ECLI:CY:EDLAR:2005:A8
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 3126/96
Αίτηση ημερ.: 20.09.2004
Μεταξύ:
Αδελφοί Μούσκου Λτδ
Ενάγοντες
και
Χρίστου Μιχαήλ
Εναγόμενου
Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2005
Εμφανίσεις:
Για τους ενάγοντες αιτητές: κα. Χρ. Ζίκκου
Για τον εναγόμενο καθ΄ου η αίτηση: κ. Γ. Ιωάννου
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης
Με την αίτηση του ημερομηνίας 20.09.2004 ο εναγόμενος-αιτητής αιτείται:
[1] Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον ή/και επιτρέπον την τροποποίηση της Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως εις τρόπον ώστε μετά την παράγραφο 9 να προστεθούν νέοι παράγραφοι 9Α, 9Β, 9Γ και 9Δ ως εξής:
_files/image001.jpg)
_files/image002.jpg)
_files/image003.jpg)
Η αίτηση στηρίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Διαταγή 25 θεσμοί 1-6, Διαταγή 48 θεσμοί 1-4, 8, 9, διαταγή 9 Θ 1-13 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ελένης Κωνσταντίνου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Δρ. Ανδρέας Ποιητής και Σία, δικηγόρων του εναγόμενου, η οποία ορκίζεται ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη του φακέλου της δικογραφίας όσο και από πληροφορίες που έλαβε από τον δικηγόρο του εναγόμενου Δρ. Α. Ποιητή που χειρίζεται την υπόθεση και είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον εναγόμενο να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση. Αναφέρει ότι μετά από συζήτηση της υπόθεσης με τον πελάτη τους-εναγόμενο διαπίστωσαν ότι από λάθος δεν εγράφησαν ουσιώδη γεγονότα της υπεράσπισης και ανταπαίτησης στο δικόγραφο που έχουν καταχωρήσει και για να ανταποκρίνεται η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση προς τα αληθή γεγονότα θα πρέπει να γίνουν κατάλληλες τροποποιήσεις ούτως ώστε μετά την παράγραφο 9 της υπεράσπισης να προστεθούν οι παράγραφοι 9A, 9Β, 9Γ και 9Δ όπως φαίνεται στην αίτηση. Είναι η θέση της ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καλόπιστες και αναγκαίες για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και ότι εάν το Δικαστήριο εγκρίνει τις αιτούμενες τροποποιήσεις τα συμφέροντα των εναγόντων ουδόλως θα βλαβούν.
Οι ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση αντέδρασαν καταχωρώντας στις 23.11.2004 ένσταση στην αίτηση η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Διαταγή 25 Θεσμούς 1-5, Διαταγή 48 Θ.4, Διαταγή 49, Διαταγή 64 Θ.1-2, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρα 27(3) και 28 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτήν αναφέρονται 4 λόγοι για τους οποίους και η αίτηση δεν θα πρέπει να πετύχει οι οποίοι είναι ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και δεν πληρεί τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές δικαίου, η αίτηση έχει καταχωρηθεί με καθυστέρηση καθότι εκκρεμεί απόφαση διαιτητή επί τεχνικών θεμάτων, ο αιτητής κωλύεται από το να προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς σε τέτοιο στάδιο καθότι έχει υπογράψει μεταγενέστερη συμφωνία παραπομπής των επιδίκων θεμάτων σε διαιτησία και ότι τυχόν έκδοση του διατάγματος τροποποίησης θα προκαλέσει ζημιά στον ενάγοντα η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί με την επιδίκαση εξόδων.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Γεώργιου Τέμβριου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της αγωγής τόσο από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και από τους ενάγοντες και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Είναι η θέση του ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο η τροποποίηση της υπεράσπισης του καθότι ο εναγόμενος κωλύεται από του να θέτει στο παρόν στάδιο τέτοιους ισχυρισμούς αφού έχει υπογράψει μεταγενέστερη συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία όλων των τεχνικών διαφορών που έχει με τον ενάγοντα το αποτέλεσμα της οποίας συμφώνησε ότι θα είναι τελικό και δεσμευτικό. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι η υπό εξέταση αίτηση έχει καταχωρηθεί με πολύ μεγάλη καθυστέρηση καθότι στην παρούσα αγωγή έχει γίνει παραπομπή όλων των τεχνικών και συναφών θεμάτων σε διαιτησία και εξ όσων πληροφορείται από τον διαιτητή κ. Πέτρο Ζωγράφο εκκρεμεί μόνο η απόφαση του διαιτητή. Είναι η θέση του ότι αν το Δικαστήριο επιτρέψει την τροποποίηση θα πληγούν τα δικαιώματα και συμφέροντα των εναγόντων σε βαθμό που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα καθότι τυχόν ακύρωση της διαδικασίας διαιτησίας, που ουσιαστικά αυτό επιδιώκει η αιτούμενη τροποποίηση, πιθανόν να συνεπάγεται και καταβολή εξόδων διαιτησίας από τους ενάγοντες προς τον διαιτητή για μια διαδικασία που ουσιαστικά θα είναι άνευ αντικειμένου. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέψει την τροποποίηση θεωρεί ορθό και δίκαιο όπως ο εναγόμενος επιβαρυνθεί πέραν των εξόδων της αίτησης και αυτών που θα προκύψουν από την τροποποίηση και τα έξοδα της διαιτησίας.
Η κα Ζίκκου κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και να απορρίψει την ένσταση καθότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί. Είναι η θέση της ότι λόγω λάθους το οποίο ανακαλύφθηκε από τους δικηγόρους του εναγόμενου πρόσφατα δεν έχουν τεθεί ενώπιον του διαιτητή οι ισχυρισμοί του εναγόμενου. Είναι η θέση της ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει στον εναγόμενο να θέσει ενώπιον του διαιτητή ο οποίος και έχει κληθεί να εκδώσει απόφαση δεσμευτική και για τις δύο πλευρές τους ισχυρισμούς του. Η διαδικασία διαιτησίας ήταν η εισήγηση της κας Ζίκκου έχει γίνει σύμφωνα με την διαταγή 49 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και σύμφωνα με τον Θεσμό 10 διεξάγεται όπως η δικαστική διαδικασία και συνεπώς θα πρέπει ο διαιτητής να έχει ενώπιον του όλες τις θέσεις και τους ισχυρισμούς του εναγόμενου. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν θα πρέπει να εξετάσει την ουσία των ισχυρισμών και συνεπώς η ένσταση των εναγόντων η οποία καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της τροποποίησης θα πρέπει να απορριφθεί. Ήταν η θέση της ότι δεν υπάρχει κακοπιστία από πλευράς του ενάγοντα και ότι το γεγονός ότι τα τεχνικά θέματα έχουν παραπεμφθεί σε διαιτησία δεν περιορίζει τα δικαιώματα των διαδίκων και ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση ουσιαστικά θα ακυρωθεί η διαδικασία διαιτησίας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί ο διαιτητής θα προχωρήσει και να εκδώσει το πόρισμα του. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση, να απορρίψει την ένσταση των εναγόντων όπως και τη θέση τους για να επιδικαστούν υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου τα έξοδα της διαιτησίας σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει την αίτηση.
Ο κ. Ιωάννου επιχειρηματολογώντας υπέρ της ένστασης είχε τη θέση ότι οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει και έχουν παραπέμψει τα τεχνικά και συναφή θέματα που αφορούν την παρούσα αγωγή σε διαιτησία η διαδικασία της οποίας έχει ουσιαστικά τελειώσει και το μόνο που παραμένει είναι η έκδοση της απόφασης του διαιτητή. Τα δικόγραφα όπως αυτά είναι καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου έχουν δοθεί στον διαιτητή και αποτελούν μέρος της διαδικασίας σύμφωνα με την Δ.49 Θ.10. Ο εναγόμενος επιδιώκει να προσθέσει στο δικόγραφο του παραγράφους της αρχικής συμφωνίας μεταξύ των μερών η οποία όμως κατά την εισήγηση του έχει ακυρωθεί ή παραμεριστεί από τη μεταγενέστερη συμφωνία διαιτησίας. Αν επιτραπεί στον εναγόμενο η αιτούμενη τροποποίηση ουσιαστικά θα ακυρωθεί η διαδικασία διαιτησίας και γι΄ αυτό το λόγο δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι υπήρξε ανεξήγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου φανερώνει κακοπιστία αφού πέραν του ότι δεν εξηγά την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης στην αίτηση του και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν γίνεται καμιά αναφορά στην ήδη εκκρεμούσα διαδικασία διαιτησίας. Αν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση η απόφαση του διαιτητή δεν θα έχει πλέον καμία σημασία αφού ουσιαστικά θα ακυρωθεί η ενώπιον του διαδικασία. Κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση με έξοδα αλλά σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει την αίτηση ζήτησε όπως ο εναγόμενος πέραν των εξόδων της αίτησης και των εξόδων που θα δημιουργηθούν συνεπεία της τροποποίησης επωμισθεί και τα έξοδα της διαδικασίας διαιτησίας, που κατά την εισήγηση του θα ακυρωθεί.
Θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω σε συντομία το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας που βρίσκεται ενώπιον μου, προτού προβώ στην εξέταση της αίτησης. Η αγωγή των εναγόντων καταχωρήθηκε στις 18.08.1996 σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δια του οποίου οι ενάγοντες αξιούν από τον εναγόμενο ποσό ΛΚ6.778,00 ως οφειλόμενο και/ή συμφωνημένο ποσό και/ή αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον εναγόμενο με γραπτή συμφωνία ημερ. 27.08.1994 να αναλάβουν την ανέγερση μιας κατοικίας στα Κάτω Λεύκαρα έναντι του ποσού των ΛΚ 32.300,00. Προτού συμπληρωθούν πλήρως οι εργασίες περί τον Ιανουάριο του 1995 μετά από παράκληση του εναγόμενου και τη συγκατάθεση των αρχιτεκτόνων οι ενάγοντες συμφώνησαν να διακόψουν τις εργασίες τους και να αποχωρήσουν από το εργοτάξιο με την προϋπόθεση και/ή όρο ότι θα πληρώνονταν τα νόμιμα δικαιώματα τους που ανέρχονται σε ΛΚ 6.778,00. Οι ενάγοντες διέκοψαν τις εργασίες τους και αποχώρησαν από το εργοτάξιο ο εναγόμενος όμως δεν έχει καταβάλει σε αυτούς το ποσό και επειδή ο εναγόμενος παραλείπει και/ή αρνείται να εκτελέσει τη συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του και των εναγόντων περί τον Ιανουάριο του 1995 οι εναγόμενοι επικαλούνται παράβαση της αρχικής συμφωνίας. Ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση μέσω δικηγόρου στις 23.08.1996 και στις 13.09.1996 καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου η υπόθεση παραπεμφθεί σε διαιτησία και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραπέμπεται η υπόθεση για επίλυση σε διαιτητή σύμφωνα με το συμβόλαιο. Στις 13.09.96 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα δια του οποίου αναστέλλεται η διαδικασία στην παρούσα αγωγή χωρίς καμιά διαταγή για τα έξοδα.
Ακολούθως έγιναν και από τις δύο πλευρές αιτήσεις διορισμού διαφόρων προσώπων ως διαιτητές οι οποίες και απεσύρθησαν και τελικά στις 09.07.2002 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα όπως “η παρούσα αγωγή και όλα τα επίδικα θέματα που αναφέρονται στα δικόγραφα της αγωγής παραπεμφθούν σε διαιτησία σύμφωνα με Δ.49 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ενώπιον του κ. Πέτρου Ζωγράφου επιμετρητή ποσοτήτων ως διαιτητή”. Καταχωρήθηκε επίσης και σημειώθηκε τεκμήριο Α η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για παραπομπή της αγωγής σε διαιτησίας ημερ. 17.04.2002 και ως τεκμήριο Β ένορκη δήλωση του κ. Πέτρου Ζωγράφου με την οποία αποδέχεται τη διεξαγωγή της διαιτησίας ημερ. 17.04.2002.
Εντωμεταξύ στις 15.05.2002 καταχωρήθηκε η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου με την οποία εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η συμφωνία για ανέγερση της κατοικίας μεταξύ του και των εναγόντων είναι παράνομη επειδή οι ενάγοντες δεν είχαν την απαιτούμενη από το νόμο άδεια εργοληπτών γεγονός το οποίο ο ίδιος δεν γνώριζε, αρνείται τη παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης και τις λεπτομέρειες που προβάλλονται σε αυτή, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες εγκατέλειψαν το έργο παρά τις επιστολές των αρχιτεκτόνων και ισχυρίζονται ότι υπέστησαν διάφορες ζημιές συνολικού ύψους ΛΚ 5.218,10 τις οποίες και ανταπαιτούν. Στις 09.07.2002 καταχωρήθηκε η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση δια της οποίας οι ενάγοντες αρνούνται όλες τις θέσεις του εναγόμενου.
Ακολούθως από τις 09.10.2002 μέχρι και 04.06.2004 καταχωρήθηκαν και από τις δύο πλευρές αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν διάταγμα του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου έκδοσης της διαιτητικής απόφασης αφού ο διαιτητής δεν είχε εκδώσει την απόφαση του εντός του χρόνου των 90 ημερών από την ημέρα που παραπέμφθηκε η διαδικασία σε διαιτησία αναφέροντας στις ένορκες δηλώσεις διάφορους λόγους οι οποίοι σχετίζοντο αρχικά με το ότι δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη η διαδικασία ενώπιον του διαιτητή και ακολούθως ότι εγίνοντο προσπάθειες για συμβιβασμό της υπόθεσης ενώ από την 01.03.2004 αναφέρεται ότι αναμένεται μόνο η έκδοση της απόφασης /πορίσματος του διαιτητή. Σημειώνω ότι η απόφαση του διαιτητή δεν έχει ακόμη εκδοθεί και ότι δεν βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να παρατείνεται ο χρόνος έκδοσης της απόφασης του διαιτητή.
Επανέρχομαι τώρα στην εξέταση της παρούσας αίτησης. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων.
Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελ. 707:
«Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.
Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάτε και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.»
Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου και άλλη (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής:
«Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.»
Η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση περιστρέφεται και γύρω από την θέση ότι η αίτηση γίνεται καθυστερημένα και συνδέεται η καθυστέρηση με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία, δηλαδή έχει ήδη κλείσει η υπόθεση τόσο του ενάγοντα, όσο και των εναγομένων και παραμένουν μόνο οι τελικές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων.
Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. V. A& G Leventis & Company (Nigeria) Ltd (1993) 1 Α.Α.Δ. 726 λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι:
«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.»
Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) A.A.D. 426:
«Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.»
Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων.
Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο( Βλ. Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α. Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Houman Rights, παραγ. 35 (1989)).
Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από την νομολογία (Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγηθεί ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή.
Στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (1989) 1 (E9 A.A.D. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής:
«(1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»
Με βάση λοιπόν τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία όπως αναφέρονται πιο πάνω θα πρέπει τώρα να εξεταστούν η αίτηση και η ένσταση που έχουν καταχωρηθεί.
Ο πρώτος λόγος ένστασης ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και δεν πληρεί τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές δικαίου, είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Η αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει ο λόγος αυτός πέραν του ότι είναι γενικός, δεν εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και δεν έχει ουσιαστικά προωθηθεί κατά την ακρόαση της αίτησης και έτσι απορρίπτεται.
Ο δεύτερος λόγος ένστασης είναι ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί με καθυστέρηση καθότι εκκρεμεί απόφαση διαιτητή επί τεχνικών θεμάτων ο οποίος έχει διοριστεί από το Δικαστήριο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο διορισμός του διαιτητή έγινε στις 09.07.2002 μετά από συμφωνία διαιτησίας η οποία έχει ημερ. 17.04.2002. Το πόρισμα του διαιτητή δεν έχει ακόμα εκδοθεί παρόλο που από την 01.03.2004 έχει λεχθεί επανειλημμένα ότι το τι παραμένει είναι μόνο η έκδοση του πορίσματος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι κατόπιν συζήτησης των δικηγόρων του εναγόμενου με τον πελάτη τους διαπίστωσαν ότι από λάθος δεν εγράφησαν ουσιώδη γεγονότα της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Δεν αναφέρεται πότε διαπιστώθηκε το λάθος αυτό ούτε και πότε έχει γίνει η συζήτηση μεταξύ των δικηγόρου του εναγόμενου και των εναγόμενων. Η υπεράσπιση καταχωρήθηκε όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω στις 15.05.2002 και η απάντηση στις 09.07.2002. Έχουν εντω μεταξύ μεσολαβήσει δυόμιση σχεδόν χρόνια, έχει παραπεμφθεί η υπόθεση σε διαιτησία η οποία έχει ουσιαστικά τελειώσει και παραμένει μόνο η έκδοση απόφασης. Η νομολογία όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω είναι ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται από τα Δικαστήρια αιτήσεις τροποποιήσεων ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί στην άλλη πλευρά αδικία που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (1999) επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο ότι η μακρά εκκρεμοδηγία μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος για τροποποίηση αλλά αποτελεί παράγοντα που επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Η υπόθεση Saba and Co T.M.P. v. T.M.P. Agents πραγματεύεται και το θέμα παροχής εξήγησης όταν παρατηρείτε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Όπως λέχθηκε η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.
Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ημερ. 22.02.2002 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε άδεια για τροποποίηση λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα που είχε ο διάδικος για συμπερίληψη σε προγενέστερο στάδιο των ισχυρισμών που επεδίωκε να συμπεριλάβει στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης του και τη παράλειψη του να το κάνει.
Έχοντας υπόψη τις σκοπούμενες τροποποιήσεις και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα παρατηρώ τα ακόλουθα.
Η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται πράγματι καθυστερημένα. Παρήλθαν 8½ σχεδόν χρόνια από την υποβολή της απαίτησης, 2½ χρόνια από την υποβολή της υπεράσπισης και 2½ χρόνια από τη παραπομπή των τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία. Σημειώνω ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει γεγονός που οφείλεται στην εκ συμφώνου παραπομπή των τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία η οποία διαδικασία έχει μεν ολοκληρωθεί αλλά δεν έχει ακόμα εκδοθεί το πόρισμα. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δίδεται μια αόριστη εξήγηση της καθυστέρησης η οποία είναι ότι κατόπιν συζήτησης των δικηγόρου του εναγόμενου με τον εναγόμενο διαπίστωσαν ότι από λάθος δεν συμπεριέλαβαν στην υπεράσπιση τους ουσιώδη γεγονότα. Το πότε αυτό έγινε αντιληπτό δεν αναφέρεται Επίσης με τη προτεινόμενη τροποποίηση ο εναγόμενος ζητά ουσιαστικά να συμπεριλάβει στη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση του πρόνοιες του συμβολαίου ημερ 27.08.194. μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου όπως και τη θέση τους ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του συμβολαίου υπέβαλαν στον αρχιτέκτονα τη διαφορά προς επίλυση με έκδοση απόφασης από τον αρχιτέκτονα σύμφωνα με πρόνοιες του συμβολαίου, ο αρχιτέκτονας δεν εξέδωσε απόφαση εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο συμβόλαιο και συνεπώς θεωρείται ότι η απόφαση του είναι ότι απέρριψε την απαίτηση των εναγόντων η οποία και δεν μπορεί να προωθηθεί με οποιαδήποτε διαδικασία. Όλα τα πιο πάνω ήταν καλά γνωστά στο εναγόμενο αφού είχε στην κατοχή του και ο ίδιος και οι δικηγόροι του το επίδικο συμβόλαιο το αντίγραφο μάλιστα του οποίου είχε κατατεθεί στη διαδικασία. Συνεπώς θεωρώ ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή δεν δικαιολογείται από την αίτηση και επίσης η προτεινόμενες τροποποιήσεις ήταν καλά γνωστές στον εναγόμενο και στους δικηγόρους του από πολύ να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους στις 15.05.2002 και δεν προβάλλεται στην αίτηση κανένας λόγος ή εξήγηση για το γεγονός αυτό. Όμως η νομολογία όπως έχει αναφερθεί στα πλαίσια της φιλελεύθερης στάσης που υπάρχει δικαιολογεί και την καθυστέρηση ακόμα και την αμέλεια νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά. Συνεπώς καθοριστικός παράγοντας για τη τύχη της υπό εξέταση αίτησης είναι το κατά πόσο εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στους ενάγοντες η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά. Υπάρχει τέτοια εισήγηση /λόγος ένστασης από πλευράς των εναγόντων οι οποίοι ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι η εκ συμφώνου απόφαση των μερών για παραπομπή της διαφοράς τους σε διαιτησία με τη σύναψη μεταξύ των γραπτής συμφωνίας στις 17.04.2002, τεκμήριο Α, δημιουργεί κώλυμα στον εναγόμενο να προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση ή θέση αναφορικά με τη προηγούμενη σύμβαση που είχε υπογραφεί μεταξύ των μερών το 1994 για την εκτέλεση του έργου. Εάν επιτραπεί στον εναγόμενο η σκοπούμενη τροποποίηση θα ακυρώσει ουσιαστικά ολόκληρη τη διαδικασία ενώπιον του διαιτητή γεγονός το οποίο θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες η οποία και δεν αποζημιώνεται με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Η θέση του εναγόμενου ήταν ότι η παραπομπή των τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία δεν έχει περιορίσει τα δικαιώματα του σε καμιά περίπτωση. Αυτός ο λόγος ένστασης καλεί το Δικαστήριο να επισέλθει στην ουσία της διαφοράς γεγονός που δεν μπορεί να γίνει σε αυτό το στάδιο. Ήταν η θέση της κας Ζίκκου ότι εν πάση περιπτώσει η εισήγηση περί ακύρωσης της διαδικασίας ενώπιον του διαιτητή δεν ευσταθή αφού ο διαιτητής έχει ήδη επιφυλάξει την απόφαση του και θα προχωρήσει να εκδώσει το πόρισμα του ούτως ή άλλως. Θεωρώ ότι η θέση της κας Ζίκκου ότι το Δικαστήριο καλείται σε αυτό το στάδιο να αξιολογήσει την ουσία της σκοπούμενης τροποποίησης που σύμφωνα με τη νομολογία δεν είναι επιτρεπτό, είναι ορθή. Η εξέταση των ισχυρισμών και των δύο πλευρών όπως αυτοί περιέχονται στα δικόγραφα τους δεν μπορεί να γίνει σε αυτό το στάδιο από το Δικαστήριο παρά μόνο θα αφαιθούν και να αξιολογηθούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Θεωρώ λοιπόν ότι η θέση των εναγόντων ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα ακυρώσει τη διαδικασία ενώπιον του διαιτητή και γι’ αυτό θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού ο διαιτητής έχει ήδη επιφυλάξει την απόφαση του η οποία και σύμφωνα με τους όρους εντολής του θα αφορά μόνο τα τεχνικά θέματα που είναι εξάλλου και της αρμοδιότητας του. Το κατά πόσο η εκ συμφώνου παραπομπή των τεχνικών θεμάτων ενώπιον διαιτητή με την συμφωνία ημερ. 17.04.1992 δημιουργεί κώλυμα στον εναγόμενο να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση αναφορικά με τις πρόνοιες του πρώτου συμβολαίου μεταξύ των μερών ημερ. 27.08.1994 είναι θέμα καθαρά νομικά για το οποίο ο διαιτητής εν πάση περιπτώσει δεν έχει κληθεί να αποφασίσει, και το οποίο παραμένει για το Δικαστήριο να το εξετάσει μετά την έκδοση του πορίσματος του διαιτητή.
Ενόψει των ανωτέρω εγκρίνεται η αίτηση εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης και υπεράσπισης ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εντός περαιτέρω 5 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης.
Παραμένει το θέμα των εξόδων. Σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως ο κανόνας, σύμφωνα με τη νομολογία Βλ. Ελευθερίου ν. Rousou (1958) 23 CLR 191, Φιλίππου ν. Φιλίππου (1990) 1 ΑΑΔ 111, Astor Manufacturing and Exporting Co v. A. & G Leventis & Company (Nigeria) LTD (1993) 1 AAΔ 726, Χρίστου ν. Αζάς και άλλος (1992) 1 ΑΑΔ 704, Federal Bank of Libanon v. Σιακόλας, Π.Ε. 10341/19,1/99 είναι ότι τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης τα επωμίζεται ο διάδικος που ζητά τη τροποποίηση. Ο κανόνας αυτός θα ακολουθηθεί και στην παρούσα περίπτωση για το λόγο ότι δεν έχω εντοπίσει κάποιο ειδικό λόγο που να δικαιολογεί διαφορετική πορεία.
Τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και όσα έξοδα θα δημιουργηθούν σαν αποτέλεσμα της τροποποίησης θα είναι προς όφελος των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Τούτα, αφού υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης.
(Υπ.) ..................................................
Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ.