ECLI:CY:DEDLEF:2017:15
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΠΑΦΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή.
Λ. Λουκά )
Ν. Σαββίδη ) Μελών.
Αρ. Αίτησης: 437/11
Μεταξύ:
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Αιτήτριας
και
N.P. ARMANTE LTD
Καθ΄ ών η αίτηση
Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2017.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: Η κα Ε. Νικολάου.
Για τους Καθ΄ ών η αίτηση: Ο κ.Κουρίδης.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση την 1/9/2002 ως υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο που διαχειρίζονταν οι Καθ΄ ών η αίτηση.
Τον Απρίλιο του 2010 η Αιτήτρια διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού και στις 18/5/2010 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Μέχρι τις 16/5/2010 εργαζόταν κανονικά στο βιβλιοπωλείο. Από τις 16/5/2010 μέχρι τις 31/11/2010 η Αιτήτρια απουσίαζε από την εργασία της λόγω του προβλήματος υγείας της.
Πριν την έναρξη της πιο πάνω απουσίας της Αιτήτριας από την εργασία της οι Καθ΄ ών η αίτηση προσέλαβαν άλλη υπάλληλο στο βιβλιοπωλείο με σκοπό να αντικαταστήσει την Αιτήτρια κατά την περίοδο που θα απουσίαζε από την εργασία της λόγω της υγείας της και η Αιτήτρια εργάστηκε μαζί με την εν λόγω υπάλληλο για κάποιο χρονικό διάστημα και της έδειξε τον τρόπο εργασίας της στο βιβλιοπωλείο.
Η απασχόληση της Αιτήτριας στους Καθ΄ ών η αίτηση τερματίστηκε κάτω από αμφισβητούμενες συνθήκες και περιστάσεις.
Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») ανερχόταν σε €212,50.
Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως αυτή προβάλλεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς ότι επέστρεψε στην εργασία της την 1/2/2011 μετά που έλαβε άδεια ασθενείας και απουσίαζε από την εργασία της από 16/5/2010 μέχρι 31/1/2011 και ότι στις 9/2/2011 ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση την απέλυσαν τηλεφωνικώς λέγοντάς της ότι αποφάσισαν να κρατήσουν στην εργασία την υπάλληλο που προσέλαβαν για να την αντικαταστήσει στα καθήκοντά της κατά τη διάρκεια της απουσίας της από την εργασία της. Υποστηρίζει ότι ο εν λόγω τερματισμός της απασχόλησής της είναι παράνομος και ως εκ τούτου αξιώνει από τους Καθ΄ ών η αίτηση αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α.
Οι Καθ΄ ών η αίτηση με τους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια από τις 16/5/2010 μέχρι τις 30/11/2010 οικουρούσε λόγω ασθενείας, ότι μετά τις 30/11/2010 δεν παρουσιάστηκε στον τόπο εργασίας της χωρίς να τους δώσει οποιαδήποτε δικαιολογία, ότι κατέβαλαν στην Αιτήτρια όλα τα από του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα και ότι η Αιτήτρια τους ενημέρωσε ότι δεν επιθυμεί πλέον την εργοδότησή της αφού προσέλαβαν κατά τον χρόνο της απουσίας της άλλη υπάλληλο με την οποία δεν επιθυμούσε να εργαστεί. Ως εκ τούτου απορρίπτουν τις αξιώσεις της Αιτήτριας και αιτούνται απόρριψη της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας.
Βάρος Απόδειξης
Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6(1) του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου.
Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την εργασία του λόγω διαγωγής του εργοδότη, τότε σύμφωνα με τις παραγράφους (1) και (2) του άρθρου 7 του Νόμου[1], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησής του[2].
Στην παρούσα Aίτηση Εργατικής Διαφοράς ενόψει των ισχυρισμών των Καθ΄ ών η αίτηση ότι η Αιτήτρια απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, η Αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση τερμάτισαν μονομερώς την απασχόλησή της. Λόγω της προβαλλόμενης από τους Καθ΄ ών η αίτηση θέσης, η Αιτήτρια είναι αυτή που κλήθηκε πρώτη να παρουσιάσει την υπόθεσή της και να αποδείξει ότι η διακοπή της εργοδότησής της ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησής της από τους Καθ΄ ών η αίτηση.
Προς απόδειξη της υπόθεσης της Αιτήτριας κατέθεσε ενόρκως ενώπιόν μας η ίδια. Για τους Καθ΄ ών η αίτηση έδωσαν μαρτυρία ο κ. Νεόφυτος Νεοφύτου, διαχειριστής των Καθ΄ ών η αίτηση, η κα Νίκη Πέτρου, η οποία εργάζεται ως Επιθεωρήτρια στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ο κ. Ανδρέας Μιχαήλ, λογιστής – ελεγκτής των Καθ΄ ών η αίτηση.
Εκτός από την προφορική μαρτυρία ενώπιόν μας υπάρχει και η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Μαρτυρία
Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι μετά τη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο γιατρός της χορήγησε τρεις μήνες άδεια απουσίας από την εργασία της για λόγους ασθενείας. Στη συνέχεια άρχισε να υποβάλλεται σε χημειοθεραπείες και ο γιατρός της έδωσε περαιτέρω άδεια απουσίας την οποία η ίδια έπαιρνε στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων με την ανάλογη αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι όταν πήγε στον εργοδότη της για να της υπογράψει την αίτηση, την τρίτη άδεια που της έδωσε ο γιατρός πριν ακόμα αρχίσει τις ακτινοθεραπείες, αυτός της είπε ότι θα την στείλει ο ίδιος μέσω του λογιστή του στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να μην την ταλαιπωρεί και έτσι άφησε την εν λόγω άδεια στο γραφείο του. Υποστήριξε ότι στις 21/1/2010 όταν τελείωσε την ακτινοθεραπεία επικοινώνησε με τους εργοδότες της για να επιστρέψει στην εργασία της την 1/2/2011. Ότι αυτοί της είπαν ότι σκέφτηκαν να κρατήσουν και αυτή και την αντικαταστάτριά της και της πρότειναν να της μειώσουν τις ώρες εργασίας και τον μισθό της κατά €200. Αυτή αποδέχτηκε την πρότασή τους και την 1/2/2011 επανήλθε στην εργασία της. Όμως δεν μπορούσε να συνεργαστεί με την άλλη υπάλληλο καθότι αυτή της συμπεριφερόταν ως να ήταν η προϊστάμενή της και της έλεγε συνέχεια τι να κάνει και τι να μην κάνει. Όταν ανέφερε στον εργοδότη της το πιο πάνω πρόβλημα αυτός της είπε ότι όντως έδωσε στην άλλη υπάλληλο κάποιες πρωτοβουλίες και ότι θα τους δώσει νέο ωράριο εργασίας. Όταν τελείωσε η εβδομάδα ο εργοδότης της, της είπε να μείνει σπίτι να ξεκουραστεί και θα της τηλεφωνήσει να της πει για το τι αποφάσισε αφού διαπίστωσε ότι η «δουλειά δεν σηκώνει δύο υπαλλήλους». Ήταν η θέση της ότι την Κυριακή το βράδυ του τηλεφώνησε και του είπε ότι αποδέχεται όλες τις προτάσεις του και την Δευτέρα θα πάει δουλειά αλλά αυτός της είπε να μείνει σπίτι και θα την ειδοποιήσει. Ισχυρίστηκε ότι στις 9/2/2011 ο εργοδότης της την απέλυσε τηλεφωνικώς και της είπε ότι θα κρατήσει την άλλη κοπέλα. Του ζήτησε επανειλημμένως χαρτί απόλυσης αλλά δεν της έδινε και μετά δήλωσε ψευδώς ότι η απόλυσή της ήταν συμφωνημένη και ότι του έδωσε άδεια ασθενείας μόνο για έξι μήνες και μετά δεν εμφανίστηκε στη δουλειά χωρίς να τον ενημερώσει.
Κατά την αντεξέτασή της ερωτώμενη για τις άδειες ασθενείας που της δόθηκαν ανέφερε ότι (α) ο Δρ. Νίκος Σταύρου στις 18/5/2010 της χορήγησε άδεια απουσίας για τρεις μήνες με σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 1), (β) στις 9/9/2010 της δόθηκε από την Ογκολογική Κλινική του Νοσοκομείου Λεμεσού πιστοποιητικό ασθενείας με το οποίο της δινόταν άδεια απουσίας από τις 9/9/2010 μέχρι τις 31/10/2010 (Τεκμήριο 2), (γ) στις 26/10/2010 της δόθηκε από την Ογκολογική Κλινική του Νοσοκομείου Λεμεσού, πιστοποιητικό ασθενείας με το οποίο της δινόταν άδεια απουσίας από την εργασία από 1/11/2010 μέχρι 30/11/2010 (Τεκμήριο 3) και (δ) της δόθηκε πιστοποιητικό ασθενείας από τον Β.Δ. Ογκολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού άδειας απουσίας από την εργασία της από την 1/12/2010 μέχρι τις 31/1/2011 (Τεκμήριο 4). Υποστήριξε ότι ενημέρωσε τον εργοδότη της για τα τρία πρώτα ιατρικά πιστοποιητικά (Τεκμήρια 1-3). Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο δεν υπάρχει σε αυτό η ημερομηνία έκδοσής του και ότι ο λόγος που στάληκε στο βιβλιοπωλείο με φαξ στις 14/2/2011 είναι γιατί ο εργοδότης της έλεγε ότι «χάθηκε αυτή η άδεια». Απέρριψε υποβολή του δικηγόρου των Καθ΄ ών η αίτηση ότι κατά το τέλος Δεκεμβρίου 2010 είχε αναφέρει στον εργοδότη της ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει να εργάζεται και ότι ζήτησε από τον εργοδότη της να την βγάλει πλεονάζον πριν την 1/2/2011.
Η μαρτυρία του κ. Νεόφυτου συνοψίζεται ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια του προσκόμισε τις πρώτες τρεις άδειες ασθενείας οι οποίες ήταν για ένα μήνα και πληρωνόταν από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Το Τεκμήριο 4 του στάληκε στις 14/2/2011 με φαξ και δεν του δόθηκε προηγουμένως από την Αιτήτρια. Ούτε δόθηκε στον λογιστή των Καθ΄ ών η αίτηση αφού δεν δόθηκε σε αυτόν για να το παραδώσει στον λογιστή. Από ότι πληροφορήθηκε από τον λογιστή των Καθ΄ ών η αίτηση η Αιτήτρια δεν πήρε σε αυτόν οποιαδήποτε άδεια ασθενείας. Τα Χριστούγεννα του 2010 η γυναίκα του επισκέφτηκε την Αιτήτρια στο σπίτι της και της πήρε την αναλογία του 13ου μισθού που δικαιούταν, ένα μικρό φιλοδώρημα και ένα βιβλίο δώρο. Η γυναίκα του επέστρεψε στο σπίτι στενοχωρημένη και του είπε ότι η Αιτήτρια είναι σε κακή ψυχολογική κατάσταση και ότι την συμβούλεψε να ξεφύγει από την απομόνωσή της. Η αντικαταστάτρια της Αιτήτριας στο βιβλιοπωλείο υπέγραφε άνεργη για τους πρώτους έξι μήνες καθότι θεωρούσε προσωρινή την εργοδότησή της στους Καθ΄ ών η αίτηση επειδή είχαν επαφή με την Αιτήτρια. Όταν πέρασαν οι έξι μήνες και η τελευταία άδεια του γιατρού που του έφερε η Αιτήτρια, αυτός και η γυναίκα του αντιλήφθηκαν από τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν με την Αιτήτρια ότι η Αιτήτρια δεν ήθελε να επιστρέψει στην εργασία της και τότε μετά το πέρας των οκτώ μηνών αύξησαν τον μισθό της αντικαταστάτριας της Αιτήτριας και αυτή σταμάτησε να υπογράφει ως άνεργη επειδή θα εργοδοτείτο κανονικά στο βιβλιοπωλείο των Καθ΄ ών η αίτηση. Μετά που η Αιτήτρια σταμάτησε να εργάζεται στο βιβλιοπωλείο, όταν έφυγε λόγω της ασθένειας, ο λογιστής δήλωσε στο Γραφείο Εργασίας την απόλυση της Αιτήτριας στις 31/12/2010 χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αντίδραση από την πλευρά της Αιτήτριας. Αντίδραση υπήρξε όταν ήρθε να της υπογράψει μία δήλωση ημερομηνίας 30/3/2011 (Τεκμήριο 6) για να πάρει «το πλεονάζον», η οποία δήλωση από λάθος της Αιτήτριας έγραφε ως εργοδότη της Αιτήτριας αυτόν και όχι τους Καθ΄ ών η αίτηση και γι’ αυτόν τον λόγο στη συνέχεια του στάληκε μία δεύτερη δήλωση ημερομηνίας 6/5/2011 στο όνομα των Καθ΄ ών η αίτηση (Τεκμήριο 5) όπου αυτός ανέγραψε ότι δεν τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας αλλά ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε από μόνη της την εργασία της. Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο αυτών δηλώσεων με τις οποίες η Αιτήτρια διεκδικούσε από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων «το πλεονάζον» είπε στον σύζυγο της Αιτήτριας να πάνε μαζί στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να δουν τι μπορούν να κάνουν τη στιγμή που η Αιτήτρια είχε κάποιο πρόβλημα και δεν μπορούσε να εργαστεί. Ο σύζυγός της και η Αιτήτρια δεν αποδέχτηκαν και του είπαν ότι θα μιλήσει με τον δικηγόρο τους. Μέσα του Γενάρη του 2010 η Αιτήτρια τηλεφώνησε στη γυναίκα του και της είπε ότι θέλει να εργαστεί. Της είπε να έρθει να μιλήσει μαζί του για να την επαναπροσλάβει. Ενώ η Αιτήτρια ήξερε ότι αυτός μόνο το απόγευμα πήγαινε στο βιβλιοπωλείο, πήγε από το πρωί στο βιβλιοπωλείο και τον περίμενε μέχρι το απόγευμα θέλοντας να δείξει ότι επανήλθε στη δουλειά. Αυτός όταν μίλησε προηγουμένως με την Αιτήτρια της είχε πει ότι δεν μπορεί να εργοδοτεί δύο υπαλλήλους και ότι θεωρεί άδικο και αβέβαιο για αυτόν να διώξει την άλλη κοπέλα για να επανέλθει αυτή τη στιγμή που η ίδια θεωρεί ότι δεν είναι έτοιμη και της πρότεινε για να βοηθήσει και τις δύο να μειώσει τον μισθό και στις δύο και να αυξήσει το ωράριο εργασίας του βιβλιοπωλείου ώστε να εργάζονται και οι δύο. Η Αιτήτρια φεύγοντας γύρω στις 5:00μ.μ. από το βιβλιοπωλείο δεν του απάντησε και του είπε ότι θα το σκεφτεί. Μετά από δύο ώρες, η ώρα 7:00 μ.μ., ήρθε ο σύζυγός της στο βιβλιοπωλείο και του είπε ότι αυτό το κάνει για να διώξει την Αιτήτρια και να κρατήσει την άλλη υπάλληλο. Η Αιτήτρια εργάστηκε δύο – τρεις ημέρες μετά την 1/2/2011. Δεν του έκανε παράπονο ότι είχε προβλήματα με την άλλη κοπέλα αλλά η άλλη κοπέλα του έλεγε ότι είχαν διαφορές. Στο έντυπο του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου ημερομηνίας 22/2/2011 που αφορούσε την αίτηση για επίδομα ανεργίας της Αιτήτριας (Τεκμήριο 7) αυτός ανέγραψε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε μετά από συνεννόηση μαζί της. Διευκρίνισε ότι με αυτό εννοούσε την επικοινωνία που είχε η Αιτήτρια με αυτόν και τη γυναίκα του ότι δεν μπορεί και δεν θέλει να εργαστεί και το μόνο που ζητούσε από αυτόν ήταν να υπογράψει κάποια χαρτιά για να πάρει «τον πλεονασμό» από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν η γυναίκα του επισκέφτηκε την Αιτήτρια τα Χριστούγεννα του 2010 η Αιτήτρια δεν της ανέφερε ότι είχε πρόθεση να επιστρέψει στην εργασία της και ούτε της εξέφρασε παράπονο ότι αυτός δεν κατέθεσε το τρίτο στη σειρά πιστοποιητικό ασθενείας στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Επέμενε ότι οι υπηρεσίες της Αιτήτριας τερματίστηκαν δύο μήνες μετά που έληξε η άδεια απουσίας της και ότι η συζήτηση που έγινε με την Αιτήτρια τον Γενάρη του 2011 ήταν για επαναπρόσληψη της Αιτήτριας σε μία προσπάθεια δική του να βοηθήσει την Αιτήτρια. Με βάση τις οδηγίες του λογιστή τους οι Καθ΄ ών η αίτηση έπρεπε να τερματίσουν τις υπηρεσίες της Αιτήτριας στις 31 Νοεμβρίου του 2010 αλλά αυτός είπε να τερματιστούν στις 31 Δεκεμβρίου του 2010 για να της καταβληθούν όλα τα δικαιώματα. Μετά από δύο – τρεις ημέρες που εργάστηκαν μαζί η Αιτήτρια και η άλλη κοπέλα, ήρθε ο σύζυγος της Αιτήτριας στο βιβλιοπωλείο και τον κατηγόρησε για διάφορα πράγματα. Την επόμενη ημέρα του τηλεφώνησε η Αιτήτρια και αυτός της είπε ότι δυστυχώς με τα όσα συνέβησαν δεν μπορεί να την εργοδοτήσει.
Η κα Νίκη Πέτρου κατέθεσε ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση είναι εγγεγραμμένοι ως εργοδότες στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και η Αιτήτρια ήταν εγγεγραμμένη ως εργοδοτούμενη των Καθ΄ ών η αίτηση από το 2002 μέχρι τις 31/12/2010. Σύμφωνα με το αρχείο του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων η Αιτήτρια από τις 21/5/2010 μέχρι τις 31/1/2011 λάμβανε επίδομα ασθενείας. Ανέφερε ότι για να δοθεί σε κάποιο πρόσωπο επίδομα ασθενείας πρέπει τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά να κατατεθούν στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ότι στην παρούσα περίπτωση ο τερματισμός της εργοδότησης της Αιτήτριας δηλώθηκε από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Ο λόγος που η Αιτήτρια λάμβανε επίδομα ασθενείας και μετά τη δήλωση του τερματισμού της απασχόλησής της ήταν γιατί ήταν δικαιούχος επιδόματος ασθενείας. Διευκρίνισε ότι τα πιστοποιητικά ασθενείας στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων τα προσκομίζει είτε ο εργοδότης είτε ο ασθενής. Στην προκειμένη περίπτωση δεν γνωρίζει ποιος προσκόμισε τα ιατρικά πιστοποιητικά στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η Αιτήτρια τον Μάρτιο του 2011 υπέβαλε αίτηση για πληρωμή για λόγους πλεονασμού. Στην εν λόγω αίτηση η Αιτήτρια ανέγραψε ότι η απασχόλησή της στους Καθ΄ ών η αίτηση τερματίστηκε στις 9/2/2011 και ότι οι εργοδότες της προτίμησαν να κρατήσουν στην εργασία την άλλη υπάλληλο που προσέλαβαν κατά τη διάρκεια της απουσίας της για λόγους υγείας. Η αίτηση της Αιτήτριας απορρίφθηκε καθότι κρίθηκε ότι η απόλυσή της δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού αφού οι Καθ΄ ών η αίτηση στο σχετικό ερωτηματολόγιο ανέγραψαν ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε την εργασία της στις 31/12/2010.
Ο κ. Ανδρέας Μιχαήλ κατέθεσε ότι από το 2002 μέχρι το 2010 οι Καθ΄ ών η αίτηση εργοδοτούσαν μία υπάλληλο, την Αιτήτρια, την οποία αυτός δεν γνωρίζει προσωπικά. Όταν η Αιτήτρια πήγαινε στο γραφείο του έβλεπε τις υπαλλήλους του και όχι αυτόν. Ανέφερε ότι ο διευθυντής των Καθ΄ ών η αίτηση με τη δική του βοήθεια δήλωσε ότι η απασχόληση της Αιτήτριας τερματίστηκε στις 31/12/2010. Υποστήριξε ότι όταν έληξε το πιστοποιητικό που χορηγούσε άδεια απουσίας της Αιτήτριας μέχρι τις 30/11/2010 ρώτησε τον κ. Νεόφυτο αν η Αιτήτρια επέστρεψε στην εργασία της ώστε να της δηλώσουν μισθό ή αν έφερε νέο πιστοποιητικό ασθενείας και ο κ. Νεόφυτος τον πληροφόρησε ότι η Αιτήτρια δεν εμφανίστηκε στην εργασία της και του έδωσε οδηγίες να ειδοποιήσει το Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας. Η εν λόγω ενημέρωση έγινε πριν το τέλος Δεκεμβρίου του 2010. Το πρώτο πιστοποιητικό ασθενείας που δόθηκε στην Αιτήτρια το πήρε η Αιτήτρια στο γραφείο του επειδή έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί μία συγκεκριμένη αίτηση από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Μετά από ότι πληροφορήθηκε η Αιτήτρια πήγαινε στο γραφείο του και την βοηθούσε κάποια από τις υπαλλήλους του να συμπληρώσει το πιστοποιητικό ασθενείας γιατί δεν χρειαζόταν νέα αίτηση. Με βάση τον νόμο η Αιτήτρια είναι αυτή που έχει υποχρέωση να υποβάλει τα πιστοποιητικά ασθενείας στο Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ήταν η θέση του ότι τον Δεκέμβριο του 2010 οι Καθ΄ ών η αίτηση κατέβαλαν στην Αιτήτρια τον 13ο μισθό της καθώς και ένα επιπλέον ποσό.
Κατά την αντεξέτασή του σημείωσε ότι δεν δηλώθηκε ότι η Αιτήτρια σταμάτησε να εργάζεται στις 30/11/2010 για τον λόγο ότι πληροφορήθηκε από τον κ. Νεόφυτο ότι η Αιτήτρια δεν πήγε στην εργασία της μετά που παρέδωσαν το σχετικό έντυπο πληρωμής εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον Νοέμβριο του 2010 και ότι η δήλωση τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε με το έντυπο πληρωμής εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων στο γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον Δεκέμβριο του 2010.
Νομική Πτυχή
Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της (α) με την απόλυση του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, (β) με την παραίτηση του εργοδοτουμένου από την εργασία του και (γ) μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου.
Ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο γραπτά, προφορικά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει από αυτή σαφώς και χωρίς αμφιβολία η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου να τερματίσει την εργασιακή σχέση.
Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης δεν οφείλεται σε μονομερή καταγγελία της σχέσης από τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο αλλά είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου τότε δεν υπάρχει απόλυση/τερματισμός της εργασιακής σχέσης που να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου. Ούτε μπορεί ο τερματισμός να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε υποβολή οικειοθελούς παραίτησης από τον εργοδοτούμενο[3]. Θεωρείται ότι υπήρξε συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης.
Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτούμενου χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά[4]. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις.
Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης και όταν δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια τα οποία να δηλώνουν ρητά, αδιαμφισβήτητα και με σαφή τρόπο τον μονομερή τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τη μια πλευρά ή την άλλη κατά τον ουσιώδη χρόνο, το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει απολυθεί από τον εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Σημειώνουμε ότι έχει σημασία κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις και πώς ένας μέσος λογικός εργοδότης ή ένας λογικός εργοδοτούμενος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα μπορούσε να αντιληφθεί τι σημαίνουν οι λέξεις ή οι φράσεις αυτές. Το πώς εξέλαβε κάποιος εργοδότης ή κάποιος εργοδοτούμενος κάποιες φράσεις υπό τις περιστάσεις είναι θέμα αρκετά υποκειμενικό. Γι’ αυτό τον λόγο στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει με αντικειμενικά κριτήρια κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πώς έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Δηλαδή κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς και/ή εγκατέλειψε την εργασία του από μόνος του[5] ή ότι ο εργοδότης ήταν αυτός που απέλυσε τον εργοδοτούμενο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά της κατ’ ισχυρισμό δήλωσης παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανσή του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση[6].
Ανάλυση Μαρτυρίας – Γεγονότα – Εφαρμογή Νομικής Πτυχής
Από το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας προκύπτουν ως κοινό έδαφος τ΄ ακόλουθα γεγονότα:
(α) Οι Καθ΄ ών η αίτηση έλαβαν γνώση για την άδεια απουσίας από την εργασία της που δόθηκε στην Αιτήτρια από τους θεράποντες ιατρούς της λόγω της κατάστασης της υγείας της με τα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήρια 1, 2 και 3 τα οποία κάλυπταν τις περιόδους 18/5/2010 - 18/8/2010, 9/9/2010 - 31/10/2010 και 1/11/2010 - 31/11/2010 αντίστοιχα.
(β) Η Αιτήτρια λάμβανε επίδομα ασθενείας από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων από 21/5/2010 μέχρι 31/1/2011.
(γ) Η Αιτήτρια τον Δεκέμβριο του 2010 συναντήθηκε με τη σύζυγο του κ. Νεοφύτου.
(δ) Μετά τα μέσα του Ιανουαρίου του 2011 η Αιτήτρια συνομίλησε με τη γυναίκα του κ. Νεοφύτου και τον κ. Νεοφύτου με σκοπό την επάνοδό της στο βιβλιοπωλείο.
(ε) Οι Καθ΄ ών η αίτηση στο ειδικό έντυπο – ερωτηματολόγιο του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ.22/2/2011 (Τεκμήριο 7) που τους αποστάληκε από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφορικά με την αίτηση που υπέβαλε η Αιτήτρια για καταβολή επιδόματος ανεργίας ανέγραψαν ότι η Αιτήτρια «απολύθηκε μετά από συνεννόηση μαζί της» και στην ερώτηση αν η Αιτήτρια απολύθηκε, ποιος ήταν ο λόγος απόλυσής της σημείωσαν ότι η Αιτήτρια απουσίαζε για έξι μήνες με άδεια ασθενείας και άλλους δύο μήνες χωρίς άδεια και χωρίς να ενημερώσει.
(στ)(i) Στις 30/3/2011 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για πληρωμή λόγω πλεονασμού για απόλυσή της από τον εργοδότη της τον κ. Νεοφύτου. Σχετικό έντυπο - ερωτηματολόγιο στάληκε στον κ. Νεοφύτου (Τεκμήριο 6) ο οποίος δεν το συμπλήρωσε.
(ii) Στις 6/5/2011 στάληκε στους Καθ΄ ών η αίτηση έντυπο – ερωτηματολόγιο για την αίτηση της Αιτήτριας ημερομ.30/3/2011 για πληρωμή λόγω πλεονασμού (Τεκμήριο 5) το οποίο συμπληρώθηκε από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Σ΄ αυτό οι Καθ΄ ών η αίτηση ανέγραψαν ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε η ίδια την εργασία της και ότι η Αιτήτρια εργάστηκε σ΄ αυτούς μέχρι τις 30/12/2010.
Κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολουθήσαμε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μας. Από την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προβαίνουμε στην πιο κάτω αξιολόγηση.
Η μαρτυρία της κας Πέτρου στην ουσία της δεν αμφισβητήθηκε από καμία πλευρά και οι ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ήταν περισσότερο διευκρινιστικού χαρακτήρα. Κρίνεται πως πρόκειται για μάρτυρα η οποία δεν είχε προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση και ότι μοναδικό σκοπό είχε να δώσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που βρίσκονταν σε γνώση της εξ΄ αιτίας της θέσης και των καθηκόντων της. Διευκρινίζουμε ότι αυτά που μας ανέφερε είναι αυτά που είναι καταχωρημένα στο αρχείο του Γραφείου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τα οποία καταχωρήθηκαν από κάποιο άλλο λειτουργό και όχι από αυτήν και ότι αυτή δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Το πιο πάνω γεγονός δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία των αναφορών της. Δεχόμαστε λοιπόν τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Παρά το ότι (α) δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο ποιο ήταν το πρόσωπο (η Αιτήτρια ή ο εργοδότης της) που προσκόμισε τα ιατρικά πιστοποιητικά – άδειες ασθενείας της Αιτήτριας στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων στη βάση των οποίων καταβλήθηκε στην Αιτήτρια επίδομα ασθενείας κατά την περίοδο 21/5/2010 - 31/1/2011, (β) δεν ανέφερε πότε κατατέθηκαν στα ιατρικά πιστοποιητικά – άδειες ασθενείας της Αιτήτριας (και ειδικά το ιατρικό πιστοποιητικό για την περίοδο 1/12/2010 – 31/1/2011) στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, (γ) δεν μας ανέφερε κατά πόσον στο αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού για την περίοδο 1/12/2010 – 31/1/2011 που κατατέθηκε στο Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπάρχει αναγραμμένη η ημερομηνία που εκδόθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, και (δ) δεν έθεσε ενώπιόν μας λεπτομέρειες αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείται για την καταβολή επιδόματος ασθενείας από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (δηλαδή αν υποβάλλεται κάθε φορά αίτηση από τον δικαιούχο, αν στα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατίθενται στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων χρειάζεται να τεθεί η υπογραφή του εργοδότη, αν υπάρχει οποιαδήποτε προθεσμία για την καταχώρηση ιατρικών πιστοποιητικών κ.λ.π.) βρίσκουμε ότι το γεγονός ότι καταβλήθηκε στην Αιτήτρια επίδομα ασθενείας και για την περίοδο 1/12/2010 - 31/1/2011 στη βάση ιατρικού πιστοποιητικού για την εν λόγω περίοδο δεικνύει ότι στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατατέθηκε ένα ιατρικό πιστοποιητικό που χορηγούσε άδεια ασθενείας στην Αιτήτρια από την 1/12/2010 – 31/1/2011 η εγκυρότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από το Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Υπό το φως των πιο πάνω είμαστε της γνώμης ότι το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 4 δεν αναγράφεται η ημερομηνία έκδοσής του δεν μπορεί από μόνο του να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 4 «κατασκευάστηκε» εκ των υστέρων ως η εισήγηση των Καθ΄ ών η αίτηση.
Η μαρτυρία της Αιτήτριας για τη θεραπεία (χειρουργική επέμβαση, χημειοθεραπείες και ακτινοθεραπείες) που ακολούθησε μετά τη διάγνωση της ασθένειας δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Καθ΄ ών η αίτηση. Ούτε τέθηκε στην Αιτήτρια ότι οι Καθ΄ών η αίτηση δεν γνώριζαν για τη θεραπευτική αγωγή στην οποία υποβαλλόταν. Σημειώνουμε ιδιαίτερα ότι η θέση της Αιτήτριας ότι μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου του 2011 υποβαλλόταν σε ακτινοθεραπείες δεν αμφισβητήθηκε από τους Καθ΄ ών η αίτηση. Κατά την αντεξέτασή της ήταν σταθερή στις θέσεις της ότι τον Δεκέμβριο του 2010 δεν ανέφερε στους Καθ΄ ών η αίτηση ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται και εξήγησε για ποιο λόγο στάληκε το Τεκμήριο 4 με φαξ στο βιβλιοπωλείο στις 14/2/2011. Περαιτέρω το γεγονός ότι το Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων της κατέβαλε επίδομα ασθενείας στη βάση ιατρικού πιστοποιητικού για την περίοδο 1/12/2010 - 31/1/2011 δεικνύει ότι κατά την περίοδο 1/12/2010 - 31/1/2011 η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εργαστεί λόγω της κατάστασης της υγείας της και των θεραπειών στις οποίες υποβαλλόταν. Το αξιόπιστο των ισχυρισμών της Αιτήτριας σχετικά (α) με το πότε ζήτησε από τους εργοδότες της να της υπογράψουν χαρτί απόλυσής της και αίτηση για πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού, (β) με τον λόγο που πήγε στο βιβλιοπωλείο την 1/2/2011 και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πήγε στο βιβλιοπωλείο εκείνη την περίοδο, (γ) με το τι διαμείφθηκε μεταξύ αυτής και των εργοδοτών της τον Ιανουάριο του 2011 και την περίοδο 1/2/2011 - 9/2/2011 δεν κλονίστηκε καθότι η σχετική μαρτυρία της ήταν πειστική, σταθερή και χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως αξιόπιστη.
Μέσα από τη μαρτυρία των κ.κ. Νεοφύτου και Μιχαήλ προβάλλουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν σοβαρές αδυναμίες στην εκδοχή των Καθ΄ ών η αίτηση αλλά και στο να αφήσουν θετική εικόνα στο Δικαστήριο οι μάρτυρες των Καθ΄ ών η αίτηση. Πιο συγκεκριμένα:
(α) Ο κ. Νεόφυτος ερωτώμενος κατά την κυρίως εξέτασή του για τις άδειες ασθενείας της Αιτήτριας δεν έδωσε ξεκάθαρες απαντήσεις. Πιο συγκεκριμένα όταν ερωτήθηκε κατά πόσον την πρώτη άδεια ασθενείας η Αιτήτρια την πήρε σ΄ αυτόν στο βιβλιοπωλείο, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Εγώ την άδεια επειδή η Armante λειτουργούσε ως εταιρεία έχει λογιστή. Τα περισσότερα τα έστελνε και απευθείας η Αιτήτρια. Μου έφερε την πρώτη άδεια, μου έφερε τη δεύτερη άδεια, την τρίτη άδεια, οι οποίες ήταν για ένα μήνα οι πρώτες άδειες, εάν θέλετε η δύσκολη περίοδος και πληρώνετουν από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις με βάση τις εισφορές που κατέθετε η εταιρεία.» Σημειώνουμε ότι η πιο πάνω θέση του κ. Νεοφύτου είναι σε αντίθεση με τα παραδεκτά γεγονότα ότι η πρώτη άδεια ασθενείας της Αιτήτριας ήταν για τρεις μήνες, η δεύτερη για περισσότερο από ενάμιση μήνα και η τρίτη για ένα μήνα. Σε συνέχεια όταν ερωτήθηκε πότε έφερνε η Αιτήτρια τις άδειες ασθενείας της μετά που τις έπαιρνε από τον γιατρό απάντησε: «2, 3 μέρες και απεναντίας τηλεφωνούσε η ίδια στον λογιστή να κατατεθεί έγκαιρα γιατί πληρώνετουν από το Ταμείο Αδειών.» Σε ερώτηση αν το Τεκμήριο 4 δόθηκε στον λογιστή απάντησε ότι δεν του δόθηκε για να το δώσει στον λογιστή. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι τα δύο πρώτα πιστοποιητικά ασθενείας τα έπαιρνε η ίδια η Αιτήτρια στο Γραφείο Εργασίας και στον λογιστή των Καθ΄ ών η αίτηση. Ο κ. Μιχαήλ κατέθεσε ότι η Αιτήτρια πήρε το πρώτο πιστοποιητικό ασθενείας στο γραφείο του γιατί έπρεπε να συμπληρωθεί μια συγκεκριμένη αίτηση που έπρεπε να υπογράψει ο εργοδότης (οι Καθ΄ ών η αίτηση) και μετά απ΄ ότι ξέρει η Αιτήτρια πήγαινε στο γραφείο του και την βοηθούσε κάποια από τις κοπέλες να συμπληρώσει το πιστοποιητικό ασθενείας γιατί δεν χρειαζόταν νέα αίτηση. Ερωτώμενος ποιος έπαιρνε τις άδειες ασθενείας της Αιτήτριας στο Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων απάντησε η Αιτήτρια βάσει του νόμου είχε την υποχρέωση να τις υποβάλει. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας σαφής, θετική και σταθερή μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το πώς ενημερωνόντουσαν οι Καθ΄ ών η αίτηση για τις άδειες απουσίας της Αιτήτριας. Σημειώνουμε ότι κατά την αντεξέτασή της Αιτήτριας δεν της υποβλήθηκε ότι αυτή πριν να καταθέσει ιατρικά πιστοποιητικά στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πήγαινε στο γραφείο του λογιστή των Καθ΄ ών η αίτηση.
(β) Ο κ. Νεοφύτου κατά την αντεξέτασή του σε διάσταση με τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης υποστήριζε ότι η απασχόληση της Αιτήτριας τερματίστηκε στις 31/12/2010 καθότι για δύο μήνες (τον Νοέμβριο του 2010 και το Δεκέμβριο του 2010) δεν του προσκόμισε άδεια ασθενείας, ότι η τελευταία άδεια ασθενείας που του προσκόμισε η Αιτήτρια έληξε στις 30/10/2010 και ότι οι υπηρεσίες της Αιτήτριας τερματίστηκαν δύο μήνες μετά που έληξε η τελευταία άδεια ασθενείας της Αιτήτριας.
(γ) Ο κ. Νεοφύτου κατέθεσε ότι ενώ με βάση οδηγίες του λογιστή του οι υπηρεσίες της Αιτήτριας έπρεπε να τερματιστούν 31/11/2010 αυτός είπε να τερματιστούν στις 31/12/2010 και να καταβληθούν όλα τα δικαιώματα της Αιτήτριας κάνοντας στην ουσία χάρη στην Αιτήτρια σε αντίθεση με τον κ. Μιχαήλ ο οποίος κατάθεσε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε στις 31/12/2010 καθότι όταν τους ενημέρωσε ο κ. Νεοφύτου ότι η Αιτήτρια δεν επανήλθε στην εργασία της και δεν του προσκόμισε άδεια ασθενείας, είχαν ήδη ενημερώσει με την κατάσταση των μισθών των υπαλλήλων το Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τους υπαλλήλους των Καθ΄ ών η αίτηση για τον Νοέμβριο του 2011. Σημειώνουμε ότι ο κ. Νεοφύτου στο Τεκμήριο 7 το οποίο συμπληρώθηκε ενάμιση μήνα πριν το Τεκμήριο 5 ανέγραψε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε γιατί απουσίαζε για δύο μήνες χωρίς να ενημερώσει, ενώ στο Τεκμήριο 5 ανέγραψε ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε η ίδια την εργασία της από μόνη της. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσον απέλυσε την Αιτήτρια ή η Αιτήτρια εγκατέλειψε την εργασία της απάντησε υπεκφεύγοντας λέγοντας ότι αυτός εφάρμοσε τους κανονισμούς σύμφωνα με τις οδηγίες του λογιστή του. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ενώ ο κ. Νεοφύτου προς υποστήριξη της εκδοχής του ανέφερε ότι ο λογιστής είχε δηλώσει στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων την απόλυση της Αιτήτριας από τις 31/12/2010 και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση από την Αιτήτρια, δεν μας ανέφερε κατά πόσον η εν λόγω ενέργεια του λογιστή είχε γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην Αιτήτρια πριν τον Φεβρουάριο – Μάρτιο του 2011.
(δ) Ο κ. Μιχαήλ ισχυρίστηκε ότι το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είχε ενημέρωση για άδεια ασθενείας της Αιτήτριας μετά τις 30/11/2010 και ότι είναι για αυτό τον λόγο που δέχτηκαν τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας από τους Καθ΄ ών η αίτηση χωρίς να θέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασιζόταν ο εν λόγω ισχυρισμός του. Στη συνέχεια όταν του υποβλήθηκε ότι η Αιτήτρια λάμβανε επίδομα ασθενείας από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις μέχρι τις 31/1/2011 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Περαιτέρω παρατηρήσαμε ότι ενώ ο κ. Μιχαήλ αρχικά ισχυρίστηκε ότι Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ενημερώθηκε πριν τις 31/12/2010 για τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας στη συνέχεια αφού ανέφερε ότι ο τερματισμός δηλώθηκε με το σχετικό έντυπο πληρωμής εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων στο Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον Δεκέμβριο του 2010 ανέφερε ότι δεν θυμόταν πότε παρέδωσε το εν λόγω έντυπο στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ούτε πότε δηλώθηκε η πρόσληψη της άλλης υπαλλήλου στο βιβλιοπωλείο και η αύξηση του μισθού της.
(ε) Ο κ. Νεοφύτου κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι η γυναίκα του όταν επισκέφθηκε την Αιτήτρια τον Δεκέμβριο του 2010 του είπε ότι η Αιτήτρια είναι σε κακή ψυχολογική κατάσταση και ότι αυτή τη συμβούλεψε να ξεφύγει από την απομόνωση, ότι όταν πέρασαν έξι μήνες από τότε που έφυγε η Αιτήτρια με άδεια ασθενείας και έληξε η τελευταία άδεια του γιατρού της Αιτήτριας αυτός και η γυναίκα του αντιλήφθηκαν «από τηλεφωνήματα πώς πάει, ότι η Καίτη δεν ήταν διαθετημένη, δεν ήθελε να επιστρέψει πίσω στη δουλειά ..» και ότι στο Τεκμήριο 7 έγραψε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε μετά από συνεννόηση μαζί της εννοώντας την επικοινωνία που είχε μαζί του και τη γυναίκα του ότι δεν μπορεί και δεν θέλει εργαστεί η Αιτήτρια. Εκτός του ότι δεν μας έδωσε συγκεκριμένες λεπτομέρειες των δικών του επικοινωνιών με την Αιτήτρια κατά τον εν λόγω χρόνο (πότε έγιναν αυτές οι επικοινωνίες, τι ακριβώς ειπώθηκε μεταξύ τους, ποια από αυτά τα γνωρίζει προσωπικά και άμεσα ο κ. Νεόφυτου και ποια του μετέφερε η γυναίκα του) γεγονός που μας στερεί τη δυνατότητα να κρίνουμε (α) αν δικαιολογημένα οι Καθ΄ ών η αίτηση κατέληξαν στο πιο πάνω συμπέρασμα και (β) κατά πόσον η Αιτήτρια εκδήλωσε λεκτικώς την πρόθεσή της να παραιτηθεί από την εργασία της, παρατηρούμε ότι οι πιο πάνω θέσεις του δεν υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της γεγονός που μας ξενίζει και μας δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία τους. Κατά την αντεξέταση της Αιτήτριας της υποβλήθηκε γενικά και αόριστα ότι τον Δεκέμβριο του 2010 ανέφερε στον εργοδότη της ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει διότι δεν ήταν ψυχικά καλά. Αντεξεταζόμενος ο κ. Νεοφύτου διαφοροποιήθηκε και ανέφερε ότι όταν η γυναίκα του επισκέφθηκε την Αιτήτρια τον Δεκέμβριο του 2010 η Αιτήτρια δεν της ανέφερε ότι είχε πρόθεση να έρθει πίσω στη δουλειά της και ότι δεν της εξέφρασε παράπονο ότι δεν κατατέθηκε από αυτόν η άδεια ασθενείας για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2010 (σημειώνουμε ότι η άδεια ήταν για τον Δεκέμβριο του 2010 και τον Ιανουάριο του 2011) και δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε επικοινωνία που είχε αυτός με την Αιτήτρια αλλά επέμενε ότι μετά το τέλος του Οκτωβρίου του 2010 η Αιτήτρια δεν του προσκόμισε άλλη άδεια ασθενείας.
(στ) Ο κ. Νεοφύτου δεν ήταν σταθερός και σαφής στις θέσεις του πόσες μέρες πήγε η Αιτήτρια στο βιβλιοπωλείο τον Φεβρουάριο του 2011. Σημειώνουμε ότι η θέση του ότι η Αιτήτρια την 1/2/2011 πήγε στο βιβλιοπωλείο από το πρωί για να δείξει ότι επέστρεψε κανονικά στην εργασία της ενώ αυτός της είχε πει να περάσει από το βιβλιοπωλείο το απόγευμα που θα είναι αυτός για να συζητήσουν τυχόν επαναπρόσληψή της με νέους όρους εργασίας δεν τέθηκε στην Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της. Ενώ στους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφάνισης αναφέρεται ότι η Αιτήτρια ενημέρωσε τους Καθ΄ ών η αίτηση ότι δεν επιθυμεί πλέον την εργοδότησή της αφού οι Καθ΄ ών η αίτηση είχαν προσλάβει κατά τον χρόνο της απουσίας άλλη υπάλληλο με την οποία δεν επιθυμούσε να συνεργαστεί και κατά την αντεξέταση της Αιτήτριας της υποβλήθηκε ότι δεν έμεινε τον Φεβρουάριο του 2011 στην εργασία της γιατί ο εργοδότης της πρότεινε να μείνει και αυτή και η άλλη κοπέλα στο βιβλιοπωλείο αλλά αυτή δεν δέχτηκε και μετά ζήτησε η ίδια να φύγει διότι κατά τον ισχυρισμό της η ζωή της ήταν πολύ δύσκολη μαζί με την άλλη κοπέλα στο βιβλιοπωλείο, ο κ. Νεοφύτου κατά την κυρίως εξέτασή του δεν αναφέρθηκε στις συνθήκες αποχώρησης της Αιτήτριας τον Φεβρουάριο του 2011 περιοριζόμενος στο να σημειώσει ότι τον Φεβρουάριο του 2011 πρότεινε στην Αιτήτρια να συζητήσουν πιθανή επαναπρόσληψή της σε διαφορετική βάση (ωράριο και μισθό) και σημείωσε ότι δεν ήταν η Αιτήτρια που του έκανε παράπονα για την άλλη κοπέλα στο βιβλιοπωλείο αλλά η άλλη κοπέλα του είπε ότι είχαν διαφορές. Αντεξεταζόμενος αρχικά ανέφερε ότι αυτός είπε στην Αιτήτρια μετά από όσα συνέβησαν με τον σύζυγό της (που τον πήρε τηλέφωνο και πήγε στο βιβλιοπωλείο κατηγορώντας τον ως εκμεταλλευτή και λέγοντας του ότι θα τα πουν στο δικαστήριο) ότι δεν μπορεί να την εργοδοτήσει, στη συνέχεια στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τον λόγο που κράτησε την αντικαταστάτρια της Αιτήτριας είπε ότι θεώρησε ότι ήταν άδικο να τερματίσει την απασχόληση της άλλης κοπέλας τη στιγμή που αυτή έκανε αρκετές προσπάθειες να συνεργαστεί με την Αιτήτρια και ακολούθως προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή λέγοντας ότι από τη στιγμή που υπήρχαν προβλήματα συνεργασίας των δύο κοπέλων δεν είχε άλλη επιλογή από τον μην μπορέσει να εργοδοτήσει εκ νέου την Αιτήτρια. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της αποστολής των Τεκμηρίων 5 και 6 (δηλαδή μεταξύ 30/3/2011 και 6/5/2011) είχε πει στον σύζυγο της Αιτήτριας ότι επειδή δεν θέλει να χάσει η Αιτήτρια τα δικαιώματά της να έρθει να πάνε μαζί στο Γραφείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων να δουν όπως είναι «λογικό, υπήρξε κάποιο πρόβλημα, δεν μπορεί να εργαστεί, δεν θέλω να δημιουργήσω πρόβλημα να την απολύσω». Η εν λόγω θέση του κ. Νεοφύτου είναι σε διάσταση με τις προηγούμενες θέσεις του ότι τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2011 η Αιτήτρια έδειξε ενδιαφέρον να εργαστεί και ότι λόγω της άλλης κοπέλας δεν ήθελε να συνεχίσει.
(ζ) Ενώ στην Αιτήτρια υποβλήθηκε κατά την αντεξέτασή της ότι ζήτησε να επιστρέψει στην εργασία της στο βιβλιοπωλείο μετά που οι Καθ΄ ών η αίτηση αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημά της να την βγάλουν ως πλεονάζον προσωπικό και αυτοί αρνήθηκαν, ο κ. Νεοφύτου δεν ανέφερε κάτι τέτοιο.
(η) Στην Αιτήτρια υποβλήθηκε ότι τον Δεκέμβριο του 2010 η σύζυγός του κ. Νεοφύτου της είπε ότι αν θέλει να επιστρέψει στην εργασία της είναι πρόθυμοι να την βοηθήσουν και να μείνει μαζί με την άλλη κοπέλα διότι δεν ήταν σωστό μετά από οκτώ μήνες να απολύσουν την άλλη κοπέλα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο κ. Νεοφύτου ότι τον Ιανουάριο του 2011 όταν η Αιτήτρια τηλεφώνησε στη σύζυγο του και της ζήτησε να εργαστεί αυτός, αφού ανέφερε στην Αιτήτρια ότι δεν μπορεί να εργοδοτεί δύο υπαλλήλους και ότι θεωρεί άδικο και αβέβαιο για αυτόν να διώξει την άλλη κοπέλα και να επανέλθει αυτή τη στιγμή που η ίδια (η Αιτήτρια) θεωρεί ότι δεν είναι ακόμη έτοιμη, της πρότεινε να μειώσει τον μισθό και στις δύο ώστε να προσφέρει εργασία και στις δύο.
Όλα τα πιο πάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία του κ. Νεοφύτου και του κ. Μιχαήλ την οποία και απορρίπτουμε ως αναξιόπιστη.
Αποδεχόμενοι λοιπόν τη μαρτυρία της Αιτήτριας καταλήγουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν όπως αυτά τα έθεσε ενώπιόν μας η Αιτήτρια.
Με βάση τα εν λόγω γεγονότα κρίνουμε ομόφωνα ότι η Αιτήτρια πέτυχε να αποδείξει ότι στις 9/2/2011 απολύθηκε μονομερώς από τους Καθ΄ ών η αίτηση.
Κατάληξη – Αποζημιώσεις
Είναι η κατάληξή μας ότι οι Καθ΄ ών η αίτηση στις 9/2/2011 τερμάτισαν μονομερώς την απασχόληση της Αιτήτριας.
Κατά συνέπεια και επειδή ο πιο πάνω τερματισμός δεν έγινε νόμιμα και για κάποιο ή κάποιους από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 5 του Νόμου είναι άδικος και αδικαιολόγητος και σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις.
Η παράγραφος 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Το Δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό του ποσού της αποζημίωσης οφείλει να λάβει υπόψη την ηλικία, τα ημερομίσθια, τη διάρκεια της υπηρεσίας, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου. Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζον.
Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια για σκοπούς του Νόμου, ήταν στην υπηρεσία των Καθ΄ ών η αίτηση για 8 συναπτά έτη και ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της ήταν €212,50.
Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και με βάση (α) τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της Αιτήτριας και (β) την απουσία μαρτυρίας σχετικά με (1) την ηλικία της Αιτήτριας, (2) τις προσπάθειες που έκανε η Αιτήτρια για εξεύρεση άλλης εργασίας και (3) την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας της Αιτήτριας κρίνουμε ότι η Αιτήτρια σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησής της, δικαιούται σε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν με τις απολαβές 18 εβδομάδων, ήτοι €3.825,00 (18 Χ €212,50).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(1)(ζ) του Νόμου η Αιτήτρια σύμφωνα με την πιο πάνω περίοδο απασχόλησής της στους Καθ’ ων η Αίτηση, δικαιούται προειδοποίηση 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €1.700,00 (8 Χ €212,50).
Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ ών η αίτηση για:
α) €3.825,00 ως αποζημιώσεις για αδικαιολόγητη και παράνομη απόλυση και
β) €1.700,00 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης.
Σύνολο €5,525,00 με νόμιμο τόκο.
Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ΄ ών η αίτηση δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή.
(Υπ.) ……………………..…………….
Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής.
(Υπ.) ………………………………... (Υπ.) …………………………………
Λ. Λουκά, Μέλος. Ν. Σαββίδης, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Industrial/Final
(Αναφορά: Απόλυση ή οικειοθελής αποχώρηση).
[1] «7.(1) Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2) Καθ΄οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.»
[2] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd (1999) 1 ΑΑΔ 114, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari (1990) 1 AAΔ.315.
[3] Στο σύγγραμμα D. Lockton, “Employment Law,” 5th Edition, Palgrave Machillan Law Master στην σελ. 242, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: “If the parties mutually agree that the contract should come to an end, then neither party has ended the agreement and as such there will be no dismissal (employer termination) or resignation (employee termination)” Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn’s Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 400, αναφέρονται τ’ ακόλουθα: «Α consensual termination arises where the employment is terminated by mutual agreement and the reason for that agreement is generally irrelevant. Since there is no dismissal, no statutory rights ensue……The distinction between resignation and a termination by mutual agreement is that the former is a unilateral act by the employee, whereas the latter requires the consent of both parties, because otherwise there may be a breach of contract of one party».
[4] Στις περιπτώσεις όπου η παραίτηση του εργοδοτούμενου είναι συνέπεια της επίδειξης συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ή της ουσιώδους παράβασης των όρων εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, τότε δεν θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αλλά ως εξαναγκασμός σε παραίτηση και συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη . Βλέπε Elbee Co v. Efstathiou (1989) 1 CLR 448, Louis Tourist Agency v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 98, Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp (1978) 2 ALL E.R. 713.
[5] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn’s Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 405, αναφέρονται τ’ ακόλουθα: “….there may be circumstances of implied resignation or resignation by conduct. Thus, if an employee disappears, and does not respond to the employer’ s communications, or if it is discovered that is working for another employer, it may not be difficult to infer that he has resigned his employment. The point was made by Sir John Donaldson in Harrison v George Wimpey & Co Ltd ‘Where an employee so conducts himself as to lead a reasonable employer to believe that the employee has terminated the contract, the contract is then terminated.’
[6] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn’s Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 405, αναφέρονται τ’ ακόλουθα: “If an employee resigns, then(unless it is a constructive dismissal) he has not been dismissed. If the words used by the employee are clear and unambiguous (e.g. ‘I am leaving, I want my cards’) then there are no grounds for the employment tribunal to find that the words have a significance other than their plain meaning (BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR1149). If the words are ambiguous, then the test is, what would a reasonable employer have understood by those words in that context (Tanner v Kean Ltd [1978] IRLR 110).” Επίσης στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: “ ..there are cases in which the employer’s actions in terminating the contract have been completely unambiguous…..Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract…… in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered.… Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, i.e. what the ‘reasonable’ employer or employee might have understood the words to mean. As the EAT remarked in BG Gale Ltd v Gilbert: ‘the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what is true meaning is. That has to be decided from the language used and the circumstances in which it was used. ’Moreover, where there is an attempted retraction after the statement the effect of the retraction is a question of fact for the employment tribunals to decide using a common sense approach. However the retraction must not come to slate as to amount in law to an attempt unilaterally to withdraw a dismissal or resignation that has already occurred. As Philips J stated in Tanner v DT Kean Ltd :‘A word of caution is necessary because in considering later events it is necessary to remember that a dismissal or resignation once it has taken effect cannot be unilaterally withdrawn. Accordingly, as it seems to us later events need to be scrutinized with some care in order to see whether they are genuinely explanatory of the acts alleged to constitute dismissal or whether they reflect a change of mind.’ Subject to this, the question is essentially one of fact for employment tribunals. The surrounding circumstances both before and after the statement can be weighed by the tribunal to determine whether the statement had the effect of a dismissal as opposed to a resignation.”