτικών, έλλειψη επαρκούς αποθέματος ανταλλακτικών OES, μη προμήθεια συγκεκριμένων ανταλλακτικών ΟΕΜ λόγω μικρού περιθωρίου κέρδους ή υψηλού κόστους αποθήκευσης).  Εν πάση δε περιπτώσει, η καθ’ ης η αίτηση όφειλε, κατά την εισήγηση, στο πλαίσιο διεξαγωγής μίας ολοκληρωμένης έρευνας, να αποστείλει σχετικά ερωτηματολόγια σε συνδέσμους καταναλωτών, συνδέσμους κατόχων αυτοκινήτων ή λέσχες αυτοκινήτων, από τους οποίους θα μπορούσε να λάβει χρήσιμες πληροφορίες για σκοπούς οριοθέτησης της σχετικής αγοράς.

 

Ως προς το καθορισθέν μερίδιο αγοράς της Daimler, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της επισημαίνουν ότι, στη βάση του συγκεκριμένου ορισμού της σχετικής αγοράς προϊόντος από την καθ’ ης η αίτηση, η ίδια η Daimler δεν μπορεί να κατέχει μερίδιο αγοράς διαφορετικό από το 100% στην κυπριακή αγορά (ως το ποσοστό στο οποίο κατέληξε η καθ’ ης η αίτηση, το οποίο δεν αποκαλύπτεται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης καθότι συνιστά επιχειρηματικό απόρρητο), αφού αυτή είναι ο κατασκευαστής των ανταλλακτικών ΟΕΜ.  Συνακόλουθα, εφόσον η σχετική αγορά δεν ορίστηκε ως η αγορά ανταλλακτικών που προορίζονται για τα αυτοκίνητα οχήματα του κατασκευαστή Mercedes-Benz (περιλαμβανομένων, δηλαδή, των ΟΕΜ, OES και εφάμιλλης ποιότητας ανταλλακτικών), οι σχετικοί Κανονισμοί απαλλαγής (330/2010 και 461/2010) δεν θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν, όχι μόνο στην υπό εξέταση περίπτωση, αλλά σε καμία αντίστοιχη περίπτωση, εφόσον κάθε αυτοκινητοβιομηχανία ή κατασκευαστής γνήσιων ανταλλακτικών θα κατείχε μερίδιο αγοράς 100% στα ανταλλακτικά τύπου OEM ή OES, αντίστοιχα.

 

Είναι περαιτέρω η θέση της Daimler ότι οι Συμπληρωματικές κατευθυντήριες γραμμές ρητώς και με σαφήνεια προσδιορίζουν τα εφάμιλλα ανταλλακτικά ως προσφέροντα εναλλακτικές λύσεις στα γνήσια ανταλλακτικά.

Η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση απορρίπτει τις θέσεις των αιτητριών και αντιτείνει πως, από το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (σε αποσπάσματα του οποίου, ως αυτά συνοψίζονται ανωτέρω, συγκεκριμένα παραπέμπει), καθίσταται σαφές ότι η Επιτροπή, κατά την οριοθέτηση της σχετικής αγοράς, έλαβε υπόψη της όλα τα ουσιώδη γεγονότα και συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία που αποτελούσαν τον σχετικό διοικητικό φάκελο, ενώ έδωσε κάθε ευκαιρία στις αιτήτριες να προβάλουν γραπτώς και προφορικώς τις θέσεις τους.  Οι δε ισχυρισμοί που προωθούνται με τις γραπτές αγορεύσεις των αιτητριών, αποτελούν τις δικές τους εκτιμήσεις, επί θεμάτων για τα οποία η ίδια η Επιτροπή άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια και διατύπωσε διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση κατά τρόπο αιτιολογημένο και εύλογα επιτρεπτό, χωρίς να υποπέσει σε οποιοδήποτε σφάλμα εκτίμησης.  Περαιτέρω, παραπέμποντας στα όσα σχετικώς επεσήμανε και η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, υποβάλλει πως το SSNIP test είναι ένα διανοητικό πείραμα, το οποίο σπανίως χρησιμοποιείται στην πράξη από τις αρχές του ανταγωνισμού καθότι μπορεί να οδηγήσει σε ορισμό της σχετικής αγοράς κατά τρόπο υπερβολικά ευρύ.  Εισηγείται δε πως, ως και η Επιτροπή επεσήμανε, η οριοθέτηση της σχετικής αγοράς κάθε υπόθεσης βασίζεται σε μια πολύπλευρη προσέγγιση, λαμβανομένων υπόψη όλων των διαθέσιμων στοιχείων και αποδεικτικών μέσων που μπορεί να είναι χρήσιμα για την εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης και στα οποία έχει τη δυνατότητα η εκάστοτε αρχή να ανατρέξει, με το εύρος των στοιχείων να μην είναι ούτε προκαθορισμένο, ούτε εξαντλητικό, ούτε και δεσμευτικό.

 

Αξιολογώντας τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς, θα πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι στην υπόθεση T-201/04, Microsoft Corp κατά Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ημερομηνίας 17.09.2007, το Πρωτοδικείο, επεσήμανε σχετικώς τα ακόλουθα ως προς το ζήτημα της έκτασης του ελέγχου του κοινοτικού δικαστή:

«87      Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, ναι μεν ο κοινοτικός δικαστής ελέγχει εν γένει πλήρως κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, πλην όμως ο έλεγχος τον οποίο ασκεί επί των πολύπλοκων οικονομικών εκτιμήσεων της Επιτροπής πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας και αιτιολογίας, καθώς και στη διαπίστωση του υποστατού των πραγματικών περιστατικών και της απουσίας πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και καταχρήσεως εξουσίας […].

88        Ομοίως, στο μέτρο που η απόφαση της Επιτροπής είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων τεχνικών εκτιμήσεων, οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν αντικείμενο περιορισμένου δικαστικού ελέγχου, που συνεπάγεται ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει με την εκ μέρους του εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκείνη της Επιτροπής […].

89        Ωστόσο, ναι μεν ο κοινοτικός δικαστής αναγνωρίζει στην Επιτροπή περιθώριο εκτιμήσεως σε οικονομικά ή τεχνικά ζητήματα, πλην όμως τούτο δεν συνεπάγεται ότι δεν πρέπει να ελέγχει την εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία στοιχείων τέτοιας φύσεως. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός δικαστής δεν οφείλει να εξακριβώσει μόνο την ακρίβεια των προβληθέντων αποδεικτικών στοιχείων, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά και να ελέγξει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση μιας περίπλοκης καταστάσεως και αν μπορούν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν βάσει των δεδομένων αυτών […].»

[…]

482      Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι ο ορισμός της αγοράς προϊόντος, στο μέτρο που συνεπάγεται πολύπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις εκ μέρους της Επιτροπής, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιορισμένου μόνον ελέγχου από τον κοινοτικό δικαστή […].  Ωστόσο, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να παραλείψει τον έλεγχο της εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνείας δεδομένων οικονομικής φύσεως. Συναφώς, σε αυτόν απόκειται να εξακριβώσει αν η Επιτροπή στήριξε την εκτίμησή της σε ακριβή, αξιόπιστα και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία απαρτίζουν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση μιας περίπλοκης καταστάσεως και είναι ικανά να αποδείξουν τα συμπεράσματα που αντλούνται από αυτά (βλ, υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 89 απόφαση Επιτροπή κατά Tetra Laval, σκέψη 39).».

 

Σημειώνεται ότι και η ευπαίδευτη δικηγόρος της καθ’ ης η αίτηση αναγνωρίζει, διά της γραπτής της αγόρευσης, πως το γεγονός ότι η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτίμησης σε οικονομικά ζητήματα, δεν σημαίνει ότι ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να απέχει από τον έλεγχο της εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνείας στοιχείων οικονομικής φύσης.  Παραπέμπει δε συγκεκριμένα στη σκ. 39 της ανωτέρω αναφερόμενης από το Πρωτοδικείο υπόθεσης C-12/03 P, Tetra Laval BV, ημερομηνίας 15.02.2005, στην οποία το ΔΕΕ έκρινε τα ακόλουθα:

«Ναι μεν το Δικαστήριο αναγνωρίζει στην Επιτροπή περιθώριο εκτιμήσεως σε οικονομικά ζητήματα, πλην όμως τούτο δεν συνεπάγεται ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν πρέπει να ελέγχει την από την Επιτροπή ερμηνεία στοιχείων οικονομικής φύσεως. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να εξακριβώσει όχι μόνο την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων έγινε επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά οφείλει και να ελέγξει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να αξιολογηθεί μια περίπλοκη κατάσταση και αν μπορούν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν βάσει αυτών. […].».

 

Επιπλέον επισημαίνονται τα ακόλουθα κριθέντα από το ΔΕΕ στην υπόθεση C‑89/11 P, E.ON Energie AG, ημερ. 22.11.12:

 

«71    Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, σε περίπτωση που ερίζεται η ύπαρξη παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδεικνύει τις παραβάσεις τις οποίες διαπιστώνει και να προσκομίζει στοιχεία που να θεμελιώνουν, επαρκώς κατά νόμο, τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση […].

72      Επιπλέον, τυχόν αμφιβολία του δικαστή είναι υπέρ της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση […]. Πράγματι, το τεκμήριο της αθωότητας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία πλέον διακηρύσσεται στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

73      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας εφαρμόζεται επί των διαδικασιών των σχετικών με παραβάσεις των ισχυόντων επί επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού που μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών […].

74      Ασφαλώς, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού στηριζόμενη στην υπόθεση ότι τα αποδειχθέντα γεγονότα δεν μπορούν να εξηγηθούν διαφορετικά παρά μόνον σε συνάρτηση με την ύπαρξη αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς, ο δικαστής της Ένωσης θα ακυρώσει την επίμαχη απόφαση εφόσον οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις προβάλλουν επιχειρηματολογία που φωτίζει διαφορετικά τα αποδειχθέντα από την Επιτροπή γεγονότα και επιτρέπει έτσι να αντικατασταθεί η εξήγηση που υποστηρίζει η Επιτροπή προκειμένου να διαπιστώσει παράβαση με άλλη εύλογη εξήγηση των περιστατικών. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή απέδειξε την ύπαρξη παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού […].».

 

Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι δεν εντοπίζεται και δεν έχει υποδειχθεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε προηγούμενη απόφαση, είτε της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είτε κάποιας εθνικής αρχής ανταγωνισμού, στην οποία η σχετική αγορά προϊόντος να έχει οριοθετηθεί όπως εν προκειμένω προς το σκοπό αξιολόγησης κατά πόσον η εφαρμογή ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής σε σχέση με γνήσια ανταλλακτικά που φέρουν το εμπορικό σήμα του κατασκευαστή αυτοκινήτου, αντίκειται στους κανόνες του ανταγωνισμού. 

Τούτων δοθέντων, καταλήγω εν πρώτοις, σε συμφωνία με τις αιτήτριες, πως η ερμηνεία που η καθ’ ης η αίτηση απέδωσε στην παράγραφο 18 των Συμπληρωματικών κατευθυντήριων γραμμών, ότι δηλαδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρεται στα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας απλά ως «άλλα» ανταλλακτικά, χωρίς δηλαδή να τα θεωρεί ως εναλλακτικές λύσεις για τα ΟΕΜ ανταλλακτικά, παραβλέπει τις διαπιστώσεις που καταγράφονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην παράγραφο 15 των Συμπληρωματικών κατευθυντήριων γραμμών, σύμφωνα με την οποία, στις αγορές ανταλλακτικών, τα ανταλλακτικά ΟΕΜ αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από εκείνα που πωλούν οι προμηθευτές γνήσιων ανταλλακτικών (OES) «και άλλοι».  Αυτό δε, κατά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «έχει ως αποτέλεσμα να διατηρείτε η πίεση στις τιμές στις αγορές αυτές».

 

Η έρευνα την οποία η καθ’ ης η αίτηση διεξήγαγε ορθώς επικεντρώθηκε στη δυνατότητα υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης, η οποία, σύμφωνα με την Ανακοίνωση για τον ορισμό της σχετικής αγοράς, «αποτελεί το πλέον άμεσο και αποτελεσματικό μέσο ελέγχου των προμηθευτών ενός δεομένου προϊόντος».  Το ερώτημα, όμως, που θα πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσον, βάσει της διενεργηθείσας έρευνας, η καθ’ ης η αίτηση εκπλήρωσε τον βασικό στόχο κατά την οριοθέτηση της σχετικής αγοράς, ο οποίος συνίσταται στον συστηματικό εντοπισμό «των περιορισμών τους οποίους υφίσταται ο ανταγωνισμός στον οποίο υπόκεινται οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις».

 

Αναφορικώς με τη θέση των αιτητριών ότι εσφαλμένα η καθ’ ης η αίτηση παρέλειψε, προς το σκοπό αυτό, να διενεργήσει έλεγχο SSNIP, επισημαίνονται τα ακόλουθα κριθέντα (με αναφορές σε σχετική προηγούμενη νομολογία) από το Γενικό Δικαστήριο στην υπόθεση T‑671/19, Qualcomm, Inc. κατά Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ημερομηνίας 18.09.2024:

«231    Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι το κριτήριο SSNIP συνίσταται στην εξέταση του κατά πόσον μια μικρή αύξηση της τιμής ενός προϊόντος, της τάξεως του 5 έως 10 %, θα οδηγούσε σημαντικό αριθμό πελατών στο να επιλέξουν άλλο προϊόν, το οποίο στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι μπορεί να υποκαταστήσει το πρώτο προϊόν.

232    Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, το κριτήριο SSNIP ναι μεν συνιστά αναγνωρισμένη μέθοδο για τον ορισμό της σχετικής αγοράς, πλην όμως δεν αποτελεί τη μοναδική μέθοδο που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή. Ειδικότερα, η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη και άλλα εργαλεία για τον ορισμό της σχετικής αγοράς, όπως μελέτες αγοράς ή αξιολόγηση των απόψεων των καταναλωτών και των ανταγωνιστών […], γεγονός που δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα.

233    Εξάλλου, τόσο από τη νομολογία όσο και από το σημείο 25 της ανακοινώσεως σχετικά με τον ορισμό της αγοράς προκύπτει ότι δεν υφίσταται καμία αυστηρή ιεραρχία μεταξύ των διαφόρων στοιχείων εκτιμήσεως που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή […], γεγονός το οποίο επίσης δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα.

234    Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή διαθέτει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς, δεδομένου ότι ο ορισμός αυτός συνεπάγεται πολύπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις […].

235    Επομένως, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη, κατά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, να εφαρμόσει το κριτήριο SSNIP.

236    Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε κανένα νομικό σφάλμα επισημαίνοντας, στην αιτιολογική σκέψη 180 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι μπορούσε να προβεί στον ορισμό της σχετικής αγοράς στην προκειμένη περίπτωση χωρίς να απαιτείται να εφαρμόσει το κριτήριο SSNIP.

237    Πέραν αυτού, από την ανάλυση της πρώτης αιτιάσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα προς στήριξη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι, κατά τον ορισμό της σχετικής αγοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε κατάλληλα, πειστικά και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία και όχι, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα, σε επιλογή απαντήσεων επί συγκεχυμένων ερωτημάτων που περιλαμβάνονταν στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή έσφαλε με το να μην εφαρμόσει το κριτήριο SSNIP στην προκειμένη περίπτωση.

238    Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν προσπάθησε καν να αποδείξει ότι η χρήση του κριτηρίου SSNIP θα είχε μεταβάλει τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση […].

239    Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αιτίαση, χωρίς να απαιτείται να κριθεί η βασιμότητα ενός εκ των δικαιολογητικών λόγων που προέβαλε η Επιτροπή για τη μη χρήση εν προκειμένω του κριτηρίου SSNIP, την οποία αμφισβητεί η προσφεύγουσα[…]».

Σημειώνεται, παρενθετικά, ότι στην παράγραφο 31 της Αναθεωρημένης Ανακοίνωσης της Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, ημερ. 08.02.2024, ρητώς αναφέρεται πως, παρότι μπορεί να στηρίζεται στις αρχές του ελέγχου SSNIP κατά την αξιολόγηση της σχετικής αγοράς, εντούτοις η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διενεργεί εμπειρικά τον έλεγχο SSNIP, καθότι υπάρχουν άλλα είδη στοιχείων τα οποία είναι εξίσου αξιόπιστα για χρήση κατά τον ορισμό της αγοράς.

 

Το σφάλμα που οι αιτήτριες, κατ’ ουσίαν, προσάπτουν στην καθ’ ης η αίτηση με παραπομπή στην Ανακοίνωση για τον ορισμό της σχετικής αγοράς, συνίσταται στην παράλειψη εξέτασης και καθορισμού του «φάσματος των προϊόντων που ο καταναλωτής θεωρεί ως υποκατάστατα», μέσω της απάντησης στο ερώτημα «κατά πόσο οι πελάτες των μερών θα στραφούν σε προϊόντα υποκατάστασης ή σε προμηθευτές που είναι εγκατεστημένοι αλλού, σε περίπτωση μικρής αλλά διαρκούς αύξησης (5%-10%), των σχετικών τιμών των προϊόντων στις υπό εξέταση περιοχές.».

 

Από τα ενώπιόν μου στοιχεία διαπιστώνω ότι η πεπλανημένη εκτίμηση της καθ’ ης η αίτηση ότι, στη βάση των Συμπληρωματικών κατευθυντήριων γραμμών, τα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας δεν θεωρούνται ότι αποτελούν εναλλακτικές λύσεις για τα ΟΕΜ ανταλλακτικά, περιόρισε την έρευνα της στη δυνατότητα υποκατάστασης των ΟΕΜ ανταλλακτικών από τα OES ανταλλακτικά, χωρίς να εξετασθεί η δυνατότητα υποκατάστασης και από ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας.  Τούτο προκύπτει από τα ερωτηματολόγια, τα οποία κατά την προκαταρκτική έρευνα απεστάλησαν στους μεγαλύτερους εισαγωγείς γνήσιων ανταλλακτικών για οχήματα της Daimler, τα οποία, αν και εμπιστευτικά, έχουν προσκομισθεί στο Δικαστήριο ως μέρος του σχετικού με την υπόθεση διοικητικού φακέλου (Τόμος 4).  Επιπλέον, καταλήγω ότι η καθ’ ης η αίτηση απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις απαντήσεις, που οι εν λόγω εισαγωγείς έδωσαν στα σχετικά ερωτηματολόγια, ως προς τη διαθεσιμότητα των υπό εξέταση προϊόντων, καθώς και την αξία των εισαγωγών και των πωλήσεών τους.  Όπως, όμως, η ίδια η καθ’ ης η αίτηση αναγνώρισε, το ποσοστό που οι ερωτηθέντες εισαγωγείς μπορούν να εξασφαλίσουν από ανεξάρτητους κατασκευαστές γνήσιων προϊόντων κυμαίνεται ανάλογα με τον τομέα εξειδίκευσης της κάθε επιχείρησης και όχι από τη δυνατότητα υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης, στη βάση των προϊόντων που ο καταναλωτής θεωρεί ως υποκατάστατα των ανταλλακτικών ΟΕΜ.  

 

Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις παραγράφους 33 και 34 της Ανακοίνωση για τον ορισμό της σχετικής αγοράς (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου):

«33. Όταν είναι απαραίτητος ο ακριβής ορισμός της αγοράς, η Επιτροπή έρχεται σε επαφή με τους κυριότερους πελάτες και τις κυριότερες επιχειρήσεις του τομέα προκειμένου να γνωρίσει τις απόψεις τους όσον αφορά τα όρια της αγοράς του σχετικού προϊόντος και της γεωγραφικής αγοράς και να συγκεντρώσει τα στοιχεία που της είναι απαραίτητα για να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να έρθει σε επαφή με τις ενδιαφερόμενες επαγγελματικές οργανώσεις και με τις εταιρείες που αναπτύσσουν δραστηριότητες σε αγορές σε προηγούμενο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας ώστε να είναι σε θέση να οριοθετήσει, εφόσον χρειάζεται, τις χωριστές αγορές προϊόντων και τις γεωγραφικές αγορές για διαφορετικό επίπεδο παραγωγής ή διανομής των υπό κρίση προϊόντων/υπηρεσιών. Μπορεί επίσης να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις.

34. Αν είναι απαραίτητο, η Επιτροπή ζητά εγγράφως πληροφορίες από τους προαναφερθέντες παράγοντες της αγοράς. Τα ερωτήματα που τίθενται στο πλαίσιο αυτό αφορούν συνήθως τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδρούσαν οι επιχειρήσεις σε μια υποτιθέμενη αύξηση των τιμών καθώς και τις απόψεις τους όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς. Στο ερωτηματολόγιο αυτό ζητούνται επίσης στοιχεία τα οποία η Επιτροπή κρίνει απαραίτητα προκειμένου να καταλήξει σε συμπέρασμα όσον αφορά την έκταση της σχετικής αγοράς.[…]».

 

Επιπλέον, σε συμφωνία με τις αιτήτριες, καταλήγω ότι πράγματι η καθ’ ης η αίτηση περιόρισε την έρευνά της στους εισαγωγείς ανταλλακτικών, στους ανταγωνιστές δηλαδή της CIC, χωρίς να αναζητήσει τις απόψεις και των πελατών αυτών, προκειμένου να γνωρίσει τις θέσεις τους.

 

Δεν παραβλέπω ότι η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, στην δε καθ’ ης η αίτηση εναπόκειται να επιλέξει τον ενδεδειγμένο τρόπο διεξαγωγής της έρευνας (άρθρο 45(2) του Ν.158(I)/1999).  Πλην, όμως, οφείλω να σημειώσω ότι, ως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στους κυριότερους πελάτες του Ε/Μ Kyros συγκαταλέγονται ασφαλιστικοί οργανισμοί, συνεργεία επιδιόρθωσης αυτοκινήτων και μεταπωλητές ανταλλακτικών, από τους οποίους φρονώ ότι η καθ’ ης η αίτηση θα μπορούσε να αντλήσει σχετικές πληροφορίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδρούσαν σε μια υποτιθέμενη αύξηση των τιμών των OEM ανταλλακτικών, καθώς και τις απόψεις τους όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς. 

 

Αναφορικώς με τη θέση των ευπαιδεύτων δικηγόρων της Daimler ότι ο ορισμός της σχετικής αγοράς με βάση τις διαφορές στα επίπεδα των τιμών δύο ή περισσότερων προϊόντων είναι εσφαλμένος, ιδιαίτερα εάν οι διαφορές στις τιμές αντικατοπτρίζουν αντικειμενικές ή υποκειμενικές διαφορές στην ποιότητα των εν λόγω προϊόντων και/ή των συνοδευτικών υπηρεσιών προώθησης ή διανομής τους, σχετική είναι η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C‑176/19 P, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Servier SAS κ.ά., ημερ. 27.06.2024.  Αν και η απόφαση αφορούσε τον φαρμακευτικό τομέα, ο οποίος παρουσιάζει συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες, εντούτοις φρονώ ότι μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση ως προς τη δυνατότητα υποκατάστασης μεταξύ δύο προϊόντων, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι το ΔΕΕ διαπίστωσε ως προς το ζήτημα σφάλμα του Γενικού Δικαστηρίου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«382    Ο ορισμός της σχετικής αγοράς προϋποθέτει τον ορισμό, πρώτον, της αγοράς των προϊόντων και εν συνεχεία, δεύτερον, της γεωγραφικής αγοράς […].

383      Όσον αφορά την αγορά των προϊόντων, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η έννοια της σχετικής αγοράς σημαίνει ότι είναι δυνατόν να υπάρξει πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στην αγορά αυτή, όπερ προϋποθέτει επαρκή βαθμό εναλλαξιμότητας προκειμένου όλα τα προϊόντα ή υπηρεσίες, που αποτελούν μέρος της ίδιας αγοράς, να τυγχάνουν της ίδιας χρήσης. Η εναλλαξιμότητα ή η δυνατότητα υποκατάστασης δεν εκτιμάται μόνο σε σχέση με τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των επίμαχων προϊόντων και υπηρεσιών. Πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες του ανταγωνισμού και η διάρθρωση της ζήτησης και της προσφοράς στην αγορά […].

384      Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η εκτίμηση της δυνατότητας υποκατάστασης μεταξύ δύο προϊόντων δεν περιορίζεται στο να διαπιστωθεί αν τα προϊόντα αυτά είναι, από λειτουργικής απόψεως, ικανά να ικανοποιήσουν την ίδια ανάγκη, αλλά απαιτεί, επιπλέον, να καθοριστεί αν, από οικονομικής απόψεως, μπορούν πράγματι να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο στην πράξη. Η οικονομική δυνατότητα υποκατάστασης μεταξύ δύο προϊόντων μπορεί να διαπιστωθεί όταν οι μεταβολές των σχετικών τιμών τους συνεπάγονται μεταφορά μεριδίων των πωλήσεων από το ένα προϊόν στο άλλο. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 13 της ανακοίνωσης για τον ορισμό της αγοράς, που μνημονεύεται στη σκέψη 2 της παρούσας απόφασης και στην οποία παρέπεμψε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 1384 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, από οικονομικής απόψεως, η δυνατότητα υποκατάστασης από πλευράς ζήτησης αποτελεί τον πλέον άμεσο και αποτελεσματικό μέσο ελέγχου των προμηθευτών ενός δεδομένου προϊόντος. Η εκτίμηση αυτής της δυνατότητας υποκατάστασης συνίσταται κατ’ ουσίαν στην αξιολόγηση της σταυροειδούς ελαστικότητας της ζήτησης ως προς την τιμή, διά της ανάλυσης του κατά πόσον οι καταναλωτές ενός προϊόντος το οποίο υπόκειται σε ελαφρά αλλά μόνιμη αύξηση των τιμών θα στραφούν προς προϊόντα υποκατάστασης.

385      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 1404 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τη σχετική ανελαστικότητα της ζήτησης της περινδοπρίλης σε σχέση με την τιμή των άλλων φαρμάκων AME και υπογράμμισε, στη σκέψη 1573, ότι η Servier δεν είχε αμφισβητήσει το πραγματικό αυτό στοιχείο. Το στοιχείο αυτό στηρίζεται στην παρατήρηση, η οποία εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 2460 έως 2495 της επίδικης απόφασης, ότι, παρά τη μεγάλη πτώση των τιμών των φαρμάκων ΑΜΕ που προορίζονται για την ίδια θεραπευτική χρήση με την περινδοπρίλη, η τιμή της περινδοπρίλης είχε παραμείνει σταθερή και οι όγκοι των πωλήσεών της είχαν αυξηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.

386      Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 1574 έως 1586 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το γεγονός ότι η ζήτηση περινδοπρίλης παρέμεινε σταθερή παρά την έντονη πτώση των τιμών των λοιπών φαρμάκων ΑΜΕ «δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα απουσίας ανταγωνιστικών πιέσεων ποιοτικού και μη τιμολογιακού χαρακτήρα» έως την είσοδο γενόσημων εκδοχών της περινδοπρίλης, με την αιτιολογία ότι, λόγω, μεταξύ άλλων, των ιδιαιτεροτήτων του φαρμακευτικού τομέα, ο ανταγωνισμός ασκείται όχι μόνο μέσω των τιμών, αλλά και μέσω της ποιότητας των φαρμάκων, την οποία άλλωστε αναγνωρίζουν οι συνταγογράφοι ιατροί, ιδίως κατόπιν ενεργειών προώθησης των παρασκευαστών των λοιπών φαρμάκων ΑΜΕ. Στη σκέψη 1584, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι, με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή είχε αποδώσει υπερβολική σημασία στον παράγοντα της τιμής κατά τον ορισμό της σχετικής αγοράς του προϊόντος.

387      Εντούτοις, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς, η τιμή και η πωλούμενη ποσότητα ενός προϊόντος δεν αποτελούν έκφραση χωριστού είδους ανταγωνισμού, ο οποίος θα μπορούσε να αντιπαραβληθεί προς τον ανταγωνισμό που εξαρτάται από την ποιότητα του προϊόντος αυτού ή από τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την εμπορική προώθησή του. Αντιθέτως, η οικονομική δυνατότητα υποκατάστασης αντικατοπτρίζει το σύνολο των χαρακτηριστικών των εν λόγω προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν το κόστος προώθησής τους καθώς και την εγγενή ή εκλαμβανόμενη ποιότητά τους. Πράγματι, το κίνητρο για την προμήθεια ενός ποιοτικού προϊόντος εξαρτάται, σε τελική ανάλυση, από τη βούληση του καταναλωτή να πληρώσει για την ποιότητα αυτή[…]

388      Επομένως, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του φαρμακευτικού τομέα […] η οικονομική δυνατότητα υποκατάστασης μεταξύ φαρμάκων πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της μεταφοράς των μεριδίων των πωλήσεων μεταξύ φαρμάκων προοριζομένων για την ίδια θεραπευτική ένδειξη, που προκαλείται από τις μεταβολές των σχετικών τιμών των φαρμάκων αυτών. Η διαπίστωση της έλλειψης μιας τέτοιας δυνατότητας υποκατάστασης αποκαλύπτει την ύπαρξη διακριτής αγοράς και τούτο ανεξαρτήτως των αιτίων της, είτε πρόκειται για την εγγενή ποιότητα του ή των φαρμάκων που υπάγονται στην αγορά αυτή είτε για τις προσπάθειες προώθησης των προϊόντων που καταβάλλουν οι παρασκευαστές τους.».

 

Τα ανωτέρω κριθέντα εκτιμώ ότι δεν απαλλάσσουν την εκάστοτε Αρχή Προστασίας του Ανταγωνισμού, όταν διαπιστώνει διαφορές στην αξία των πωλήσεων ενός προϊόντος σε μία δεδομένη χρονική περίοδο, όπως εν προκειμένω, από την υποχρέωση περαιτέρω έρευνας ως προς το κατά πόσον τυχόν μεταβολή της τιμής του εν λόγω προϊόντος, θα οδηγούσε σε μεταφορά των μεριδίων των πωλήσεων αυτού σε άλλα υποκατάστατα προϊόντα, έρευνα που στην υπό εξέταση περίπτωση δεν πραγματοποιήθηκε, εφόσον δεν πραγματοποιήθηκε οποιαδήποτε αξιολόγηση της σταυροειδούς ελαστικότητας της ζήτησης ως προς την τιμή.

 

Ο ισχυρισμός της Daimler ότι, κατά τον ορισμό της σχετικής αγοράς, η καθ’ ης η αίτηση αγνόησε παντελώς τη δυνατότητα υποκατάστασης των γνήσιων ανταλλακτικών που παράγονται για λογαριασμό της Daimler από ανεξάρτητους προμηθευτές και φέρουν το εμπορικό σήμα της Mercedes-Benz (OEM), με τα ίδια ανταλλακτικά που παράγουν οι ίδιοι ανεξάρτητοι προμηθευτές και τα οποία διοχετεύονται στην αγορά με το δικό τους εμπορικό σήμα (OES), απορρίπτεται ως αβάσιμος.  Η καθ’ ης η αίτηση, ρητώς κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ 147) πως οι ανεξάρτητοι προμηθευτές ανταλλακτικών, οι οποίοι προμηθεύουν και την Daimler με γνήσια ανταλλακτικά, έχουν την ικανότητα να μετατοπίσουν άμεσα την παραγωγή τους, χωρίς σημαντικό πρόσθετο κόστος και χωρίς να διατρέχουν σημαντικό επιπλέον κίνδυνο.  Αυτό εξάλλου λήφθηκε υπόψη για τη συμπερίληψη των ανταλλακτικών OES στη σχετική αγορά, ήτοι στη χονδρική προμήθεια γνήσιων ανταλλακτικών (ΟΕΜ και OES) για οχήματα Mercedes-Benz

 

Ως προς δε τα ανταλλακτικά εφάμιλλης ποιότητας, η Daimler δεν αμφισβητεί την κρίση της καθ’ ης η αίτηση ούτε ότι το κόστος για την αλλαγή παραγωγής (από εφάμιλλης ποιότητας σε γνήσια) είναι σίγουρα υψηλότερο, μεταξύ άλλων και λόγω της (κατά παραδοχή και της ίδιας της Daimler) αυστηρότερης διαδικασίας διασφάλισης της ποιότητας, στην οποία τα γνήσια ανταλλακτικά υποβάλλονται, ούτε ότι εν πάση περιπτώσει το εν λόγω κόστος είναι αδύνατο να υπολογιστεί με ακρίβεια. 

Δεν παραβλέπω ότι ποσοστό ανταλλακτικών ΟΕΜ, που κατασκευάζονται δηλαδή από την Daimler (και το οποίο επίσης δεν αποκαλύπτεται για λόγους επιχειρηματικού απορρήτου), καλύπτονται από διπλώματα ευρεσιτεχνίας, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται και άρα δεν μπορούν να υποκατασταθούν από την πλευρά της προσφοράς, ούτε από OES ούτε από εφάμιλλης ποιότητας ανταλλακτικά.  Τούτο, όμως, θεωρώ ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε οριοθέτηση διακριτής αγοράς ως προς τα εν λόγω ανταλλακτικά, εφόσον η εκ των πραγμάτων αδυναμία υποκατάστασης από την πλευρά της προσφοράς, θα καθιστούσε αχρείαστη την εξέταση της υποκατάστασης από την πλευρά της ζήτησης. 

 

VI. Κατάληξη:

 

Στη βάση όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η οριοθέτηση της σχετικής αγοράς από την καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν το αποτέλεσμα της έρευνας και αξιολόγησης του συνόλου των κρίσιμων δεδομένων για τον εντοπισμό των περιορισμών, τους οποίους υφίσταται ο ανταγωνισμός στον οποίο υπόκεινται οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Ως προς δε την ερμηνεία των Συμπληρωματικών κατευθυντήριων γραμμών, που φαίνεται ότι επηρέασε καθοριστικά την έρευνα και τις διαπιστώσεις της καθ’ ης η αίτηση, καταλήγω ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε προφανές σφάλμα εκτιμήσεως.

 

Η διαπίστωση των ανωτέρω πλημμελειών στην οριοθέτηση της σχετικής αγοράς, καθιστά συνακόλουθα πλημμελή και τον καθορισμό των μεριδίων αγοράς των αιτητριών.  Σε σχέση δε με την CIC, σε συμφωνία με τους ευπαιδεύτους δικηγόρου της (οι οποίοι παραπέμπουν στα κριθέντα στις αποφάσεις C-234/89, Στέργιος Δηλιμίτης κατά Henninger Bräu AG, ημερομηνίας 28.02.1991 και Τ-9/93, Schöller Lebensmittel GmbH & Co. KG κατά Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ημερομηνίας 08.06.1995), καταλήγω ότι οι διαπιστώσεις της καθ’ ης η αίτηση ως προς τα μερίδια αγοράς είναι εσφαλμένες και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι η CIC προμηθεύεται ανταλλακτικά για δύο διαφορετικές δραστηριότητες που ασκεί σε δύο διαφορετικές αγορές, ήτοι προμήθεια ανταλλακτικών για τη δραστηριοποίησή της στην αγορά λιανικών πωλήσεων ανταλλακτικών over the counter (στην οποία δραστηριοποιούνται και τα Ε/Μ) και προμήθεια ανταλλακτικών για τη δραστηριοποίησή της στην αγορά συντήρησης και επιδιόρθωσης επιβατικών και εμπορικών οχημάτων (στην οποία δεν δραστηριοποιούνται τα Ε/Μ).  Ως εκ τούτου, εσφαλμένα το μερίδιο αγοράς της CIC υπολογίστηκε βάσει της προμήθειας της εταιρείας και για τους δύο ανωτέρω σκοπούς.

 

Ενόψει των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαπιστωθείσα πλημμέλεια στην οριοθέτηση της σχετικής αγοράς και στον καθορισμό των σχετικών μεριδίων αγοράς των αιτητριών σε αυτήν επηρεάζει και τις διαπιστώσεις της καθ’ ης η αίτηση ως προς την εφαρμογή ή μη των κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος έχει τεθεί ως προς την ουσία της επίδικης διαφοράς και, συνακόλουθα, ως προς τους ισχυρισμούς αναφορικώς με τα επιβληθέντα διοικητικά πρόστιμα.

 

Οι προσφυγές επιτυγχάνουν και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, με €2.200 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εναντίον της καθ’ ης η αίτηση σε κάθε προσφυγή.

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.



[1] Απόφαση ΕΠΑ 11/2015. Οι αναφορές κατωτέρω σε αριθμό σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν στο δημοσιευμένο κείμενο αυτής, όπως αυτό έχει αναρτηθεί και στην ιστοσελίδα της καθ’ ης η αίτηση, κατόπιν απαλοιφής των σημείων που καλύπτονται από επιχειρηματικό/επαγγελματικό απόρρητο.

[2] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ.

[3] Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 330/2010 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών.

[4] Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 461/2010 της Επιτροπής, της 27ης Μαΐου 2010 , σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας.

[5] Small but Significant and Non-Transitory Increase in Price.

[6] 2010/C 138/05, 28.05.2010

[7] 19-[…]

(4) Τα μέλη του προσωπικού της Υπηρεσίας επιτρέπεται να παρίστανται στις συνεδριάσεις και/ ή διαδικασίες ενώπιον της Επιτροπής, περιλαμβανομένων των διαβουλεύσεων της Επιτροπής για τη λήψη απόφασης, και να ενημερώνουν ή/και να εκφράζουν άποψη προς την Επιτροπή αναφορικά με θέματα που τους έχουν ανατεθεί, η δε παρουσία τους αυτή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των αποφάσεων της Επιτροπής.

[…]

(7) Ο Γραμματέας της Επιτροπής παρίσταται στις συνεδριάσεις και/ ή στις διαδικασίες ενώπιον της Επιτροπής και τηρεί πρακτικά.

 

[8] 21.—(1) Το συλλογικό διοικητικό όργανο πρέπει να συνεδριάζει με νόμιμη σύνθεση. Δεν είναι νόμιμα συντεθειμένο, αν στη συνεδρίασή του παρίσταται πρόσωπο που δεν είναι εξουσιοδοτημένο από το νόμο, έστω και αν δεν έλαβε μέρος στην ψηφοφορία, εκτός αν πρόκειται για υπάλληλο που είναι αρμόδιος για την τήρηση των πρακτικών.

[9] Σημειώνεται ότι εναντίον της απόφασης εκκρεμεί η εκδίκαση της ΕΔΔ υπ’ αρ. 4/2023. 

[10] 23-[…]

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, η Επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

(α) να διερευνά και να αποφασίζει αναφορικά με παραβάσεις των άρθρων 3 ή/και 6, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν καταγγελίας·

[11] Στη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του συμφώνως του άρθρου 23(3)(β)(i) του Ν. 33/64 - Μεταβατικές Διατάξεις.

[12] Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 372 της 09/12/1997 σ. 0005 - 0013

[13] Original Equipment Manufacturer.

[14] Original Equipment Suppliers.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο