ECLI:CY:EDLAR:2020:A63
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1487/18
ΜΕΤΑΞΥ:
TECHNOVET SERVICES LTD (HE 272886)
Ενάγουσας
Και
SLN FARMING LTD (HE 272641)
Εναγομένης
Αίτηση ημερ.23.10.2019 για συνοπτική απόφαση
Ημερομηνία: 29/09/2020
Εμφανίσεις
Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Ι. Κατσαρά για G. Vrikis & Associates.
Για την Εναγόμενη/Καθ’ης η αίτηση: κ.Χ. Γκούντρας για Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Δόθηκε αυθημερόν, κατόπιν μελέτης των γραπτών αγορεύσεων των δύο πλευρών οι οποίες απεστάλησαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο)
Η Ενάγουσα με την επίδικη αίτηση ζητά συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης.
Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 ΘΘ.1-9, Δ.19 ΘΘ.4-26, Δ.21 ΘΘ.2-7, Δ.24, Δ.27 ΘΘ.1-3, Δ.39, Δ.48 ΘΘ.1, 3, 8, 9, 10 και Δ.64, στο Annual Practice 1958, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στην εν γένει πρακτική του Δικαστηρίου.
Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις του XXXXX Θεοφάνους και της XXXXX Θεοφάνους, διευθυντών της Ενάγουσας Εταιρείας.
Η πλευρά της Εναγόμενης αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση, στην οποία καταγράφονται εφτά (7) λόγοι ένστασης.
Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 ΘΘ.1(α), 2, Δ.48 ΘΘ.1–4, 7 και 9 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην ισχύουσα νομολογία και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.
Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Σάββα, διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας.
Με αυτά υπόψη, αναφέρω ότι έχω μελετήσει προσεκτικά τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση και περαιτέρω έχω μελετήσει προσεκτικά όσα αναφέρουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις.
Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)* ο ενάγων που αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.
(β) Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως.
(γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό πρόσωπο το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S. (1972) 1 CLR 130 στη σελ.133).
* Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.
Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997) 1 ΑΑΔ 782 σελ. 789).
Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2007) 1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος (1989) 1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία (1990) 1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 ΑΑΔ 239).
Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα (1999) 1 ΑΑΔ 817).
Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b) : The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim).
Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης (1983) 1 CLR 333 στη σελ 337 – 338 και 339 - 340).
Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. σελ. 1080-1081 – απόσπασμα από το Annual Practice 1967):
«Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones (1984) A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279).
Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap (1905) 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone, (1894) A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co. (1901) 85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)».
Στην Πολ.Εφ.11694, 1.Παναγιώτης Νεάρχου, κ.α. –v- Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (2005) 1 Α.Α.Δ.818, λέχθηκαν εν σχέση με το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο τα εξής:
« Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου (1966) 1.A.A.Δ.265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (1972) 1 C.L.R.130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides (1983) 1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 A.A.Δ.239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997) 1(Β) Α.Α.Δ.782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.(1996) 1 Α.Α.Δ.1074, Subotic v. Στυλιανίδη (1998) 1 Α.Α.Δ.22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα (1999) 1 Α.Α.Δ.817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd., (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 1 Α.Α.Δ.408).»
Τέλος, στην 1.Χριστόδουλος Μεττή, κ.α. –v- Τράπεζας Κύπρου (2002) 1 Α.Α.Δ.417, αναφέρθηκαν τα εξής:
« Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω).
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.»
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και εξετάζοντας κατά πόσο η Ενάγουσα πέτυχε να ικανοποιήσει τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, βρίσκω, κατ’ αρχήν, ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση έχουν σαφώς ικανοποιηθεί, αφού καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 20/12/18, ενώ η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 01/03/19.
Ερχόμενος στην τρίτη προϋπόθεση τώρα, επαναλαμβάνεται εδώ ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει μια αίτηση για συνοπτική απόφαση ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό πρόσωπο το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει.
Είναι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση ορκίζονται δύο τέτοια πρόσωπα εκ μέρους των εναγόντων, τα οποία δηλαδή γνωρίζουν θετικά τα γεγονότα που καταθέτουν. Έχοντας δε υπόψη όσα αναφέρουν, τα τιμολόγια τεκμ.4-10 και την πιστωτική σημείωση τεκμ.11 στην ΕΔ του Θεοφάνους, και την κατάσταση λογαριασμού τεκμ. 1 στην ΕΔ της Θεοφάνους, συν τη δήλωση αμφοτέρων ότι η εναγόμενη για τους λόγους που εξηγούν δεν έχει υπεράσπιση, θεωρώ ότι ικανοποιείται και η συγκεκριμένη προϋπόθεση.
Με αυτά υπόψη, θεωρώ ότι πλέον το βάρος είναι στην Εναγόμενη να δείξει ότι έχει κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, να αποκαλύπτει γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση.
Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τη μαρτυρία Σάββα και όσα θέτει μέσω της ένορκής του δήλωσης αναφέρονται τα ακόλουθα.
Κατ’ αρχήν να ξεκινήσω λέγοντας ότι η έκδοση των τιμολογίων που αναφέρονται στην παράγραφο 7 της ΕΔ του Θεοφάνους, συνολικού ποσού €550,20.- και η πληρωμή ποσού €750.- στις 06/05/14 είναι αποδεκτά. Η έκδοση δε της πιστωτικής σημείωσης τεκμ.11 για το λόγο που εξηγείται δεν αμφισβητείται.
Η εναγόμενη θέτει θέμα ουσιαστικά όσον αφορά το εκ μεταφοράς υπόλοιπο των €1615,35.- (βλ. τεκμ.1 στην ΕΔ της Θεοφάνους ημερ.31/12/13, σε συνδυασμό με όσα η τελευταία αναφέρει στην παράγραφο 5) και ισχυρίζεται ότι με την αναφερθείσα πληρωμή έχει εξοφλήσει.
Είναι γεγονός δε ότι η πλευρά της ενάγουσας, αν και ισχυρίζεται δια των διευθυντών της ότι ο λογαριασμός περιλαμβάνει τα τιμολόγια που εκδίδονταν κατόπιν παραγγελίας, κανένα τιμολόγιο δεν παρουσιάζει προκειμένου να δικαιολογήσει το εκ μεταφοράς υπόλοιπο. Που βρίσκονται τα τιμολόγια πριν την 01/01/14, αν υπάρχουν, και γιατί δεν παρουσιάστηκαν δεν εξηγείται. Στο τέλος της ημέρας, με αυτά υπόψη, το εκ μεταφοράς υπόλοιπο παραμένει γενικό και αστήριχτο.
Από το σύνολο δε της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου διαπιστώνω σε αυτό το στάδιο (αφήνοντας το θέμα να αποφασιστεί τελειωτικά στο τέλος της δίκης, εάν και εφόσον τεθεί) ότι δεν υπάρχει ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός που εισηγείται η ενάγουσα.
Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι η εναγόμενη έχει αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους της, καταδεικνύονταν ότι έχει υπεράσπιση ή και ότι δικαιούται να υπερασπιστεί την υπόθεση.
Συναφώς η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/Καθ’ής η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) …………….……………..
Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφον
Πρωτοκολλητής