ECLI:CY:DEDLEF:2022:46

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου

                        Χρ. Παπαϊωάννου και Γ. Κωνσταντίνου, Μελών

 

Αρ. Υπόθεσης: 146/2017

 

Μεταξύ:

ASHA PERERA NIKOLAOU LASANTHE

Αιτήτρια

-και-

 

VEGA INVESTMENT SERVICES LTD

Καθης η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 31η Οκτωβρίου, 2022

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια: Στυλιάνα Μιχαήλ με Έλλη Μιχαήλ

Για Καθ’ ης η αίτηση: Κωνσταντίνος Πόλεος με Πέτρο Γιάννακα

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η Καθ’ ης η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία μεταξύ άλλων δραστηριοποιείται στη μεταφορά χρημάτων (money transfer) στο εξωτερικό μέσω αδελφικής εταιρείας με την επωνυμία Masari Payment Services Limited, διατηρώντας καταστήματα (Masari Money Transfer) σε όλες τις επαρχίες της Κύπρου.

 

Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Καθ’ ης η αίτηση την 1.5.2015, στη θέση ταμία ως μεταφορέας χρημάτων. Η απασχόληση της τερματίστηκε με επιστολή ημερ. 10.3.2017 την οποία παραθέτουμε:

 

RE: TERMANATION OF EMPLOYMENT

 

We would like to inform you that we hereby terminate your services with our company due to the following behavior by you according to which you have subjected yourself to dismissal without notice and/or behavior according to which the employer-employee relationship cannot reasonably be expected to continue and/or commission by you of a serious breach of your duties and/or improper behavior during the exercise of your duties and gross misconduct.

 

Despite our numerous warnings to you in relation to your irrational behaviour during your employment with our Company, you continued being insolent and insubordinate, you had poor punctuality with the rules of the company, more specifically toy repeatedly came late to work and did not follow the time schedule of employment with the company. Furthermore, you repeatedly failed to follow instructions and/or complete tasks assigned to you by the management and repeatedly failed and/or refused to comply with Company requested and regulations.

 

Our Company has reasons to believe that some of your action during your employment involve criminal offences and reserve our right to investigate further on this matter with the Authorities.

 

In view of all the above, your services are terminated as from the day of receiving this notice.

 

With respect,

 

VEGA INVESTMENT SERVICES LTD

 

ISSA N. I. ABU EITA

Director

 

 

ελεύθερη μετάφραση

 

«Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι τερματίζουμε τις υπηρεσίες σας με την εταιρεία μας ένεκα της πιο κάτω συμπεριφοράς σας συνεπεία της οποίας θέσατε τον εαυτό σας σε απόλυση χωρίς προειδοποίηση και/ή συμπεριφορά με την οποία η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου δεν μπορεί λογικά να αναμένεται να συνεχίσει και ή απρεπής συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων σας και βαρύ παραπτώματα.

 

Παρά τις πολλές προειδοποιήσεις σε σας σε σχέση με την παράλογη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της εργοδότησης σας με την Εταιρεία μας, εσείς συνεχίσατε να είστε αυθάδης και ανυπότακτη, είχατε φτωχή συμμόρφωση με τους κανονισμούς της Εταιρείας, ειδικότερα κατ’ επανάληψη προσήλθατε αργοπορημένα στην εργασίας σας και δεν ακολουθήσατε το πρόγραμμα εργασίας με την Εταιρεία. Περαιτέρω, κατ’ επανάληψη αποτύχατε να ακολουθήσετε οδηγίες και/ή αρνηθήκατε να συμμορφωθείτε με αίτημα και κανονισμούς της Εταιρείας.

 

Η Εταιρεία μας έχει λόγους να πιστεύει ότι μερικές από τις πράξεις σας κατά τη διάρκεια της εργοδότησης σας συμπεριλαμβάνουν ποινικά αδικήματα και επιφυλάσσουμε το δικαίωμα μας να ερευνήσουμε περαιτέρω το θέμα αυτό με τις Αρχές.

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω, οι υπηρεσίες σας τερματίζονται από την ημερομηνία που θα παραλάβετε την παρούσα ειδοποίηση.

 

Με τιμή

 

VEGA INVESTMENT SERVICES LTD

 

ISSA N. I. ABU EITA

Διευθυντής»

 

 

Οι μισθολογικές απολαβές της Αιτήτριας ανέρχονταν κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της στο ποσό των €441,64 μηνιαίως.

 

Η Αιτήτρια με την Αίτηση της ισχυρίζεται ότι η απόλυση της ήταν παράνομη, προκλητικότατη, άδικη και αδικαιολόγητη. Ως εκ τούτου αξιώνει:- (α) αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, (β) πληρωμή αντί προειδοποίησης, (γ) αυξημένες αποζημιώσεις, (δ) οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα απολάμβανε κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της, (ε) περαιτέρω ή άλλη θεραπεία δικαιούται με βάση τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο, (στ) νόμιμο τόκο, (ζ) έξοδα και ΦΠΑ.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση αρνείται τα όσα η Αιτήτρια θέτει με την Αίτηση της. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια κωλύεται να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείας καθότι είχε συμφωνήσει εγγράφως την καταβολή του ποσού των €869,35 προς πλήρη εξόφληση και προς πλήρη ικανοποίηση όλων των δεδουλευμένων και ή δικαιωμάτων της που απορρέουν από την απασχόλησης της. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι νόμιμα τερμάτισαν την απασχόληση της, καθότι δεν συμμορφωνόταν με τους κανονισμούς και τις οδηγίες της Εταιρείας, επεδείκνυε παράλογη και ασταθή συμπεριφορά και/ή δεν διεκπεραίωνε και/ή δεν συμπλήρωνε τις εργασίες που της ανάθεταν. Επίσης ότι έχουν λόγους να πιστεύουν ότι η Αιτή-τρια προέβαινε σε υπεξαίρεση χρημάτων της Εταιρείας, τα οποία στη συνέχεια επέστρεφε πίσω στο ταμείο. Περαιτέρω ότι η Αιτήτρια ψεύδεται ότι δεν εξασφάλισε άλλη εργασία αφού εργάζεται ως πράκτορας σε άλλη εταιρεία.

 

Το άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, ως έχει διαμορφωθεί από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την από-λυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Καθ’ ης η αίτηση απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κα-τέθεσαν για την Καθ’ ης η αίτηση δύο μάρτυρες. Κατάθεσε επίσης η Αιτήτρια. Σημειώθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα που επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς υποστήριξη των θέσεων τους.

 

Μαρτυρία

 

Ο κ. Issa N.I. Abu Eita, διευθυντής της Καθ’ ης η αίτηση, με τη γραπτή δήλωση του επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα παρατίθενται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Ισχυρίστηκε, ότι η Αιτήτρια συστηματικά δεν συμμορφωνόταν με τους κανονισμούς λειτουργίας και τις εσωτερικές διαδικασίες που ακολουθούσε η Εταιρεία, ότι επεδείκνυε παράλογη και ασταθή συμπεριφορά, δεν διεκπεραίωνε την εργασία που της ανάθεταν και προσερχόταν στην εργασία της καθυστερημένα. Επίσης, ότι είχαν λόγους να πιστεύουν ότι η Αιτήτρια προέβαινε σε υπεξαίρεση χρημάτων, τα οποία στη συνέχεια επέστρεφε στο ταμείο, υποψίες που προέκυψαν από παράπονα πελατών που απέστελλαν χρήματα στο εξωτερικό και από έρευνα στο λογισμικό της Εταιρείας. Αρνηθείς τα όσα η Αιτήτρια παραθέτει στους γενικούς λόγους της αίτησης, ισχυρίστηκε ότι οι υπηρεσίες της τερματίστηκαν με την πιο πάνω επιστολή, η οποία της  επιδόθηκε την ίδια μέρα από δικαστικό επιδότη. Ότι ζήτησε να φύγει με άδεια από τις 5.3.2017 μέχρι 10.3.2017 για προσωπικά της ζητήματα, αφήνοντας από μόνη της το κλειδί του καταστήματος για να το παραλάβει το άτομο που θα την αντικαθιστούσε ενόσω θα βρισκόταν με άδεια. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια δεν ακολουθούσε τις οδηγίες της διοίκησης, ότι ανακάλυψε ότι χρησιμοποιούσε κάποια από τα χαρτιά που δόθηκαν από πελάτες της Εταιρείας και γι’ αυτό το λόγο της έδωσε άδεια με πληρωμή έτσι ώστε να διερευνήσει το θέμα. Ότι υπήρχε απόδειξη ότι χρησιμοποιούσε χρήματα πελατών τα όποια επέστρεφε μετά από λίγες μέρες. Τουλάχιστον σε ένα περιστατικό προχώρησε σε άμεση ακύρωση της εντολής που είχε γίνει και την επανέλαβε μετά από λίγες μέρες. Έτσι τα χρήματα αντί να πηγαίνουν στο χρηματοκιβώτιο της Εταιρείας την ημέρα που λαμβάνονταν από τον αποστολέα, πήγαιναν μετά από 3-4 μέρες. Επίσης ότι έβαλε την Αιτήτρια σε άδεια με πληρωμή για να διερευνήσει το θέμα.

 

Η κα Αναστασία Χριστοδούλου εργάζεται στην υπηρεσία της Καθ’ ης η αίτηση ως ανώτερη λειτουργός με καθήκοντα, μεταξύ άλλων, τη γενική επίβλεψη των εργασιών της Εταιρείας. Θέτοντας τη μαρτυρία της επί τη βάσει των όσων ανέφερε και ο προηγούμενος μάρτυρας και παραθέτοντας διάφορα έγγραφα προς υποστήριξη των θέσεων της, ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 15.2.2017 δέχθηκαν καταγγελία από συγκεκριμένο πελάτη για χρηματικό ποσό που απέστειλε σε συγγενικό του πρόσωπο στις 5.2.2017 και δεν κατέληξε στον προορισμό του. Αφού ζήτησαν εξηγήσεις από την Αιτήτρια διαπίστωσαν ότι εκτέλεσε την εντολή την ήμερα της καταγγελίας αντί την ημέρα είσπραξης του ποσού. Μετά από εσωτερική έρευνα στις συναλλαγές και καταγραφές που είχε εκτελέσει η Αιτήτρια, διαπίστωσαν ότι ενώ κατέγραφε τα στοιχεία του πελάτη στο σύστημα, εισέπραττε σε μετρητά το ποσό της αποστολής και εξέδιδε σχετική απόδειξη, ακολούθως ακύρωνε την πράξη και την κατέγραφε στο σύστημα ως επιστροφή χρημάτων με αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό να μην αναφέρεται στα μετρητά που είχαν εισπραχθεί. Μια βδομάδα μετά και πριν την παραλαβή των μετρητών  από τις θυρίδες ασφαλείας των καταστημάτων, εκτελούσε ξανά την πράξη. Έτσι, με αυτό τον τρόπο, η Αιτήτρια χρησιμοποιούσε μετρητά πελατών για δικό της όφελος μέχρι την επόμενη παραλαβή των μετρητών και τούτου, για να μην γίνει αντιληπτή. Ισχυρίστηκε ότι οι αντικανονικές πράξεις της Αιτήτριας  δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές χωρίς την ύπαρξη καταγγελίας από πελάτη. Για όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της Εταιρείας, η οποία βασίζεται εξ ολοκλήρου στην εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ πελάτη και παροχέα υπηρεσιών, απέλυσαν την Αιτήτρια. Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι η προώθηση των προϊόντων της Εταιρείας ήταν μέρος των καθηκόντων της Αιτήτριας. Το αν υπεγράφη σύμβαση εργασίας ή αν δόθηκαν όροι απασχόλησης στην Αιτήτρια, ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε γιατί δεν ανήκε στο τμήμα ανθρώπινου δυναμικού. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια γνώριζε πολύ καλά τα καθήκοντα της αφού από της προσλήψεως της δέχθηκε εκπαίδευση όπως και οι άλλοι ταμίες. Ότι λειτουργούσαν όλοι το ίδιο και δεν υπήρχε εξαίρεση. Επίσης είχε καθορισμένο ωράριο εργασίας το οποίο αρκετές φορές δεν τηρούσε, κάτι που διαπίστωσε και η ίδια μέσα από τις κάμερες και το σύστημα συναγερμού που διέθετε το κατάστημα. Δεν αρνήθηκε ότι η Αιτήτρια έφερε στην Εταιρεία πάνω από 150 νέους πελάτες, ισχυριζόμενη ωστόσο ότι η προσέγγιση νέων πελατών ήταν ένα από τα καθήκοντα της. Για τη μεταφορά των χρημάτων επέμενε στην αρχική της θέση, ισχυριζόμενη ότι είχαν ζητηθεί εξηγήσεις από την Αιτήτρια μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, χωρίς όμως να λάβουν οποιαδήποτε απάντηση ή εξήγηση για το τι συνέβη και γιατί. Τέλος χαρακτήρισε την Αιτήτρια ατίθαση και ότι δεν έκανε τη δουλειά που της έλεγαν.

 

Καταθέτοντας η Αιτήτρια και απορρίπτοντας τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες της Καθ’ ης η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε παράβηκε τους κανονισμούς της Εταιρείας ή δεν τήρησε το ωράριο εργασίας της που δεν ήταν σταθερό. Αντίθετα, αρκετές φορές προσέφερε υπερωριακή εργασία χωρίς την καταβολή πληρωμής. Δεν αρνήθηκε ότι κάποιες φορές προσήλθε στην εργασία της με καθυστέρηση 10-15 λεπτών, γνωρίζοντας όμως ότι βρισκόταν εκεί η άλλη κοπέλα την οποία ενημέρωνε. Απορρίπτοντας το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που η δεύτερη μάρτυς έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι τα όσα περιέχονται στα εν λόγω έγγραφα, αποτελούν παραποιημένες συνομιλίες και επιλεγμένες αναφορές των μεταξύ τους συνομιλιών που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Ότι αντίθετα με τα όσα ισχυρίστηκε η κα Χριστοδούλου, πάντοτε εκτελούσε την εργασία που της ανέθεταν οι ανώτεροι της, ακόμη κι αν δεν ενέπιπτε στα καθήκοντα της, όπως λ.χ. ταξιδιωτικές εργασίες. Επίσης ήταν το άτομο που επέλεγαν για την προώθηση των υπηρεσιών της Εταιρείας στις άλλες πόλεις. Απέρριψε τα όσα της επιρρίπτονται για ποινικό αδίκημα, σημειώνοντας ότι συχνά παρουσιάζονται καθυστερήσεις στο να φθάσουν τα λεφτά στον προορισμό τους ή να ακυρωθεί μια πράξη λόγω αναγραφής λανθασμένου ονόματος πελάτη ή παραλήπτη. Αρνήθηκε τις οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες εναντίον της καταγγελίες από πελάτες, ισχυριζόμενη ότι το κατατεθέν έγγραφο (Τεκ.2Θ) είναι κατασκευασμένο για παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ότι πουθενά δεν φαίνεται εάν τις συγκεκριμένες μέρες και ώρες ήταν αυτή που δούλευε στο ταμείο. Επίσης, ότι μια πράξη δεν μπορεί να ακυρωθεί χωρίς την άδεια των εξωτερικών συνεργατών “back officer” της Καθ’ ης η αίτηση. Για τα γεγονότα που οδήγησαν στην απόλυση της, ισχυρίστηκε ότι στις αρχές Μαρτίου, της ζητήθηκε από τη δεύτερη μάρτυρα μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, όπως από 5.3.2017 μεταβαίνει καθημερινά στο κατάστημα της Λεμεσού. Όταν για δικούς της λόγους αρνήθηκε, της ζητήθηκε να πάρει  αναγκαστική άδεια. Στις 5.3.2017 ο κ. Eita της ζήτησε το κλειδί του καταστήματος, λέγοντας της ότι θα την ειδοποιούσε την επόμενη μέρα πότε θα επέστρεφε στη δουλειά της χωρίς να της δώσει το λόγο. Επειδή κανείς δεν επικοινώνησε μαζί της και ούτε υπήρχε οποιαδήποτε ανταπόκριση από μέρους της Καθ’ ης αίτηση όταν η ίδια προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί τους, αποτάθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Σε επικοινωνία του εκεί υπάλληλου με την Καθ’ ης η αίτηση, τον ενημέρωσαν ότι η ίδια βρισκόταν με άδεια μέχρι τις 10.3.2017. Τη συγκεκριμένη μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι της, βρήκε κάτω από την πόρτα την επιστολή απόλυσης. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι στο email ημερ. 15.2.2017, που αφορούσε τη συναλλαγή με πελάτη, απάντησε τηλεφωνικώς κα-θώς το θέμα της μεταφοράς χρημάτων θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέσα σε δύο μέρες και δεν μπορούσε να παραμείνει αναπάντητο μέχρι τις 22.2.2017. Επίσης η απάντηση που έδωσε τη συγκεκριμένη μέρα δεν αφορούσε τη συναλλαγή αλλά το θέμα του εκτυπωτή. Για την προώθησε των προϊόντων (promotion), ισχυρίστηκε ότι εξέφρασε αδυναμία να μεταβεί στη Λεμεσό από τις 5.3.2017 επειδή δεν διέθετε όχημα και δεν είχε κάπου να αφήσει το παιδί της. Επίσης ότι προσελήφθη στην Εταιρεία ως ταμίας και ότι το promotion όσο και η πώληση αεροπορικών εισιτηρίων δεν ενέπιπταν στα καθήκοντα της, τα οποία ποτέ δεν της δόθηκαν γραπτώς. Αρνήθηκε ότι αργοπορούσε να εκτελέσει την εργασία της. Επέμενε ότι bank offices υπήρχαν στο κατάστημα της Λεμεσού και ότι από εκεί έλεγχαν και τα υπόλοιπα καταστήματα.

 

Αγορεύσεις

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος για την Αιτήτρια εισηγήθηκε ότι, με την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η Καθ’ ης η αίτηση απέτυχε να τεκμηριώσει οποιονδήποτε λόγο και συνακόλουθα να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απόλυσε την Αιτήτρια. Ότι και οι δύο μάρτυρες δεν ήταν αξιόπιστοι αφού κίνητρο τους ήταν να προστατεύουν τα οικονομικά συμφέροντα των Εργοδοτών εις βάρος των νομίμων δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Ως προς τη νομική διάσταση της υπόθεσης έθεσε ότι η Καθ’ ης ή αίτηση κατά τη λήψη της τελικής απόφασης δεν ενέργησε ως ένας λογικός εργοδότης και ότι σε κάθε περίπτωση στέρησε την Αιτήτρια από το δικαίωμα ακρόασης, θέτοντας την εκτός εργασίας χωρίς καν να της κοινοποιηθεί ο λόγος απόλυσης.

 

Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Καθ’ ης η αίτηση, θέτοντας ως ουσιαστικό υπόβαθρο την εισήγηση ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά τους. Αναπτύσσοντας δε τη νομική διάσταση της υπόθεσης και θέτοντας τα γεγονότα που στην ουσία έθεσαν την Αιτήτρια υποκείμενη σε απόλυση, πάντα κατά τη θέση τους, με έναρξη τις 7.2.2017, έθεσε ως αδύνατη τη συνέχιση της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου, καθώς η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση να τερματίσει την απασχόληση της Αιτήτριας, δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός μεμονωμένου περιστατικού αλλά μιας κατ’ επανάληψη παράβασης ή παραγνώρισης κανόνων εργασίας από μέρους της.  

 

Ανάλυση - Συμπέρασμα

 

Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες της Καθ’ ης η αίτηση όσο και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων.

 

Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες για την Καθ’ ης η αίτηση ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια, σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσε η Αιτήτρια. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησαν στο Δικαστήριο και οι δύο μάρτυρες για την Καθ’ ης η αίτηση, η μαρτυρία τους υποστηρίζεται και από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν έχουν αμφισβητηθεί, καθώς η Αιτήτρια δεν έδωσε οποιεσδήποτε πειστικές εξηγήσεις που να υποστηρίζουν τη θέση της ότι τα εν λόγω έγγραφα που επικαλέστηκε η πλευρά της Καθ’ ης αίτηση (Τεκ.1 και Τεκ.2) αποτελούν προϊόν παραποιημένων συνομιλιών και επιλεγμένων αναφορών των μεταξύ τους συνομιλιών που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Η ανάλογη μαρτυρία της Αιτήτριας αξιολογείται ως αναξιόπιστη. Καθότι περιβάλλεται από ουσιαστικές αντιφάσεις και, τουλάχιστον στα σημαντικά της μέρη αυτό-αναιρείται. Ειδικότερα:-

 

Αντίθετα με όσα επικαλέστηκε η Αιτήτρια, από το ηλεκτρονική αλληλογραφία (Τεκ. 1) που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η κα Χριστοδούλου, φαίνεται ότι την 1.2.2017 ενώ ζητήθηκε από την Αιτήτρια να προχωρήσει σε διαδικτυακή κράτηση ταξιδιωτικών εισιτηρίων, εντούτοις μέχρι τις 7.2.2017 δεν έδωσε καμία απάντηση με επακόλουθο να της ζητηθεί εκ νέου να ανταποκριθεί. Αντί αυτού, με την απάντηση της, παρέθεσε διάφορα παράπονα ότι δουλεύει με πολύ χαμηλό μισθό, δεν τη στέλνουν για διαφημίσεις και ότι χωρίς καμία εξήγηση η διαφήμιση σε Λεμεσό και Λάρνακα είχε σταματήσει. Και ενώ της ζητήθηκαν εκ νέου εξηγήσεις γιατί δεν προωθούσε την πώληση ταξιδιωτικών εισιτηρίων για λογαριασμό της Masari, αρκέστηκε να απαντήσει ότι δεν θα προέβαινε σε οποιαδήποτε ενέργεια εάν πρώτα δεν επιλυόταν το πρόβλημα του μισθού της, με τον οποίο δεν ήταν ικανοποιημένη.

 

Επιβεβαιώνεται επίσης από την εν λόγω αλληλογραφία ότι στις 5.2.2017 ενώ η Αιτήτρια προχώρησε στην εκτέλεση συγκεκριμένης συναλλαγής που αφορούσε μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό, ακολούθως προέβη σε άμεση ακύρωση της πράξης για να την επαναλάβει δέκα μέρες μετά. Όταν η κα Χριστοδούλου στις 15.2.2017 ζήτησε από την Αιτήτρια να εξηγήσει που βρίσκονταν τα χρήματα του πελάτη αυτή την περίοδο και πότε τοποθετήθηκαν στο χρηματοκιβώτιο της Εταιρείας, η Αιτήτρια δεν έδωσε καμία απάντηση και έτσι με νέο μήνυμα ημερ. 22.2.2017 της ζητείτο εκ νέου να ανταποκριθεί. Αντί αυτού η Αιτήτρια προέβαλε ξανά το παράπονο για τη μισθοδοσία και διάφορους άλλους άσχετους ισχυρισμούς χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Η θέση της Αιτήτρια ότι η απάντηση που έδωσε στις 22.2.2017 αφορούσε το θέμα του εκτυπωτή και όχι τη συγκεκριμένη συναλλαγή για την οποία είχε ήδη απαντήσει τηλεφωνικώς, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου (Τεκ.1) αλλά ούτε και υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη απτή μαρτυρία. Αντίθετα αυτό που προκύπτει είναι ότι η ίδια δεν ανταποκρίθηκε στο μήνυμα με αποτέλεσμα η κα Χριστοδούλου να ζητεί εκ νέου απάντηση. Πρόσθετα η Αιτήτρια δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση που να θέτει σε αμφισβήτηση τα όσα η κα Χριστοδούλου παρέθεσε σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείτο για τη μεταφορά χρημάτων και τις ενέργειες στις οποίες προέβαινε η Αιτήτρια για την εκτέλεση τέτοιων συναλλαγών. Τα όσα η ίδια ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να ακυρωθεί μια συναλλαγή χωρίς την άδεια των  εξωτερικών συνεργατών “back officer”, τέθηκαν για πρώτη φορά με τη γραπτή δήλωση της και δεν δόθηκε η ευκαιρία στους μάρτυρες της Καθ’ ης η αίτηση να τοποθετηθούν.

 

Περαιτέρω, επιβεβαιώνεται από την εν λόγω αλληλογραφία ότι ενώ στις 20.2.2017 ζητήθηκε από την Αιτήτρια η ετοιμασία λίστας πελατών την οποία υποσχέθηκε ότι θα απέστελλε αυθημερόν, εν τούτοις προβάλλοντας επί καθημερινής βάσεως διάφορες δικαιολογίες ότι η λίστα από μέρα σε μέρα θα ήταν έτοιμη για αποστολή, μέχρι την 1.3.2017 δεν είχε ακόμη ετοιμαστεί.

 

Από την εν λόγω αλληλογραφία επιβεβαιώνεται εισέτι ότι την 1.3.2017, ζητήθηκε από την Αιτήτρια όπως από 5.3.2017 και κάθε Κυριακή μεταβαίνει στο Μόλο Λεμεσού, από τις 9:00- 5:00μμ, για προώθηση (promotion) των υπηρεσιών της Εταιρείας με κάλυψη των εξόδων μετάβασης της, και ότι αυτή αρνήθηκε προβάλλοντας διάφορες προφάσεις. Συγκεκριμένα από την ηλεκτρονική αλληλογραφία που αντήλλαξε με την προϊσταμένη της τις επόμενες δύο μέρες, φαίνεται ότι αρχικά αρνήθηκε με πρόφαση ότι δεν χρησιμοποιεί λεωφορείο για να ταξιδεύει. Όταν της ζητήθηκε να ταξιδεύει με το όχημα της και με κάλυψη των εξόδων της, ισχυρίστηκε επί λέξει «σας είπα ξεκάθαρα δεν μπορώ να κάνω καμιά διαφήμιση επειδή δεν έχω όχημα τώρα, θα πάω στη Λευκωσία γιατί θέλω να εξυπηρετήσω τους πελάτες μου. Αν έχεις οποιοδήποτε προσωπικό πρόβλημα μαζί μου, παρακαλώ απόλυσε με νόμιμα από την Εταιρεία».  Στην επιμονή μάλιστα της προϊσταμένης της ότι θα έπρεπε να μεταβαίνει στη Λεμεσό για να μπορέσει η Εταιρεία να αυξήσει τους πελάτες της από Σρι Λάνκα και ότι το κατάστημα Λευκωσίας θα δούλευε με άλλους υπαλλήλους, η ίδια επέμενε στη θέση της ότι Κυριακή θα δούλευε στη Λευκωσία. Όταν στις 3.3.2017 της ειπώθηκε ξανά ότι σύμφωνα με τις οδηγίες της διοίκησης, στη Λευκωσία θα δούλευαν δύο άλλοι υπάλληλοι και ότι η ίδια θα έπρεπε να μεταβεί για διαφήμιση στη Λεμεσό, ανέφερε επί λέξει ότι «δεν μπορώ να μεταβώ για διαφήμιση στη Λάρνακα ή τη Λεμεσό γιατί έχω το μωρό μου. Αν θέλεις να παραιτηθώ νόμιμα, αλλιώς θα πάρω σοβαρές νομικές ενέργειες εναντίον σου. Αναμένω σύντομα απάντηση.»

 

Δεν έχουμε καμία αμφιβολία, με όσα κατέθεσε ο κ. Issa N.I. Abu Eita κατά την αντεξέταση του, ότι στις 5.3.2017 η Αιτήτρια, επιμένοντας στη θέση της, μετέβη για δουλειά στο κατάστημα Λευκωσίας, όπου ο εν λόγω μάρτυρας της ζήτησε το κλειδί του καταστήματος και την έθεσε σε αναγκαστική άδεια μέχρι τις 10.3.2017 που τερμάτισε την απασχόληση της.

 

Τέλος, γίνεται φανερό από τα πιο πάνω, πως η Αιτήτρια δεν αποδίδει την πραγματική εικόνα όταν ισχυρίζεται πως η έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων και η προώθηση (promotion) των υπηρεσιών της Εταιρείας δεν ήταν μέρος των καθηκόντων της. Κατ’ αρχάς ο εν λόγω ισχυρισμός αυτοαναιρείται από την ανάλογη μαρτυρία της όπου παραδέχεται ότι προέβαινε στη εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων και ότι ήταν το άτομο που η Εταιρεία θεωρούσε κατάλληλο για την προώθηση των υπηρεσιών της στη Λεμεσό και Λάρνακα. Πρόσθετα από το περιεχόμενο του Τεκ.1 είναι φανερό ότι η Αιτήτρια πότε δεν αμφισβήτησε αλλά αντιθέτως επιδίωκε την ανάθεση τέτοιων καθηκόντων για δικό της μισθολογικό όφελος.

 

Το γεγονός ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν έδωσε στην Αιτήτρια γραπτή σύμβαση εργασίας ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να περιέχει τα καθήκοντα και τους λοιπούς όρους απασχόλησης της, μπορεί να αντιβαίνει τον Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που Διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμος του 2000 Ν.100(1)/2000, ωστόσο τέτοια παράλειψη δεν μπορεί να αποβεί μοιραία στην ύπαρξη της εργασιακής σχέσης. Ο έγγραφος τύπος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύμβασης εργασίας και δεν θίγει τους υφιστάμενους κανόνες απόδειξης. Αποτελεί απλώς ένα ασφαλές αποδεικτικό μέσο για τον εργοδοτούμενο. Σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη του εργοδότη να γνωστοποιήσει εγγράφως τους όρους απασχόλησης δεν σημαίνει τίποτε άλλο απ’ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διακριβώσει την πραγματική κατάσταση πραγμάτων και δη τα πλαίσια εντός των οποίων ο εργοδοτούμενος ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει τις υπηρεσίες του με βάση τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί.

 

Ανάλυση - Συμπέρασμα

Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ’ επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου:

«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι’ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:

 

(α)  Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ’ ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον:

 

Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετον  ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης:

             

(β).................................................................................................................................

 

(γ).................................................................................................................................

               

(δ).................................................................................................................................

 

(ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως.

           

Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον.

           

(στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

 

(i)                 διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή

(ii)               διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του

(iii)             διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του

(iv)              απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του 

(v)                σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» 

 

Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 CLR 103, το Δικαστή-ριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει από-λυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά (2004) 1 ΑΑΔ 603, Κynigos  Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου(2004) 1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια (2006) 1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 919, 925). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία αποτέλεσε καθοδήγηση στην έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη (gross misconduct). Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια), η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολής του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η παράλειψη εκτέλεσης πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστης συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του.

 

Με βάση τις αρχές του Κοινοδικαίου (Common Law) όταν ένας εργοδοτούμενος αρνείται να υπακούσει στις εντολές του εργοδότη του, ουσιαστικά αρνείται να δεσμευτεί με τους συμβατικούς όρους εργοδότησης του και ο εργοδότης αποκτά δικαίωμα να τερματίσει την απασχόληση του χωρίς προειδοποίηση. Το καθήκον αυτό του εργοδοτούμενου περιορίζεται ωστόσο στην υπακοή νόμιμων και λογικών οδηγιών του εργοδότη. (Βλ. D.J. Lockton, Employment Law, Palgrare Macmillan Law Masters, 5th Edition, σελ. 103, Avghi Constanti-nidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1981) 1 C.L.R. 302).  

 

Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, ο εργοδοτούμενος έχει καθήκον να υπα-κούει και να συμμορφώνεται με τις νόμιμες και λογικές εντολές του εργοδότη του. Σημειώνεται ωστόσο πως για να θεωρηθεί μια απόλυση δικαιολογημένη, λόγω άρνησης του εργοδοτούμενου να υπακούσει σε μία νόμιμη εντολή του εργοδότη του εντός των πλαισίων της εργατικής νομοθεσίας, θα πρέπει να ικανοποιηθούν και κριτήρια που υπερβαίνουν το καθαρά συμβατικό κριτήριο που θέτει το Κοινοδίκαιο.  Δηλαδή, πέραν του νομίμου και λογικού της εντολής, η άρνηση του εργοδοτούμενου να υπακούσει στην εντολή του εργοδότη θα πρέπει να κρίνεται ηθελημένη ή εσκεμμένη και να γίνεται με πλήρη επίγνωση ότι αυτή η συμπεριφορά του θα οδηγήσει σε απόλυση και να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή. (Βλ. St. D. Anderman, ″The Law of Unfair Dismissal″, 3rd Edition, σελ. 190, J. Bowers, A Practical Approach to Employment Law, 7th Edition, Oxford University Press, σελ. 348).

 

Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών, (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing (1981) 1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.:

 

«Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him. If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair.  But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair.  It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view:  another quite reasonably take a different view».

 

(Σε ελεύθερη μετάφραση):

 

«Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη.  Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.»

 

Επομένως, για κάθε λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Νόμου, η νομιμότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου, εξαρτάται από τη σωστή εφαρμογή της αρχής της λογικότητας (“reasonableness”). Το σωστό κριτήριο, που θα οδηγήσει στην τελική κρίση του Δικαστηρίου, «είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. (Βλ. Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), Κynigos Hotels  Ltd v. Γ. Χρίστου (2004) 1Α Α.Α.Δ. 665, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, (2014) 1 Α.Α.Δ. 1193, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφεση 103/2012 ημερ. 7.7.2017).

Όπως, δε, κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί, η λογικότητα η μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη [Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden (2001) 1 All E.R. 550, Galatariotis Telecommunications Ltd v.  Βασιλείου  (2003) 1 Α.Α.Δ. 318, L. Papaphilippou (ανωτέρω)].

 

Αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω αρχές, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη η Καθ’ ης αίτηση στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες ότι η Αιτήτρια υπήρξε ένοχη ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την Καθ’ ης η αίτηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Είναι η κατάληξη μας ότι με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας και με τη μαρτυρία στο σύνολο της έχει καταδειχθεί ότι η συμπεριφορά, η όλη στάση και η διαγωγή της Αιτήτριας ήταν τέτοια που η Καθ’ ης η αίτηση, με τα στοιχεία που είχε ενώπιον της ήταν εύλογο και λογικό να καταλήξει στον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης της. Η συμπεριφορά της Αιτήτριας, η οποία σε δύο περιπτώσεις αρνήθηκε να εκτελέσει τις νόμιμες και λογικές εντολές του εργοδότη της θέτοντας (α) απειλητικούς φραγμούς ότι δεν θα προχωρούσε στην εκτέλεση των καθηκόντων της εάν δεν ικανοποιούνταν οι μισθολογικές αξιώσεις της και (β) την προβολή διαφόρων προφάσεων και απειλών προς την προϊσταμένη της ότι δεν θα μετέβαινε στη Λεμεσό για προώθηση των υπηρεσιών της Καθ’ ης η αίτηση και ότι θα εργαζόταν στο κατάστημα της Λευκωσίας για εξυπηρέτηση των δικών της πελατών, παρά τις συνεχείς προτροπές και υποδείξεις που της έγιναν από την προϊσταμένη της ότι αυτή ήταν η απόφαση της διοίκησης της Εταιρείας, ευρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την υποχρέωση υπακοής που όφειλε να τηρεί έναντι των Εργοδοτών της και άρνηση της να δεσμευτεί με τους συμβατικούς όρους εργοδότησης της, δίδοντας έτσι το δικαίωμα στην Καθ’ ης η αίτηση να τερματίσει την απασχόληση της χωρίς προειδοποίηση. Πρόσθετα η άρνηση της να παράσχει οποιαδήποτε εξήγηση για το ποσό χρημάτων που είχε εισπράξει από πελάτη για αποστολή στο εξωτερικό και το οποίο για δέκα ολόκληρες μέρες κατακρατούσε χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη μέχρι που περιήλθε εις γνώση της Εταιρείας, μετά την καταγγελία που δέχθηκαν από τον συγκεκριμένο πελάτη, αποτελεί επίσης σοβαρή και εσκεμμένη διαγωγή που δικαιολογούσε την απόλυση της. Η θέση της Αιτήτριας ως ταμία ενείχε στο μεγαλύτερο βαθμό την ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Ουσιαστικά η Αιτήτρια με τη συμπεριφορά και τις ενέργειες της ακύρωσε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. Ακόμη και θεωρητικά να δεχθούμε ότι η πράξη αυτή δεν συνιστούσε στην πράξη «υπεξαίρεση», η Αιτήτρια παρέβηκε την υποχρέωση υπακοής έναντι των Εργοδοτών της, υποχρέωση που πηγάζει από τη σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας και παρέβηκε τους κανονισμούς και τις οδηγίες της Καθ’ ης η αίτηση που αυθαίρετα θέλησε να μην εφαρμόσει.

 

Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Καθ’ ης η αίτηση, με βάση τα ενώπιον της στοιχεία, ενέργησε υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης και ότι νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας, ικανοποιώντας έτσι τους όρους του άρθρου 5 (ε) και (στ) του Νόμου.

 

Η Αίτηση απορρίπτεται με €500 έξοδα προς όφελος της Καθ’ ης η αίτηση και εις βάρος της Αιτήτριας.

 

 

 

(υπ)………….………………………….……………

Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος

                                     Χρ. Παπαϊωάννου, Μέλος

Γ. Κωνσταντίνου, Μέλος

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο