ECLI:CY:EDLAR:2020:A39

                                                                                                    

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής 623/2020

                                                           

Μεταξύ:

 

RPM SERVICES EUROPE LIMITED, από τη Μάλτα

 

Ενάγοντες – Αιτητές

και

 

1.  ZAPIRO TRADING LTD από τη Λάρνακα

2.  XXXXX Δημοσθένους από τη Λάρνακα

3.  CFS-Zipp Limited, από το Ηνωμένο Βασίλειο

4.  XXXXX Hunter, από το Ηνωμένο Βασίλειο 

 

                                                                       Εναγόμενοι – Καθ’ ων η Αίτηση

 

Αίτηση  ημερομηνίας 29/5/20

για καταχώρηση Επιπρόσθετης και/ή Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης

 

Ημερομηνία: 6/7/20

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Δρ. Π. Κούρτελλος και κα Σωτηρία Χρίστου για  

Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ   

Για τους Εναγόμενους 2/Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Σταύρος Γ. Μαυρομάτης για Μαυρομάτης & Χριστοδουλίδου Δ.Ε.Π.Ε..

Για τους Εναγόμενους 3/Καθ’  ων η Αίτηση: κ. Ντ. Σαβεριάδης.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση τους ζητούν:

«Α.           Διάταγμα και/ή Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται στους Αιτητές να καταχωρήσουν Επιπρόσθετη και/ή Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, στην Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX XXXXX Κωστακόπουλου, ημερομηνίας 13/04/2020, η οποία συνοδεύει και/ή υποστηρίζει τη Μονομερή Αίτηση των Αιτητών της αυτής ημερομηνίας για έκδοση Ενδιάμεσων Απαγορευτικών Διαταγμάτων.

 

Β.             Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα και/ή οδηγίες ήθελε κρίνει ως αναγκαίο και δίκαιο να δώσει το σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.

 

       Γ.              Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φ.Π.Α

 

Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη σ’  αυτήν Ένορκη Δήλωση του Λούκα – Μάριου Κωστακόπουλου, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

 

Είναι δικηγόρος, στη δικηγορική εταιρεία των κ.κ. Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων των Αιτητών στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες - Αιτητές όπως προβεί στην παρούσα Ένορκη Δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό τους. Προβαίνει στην παρούσα στη βάση της πιο πάνω εξουσιοδότησης ως εκ του ότι ο απώτερος τελικός δικαιούχος των Αιτητών XXXXX XXXXX Behr είναι αλλοδαπός (εκ Κουρασάο) και σε ενεστώτα χρόνο αδυνατεί να προσέλθει εκ μέρους των Αιτητών ενώπιον του Πρωτοκολλητή για σκοπούς όρκισης της παρούσας.

 

Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει πιο κάτω, τα οποία είναι αμιγώς νομικά.

 

Στην προκείμενη υπέρ της αδείας συνηγορεί η αναγκαιότητα να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της μονομερούς Αίτησης ημερ. 13/04/2020 και τα οποία οι Αιτητές έχουν υποχρέωση να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ως οι διάδικοι που ζήτησαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος τους μονομερώς, και οι οποίοι μάλιστα έχουν εξασφαλίσει σε μονομερή βάση ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου. 

 

Οι Αιτητές έχουν συνεχή υποχρέωση να ενημερώνουν το Δικαστήριο για όσα γεγονότα έχουν λάβει και λαμβάνουν χώραν μετά την έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.   

 

Η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, αφορά μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, και το οποίο οι Αιτητές, βάσει των ισχυόντων αρχών, έχουν υποχρέωση να θέσουν.

 

Υφίσταται καλός λόγος για τον οποίο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ αυτών.

 

Τα όσα επιχειρούνται να εισαχθούν διά της σκοπούμενης Σ.Ε.Δ. αποτελούν μαρτυρία που αποσκοπεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία έχουν λάβει χώραν σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης του απαγορευτικού διατάγματος ημερ. 15/04/2020, προκειμένου να βοηθήσει το Δικαστήριο να στηριχθεί κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασία σε όλα τα σχετικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα διαδικασία και δεν επαναλαμβάνουν τα όσα ήδη έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δια της 1ης ΕΔ.

 

Οι Αιτητές δεν επιχειρούν να επανορθώσουν παράλειψη πληροφόρησης με σκοπό να μεταβάλουν ή να αλλοιώσουν την εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο, αλλά να αποσείσουν το αυξημένο βάρος το οποίο φέρουν ως οι διάδικοι προς όφελος των οποίων ασκήθηκε μονομερώς η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.  

Το παρόν διάβημα καταχωρείται άνευ οιασδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους των Αιτητών αφής στιγμής αποκρυσταλλώθηκαν τα γεγονότα και λήφθηκαν οδηγίες από τους δικηγόρους των Αιτητών και σε χρόνο που ούτε διακόπτει την κανονική πορεία της υπόθεσης αλλά ούτε και θα προκαλέσει επιπρόσθετα έξοδα επιβαρύνοντας τους διαδίκους.

 

Οι Αιτητές επισυνάπτουν στην ένσταση και κείμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιθυμούν να καταχωρίσουν.  Σ’  αυτή αναφέρονται και τα εξής:

 

«Εξ όσων πληροφορούμαι από τους εκπροσώπους των Αιτητών, οι τελευταίοι έχουν ενημερωθεί από τρίτα πρόσωπα τα οποία επίσης συνεργάζονταν με τους Εναγόμενους 1, ήτοι τη ZAPIRO TRADING LTD (η «Zapiro»), ότι σε χρόνο που ακολούθησε την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος ημερ.13/04/2020, η Zapiro απέστειλε ειδοποίηση προς τους συνεργάτες της, ή έστω κάποιους εξ αυτών, ενημερώνοντάς τους ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία την καθιστούν αφερέγγυα, ενώ θα προχωρήσει με εκκαθάριση.  Επισυνάπτω στιγμιότυπο οθόνης (screenshot) της σχετικής ειδοποίησης καθώς και σχετική επιστολή που στάλθηκε σε συνεργάτες της Zapiro ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ «Ι».»

 

Οι Zapiro Tradıng Ltd και XXXXX Δημοσθένους, Εναγόμενοι/καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, καταχώρησαν ένσταση, στην ειδοποίηση της οποίας καταγράφονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:

 

«Α)     Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομοθεσία και η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.   

 

Β)        Δεν συντρέχει  «καλός λόγος» για να ασκήσει το Δικαστήριο την διακριτική του ευχέρεια και να εκδοθεί το σχετικό διάταγμα ώστε να δοθεί στους Ενάγοντες το δικαίωμα να καταχωρήσουν επιπρόσθετη ή και συμπληρωματική ένορκο δήλωση.

 

Γ)      Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει να συμπληρώσει κενά της αρχικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 13.4.2020 που συνοδεύει την Μονομερή Αίτηση των Εναγόντων.

       

Δ)   Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη καθ΄ ότι μετά την έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων και την επίδοση της αγωγής , της αίτησης και των διαταγμάτων στους εναγόμενους , αυτοί εμφανίστηκαν στην διαδικασία, δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι ενίστανται στην αίτηση και αιτήθηκαν χρόνου για καταχώρηση της γραπτής ένστασης τους. Παρά ταύτα στο μεσοδιάστημα και χωρίς να υπάρχει ένορκος δήλωση από μέρους των Εναγομένων/Καθ’ ων  η αίτηση ώστε να τεθεί ζήτημα απάντησης ή συμπλήρωσης της αρχικής ένορκης δήλωσης οι Ενάγοντες προέβηκαν στην καταχώρηση της παρούσης

 

Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη σ’  αυτήν Ένορκη Δήλωση του XXXXX Δημοσθένους, Εναγόμενου 2 και Διευθυντή της Εναγόμενης 1  από την Λάρνακα, εις την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

 

Είναι ο εναγόμενος 2 και ο Διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας/καθ’ ης η αίτηση 1 στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και αίτηση, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 1/Καθ΄ ης η Αίτηση 1 να προβεί στην παρούσα.

 

Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει αφενός να καλύψει κενά της αρχικής αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκαν και τα προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα και αφετέρου για να δημιουργήσουν βάση επηρεασμού του Δικαστηρίου με θέματα που δεν αφορούν την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αρχική αίτηση. Είναι σαφές ότι η προσπάθεια των Εναγόντων είναι να μεταβάλουν ή και να ενισχύσουν την εικόνα που προσπάθησαν να δημιουργήσουν με την αρχική τους ένορκη δήλωση στο περιεχόμενο της οποίας βασίστηκε το Δικαστήριο και εξέδωσε τα προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα, πράγμα απαράδεκτο, αντινομικό και απορριπτέο.

 

Η κατάχρηση της διαδικασίας δε αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ενώ οι δικηγόροι τους μετά την επίδοση των δικογράφων εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και δήλωσαν ότι ενίστανται στην αίτηση και στην συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων απαγορευτικών διαταγμάτων και προς τούτο θα καταχωρούσαν και σχετική έγγραφη ένσταση με τις θέσεις τους και τους ισχυρισμούς τους οι Ενάγοντες πριν καν λάβουν γνώση των δικών τους ισχυρισμών προσπαθούν να εισαγάγουν νέα μαρτυρία πριν καν καταχωρήσουν αυτοί την ένσταση τους με σκοπό να επηρεάσουν ή και να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.

 

Προέχει το δικαίωμα των εναγομένων να καταχωρήσουν την ένσταση τους και να προβάλουν μέσω της δικής τους ένορκης δήλωσης των δικών τους ισχυρισμών τόσο στα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν όσο και στα πραγματικά δεδομένα.

 

Η παρούσα αίτηση είναι υπό τις περιστάσεις αχρείαστη και θα περιπλέξει την διαδικασία, καταλήγει ο ενόρκως δηλών.

 

 

Από την πλευρά του ο κ. Σαβεριάδης για Εναγόμενο 3, είπε ότι θα ακολουθήσει τον κ. Μαυρομάτη και δεν θα καταχωρίσει αγόρευση, ούτε καταχώρισε βέβαια ένσταση.

 

 

 

 

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προβλέπεται στην Δ.48 θ.4(2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχει ως εξής:

 

«Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων.  Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείτε από τη Διαταγή 39».

 

          Στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς.  Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48, θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων.

         

          Η υπό εξέταση αίτηση είναι ενδιάμεση Αίτηση που βασίζεται δικονομικά στην Δ.48.  Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την διακριτικής φύσεως εξουσία που του παρέχει η Δ.48 Θ.4(2), νοουμένου ότι προβάλλεται καλός λόγος σύμφωνα με την εν λόγω διαταγή.  Δηλαδή το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα όπως αυτό που ζητείται με την υπό εκδίκαση αίτηση νοουμένου ότι αποκαλύπτεται καλός λόγος. Έχει καθήκον ο Αιτητής να αποκαλύψει κατά πόσο τα γεγονότα που θέλει να συμπεριλάβει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιήλθαν σε γνώση του σε κατοπινό στάδιο και εν πάση περιπτώσει δεν ήταν στη σφαίρα της γνώσης του όταν συνέτασσε την αρχική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτησή του.  Θα πρέπει επίσης στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση διατάγματος, που να του επιτρέπει να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση, να αναφέρει περιληπτικά τα γεγονότα αυτά. Στην παρούσα υπόθεση οι Αιτητές επεσύναψαν αντίγραφο της ένορκης δήλωσης για την οποία υποβάλλεται το σχετικό αίτημα. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

 

Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Φιλόκυπρου Ματθαίου (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 510  το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης, ανάλογα με την περίπτωση. 

 

          Ο «καλός λόγος» θεωρώ ότι θα πρέπει να προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να εξειδικεύονται και να αναφέρονται τουλάχιστον περιληπτικά στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και για τα οποία είναι ανάγκη η έκδοση του σχετικού διατάγματος έτσι ώστε να απαντηθούν ή και να συμπεριληφθούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση.  Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου.

 

Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4(2) για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».»

 

Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας.  Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη.

 

Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4(2) για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».»

 

Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση Αρ. 29/2014, ημερομηνίας 3.11.16:

 

«Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος.  Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά  υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό».  

 

         Αποτελεί, τέλος, καθιερωμένη νομική αρχή, ότι κατά τη διαδικασία οριστικοποίησης διατάγματος που έχει εκδοθεί μονομερώς, τα μόνα σχετικά γεγονότα που δύναται να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο, είναι τα γεγονότα εκείνα που τέθηκαν ενώπιον του κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης (βλ. Vuitton v Δερμοσάκ Λτδ κ.ά. (1992) 1 ΑΑΔ 1453, Demstar Ltd v Zim Israel Navigiation Co Ltd (1996) 1 AAΔ 597 και Μ. Κόκκινου ν Κ. Κόκκινου (ανωτέρω).

 

Η εισαγωγή οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία πιθανόν να αλλοιώσει ή να τροποποιήσει τα γεγονότα πάνω στα οποία είχε βασιστεί η αρχική αίτηση δεν είναι επιτρεπτή γιατί το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την ορθότητα του εκδοθέντος, μονομερώς, διατάγματος με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του κατά το στάδιο της έκδοσής του, αντιπαραβάλλοντάς τα με τα στοιχεία που τέθηκαν από τα ενιστάμενα μέρη. 

 

Εάν ορθώς εκδόθηκε το διάταγμα μονομερώς, θα κριθεί με βάση τα γεγονότα που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο κατά την έκδοση του και εάν με τα στοιχεία αυτά ικανοποιούντο οι προβλεπόμενες από το Νόμο και Νομολογία προϋποθέσεις.  Θα έπρεπε οι Αιτητές να είχαν θέσει όλα τα γεγονότα που ήταν στην σφαίρα γνώσης των ή που μπορούσαν να ήταν σε γνώση τους για να τα λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος.

 

Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα έχουν αναφέρει οι ευπαίδευτοι δικηγόροι και των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους ως επίσης τα όσα περιέχονται στην αίτηση, στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν.

 

            Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Αιτητές παρουσιάζουν γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, εφόσον η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση, δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα με συμπληρωματική ένορκη δήλωση και η μονομερής αίτηση θα κριθεί από το Δικαστήριο επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει.  Ο λόγος που επικαλούνται οι Αιτητές για καταχώριση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με κανένα τρόπο τεκμηριώνει «καλό λόγο», αλλά αντίθετα αντιστρατεύεται τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές.

 

         Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν βρίσκω δικαιολογημένο το αίτημα των Αιτητών για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και έτσι η αίτηση απορρίπτεται με €1.200 έξοδα υπέρ των Καθ’  ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, τα οποία να πληρωθούν στο τέλος.

 

 

 

(Υπ.) ……………………………

Γ. Στυλιανίδης, Π.Ε.Δ.

Πιστόν αντίγραφον

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο