ECLI:CY:EDAMM:2011:A33
(που συνεδριάζει στη Λάρνακα)
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ.
Γεν. Αίτηση : 24/2001
Μεταξύ:
Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου
Αιτητές
και
1. Κυριάκου Ξενή
2. Ελένης Ξενή
3. Σωτηρία Ζανέτου κ.α.
Καθ’ ων η αίτηση
-------------------------
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Σεπτεμβρίου, 2011
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτητές: κ. Λάντος
Για Καθ’ ων η Αίτηση 1-7: κ. Νικολάου
Οι Αιτητές αιτήθηκαν στις 24/05/2011 διάταγμα που να επιτρέπει την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 02/03/2001, για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, λόγω της παρέλευσης έξι ετών από την ημέρα εγγραφής της.
Η Αίτηση για εκτέλεση της απόφασης υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Γιαννάκη Γιαννάκη, ο οποίος είναι υπάλληλος των Αιτητών. Επί των γεγονότων αναφέρει ότι, στις 02/03/2001 είχε παραχωρηθεί διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης που είχε εκδοθεί στις 26/09/2000 για το ποσό των Λ.Κ.48.013,39 ή το ισάξιο ποσό σε Ευρώ €82.035,75 πλέον τόκο 9% από 01/01/2000 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των Λ.Κ.40- έξοδα της διαιτητικής απόφασης καθώς και την εκποίηση της υποθήκης Υ1380/95.
Σύμφωνα με τον ομνύοντα, από την έκδοση της απόφασης και συγκεκριμένα στις 02/10/2003, οι Αιτητές καταχώρησαν τρία memo εναντίον ακινήτων που ανήκουν στον Καθ’ ου η αίτηση 7, τον Καθ’ ου η αίτηση 1 και τον Καθ’ ου η αίτηση 6. Ακολούθησε, στις 27/09/2005, η καταχώρηση αίτησης μηνιαίων δόσεων, εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση 1 και εκδόθηκε στις 25/10/2005 διάταγμα καταβολής του ποσού των Λ.Κ.300- ή το ισάξιο €512.58. Καταλήγει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν ξοφλήσει το χρέος τους και εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €126.505,28 πλέον 9% τόκο, από 01/01/2011.
Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφηκε η Δ.40 θ.8, Δ.48 θ.8 (1) (κκ).
Η πλευρά των Αιτητών καταχώρισε συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση με την οποία δηλωνόταν στο Δικαστήριο ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 1 στις 07/06/2005 είχε παρουσιάσει στους Αιτητές πωλητήριο έγγραφο από το οποίο προέκυψε ότι είχε πωλήσει ένα κτήμα του και θα εισέπραττε ένα ποσό της τάξεως των Λ.Κ.450.000-. Ζήτησε την εξαίρεση του συγκεκριμένου κτήματος από το memo και οι Αιτητές αποδέχθηκαν στις 11/08/2005 το αίτημά του, εισπράττοντας το ποσό των Λ.Κ.55.000-, το οποίο και χρησιμοποίησαν για την εξόφληση του χρέους του που αφορούσε τον αριθμό λογαριασμού 4040189-7. Επίσης, ένα ποσό της τάξεως των Λ.Κ.27.890- είχε χρησιμοποιηθεί έναντι του χρέους του για την υπό κρίση υπόθεση. Συνέχιζε να υπόσχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ότι θα εξοφλούσε το συγκεκριμένο χρέος με την πώληση ακίνητης περιουσίας του. Η τελευταία του επίσκεψη στους Αιτητές είχε γίνει στις 08/12/2010. Καταλήγει, ότι σύμφωνα και με την πρόσφατη τροποποίηση, η απόφαση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης έληξε στις 02/03/2011 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 24/05/2011. Λόγω του ότι η Συνεργατική δεν επιδιώκει να ασκεί πίεση στους οφειλέτες για εξόφληση των χρεών τους, λαμβάνοντας δραστικά μέτρα εκτέλεσης, αλλά προσπαθεί πάντοτε να τους διευκολύνει, γι’ αυτό και δεν αρνείται στις εισηγήσεις τους.
Οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση, στην οποία απαρίθμησαν τρεις (3) λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης που κατέγραψαν ήταν οι ακόλουθοι: Ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί, ότι οι Αιτητές παρέλειψαν αδικαιολόγητα να προβούν έγκαιρα στη λήψη μέτρων εκτέλεσης της δικαστική απόφασης και ότι προκύπτει ότι εδώ και δέκα χρόνια οι Αιτητές δεν προχώρησαν σε κανένα μέτρο εκτέλεσης, εκτός από την καταχώρηση του memo σε περιουσία κάποιων από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Ως νομικό έρεισμα της Ένστασης καταγράφηκαν η Δ.40 θ.8 και η Δ.48 θ.8 (1) (κκ).
Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από Ένορκες Δηλώσεις όλων των Καθ’ ων η αίτηση. Στην Ένορκη Δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση 1, κ. Κυριάκου Ξενή, καταγράφεται ότι το 2001 έγινε εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης που είχαν εξασφαλίσει εναντίον του οι Αιτητές. Δεν λήφθηκε κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης εναντίον του, εκτός από την κατάθεση memo. Ο ίδιος προχώρησε σε διευθέτηση ολόκληρου του εξ αποφάσεως χρέους του, καθώς και στην εξόφληση διαφόρων άλλων οφειλών του προς τη ΣΠΕ Παραλιμνίου, για τα οποία δεν είχαν ληφθεί εναντίον του οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα. Το 2005 είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα μηνιαίων δόσεων, το οποίο επέφερε και τη συνολική διευθέτηση του εξ αποφάσεων χρέους του. Γι’ αυτό και δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε άλλα μέτρα εκτέλεσης εναντίον των υπόλοιπων πρωτοφειλετών και εγγυητών. Οι Αιτητές είχαν αποσύρει το memo που είχαν καταχωρήσει, λόγω το ότι το ακίνητο είχε πωληθεί και είχε κατατεθεί σε αυτούς ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Γι’ αυτό και δεν προχώρησαν στη λήψη περαιτέρω μέτρων εκτέλεσης.
Η Ένορκη Δήλωση της κας Ελένης Ξενή, Καθ’ ης η αίτηση 2 και της κας Σωτηρίας Ζανέτου, Καθ’ ης η αίτηση 3, έχει ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με την Ένορκη Δήλωση του κ. Κυριάκου Ξενή, Καθ’ ου η αίτηση 1.
Οι Ένορκες Δηλώσεις των εγγυητών, κ. Κωστάκη Καξιήσιη, Καθ’ ου η αίτηση 4, της κας Παρασκευής Καξιήσιη, Καθ’ ης η αίτηση 5, του κ. Δημοσθένη Ξενή, Καθ’ ου η αίτηση 6 και του κ. Ξενή Ξενή, Καθ’ ου η αίτηση 7, έχουν το ίδιο περιεχόμενο με την Ένορκη Δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση 1, με τη μόνη διαφορά ότι καταγράφουν ότι είχαν διαβεβαιωθεί από τον Καθ’ ου η αίτηση ότι είχε ξοφλήσει όλες του τις υποχρεώσεις προς τη ΣΠΕ Παραλιμνίου, γι’ αυτό και δεν είχε προβεί σε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης εναντίων των εγγυητών.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«8. Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.»
Σε μετάφραση:
«Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικαστεί με ένα από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικαστεί σε μια αγωγή. Και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους».
Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός, τώρα δέκα χρόνων από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος. Μετά την παρέλευση δέκα ετών, θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης «may» στη Δ.40 θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση μετά την παρέλευση δέκα ετών, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. W.T. Lamb & Sons v. Rider (1948) 2 ALL ER 402 και Halsbury´s Law of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ. 7).
Η αδελφή Δικαστής κα Μηλιώτου, στην απόφασή της στην Αγωγή Αρ.785/98, ΣΠΕ Κοντέας ν. Δημήτρη Θεοδώρου κ.α., ημερομηνίας 21/01/2011, εξέτασε με πολύ λεπτομέρεια το συγκεκριμένο θέμα και συμφωνώ απόλυτα με τα όσα έχει καταγράψει. Συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα:
«Παρά το ότι η Δ.40 θ.8 δεν καθορίζει ποιά είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ.1020 της Αγγλικής Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (The Annual Practice 1958) διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών, με την οποία η δική μας Δ.40 θ.8 είναι πανομοιότυπη:
«… application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating (1) the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due; (2) showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and (3) showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue»».
Ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, η δική μας Δ.48 θ.8(1)(kk) καθιστά ορθότερη την επίδοση της αίτησης για άδεια εκτέλεσης στους Καθ’ ων η αίτηση, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η γνωστοποίηση σε αυτούς της διαδικασίας εκτέλεσης, του ποσού που εξακολουθείτε να οφείλεται, ως επίσης όλων των θεμάτων που πρέπει να αναφέρονται στη συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση, δίδοντάς τους συνάμα και το δικαίωμα να καθορίσουν τη θέση τους και να προβάλουν στο Δικαστήριο κάθε τι που δυνητικώς θα μπορούσε να αποτελέσει αξιολογήσιμο στοιχείο στην απόφαση του Δικαστηρίου να εγκρίνει την αιτηθείσα άδεια.
Όπως τονίστηκε στην Lamb (ανωτέρω), σελ.405, ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τίθεται επαρκής μαρτυρία («sufficient evidence») που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης.
Θεωρώ ότι τα στοιχεία και δεδομένα που στο Annual Practice (ανωτέρω), καθορίζονται ως τα απαιτούμενα να περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, είναι τα ελάχιστα δεδομένα που θα επιτρέψουν την εξέταση αιτήματος για χορήγηση άδειας εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο έξι ετών από την έκδοσή της.
Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αναγκαιότητας επεξήγησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή του λόγου της καθυστέρησης ή των λόγων για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των έξι ετών ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο, για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια.
..................................................................................................
Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Panaou v. Hadjichristofi (1963) 2 C.L.R. 19, σελ. 23, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εποπτεία και έλεγχο του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει και για τα διατάγματα που εκδίδει (βλ. Jays PVC Pipes PVT Ltd v. Intertrust Shipping Corporation (1989) 1(E) A.A.Δ. 548.
..................................................................................................
Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζει ο εξ αποφάσεως πιστωτής ότι η πιο πάνω δυνατότητα δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη και πως σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί η δικαστική απόφαση εντός έξι ετών από την έκδοσή της, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν επέδειξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη αδράνεια και να δικαιολογήσει γενικότερα τη μέχρι πρότινος συμπεριφορά του.
Στην Duer v. Frazer (ανωτέρω), διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη.
Στην Duer v. Frazer, το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι ετών.
………………………………………………………………………………….
Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin (2005) EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης.»
Με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές, οι Αιτητές έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που τη θέτουν εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άδεια εκτέλεσης μετά τα δέκα χρόνια. Η Ένορκη Δήλωση του κ. Γιαννάκη καταγράφει ότι λήφθηκαν μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή στις 02/10/2003 καταχωρίστηκαν memo σε περιουσία των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 6 και 7 καθώς επίσης μια και μοναδική Αίτηση για καταβολή του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις, εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση 1 στις 25/10/2005 και έκτοτε δεν έγινε οτιδήποτε άλλο. Κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης δεν έχει ληφθεί εδώ και επτά (7) χρόνια. Αυτό που προκύπτει είναι ότι το 2005 είχε γίνει μια συμφωνία μεταξύ του Καθ’ ου η Αίτηση 1 και των Αιτητών για την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.55.000-, καθώς και της καταβολής μηνιαίων δόσεων ύψους Λ.Κ.300-, για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Οι Αιτητές συμφώνησαν να μην λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίων των υπόλοιπων οφειλετών και εγγυητών λαμβάνοντας το ρίσκο οι ίδιοι, αφού κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν λήφθηκε εναντίον τους από το 2001 που εγγράφτηκε η διαιτητική απόφαση.
Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις που οι Αιτητές δεν προέβηκαν στη λήψη οποιοδήποτε μέτρων εκτέλεσης για δέκα χρόνια εναντίων των Καθ’ ων η Αίτηση 2-7. Τόσο στην αρχική Ένορκη Δήλωση του κ. Γιαννάκη, καθώς και στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσή του, δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, δέκα (10) χρόνια μετά την έκδοση του διατάγματος για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, κατά πόσον οι Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους.
Η εξήγηση που παρατίθεται, θεωρώ ότι καθιστά, δίχως άλλο, έκθετη σε απόρριψη την Αίτηση, γιατί δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τα ελάχιστα προαπαιτούμενα που να επιτρέπουν την εξέτασή της και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δέκα (10) χρόνια αδράνειας δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τη δικαιολογία ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση 1 είχε ζητήσει από τους Αιτητές να μην ενοχλήσουν τους υπόλοιπους συνοφειλέτες και εγγυητές γιατί θα πλήρωνε ο ίδιος ενώ καθυστερούσε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι Αιτητές είναι «τραπεζικός» οργανισμός.
Καταλήγω λοιπόν, ότι ένεκα του ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα δεδομένα επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας στην έκταση που αφορά τους Καθ’ ων η Αίτηση 2-7.
Όσον αφορά τον Καθ’ ου η Αίτηση 1, ο ίδιος παραδέχεται ότι είχε προβεί σε συμφωνία με τους Αιτητές για να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.55.000-, καθώς και μηνιαίες δόσεις προς εξόφληση του χρέους του. Παρά το γεγονός αυτό, δεν κατέβαλλε τις δόσεις και παρέμεινε υπόλοιπο το οποίο ο ίδιος έχει αναλάβει να πληρώσει. Η συμπεριφορά του ήταν τέτοια που κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της έγκρισης της Αίτησης, αφού με την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.55.000-, έδωσε στους Αιτητές την εντύπωση ότι ήταν και πρόθυμος και μπορούσε να αποπληρώσει το χρέος του.
Ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει το χρέος του, πλην όμως δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη εξόφλησης. Σημειώνω εδώ ότι ο ίδιος στην Ένορκη Δήλωσή του κάνει αναφορά σε «διάφορες άλλες οφειλές του στη ΣΠΕ Παραλιμνίου», παραδεχόμενος εν μέρει τη θέση των Αιτητών ότι δόθηκε από τις Λ.Κ.55.000-, ένα μέρος για εξόφληση άλλων οφειλών.
Καταλήγω λοιπόν, ότι έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα δεδομένα που αφορούν τον Καθ’ ου η Αίτηση 1, επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση ημερομηνίας 24/05/2011, στην έκταση που αφορά τους Καθ’ ων η Αίτηση 2, 3, 4, 5, 6 και 7, απορρίπτεται.
Εκδίδεται διάταγμα ανανέωσης και εκτέλεσης της απόφασης στην έκταση που αυτή αφορά τον Καθ’ ου η Αίτηση 1.
Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ Αιτητών και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση 1.
(Υπ.) ...........................................
Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ.