ECLI:CY:EDLAR:2021:A128

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ               

ΕνώπιονM. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ.

                                                                                                  

                                                                                    Αρ. Αγωγής: 1000/2014

 

Μεταξύ :

 

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD

                                                                                                         Εναγόντων

 

και

 

                                          1. ………….. ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ

                                          2. ………….. ΠΕΤΡΟΥ  

                                          3. ………….. ΣΑΡΜΑΛΛΗΣ

                                                                                                      Εναγόμενων

------------------------------------------------------------------------

 

Ημερομηνία: 08 Ιουνίου 2021

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες:  κα. Κώστα για Γιώργος Α. Βασιλείου & Συνεργάτες

Για Εναγόμενο 3:  κ. Ι. Ιωάννου (για ν’ ακούσει απόφαση ο κ.Α.Προδρόμου)

                                         

Α  Π  Ο  Φ  Α  Σ  Η

 

Εισαγωγή-Δικογραφία

Η παρούσα αγωγή προχώρησε για Ακρόαση μόνον εν σχέση με τον εναγόμενο 3, αφού εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 εκδόθηκε δικαστική απόφαση ήδη από τις 30/05/14.

 

Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, ποσό €25.070,18 πλέον τόκο 13% επί ποσού €24.287,40 από 01/04/14 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει δανείου που παρείχαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο 1 με βάση γραπτή συμφωνία ημερ.30/04/10, τις υποχρεώσεις του οποίου εγγυήθηκαν γραπτώς κατά την εν λόγω ημερομηνία οι εναγόμενοι 2 και 3. Οι ενάγοντες δε λόγω μη τήρησης των όρων της συμφωνίας, με επιστολές τους ημερ. 13/09/12 τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού ο οποίος ανοίχθηκε προς όφελος του εναγόμενου 1. 

 

Στην Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 3 απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων και άνευ βλάβης ισχυρίζεται τα ακόλουθα :

-  Το επίδικο έγγραφο συμφωνίας δανείου ή και εγγυήσεως αποτελούσε και αποτελεί τυποποιημένο και προπαρασκευασμένο έγγραφο με όρους προκαθορισμένους από τους ενάγοντες, έγγραφα τα οποία οι ενάγοντες διέθεταν για υπογραφή γενικά στους πελάτες τους και για τα οποία δεν υπήρχε δυνατότητα για τον εναγόμενο 3 να διαπραγματευτεί τους όρους.

- Οι όροι στο επίδικο έγγραφο είναι καταχρηστικοί και δημιουργούν ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών και εν πάση περιπτώσει είναι όροι αόριστοι, άδικοι, ανεφάρμοστοι και κατά συνέπεια παράνομοι και άκυροι.

- Περαιτέρω και ιδιαίτερα οι όροι που αναφέρονται στον τόκο υπερημερίας ή και μεταβολή επιτοκίων ή και άμεση καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού είναι καταχρηστικοί, αόριστοι, ασαφείς, επιβάλλουν δυσανάλογα υψηλή αποζημίωση ή και υποβάλλουν σε δυσανάλογη θέση τον εναγόμενο σε σχέση με την ενάγουσα και συνιστούν ποινική ρήτρα.

 

Επίσης ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που ήθελε να αποδειχθεί η ύπαρξη του εγγυητήριου εγγράφου, η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη ή και ανεφάρμοστη ή και παράνομη. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι η συμφωνία περιέχει όρους οι οποίοι είναι άδικοι και ή ότι δεν του εξηγήθηκαν όπως θα έπρεπε από τους ενάγοντες ή και τους αντιπροσώπους τους ή και δεν του εξηγήθηκαν οι συνέπειες της υπογραφής του ως εγγυητής και ως εκ τούτου είναι ακυρώσιμη.

 

Ακόμη, οι ενάγοντες παρέλειψαν να τον ενημερώσουν για την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη ή και την ύπαρξη οποιωνδήποτε άλλων εγγυήσεων ή και εξασφαλίσεων του επίδικου δανείου ως όφειλαν να πράξουν ή και δυνάμει του δικαίου της επιείκειας ή και ο εναγόμενος δεν ενημερώθηκε για την παροχή πίστωσης που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ή και τις εξασφαλίσεις.

 

Επίσης αρνείται ότι οι ενάγοντες απέστειλαν τις ισχυριζόμενες επιστολές ή και ότι προέβησαν σε νομότυπο τερματισμό του δανείου. Ουδέποτε τον ενημέρωσαν δε για τυχόν προβλήματα ή και καθυστερήσεις που παρουσίαζε το επίδικο δάνειο όπως προβλέπει η νομοθεσία και δεν τήρησαν τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία.

 

Ο εναγόμενος 3 δε εγείρει ανταπαίτηση και ζητά δήλωση ότι η επίδικη εγγύηση είναι άκυρη και ότι αυτός έχει απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη του ως εγγυητής.

 

Στο απαντητικό τους δικόγραφο οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 3 και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Αξιώνουν δε την απόρριψη της ανταπαίτησης.

 

Μαρτυρία

Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον του Εναγόμενου 3, οι ενάγοντες κάλεσαν 3 μάρτυρες ήτοι τον XXXXX Φλωρή (ΜΕ1), την XXXXX Νικολάου Αμύρωτου (ΜΕ2) και την XXXXX Γεωργιάδη (ΜΕ3). Για την πλευρά του εναγόμενου 3 έδωσε μαρτυρία ο ίδιος.

 

Ο Φλωρή (ΜΕ1) είναι υπάλληλος των εναγόντων. Αναφέρθηκε (βλ. και την κατάθεση του τεκμ.1) στη συμφωνία δανείου ημερ.30/04/10 με την οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν στον εναγόμενο 1 δάνειο ύψους €17.000.- (τεκμ.2). Ο εναγόμενος 1 συμφώνησε και αποδέχτηκε την ίδια πιο πάνω ημερομηνία επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης των εναγόντων ημερ.27/04/10 (τεκμ.3), στην οποία αναφέρονται λεπτομέρειες και βασικοί όροι του δανείου. Η τελευταία επιστολή δόθηκε και στον εναγόμενο 3, πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης κατωτέρω, ο οποίος έθεσε την υπογραφή του στην 3η σελίδα.  Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ. 30/4/2010 ο εναγόμενος 1 άρχισε συνεργασία με τους ενάγοντες και οι τελευταίοι άνοιξαν στο όνομα και προς όφελος του εναγόμενου 1 το λογαριασμό υπ' αριθμό XXXXX01-03, όπου στις 04/05/2010 παραχώρησαν σ' αυτό το ποσό του δανείου ήτοι €17.000.

Ο εναγόμενος 3 δια εγγράφου εγγυήσεως ημερ. 30/04/2010, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες που απορρέουν από την συμφωνία δανείου ημερ. 30/4/2010 (τεκμ.4), ενώ πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης παρέλαβε, πέραν της επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ.27/04/2010 που αναφέρθηκε ανωτέρω, αντίγραφο της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη ημερ. 30/4/2010 (η σχετική βεβαίωση παραλαβής έγινε τεκμ.5).

 

Αναφέρθηκε περαιτέρω στην παράλειψη του εναγόμενου 3 να πληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο και στις επιστολές ημερ. 11/10/2011 που στάλθηκαν στους εναγόμενους 1 και 3 αναφορικά με τις καθυστερήσεις (βλ. τεκμ. 6 και 7). Ακολούθως δε οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου με επιστολή τους ημερ. 13/09/12 προς όλους τους εναγόμενους (τεκμ.8).

 

Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης τα εξής έγγραφα:

1. Πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον ίδιο σύμφωνα με το άρθρο 35 εδάφιο 3 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ως τεκμ.9.

2. Αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού με αριθμό XXXXX01-03, στον οποίο γίνεται αναφορά στο τεκμ.9, από την ημερομηνία ανοίγματος του, ως τεκμ.10.

 

Και οι ενάγοντες, με βάση το περιεχόμενο του τεκμ.10, αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου 3 αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα μετά των εναγόμενων 1 και 2 ποσό €53.905,48 πλέον τόκους από 01/07/2020 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους, πλέον δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.

 

Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιανδήποτε προσωπική εμπλοκή εις τη συμφωνία δανείου και δεν ήταν παρών.  Τα έγγραφα της υπόθεσης τα μελέτησε την τελευταία βδομάδα πριν δώσει τη μαρτυρία του.

 

Όσον αφορά την επίδικη εγγύηση, είπε ότι αυτή αναφέρεται σε ποσό €17.000, το οποίο καθιστά υπόλογο τον εγγυητή σε περίπτωση που δεν πληρώνεται (το δάνειο),

 

συν τόκους, συν οι καθυστερήσεις, συν υποχρεώσεις, συν δικηγορικά και δικαστικά έξοδα.

 

Σε άλλο σημείο είπε ότι τα δικηγορικά ή οιαδήποτε άλλα έξοδα που αφορούσαν στην έκδοση απόφασης ή και μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, εναντίον των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση, φαίνονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού τεκμ.10. Όμως θα παρουσιαστεί αναδομημένη κατάσταση από άλλο συνάδελφο του και αυτά δεν θα υπάρχουν.

 

Περαιτέρω, ως προς το κατά πόσο όταν ο εναγόμενος 3 υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης, ο πρωτοφειλέτης, εναγόμενος 1, ήταν φερέγγυος, ανέφερε ότι με βάση τα έγγραφα που κατέχουν η απάντηση είναι καταφατική. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει ότι πριν από αυτήν τη συμφωνία δανείου, τεκμήριο 2, είχε παραχωρηθεί και άλλη πίστωση προηγουμένως εις τον Εναγόμενο 1, αλλά δεν γνωρίζει λεπτομέρειες.

 

Ερωτώμενος για το αν κάποιος που οφείλει και έχει καθυστερημένα δάνεια ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε μία τράπεζα και η τράπεζα παρά αυτές τις οφειλές του δώσει ένα δάνειο καινούριο, υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση της τράπεζας να ενημερώσει τους εγγυητές για αυτήν την οφειλή, απάντησε «θεωρώ πως ναι».  Στη συνέχεια όμως είπε ότι δεν ξέρει ακριβώς πώς δουλεύει το δίκτυο καταστημάτων. Εκείνο που γνωρίζει είναι ότι πηγαίνοντας ο εγγυητής στη συνάντηση, αξιολογείται και αν κριθεί ικανός, τότε επιλέγεται. Στη συνέντευξη που γίνεται δίνονται όλες οι πληροφορίες στον εγγυητή και του παρέχεται και η ευχέρεια αν θέλει να έχει γνωμάτευση από δικηγόρο ή οτιδήποτε πριν προχωρήσει σε οτιδήποτε. Όταν δε του τέθηκε ότι όλα τα έγγραφα που υπέγραψε ο Εναγόμενος 3 έχουν ημερομηνία 30/4 και ρωτήθηκε πού είναι αυτός ο χρόνος και η ευχέρεια που δίνεται στους εγγυητές να κάνουν αυτά που λέει, είπε ότι δεν θεωρεί ότι είναι το άτομο που μπορεί να απαντήσει αυτή την ερώτηση. Ούτε έχει οποιαδήποτε τέτοια πληροφόρηση στην κατοχή του που να δόθηκε στον Εναγόμενο 3 στη συνέντευξη.

 

Για το ότι η επιστολή τεκμ.7 δεν στάλθηκε συστημένη στον εναγόμενο 3, όπως έγινε με την επιστολή τεκμ.6 προς τον εναγόμενο 1 (η οποία θεωρούν ότι για να μην επιστραφεί αυτή παραλήφθηκε), ο μάρτυρας παρέπεμψε στην παράγραφο 9 του εγγράφου εγγυήσεως, στη μέση της παραγράφου, όπου αναφέρει ότι «κάθε άλλη ειδοποίηση θα μπορεί να αποστέλλεται προς εμένα είτε με συστημένη επιστολή ή με επιστολή που θα σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο». Το γιατί στάλθηκε με τον τρόπο αυτό ήταν θέμα των συναδέλφων του που χειρίστηκαν την υπόθεση.

 

Για την επιστολή ημερ.13.9.2012 προς τον Εναγόμενο 3, τεκμήριο 8, η οποία στάλθηκε συστημένη, είπε ότι βάση του εγγράφου που έχει μπροστά του ισχύουν τα όσα έχει πει προηγουμένως για το κατά πόσο παραλήφθηκε, δηλαδή στάλθηκε με συστημένη αλληλογραφία και δεν έχουν κάτι άλλο. Στην υποβολή δε ότι ο εναγόμενος 3 από τον Νοέμβριο του 2010 δεν διαμένει στο Καλό Χωριό, απάντησε ότι δεν το γνωρίζει, ενώ για το κατά πόσο έχει οποιοδήποτε γραπτό έγγραφο ότι η συγκεκριμένη επιστολή παραλήφθηκε, είπε ότι υπάρχει κεντρικό αρχείο που τηρείται στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία, που μπορεί να αποταθεί και να το επιβεβαιώσει.

 

Τέλος, σε υποβολή ότι ο Εναγόμενος 3 από τον Νοέμβρη του 2010 δεν διαμένει στο Καλό Χωριό και ως εκ τούτου δεν παράλαβε τις επιστολές Τεκμήρια 7 και 8, είπε ότι θεωρεί πως αν είχε αλλάξει διεύθυνση, ήταν υποχρέωσή του να ενημερώσει την τράπεζα και στην περίπτωση που έχει πράγματι αλλάξει διεύθυνση. 

 

Η Αμύρωτου (ΜΕ2) (βλ. και την κατάθεση της τεκμ.11) είναι επίσης υπάλληλος των εναγόντων.  Ανέφερε ότι την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2009 μέχρι και τον Αύγουστο του 2018 εργαζόταν ως Λειτουργός Πελατείας στο Τμήμα Δανειοδοτήσεων των εναγόντων και ήταν παρούσα τόσο κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου 30/04/2010 από τον εναγόμενο 1 XXXXX Κοντογιώργη όσο και κατά την υπογραφή των άλλων εγγράφων που αφορούν ή και συνδέονται με την συγκεκριμένη συμφωνία δανείου. Μεταξύ των άλλων εγγράφων που υπογράφηκαν στις 30/04/2010 και αφορούν ή και συνδέονται με την συμφωνία δανείου ημερ. 30/4/2010 ήταν η συμφωνία εγγύησης ημερ.30/04/2010 που υπογράφηκε από την XXXXX Πέτρου και τον XXXXX (XXXXX) Σαρμαλλή.

 

Πριν την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης από τους εγγυητές τους επεξηγήθηκαν όλοι οι όροι που περιέχονταν σε αυτό καθώς και οι συνέπειες που θα είχαν από την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης. Τους δόθηκε η δυνατότητα εάν το επιθυμούσαν

 

να διαπραγματευτούν τους όρους που περιέχονταν σε αυτό καθώς και εάν το επιθυμούσαν να λάβουν και ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν να υπογράψουν.

 

Πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης παραδόθηκε στους εγγυητές - μεταξύ των οποίων και ο XXXXX Σαρμαλλή - η Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων Πρωτοφειλέτη, ως επιβάλλει ο Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (βλ. τεκμ.12).

 

Με την παραλαβή της Δήλωσης Περιουσιακών Στοιχείων Πρωτοφειλέτη ο XXXXX Σαρμαλλή υπέγραψε την σχετική Βεβαίωση Εγγυητή (τεκμ.5), σύμφωνα με την οποία του έχει παραδοθεί αυτούσια η Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων Πρωτοφειλέτη.

 

Κατά την αντεξέταση της είπε ότι πριν την υπογραφή της εγγύησης οι όροι και οι συνέπειες που ανέφερε επεξηγήθηκαν από την ίδια, αναφέροντας πως τους εξήγησε ότι θα είναι εγγυητές για €17.000.-, αλλά και για τόκους, τραπεζικά  έξοδα, προμήθειες, δικαστικά ή άλλα δικηγορικά έξοδα που θα προκύψουν. Τους επεξηγήθηκε και ότι είναι αλληλέγγυα και προσωπικά για τον καθέναν η υποχρέωση τους. Επίσης τους επεξηγήθηκε ότι είχαν το δικαίωμα να λάβουν τα έγγραφα αν ήθελα να ληφθεί κάποια νομική γνωμάτευση. Αυτά τους τα εξήγησαν προφορικά αλλά είχαν και τη συμφωνία εγγύησης μπροστά τους και μπορούσε ο πελάτης να την διαβάσει και να ρωτήσει ότι θέλει.

 

Στη συνέχεια είπε ότι η το έγγραφο εγγύησης δόθηκε εκείνη την ημέρα και ανέφερε ότι δεν ζητήθηκε να δοθεί προηγουμένως, κάτι που αν αναζητούσε ο πελάτης θα του το έδιναν.  

 

Σε άλλο σημείο δε ανέφερε ότι τους παρουσίασαν το έγγραφο, συζήτησαν, επεξηγήθηκε και το έγγραφο και ο εγγυητής δεν δίστασε να το υπογράψει. Επεξηγήθηκαν αρκετοί από τους όρους, οι σημαντικότεροι όροι, και ο εγγυητής που είχε το έγγραφο μπροστά του μπορούσε να το διαβάσει και να ρωτήσει ότι θέλει. Δεν είχαν επεξηγηθεί μία - μία παράγραφος αλλά τα βασικά.

 

Περαιτέρω ανέφερε ότι αν είχαν κάποιο πρόβλημα με έναν από τους όρους θα μπορούσαν να το εξετάσουν.

 

Δεν θυμάται το χρονικό διάστημα που τους δόθηκε για να δουν τους όρους και πόση ώρα ήταν στο γραφείο της και μιλούσαν τα σχετικά, αλλά δόθηκε αρκετός χρόνος. Διαφώνησε δε με τη θέση ότι όταν ήρθε ο εγγυητής στην τράπεζα του δόθηκε μία δέσμη εγγράφων για υπογραφή, τα υπέγραψε και έφυγε.

 

Ακολούθως είπε ότι υπόγραψε και σαν μάρτυρας στην συμφωνία και ανέφερε ότι η πολιτική της τράπεζας είναι να υπογράφουν σαν μάρτυρες και δεν επιβεβαιώνουν κάπου στο έγγραφο ότι επεξηγήθηκαν προφορικά στον εγγυητή αυτά που ανέφερε.

 

Όσον αφορά το τεκμήριο 12 είπε ότι το παρέδωσαν στον εγγυητή εκείνη την ώρα και συμφώνησε ότι αναφέρεται σε αυτό μόνο μία κατοικία. Για το κατά πόσο δε ενημέρωσαν τον εγγυητή για οφειλές χρηματικές του πρωτοφειλέτη που έχουν να κάνουν με αφερεγγυότητα του, είπε ότι δεν ήταν οι ίδιοι υπεύθυνοι για να ενημερώσουν τον εγγυητή. Βάση του νόμου η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να ενημερώσει τον εγγυητή για τα ενεργητικά του πελάτη - πρωτοφειλέτη, τα περιουσιακά του στοιχεία. Στη συνέχεια δε είπε ότι σίγουρα για να δοθεί ένα δάνειο, όλες οι προϋποθέσεις πληρούνταν για να εγκριθεί.

 

Τέλος ανέφερε ότι κατά την ενημέρωση δίνεται επεξήγηση για το σκοπό του δανείου, όμως αυτή τη στιγμή δεν θυμάται το σκοπό του δανείου αφού δεν έχει δει την αίτηση για να θυμηθεί και ολοκλήρωσε λέγοντας ότι ο εγγυητής λαμβάνει επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης η οποία αναγράφει το σκοπό του δανείου και θεωρεί ότι ήταν ενήμερος για το σκοπό του δανείου του πρωτοφειλέτη και με τη βεβαίωση τεκμ.5 φαίνεται ότι έλαβε και την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης.

 

Η Γεωργιάδη (ΜΕ3) ανέφερε κατ’ αρχήν (βλ. και την κατάθεση της τεκμ.13) ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων από το 1996 και στα καθήκοντα της ανήκει και η ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών. Η μάρτυρας κατέθεσε δε πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από την ίδια σύμφωνα με το άρθρο 35 εδάφιο 3 του Περί Αποδείξεως Νόμου ως τεκμ.15, ενώ περαιτέρω κατέθεσε καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού με αριθμό XXXXX01-03, που αναφέρεται στο τεκμ.15, από την ημερομηνία ανοίγματος του, ως τεκμήριο 16.

 

Περαιτέρω είπε ότι έχει στην κατοχή της αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, τις οποίες έχει ετοιμάσει η ίδια λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού. Η μάρτυρας δε επεξήγησε λεπτομερώς ποιο σύστημα χρησιμοποίησε για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης, αλλά και τις στήλες που φαίνονται στην κατάσταση αυτή. Σημειώνεται ότι η αναδομημένη κατάσταση έγινε τεκμ.16.

 

Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα έγγραφα:

1. Δέσμη αποτελούμενη από αντίγραφο του πιστοποιητικού σύστασης των εναγόντων, πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος, άδεια λειτουργίας της εταιρείας και την τροποποίηση άδειας για άσκηση τραπεζικών εργασιών, ως τεκμήριο 14.

2. Δέσμη σχετικών δημοσιεύσεων των Εναγόντων στον ημερήσιο Τύπο (αντίγραφα πιστοποιημένα από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών - ΡΙΟ), που αφορούν την μεταβολή του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων, ως τεκμήριο 17.

 

Επιπλέον ανέφερε ότι για την περίοδο από 16.11.2016 μέχρι σήμερα, η μεταβολή του βασικού επιτοκίου αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα των Εναγόντων – www.hellenicbank.com. Η πιο πρόσφατη μεταβολή του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων διενεργήθηκε την 17/08/2020 και ανέρχεται στο 2.88%. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 18 εκτύπωση από την επίσημη ιστοσελίδα των Εναγόντων.

 

Ως εκ των ανωτέρω με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16 το συνολικό ποσό που οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου 3 αλληλέγγυα και/η κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 2 είναι €48,796.36 πλέον τόκο προς 9.63% ετησίως επί ποσού €47,386.24 από 22/10/2020 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.

 

Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι η κατάσταση τεκμήριο 16 εκτυπώθηκε, όπως φαίνεται στο κάτω μέρος της σελίδας του τεκμηρίου, στις 26/10/2020, και σε περαιτέρω ερώτηση ανέφερε ότι η συγκεκριμένη κατάσταση δημιουργήθηκε κατά την

 

εν λόγω ημερομηνία με τη διαδικασία που ανέφερε στην γραπτή της δήλωση και δεν υπήρχε στη μορφή αυτή από προηγουμένως.

 

Ανέφερε περαιτέρω ότι η αγωγή που καταχώρησε η τράπεζα εναντίον του εναγόμενου 3 καταχωρίστηκε με βάση την αναλυτική κατάσταση και με βάση αυτή στάλθηκε και η ειδοποίηση προς τον εναγόμενο 3 τεκμήριο 8. Η μάρτυρας δε διαφώνησε ότι το ποσόν του τεκμηρίου 8 δεν ήταν αυτό που όφειλε πραγματικά, λέγοντας ότι παρόλα αυτά οι ενάγοντες σήμερα περιορίζουν την αξίωση τους στη βάση του υπολοίπου των αναδομημένων καταστάσεων τεκμήριο 16.

 

Ο Εναγόμενος 3 αναφέρει στη γραπτή δήλωση του, τεκμ.19, τα ακόλουθα (παραθέτω αυτούσιες τις παρ.2-9 της δήλωσης του για διαφανεί ποια είναι ακριβώς η δική του θέση αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπεγράφη η επίδικη σύμβαση εγγύησης):

 

« 2. Αναφορικά με την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης ημερομηνίας 30 Απριλίου 2010, (τεκμήριο 4) δηλώνω ότι αναγνωρίζω την υπογραφή μου ως εγγυητή, θέλω όμως να δηλώσω πως εξελίχθησαν τα γεγονότα που οδήγησαν στην υπογραφή του εγγυητήριου εγγράφου από εμένα, όσο καλύτερα τα θυμούμαι.

 

3. Εκείνη την ημέρα μετέβηκα στο υποκατάστημα Φανερωμένης της Ελληνικής Τράπεζας στην Λάρνακα και εκεί συνάντησα τον πρωτοφειλέτη XXXXX Κοντογιώργη και την εγγυήτρια σύζυγο του XXXXX Πέτρου αφού βρεθήκαμε εκεί για σκοπούς της υπογραφής μας για την λήψη δανείου από τον πρωτοφειλέτη. Όταν εισήλθαμε στο κατάστημα, μας υποδέχτηκε μια υπάλληλος της τράπεζας της οποίας το όνομα δεν θυμάμαι και μεταβήκαμε σε κάποιο γραφείο και καθίσαμε. Εκεί υπήρχε μια δέσμη εγγράφων τα οποία μας δόθηκαν για υπογραφή. Η υπάλληλος της τράπεζας μου ανέφερε ότι πρέπει να υπογράψω αυτά τα έγγραφα για να πάρει δάνειο ο πρωτοφειλέτης. Εγώ ρώτησα ποιο ποσό εγγυούμαι τον πρωτοφειλέτη και η υπάλληλος της τράπεζας μου ανέφερε ότι εγγυούμαι τον πρωτοφειλέτη για το ποσό των €17.000.- Στην συνέχεια εγώ ρώτησα κατά πόσο θα όφειλα οποιαδήποτε περαιτέρω ποσά σα περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης καθυστερούσε τις δόσεις του και η υπάλληλος της τράπεζας μου είπε ότι η εγγύηση μου είναι για €17.000. Στην συνέχεια εγώ ρώτησα εάν υπάρχει οτιδήποτε για το οποίο έπρεπε να ρωτήσω τον δικηγόρο μου και ο πρωτοφειλέτης έλαβε τον λόγο και μου είπε ότι αν δεν υπογράψω δεν θα του δώσουν το δάνειο και θα είχε οικονομικό πρόβλημα τόσο αυτός αλλά και η οικογένεια του. Η υπάλληλος της τράπεζας από ότι θυμάμαι δεν έκανε οποιοδήποτε σχόλιο στην δήλωση μου. Ούτε και μου εξήγησε οποιουσδήποτε όρους που αναφέρονταν στα έγγραφα αυτά.

 

4. Εγώ λόγω της εξαιρετικής σχέσης και φιλίας που είχα με τον πρωτοφειλέτη τότε, υπέγραψα όλα τα έγγραφα που μου δόθηκαν για υπογραφή, θυμάμαι επίσης ότι υπέγραψε και η σύζυγος του πρωτοφειλέτη. Εξ’ όσων θυμάμαι ο πρωτοφειλέτης είχε ήδη υπογράψει αφού σε κάποια έγγραφα η υπογραφή του υπήρχε την ώρα που υπέγραψα εγώ. Βλέποντας τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο δικαστήριο ως τεκμήρια, αναγνωρίζω την υπογραφή μου στα τεκμήρια 2, 3, 4 και 5. Δηλώνω όμως ότι τα αναγνωρίζω μόνο από την υπογραφή μου και όχι από το περιεχόμενο, αφού όπως αναφέρω πιο πάνω δεν τα διάβασα, απλά τα υπόγραψα στην βάση των όσων αναφέρω ότι λέχθηκαν πιο πάνω.

 

5. Βλέποντας τώρα τα έγγραφα και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 3, παρατηρώ ότι αναφέρει ότι ένας από τους σκοπούς που δόθηκε στον πρωτοφειλέτη το δάνειο από την τράπεζα ήταν για εξόφληση υφιστάμενων υπολοίπων του. Δηλώνω ότι δεν γνώριζα την ύπαρξη προηγούμενων οφειλών και υπολοίπων του πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα, ούτε μου λέχθηκε κάτι τέτοιο όταν πήγα να υπογράψω την εγγύηση. Ούτε και διάβασα το εν λόγω έγγραφο όταν πήγα για να υπογράψω την εγγύηση. Ειλικρινά, εάν γνώριζα ότι ο πρωτοφελέτης χρωστούσε χρήματα ήδη στην τράπεζα, δεν θα αποδεχόμουν να τον εγγυηθώ καθ’ ότι κάτι τέτοιο σημαίνει ότι κατά την στιγμή που τον εγγυήθηκα ήταν αφερέγγυος. Θεωρώ ότι η τράπεζα έπρεπε να με προστατεύσει και να μου αναφέρει τουλάχιστο ότι ο πρωτοφειλέτης χρωστούσε εκείνη την χρονική στιγμή χρήματα στην τράπεζα.

 

6.  Όταν υπέγραψα τα έγγραφα έφυγα από την τράπεζα γιατί έπρεπε να επιστρέφω στην δουλειά μου. Κανένα αντίγραφο των εγγράφων που αναφέρω πιο πάνω δεν μου δόθηκε.

 

7. Βλέποντας την επιστολή ημερομηνίας 13/09/2012 (τεκμήριο 8), δηλώνω ότι ουδέποτε παρέλαβα τέτοια επιστολή από την ενάγουσα. Η επιστολή αυτή γράφει πάνω την διεύθυνση «XXXXX 5, Καλό Χωριό» και αναφορικά με την διεύθυνση αυτή, δηλώνω ότι είναι η διεύθυνση που διέμενα πριν το διαζύγιο με την πρώην σύζυγο μου. Εγώ εγκατέλειψα την οικία στην οδό Καραβά 5, στις αρχές Νοεμβρίου του 2010, όταν και επήλθε διάσταση μεταξύ εμού και της συζύγου μου. Παρά το ότι δεν διέμενα στην διεύθυνση αυτή, λάμβανα όλη μου την αλληλογραφία όταν επισκεπτόμουν την οικία αυτή για να δω τις ανήλικες τότε θυγατέρες μου και ειλικρινά αυτή την επιστολή ουδέποτε την παρέλαβα ούτε πληροφορήθηκα ποτέ για οποιαδήποτε επιστολή αναφορικά με την εγγύηση για την οποία δικάζομαι σήμερα.

 

 

8. Τα ίδια ισχύουν και για την επιστολή ημερομηνίας 11/10/2011 (τεκμήριο 7) την οποία πρώτη φορά την είδα κατά την διάρκεια της ακρόασης της παρούσας αγωγής, την 21/10/2020.

 

9. Πρώτη φορά περιήλθε εις γνώση μου η απαίτηση της ενάγουσας όταν μου επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Διαβάζοντας τώρα την επιστολή (τεκμήριο 8) αυτή μετά που παρουσιάστηκε κατά την ακρόασης της υπόθεσης, διαφωνώ πλήρως με αυτή γιατί αναφέρει ότι η εγγύηση μου καλύπτει πλήρως το χρεωστικό υπόλοιπο του πρωτοφειλέτη, ενώ σε εμένα λέχθηκε από την υπάλληλο της τράπεζας την 30/04/2010 ότι η εγγύηση μου ήταν για €17.000.-.  »

 

Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το 2010 ήταν 36 χρόνων. Επίσης ανέφερε ότι έχει τελειώσει δημοτικό και γυμνάσιο και έχει μάθει ανάγνωση και γραφή και αν του δοθεί ένα έγγραφο μπορεί να το διαβάσει. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν θυμάται να έχει υπογράψει ξανά εγγυητής σε άλλο πρόσωπο.

 

Για την ημέρα που υπέγραψε σαν εγγυητής, επανέλαβε ότι την ώρα που πήγε στην τράπεζα ήταν ήδη εκεί ο κύριος Κοντογιώργης και η σύζυγος του και μία κοπέλα της Τράπεζας. Τα έγγραφα ήταν έτοιμα και ρώτησε αν χρειάζεται να πάρει τη γνώμη του δικηγόρου του και του είπαν ότι ήταν πολύ σημαντικό να υπογράψει τη συγκεκριμένη στιγμή, αναφέροντας ότι δεν του εξηγήθηκε κάθε λεπτομέρεια από ότι αντιλαμβάνεται. Σε υποβολή δε ότι ουδέποτε ζήτησε χρόνο προκειμένου να αποταθεί σε δικηγόρο απάντησε ότι πάντα παίρνει την γνώμη του δικηγόρου του σε διάφορα θέματα, ενώ ο λόγος που δεν επέμενε να του δώσει τα έγγραφα η τράπεζα να τα πάρει στο δικηγόρο του ήταν γιατί ο Κοντογιώργης, όπως ανέφερε και προηγουμένως, ήθελε να υπογράψει τα συγκεκριμένα έγγραφα γιατί αντιμετώπιζε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα εάν υπήρχε καθυστέρηση και ήθελαν να υπογράφουν αυθημερόν.

 

Στη συνέχεια ανέφερε ότι γνώριζε ότι υπόγραφε εγγύηση για €17.000 ευρώ, ενώ σε υποβολή ότι γνώριζε πολύ καλά ότι μία εγγύηση εκτός από το ποσό της εγγύησης ο εγγυητής έχει υποχρέωση και για τους τόκους καθώς και για όλες τις επιβαρύνσεις που προκύπτουν από το ποσό αυτό, απάντησε ότι είναι λογικό να υπάρχουν και τόκοι.  Η τράπεζα δανείζει κάποια λεφτά με τους δικούς της όρους.

Σε άλλο σημείο αφού συμφώνησε ότι πριν υπογράψει την εγγύηση του δόθηκε η επιστολή 27 Απριλίου 2010, τεκμήριο 3, του τέθηκε ότι αφού του δόθηκε η εν λόγω επιστολή και την διάβασε ήξερε πολύ καλά ότι ο σκοπός του δανείου ήταν η εξόφληση υφιστάμενων χρεωστικών υπολοίπων και η πληρωμή φοιτητικών εξόδων του παιδιού του, με τον ίδιο να απαντά ότι αν ο κ. Κοντογιώργης είχε οποιαδήποτε άλλη εκκρεμότητα προς την Ελληνική Τράπεζα ο ίδιος δεν το γνώριζε.

 

Επίσης του τέθηκε ότι πριν υπογράψει σαν εγγυητής του κοινοποιήθηκε από την τράπεζα η δήλωση περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη, τεκμήριο 12, με τον ίδιο να απαντά ότι δεν θυμάται να έχει παραλάβει στα χέρια του το συγκεκριμένο έγγραφο. Τότε ερωτήθηκε αφού δεν το παρέλαβε τότε γιατί υπέγραψε το τεκμήριο 5 που λέει ότι το παρέλαβε, με τον μάρτυρα να λέει αρχικά ότι δεν υπέγραψε το συγκεκριμένο τεκμήριο. Ακολούθως όμως διαφοροποίησε τη θέση του, αναγνωρίζοντας την υπογραφή του σε αυτό, και επανέλαβε ότι δεν θυμάται να το έχει παραλάβει.

 

Στη συνέχεια είπε ότι έχει εκδοθεί διαζύγιο με την σύζυγό του και ότι έφυγε από την οικία στο Καλό Χωριό τον Νοέμβριο του 2010. Σε ερώτηση γιατί δεν μερίμνησε η αλληλογραφία με την τράπεζα για την υπόθεση αυτή να αποστέλλεται στη νέα του διεύθυνση, είπε ότι στην οικία του στο Καλό Χωριό, οδός XXXXX 5, πήγαινε για τα δύο ανήλικα παιδιά του και αν υπήρχε αλληλογραφία η οποία τον αφορούσε του την έδινε η πρώην σύζυγος του. Όσο για νέα διεύθυνση δεν είχε ακόμα κατασταλάξει πού θα μείνει, ενώ παρόλο που ακούγεται παράξενο μέχρι σήμερα δεν έχει κατασταλάξει σε κάποια μόνιμη διεύθυνση.

 

Ερωτήθηκε αν η πρώην σύζυγος του είχε λόγο να αποκρύψει κάποια επιστολή που ήρθε από την τράπεζα για το δάνειο αυτό και απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τις προθέσεις της και αυτό είναι πολύ πιθανόν.

 

Τέλος του υποβλήθηκε ότι μέσα σε όλη την αλληλογραφία που του έδινε η σύζυγος του ήταν και οι επιστολές των εναγόντων που τον αφορούσαν και αυτός είπε ότι οι αλληλογραφίες που έπαιρνε από την πρώην σύζυγό του δεν είχαν ποτέ σχέση με την Ελληνική Τράπεζα. Τις περισσότερες φορές αφορούσαν τους λογαριασμούς των τηλεφώνων.

Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών

Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων.

 

Νομική Πτυχή

Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι:

 

(α)   Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της.

(β)   Η παράβαση όρου της σύμβασης.

(γ)   Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.

 

Και βεβαίως, στην περίπτωση που η υπόθεση αφορά και εγγυητή, επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη σύναψης της σύμβασης εγγύησης.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας

Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες των εναγόντων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς.

 

Η εντύπωση που σχημάτισα για τους μάρτυρες αυτούς ήταν σε γενικές γραμμές θετική. Μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια ότι γνώριζαν για την υπόθεση. Δεν προκύπτει δε από τη μαρτυρία τους οτιδήποτε που να θέτει σε αμφιβολία οτιδήποτε ανέφεραν ή την αξιοπιστία τους.

 

Συναφώς αποδέχομαι τη μαρτυρία τους.

 

Ερχόμενος στον εναγόμενο, ν’ αναφέρω κατ’ αρχήν ότι αυτός μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Παρά το γεγονός ότι παραδέχεται ότι υπόγραψε τη σύμβαση εγγύησης και γνώριζε ότι υπογράφει σαν εγγυητής για δάνειο του πρωτοφειλέτη, εντούτοις είναι σαφές ότι προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που τον συνέφερε προκειμένου να πετύχει την απαλλαγή του από την υποχρέωση του δυνάμει της εν λόγω σύμβασης εγγύησης. Αυτή ήταν στο τέλος της ημέρας η μοναδική του έγνοια και στα πλαίσια αυτά θεωρώ ότι ακριβώς δεν είπε την αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του ή και η Υπεράσπιση γενικότερα κρίνεται αναξιόπιστη, αντιφατική και σε κάθε περίπτωση μη πιεστική.

 

Πιο συγκεκριμένα:

 

Δεν μπορεί βεβαίως εξ’ αρχής να μην επισημανθεί το γεγονός της διάστασης μεταξύ των όσων τέθηκαν στους ΜΕ και των όσων ισχυρίστηκε ο εναγόμενος. Για παράδειγμα επιχειρήθηκε όπως η ΜΕ2, κατά την αντεξέταση της, αμφισβητηθεί για την αναφορά της ότι παρουσίασαν το έγγραφο στον εναγόμενο, συζήτησαν, επεξηγήθηκε το έγγραφο και ο εγγυητής δεν δίστασε να το υπογράψει. Αντίθετα της τέθηκε πως όταν πήγε ο εναγόμενος στην τράπεζα του δόθηκε μία δέσμη εγγράφων για υπογραφή, τα υπέγραψε και έφυγε. Ο εναγόμενος όμως με τη μαρτυρία του διέψευσε τη θέση αυτή που υποβλήθηκε στην ΜΕ2, αφού όπως ο ίδιος ανέφερε ουσιαστικά έγινε μια συζήτηση, υπέβαλε μάλιστα και κάποιες ερωτήσεις και στη συνέχεια κατόπιν παρότρυνσης του πρωτοφειλέτη υπέγραψε το έγγραφο της εγγύησης. Η θέση δηλαδή που υποβλήθηκε στην ΜΕ2 κατέρρευσε εκ των έσω.

 

Επίσης, αφού σημειωθεί ότι η ΜΕ2 δεν αμφισβητήθηκε όταν ανέφερε ότι μεταξύ άλλων, πριν την υπογραφή, εξήγησε και ότι θα μπορούσαν αν θέλουν να λάβουν νομική γνωμάτευση, αναφέρεται ότι μια βασική θέση του εναγόμενου ήταν πως ρώτησε αν υπάρχει οτιδήποτε για το οποίο έπρεπε να ρωτήσει δικηγόρο και η υπάλληλος δεν απάντησε οτιδήποτε. Τούτη η τελευταία θέση δεν τέθηκε όμως στην ΜΕ2 για σχολιασμό.

 

Αυτά θεωρώ είναι ενδεικτικά των μη καθαρών θέσεων του εναγόμενου και της υπεράσπισης γενικότερα και είναι βεβαίως στοιχεία που επιβεβαιώνουν κατά την κρίση μου την αναξιοπιστία γενικότερα της υπεράσπισης.   

 

Πάντως, έχει σημασία ν’ αναφερθεί εδώ παρενθετικά, ότι δεν ήταν ποτέ η θέση του εναγόμενου ότι ζήτησε χρόνο για να δει οτιδήποτε με το δικηγόρο του ή ζήτησε το έγγραφο να το πάρει στο δικηγόρο του και η υπάλληλος της τράπεζας του αρνήθηκε, ούτε ότι ζήτησε να του διαβαστεί ή να διαβάσει το έγγραφο εγγύησης ή τα υπόλοιπα έγγραφα και του είχαν αρνηθεί.  Θεωρώ δε ότι η αναφορά του στην αντεξέταση του ότι δεν του επεξηγήθηκε από ότι αντιλαμβάνεται κάθε λεπτομέρεια της σύμβασης εγγύησης, προφανώς επιβεβαιώνει τη θέση της ΜΕ2 ότι του εξηγήθηκαν οι σημαντικότεροι όροι. Εν πάση περιπτώσει είχαν τεθεί ενώπιον του εναγόμενου όλα τα έγγραφα και θα μπορούσε, γνωρίζοντας ανάγνωση, να τα διαβάσει και να ζητήσει διευκρινίσεις ή να προβάλει τις ενστάσεις του. Αν δεν το έκανε, για τούτο μόνον τον εαυτό του πρέπει να μέμφεται και κανέναν άλλο.  

 

Από εκεί και πέρα, το όλο εγχείρημα του να αποκρύψει την αλήθεια θεωρώ προκύπτει και από τα εξής.

 

Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε περί προηγούμενων οφειλών του πρωτοφειλέτη. Όταν του τέθηκε όμως ότι πριν υπογράψει την εγγύηση του δόθηκε η επιστολή 27 Απριλίου 2010, τεκμήριο 3, την διάβασε και ήξερε πολύ καλά ότι ο σκοπός του δανείου ήταν η εξόφληση υφιστάμενων χρεωστικών υπολοίπων και η πληρωμή φοιτητικών εξόδων του παιδιού του πρωτοφειλέτη, απάντησε ότι αν ο κ. Κοντογιώργης είχε οποιαδήποτε άλλη εκκρεμότητα προς την Ελληνική Τράπεζα ο ίδιος δεν το γνώριζε. Το Δικαστήριο εδώ παρατήρησε μια ξεκάθαρη προσπάθεια υπεκφυγής από την ερώτηση και την ουσία της. Ότι παρέλαβε το τεκμ.3 είναι δεδομένο, δεχόμενος ότι υπέγραψε το τεκμ.5 που ακριβώς επιβεβαιώνει αυτό το πράγμα. Εν πάση περιπτώσει δεν αρνήθηκε την παραλαβή του. Ούτε όμως αντέδρασε στην θέση ότι το διάβασε. Συνεπάγεται λοιπόν χωρίς αμφιβολία ότι ο εναγόμενος έλεγε ψέματα πως δεν γνώριζε περί προηγούμενων οφειλών του πρωτοφειλέτη, αφού στην 1η σελ. του τεκμ.3 ακριβώς αναφέρεται ρητά ο σκοπός του δανείου.

 

Όμως υπάρχει και μια άλλη διάσταση εν σχέση με το πιο πάνω θέμα που προφανώς ο εναγόμενος δεν συνυπολόγισε και δείχνει ακριβώς κατά την κρίση μου ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να πει οτιδήποτε χρειάζεται προκειμένου απλά να απαλλαγεί από την υποχρέωση του. Ισχυρίστηκε σε κάποια στιγμή ότι αν γνώριζε ότι ο πρωτοφειλέτης χρωστούσε ήδη στην τράπεζα δεν θα αποδεχόταν να τον εγγυηθεί. Ας σημειωθεί ότι οι μόνες υποχρεώσεις που διαπιστώνεται με βάση τη μαρτυρία ότι είχε ο πρωτοφειλέτης ήταν αυτές που θα εξοφλούνταν με βάση το επίδικο δάνειο που εγγυήθηκε ο εναγόμενος. Εφόσον λοιπόν αυτές οι υποχρεώσεις θα εξοφλούνταν με το επίδικο δάνειο και γνώριζε ότι η εγγύηση του ήταν για €17.000, δεν έχει καμία λογική η θέση του ότι αν γνώριζε περί των προηγούμενων υποχρεώσεων δεν θα υπέγραφε. Δηλαδή αν παραχωρούσε εγγύηση για δάνειο που θα γινόταν για άλλο σκοπό και όχι για εξόφληση προηγούμενων οφειλών, τι θα άλλαζε επί της ουσίας;

 

O εναγόμενος επίσης ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται να παρέλαβε τη δήλωση τεκμ.12. Εδώ βεβαίως θα πρέπει πριν από οτιδήποτε άλλο να λεχθεί επί τούτου ότι ο εναγόμενος με τα λεγόμενα του δεν απέκλεισε με θετικό τρόπο και κατηγορηματικά τη θέση ότι έχει παραλάβει το τεκμ.12. Αυτό που προώθησε σαν θέση ουσιαστικά είναι πως δεν θυμόταν. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω εδώ ότι καθόλου δεν έπεισε ο εναγόμενος και η πιο πάνω θέση του θεωρώ πως αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη. Ας σημειωθεί ότι καμία απολύτως εξήγηση δεν έχει δοθεί από τον εναγόμενο γιατί δήλωσε μέσω της βεβαίωσης τεκμ.5 ότι παρέλαβε και αυτό το έγγραφο.

 

Τέλος, θα αναφερθώ στη θέση του ότι δεν παρέλαβε τις επιστολές που του εστάλησαν από τους ενάγοντες. Παρεμβάλλω εδώ, όπως εξάλλου θα αναφέρω και σε σημείο για το σχετικό θέμα που εγείρεται από την υπεράσπιση, ότι δεν ήταν ποτέ θέση της υπεράσπισης προς τον ΜΕ1 ότι οι επιστολές δεν έχουν αποσταλεί. Η θέση που προωθήθηκε στην αντεξέταση ήταν ότι ο εναγόμενος δεν τις έχει παραλάβει. Με αυτά υπόψη να πω ότι στην τράπεζα δόθηκε συγκεκριμένη διεύθυνση από τον εναγόμενο, η οποία σημειώνεται στη σύμβαση εγγύησης, και πρόκειται για τη διεύθυνση στην οποία εστάλησαν οι επιστολές. Ο εναγόμενος ας σημειωθεί ουδέποτε ειδοποίησε την τράπεζα για οποιαδήποτε αλλαγή της διεύθυνσης του. Παρόλο δε που δέχτηκε ότι έπαιρνε την αλληλογραφία από την πρώην σύζυγο του, η οποία διαμένει προφανώς στην εν λόγω διεύθυνση, όταν επισκεπτόταν τα παιδιά του, προώθησε τη θέση ότι δεν έλαβε ποτέ αλληλογραφία από τους ενάγοντες για την παρούσα υπόθεση. Άφησε μάλιστα να νοηθεί ότι πιθανόν να του απέκρυψε η πρώην σύζυγος του την αλληλογραφία. Εκτός του ότι όμως δεν έχει δικογραφηθεί οτιδήποτε από τον εναγόμενο περί απόκρυψης αλληλογραφίας από την πρώην σύζυγο του, ο εναγόμενος δεν έπεισε το Δικαστήριο ούτε εδώ.  Δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση ως προς το λόγο που είχε η πρώην σύζυγος του να αποκρύψει μόνο την αλληλογραφία των εναγόντων και όχι οποιαδήποτε άλλη αλληλογραφία, με δεδομένο ότι δέχτηκε ότι λάμβανε την υπόλοιπη αλληλογραφία, και εν πάση περιπτώσει κατά την κρίση μου προώθησε απλά μια θέση που τον βόλευε.

 

Συνεπώς η μαρτυρία του, με εξαίρεση την παραδοχή του ότι υπέγραψε τα τεκμ.2-5 και ότι γνώριζε ότι πέραν του ποσού της εγγύησης θα υπήρχαν τόκοι και η τράπεζα δάνειζε με κάποιους όρους, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και μη πειστική.

 

Εξέταση των θέσεων που προωθεί τελικά ο εναγόμενος 3 με την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του

 

1. Μη απόδειξη αποστολής και παράδοσης της επιστολής τερματισμού της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού (βλ. σελ.4-5 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 3).

 

Εδώ θα επαναλάβω ότι δεν ήταν ποτέ θέση της υπεράσπισης προς τον ΜΕ1 ότι οι επιστολές τεκμ. 7 και 8 δεν έχουν αποσταλεί. Το ίδιο ισχύει για το τεκμ.6 προς τον πρωτοφειλέτη. Η θέση που προωθήθηκε στην αντεξέταση ήταν ότι ο εναγόμενος δεν τις έχει παραλάβει και για του λόγου το αληθές αναφέρω τα εξής.

 

Για το τεκμ.6 ο ΜΕ1, μετά που είπε ότι στάλθηκε συστημένη στον πρωτοφειλέτη, ερωτήθηκε αν υπάρχει απόδειξη ότι έχει παραλειφθεί. Ο μάρτυρας απάντησε: «Θεωρούμε για να μην έχουμε κάτι πίσω ότι παραλήφθηκε.»

 

Για την επιστολή τεκμ.7, η οποία εστάλη στον εναγόμενο με απλό ταχυδρομείο και όχι συστημένη, ο ΜΕ1 παρέπεμψε στον όρο 9 της σύμβασης εγγύησης τεκμ.4, ενώ για την επιστολή τεκμ.8 που στάλθηκε συστημένη, ερωτώμενος αν παραλήφθηκε, επανέλαβε ότι και πιο πάνω δηλαδή ότι έχει σταλεί και δεν πήραν κάτι πίσω.

 

Σε υποβολή δε ότι ο Εναγόμενος 3 από τον Νοέμβρη του 2010 δεν διαμένει στο Καλό Χωριό και ως εκ τούτου δεν παράλαβε τις επιστολές Τεκμήρια 7 και 8, ο μάρτυρας είπε τα εξής: «Θεωρώ ότι αν είχε αλλάξει διεύθυνση, ήταν υποχρέωσή του να ενημερώσει την τράπεζα και στην περίπτωση που έχει πράγματι αλλάξει διεύθυνση.» 

 

Εν πάση περιπτώσει η θέση των εναγόντων ότι όλες οι επιστολές στάλθηκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων και δεν επιστράφηκαν ως ανεπίδοτες δεν έχει ανατραπεί.

 

Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι ο όρος 9 της σύμβασης εγγύησης τεκμ.4 έχει ως εξής:        

 

« Γραπτή ζήτηση από την Τράπεζα με βάση την παρούσα θα θεωρείται ότι έγινε ορθά προς εμένα ή προς τους διαχειριστές της περιουσίας μου αν δοθεί με συστημένη επιστολή που θα σταλεί ταχυδρομικώς στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω ή σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση σας έχω κοινοποιήσει γραπτώς και η οποία έχει παραληφθεί από εσάς ή στην τελευταία γνωστή μου διεύθυνση. Η ζήτηση θα ισχύει αν υπογράφει από οποιονδήποτε υπάλληλο της Τράπεζας. Κάθε άλλη ειδοποίηση θα μπορεί να αποστέλλεται προς εμένα είτε με συστημένη επιστολή ή με επιστολή που θα σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή άλλως πως ως η Τράπεζα ήθελε κατά την κρίση της αποφασίσει στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω ή σε οποιανδήποτε άλλη διεύθυνση σας έχω κοινοποιήσει γραπτώς και η οποία έχει παραληφθεί από εσάς ή στην τελευταία γνωστή μου διεύθυνση. »

 

Στο Σύγγραμμα Halsbury's  Laws  of  England,  4η εκδοση,  τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

"Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman.

Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post".

 

Στην δε υπόθεση Theodorou  v.  The Abbot  of  Kykko  Monastery (1965) 1 C.L.R. 9, λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:

 

"There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed  .."

 

Με αυτά υπόψη, και με δεδομένο ότι ο εναγόμενος ουδέποτε ειδοποίησε τους ενάγοντες περί οιασδήποτε αλλαγής της διεύθυνσης του, θεωρώ ότι οι ενάγοντες ορθά ενήργησαν με βάση τους όρους της συμφωνίας και απέστειλαν τις επιστολές στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του εναγόμενου. Εν τέλει δε αποτελεί κατάληξη μου ότι οι επιστολές παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο. 

 

Κοντολογίς η θέση του εναγόμενου 3 απορρίπτεται.

 

2. Μη απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου (βλ. σελ.5-6 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 3).

 

Με τη συμφωνία δανείου τεκμ.2, οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν στον πρωτοφειλέτη δάνειο ύψους €17.000.- πλέον τόκο προς 10%. Η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει το επιτόκιο κατά την απόλυτη κρίση της, να κεφαλαιοποιεί τον τόκο 2 φορές ετησίως και να υπολογίζει στο υπόλοιπο τους τόκους αυτούς και οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα, προμήθειες και ή χρεώσεις σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.  Συμφωνήθηκε δε μηνιαία δόση €365.- και αν ο πρωτοφειλέτης πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του, και νοουμένου ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν το επιτόκιο με το οποίο χρεώνεται το δάνειο καθώς και το ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης δεν θα μεταβληθούν μετά την υπογραφή της συμφωνίας, το συνολικό πληρωτέο ποσό θα ήταν €21.900.-.

 

Επίσης, ρητά αναγνωρίστηκε (βλ. όρο 5) ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής των δόσεων η τράπεζα θα υποστεί ζημιές, οι οποίες πηγάζουν μέσα από όσα αναφέρονται στον συγκεκριμένο όρο, και το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση του κατά 5%.   

 

Σύμφωνα με τον όρο 12 της σύμβασης εγγύησης τεκμ. 4:

 

« Εννοείται πάντοτε, και υπό τους όρους της παραγράφου 4, ότι το ποσό κεφαλαίου για το οποίο θα ευθύνομαι με βάση την παρούσα δεν θα υπερβαίνει το ποσό των Ευρώ 17.000,00 (δεκαεφτά χιλιάδων ευρώ). Επιπλέον θα ευθύνομαι για τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα επί του ποσού αυτού μέχρι πλήρους και τελειωτικής εξόφλησης καθώς και για δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες κατά τους όρους και πρόνοιες της συμφωνίας δανείου.

Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε αποφασίσει, να τροποποιεί το προαναφερόμενο ποσοστό επιτοκίου κατά τους όρους και πρόνοιες της συμφωνίας δανείου. »

 

Δεν αμφισβητείται ότι ο πρωτοφειλέτης παρέλειψε να πληρώσει τις συμφωνηθείσες δόσεις. 

 

Εν πάση περιπτώσει αυτός ήταν ο λόγος που οδήγησε στον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού.

 

Με αυτά υπόψη αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 3 δεν έχει καταδείξει με συγκεκριμένη μαρτυρία ότι ο λογαριασμός χρεώθηκε με οτιδήποτε πέραν των όσων συμφωνήθηκαν και το παράπονο του για το οφειλόμενο ποσό κρίνεται γενική και αόριστη.

 

 Αναφέρονται δε εδώ και τα εξής.

 

Το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, προνοεί τα ακόλουθα:

 

 «22.-(1) Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.

 

(2) Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας.

 

Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.

 

(3) Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι  είvαι oρθό.

 

Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.

 

................................................

 

(6) Στo παρόv άρθρo-

 "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ.

 

"τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας,  είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv».   

 

Στα εδάφια (2) και (3) του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο).

 

Οι προϋποθέσεις είναι:

 

 - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας.

- Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της.

- Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας.

- Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό.

 

Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία.

 

Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση.

 

Ο Μ.Ε.1, ο οποίος παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.10 (μαζί με πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 - τεκμ.9), αναφέρθηκε σε γεγονότα, ως εμφαίνεται στη μαρτυρία του, τα οποία κατά την κρίση μου ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9.  Συγκεκριμένα ανέφερε στις σελ.5-6 της δήλωσης του τεκμ.1 τα εξής:

 

« Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των εναγόντων φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του λογαριασμού του Εναγόμενου 1.

 

Λόγω της θέσης που κατέχω καθώς και των καθηκόντων που ασκώ έχω ετοιμάσει και έχω στην κατοχή μου πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από εμένα σύμφωνα με το άρθρο 35 εδάφιο 3 του Περί Αποδείξεως Νόμου στο οποίο είναι συνημμένη η αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού με αριθμό XXXXX01-03 από την ημερομηνία ανοίγματος του, οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου των Εναγόντων, τις οποίες καταθέτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ.

 

Η κατάσταση λογαριασμού που ανέφερα πιο πάνω αποτελεί αντίγραφο των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων, οι οποίες αποτελούν το αρχείο, σε σχέση με τον πιο πάνω επίδικο λογαριασμό του Εναγόμενου 1.

 

Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και είναι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω επίδικου λογαριασμού μέχρι και σήμερα, έναν από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων, υπό τον έλεγχο των Εναγόντων. Όλες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από εμένα στον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή, και αφού συγκρίθηκαν από εμένα με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή διαπίστωσα ότι είναι ορθές. »

 

Η δε ΜΕ3, η οποία κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.15, που ουσιαστικά είναι η ίδια με το τεκμ.10 ανωτέρω (μαζί με πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9), και την αναδομημένη κατάσταση τεκμ.16, επίσης αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία κατά την κρίση μου ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9.  Συγκεκριμένα ανέφερε στις παρ.2.1, 2.2 και 2.3 της δήλωσης της τεκμ.13 τα ακόλουθα:

 

« 2.1. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων μου ως Λειτουργός στην υπηρεσία των Εναγόντων, έχω άμεση σχέση με τις λειτουργίες των Εναγόντων και με τα αρχεία στα οποία φυλάσσονται οι λογαριασμοί και κατ' επέκταση τηρούνται τα τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του λογαριασμού του Εναγόμενου 1.

 

Λόγω της θέσης που κατέχω καθώς και των καθηκόντων που ασκώ έχω ετοιμάσει και έχω στην κατοχή μου πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από εμένα σύμφωνα με το άρθρο 35 εδάφιο 3 του Περί Αποδείξεως Νόμου στο οποίο είναι συνημμένες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού με αριθμό XXXXX01-03 από την ημερομηνία ανοίγματος του, οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου των Εναγόντων, τις οποίες ζητώ να καταθέσω ως Τεκμήριο.

 

Όλες οι καταστάσεις λογαριασμών που ανέφερα πιο πάνω αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων, οι οποίες αποτελούν το αρχείο, σε σχέση με τον πιο πάνω επίδικο λογαριασμό του Εναγόμενου 1.

 

2.2. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και είναι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω επίδικου λογαριασμού μέχρι και σήμερα, έναν από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων, υπό τον έλεγχο των Εναγόντων. Όλες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από εμένα στον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή, και αφού συγκρίθηκαν από εμένα με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή διαπίστωσα ότι είναι ορθές.

 

2.3. Περαιτέρω έχω στην κατοχή μου τις αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού τις οποίες έχω ετοιμάσει η ίδια λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού.

 

Για την ετοιμασία των εν λόγω αναδομημένων καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού χρησιμοποίησα το ηλεκτρονικό σύστημα [Account Reconstruction System (ARS)] που διατηρούν οι Ενάγοντες για το σκοπό αυτό, το οποίο λειτουργεί ως ακολούθως:

 

1. Εισάγοντας τον αριθμό λογαριασμού του πελάτη στο συγκεκριμένο σύστημα, το σύστημα αναπαράγει όλες τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού από το τραπεζικό βιβλίο της τράπεζας που τηρείται στην ηλεκτρονική μορφή και τις καταγράφει χωρίς τόκους. Αυτό έγινε και στην παρούσα περίπτωση της Εναγόμενης.

 

2. Ακολούθως αφαίρεσα όλες τις χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα.

 

3. Ακολούθως εισήγαγα στο σύστημα το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο των Εναγόντων, για τη συγκεκριμένη περίοδο. Το σύστημα υπολογίζει τον τόκο στο κεφάλαιο, ο οποίος και προστίθεται σε ξεχωριστή στήλη στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ανάλογα με το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου που ισχύει για την κάθε περίοδο. Το σύστημα επεξεργάζεται με αυτό τον τρόπο την κίνηση του λογαριασμού του Εναγόμενου, υπολογίζει τον τόκο σε ξεχωριστή στήλη και βγάζει το αποτέλεσμα, δηλαδή τα αντίστοιχα υπόλοιπα του λογαριασμού του Εναγόμενου.

 

Έχω στην κατοχή μου και ζητώ να καταθέσω ως Τεκμήριο την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η οποία αποτελείται από 11 στήλες:……………………………………..»

 

Έχοντας αυτά υπόψη προχωρώ και λέγω πως το άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, το έχει ο Εναγόμενος.  Ή διαφορετικά, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου να καταδείξει, αν αυτή ήταν η θέση του, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό (βλ. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 2357).

 

Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός πως η υπεράσπιση δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία με την οποία να αμφισβητεί συγκεκριμένες καταχωρήσεις στον λογαριασμό. Ούτε έχει αποδειχτεί από μέρους του εναγόμενου ότι οι χρεώσεις επί του λογαριασμού ήταν λανθασμένες ή αντισυμβατικές ή παράνομες.  Παρεμβάλλω ότι κάποια έξοδα της παρούσας διαδικασίας που αφορούσαν τους εναγόμενους 1 και 2 και χρεώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό στις 17/09/14 και 09/01/15 (βλ. τεκμ.10 και 15), πράγματι δεν διεκδικούνται από τους ενάγοντες ως ανέφερε στη μαρτυρία του ο ΜΕ1 και επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της ΜΕ3, συνδυαστικά με την αναδομημένη κατάσταση τεκμ.16.  

 

Καταληκτικά επί του συγκεκριμένου θέματος αναφέρω πως η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 3 περί μη απόδειξης του οφειλόμενου υπολοίπου δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. 

 

3. Η συμφωνία εγγύησης ημερ.30/04/10 είναι ακυρώσιμη και κατ’ επέκταση ο εναγόμενος 3 θα πρέπει να απαλλαγεί (βλ. σελ.7-8 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 3).

 

Εδώ δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά.

 

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η σύμβαση θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω ψευδών παραστάσεων και τήρησης σιωπής (βλ. το άρθρο 19(3) του Κεφ.149) από μέρους των εναγόντων, η οποία προκάλεσε τη συναίνεση του στην υπογραφή της σύμβασης.

Η απόρριψη της μαρτυρίας του εναγόμενου αναφορικά με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής της σύμβασης θέτουν τέρμα στην όποια συζήτηση γι’ αυτό το θέμα. Αν και νιώθω την ανάγκη να προσθέσω, ίσως εκ του περισσού, ότι ακόμη και αποδεχτή να γινόταν η μαρτυρία του εναγόμενου, δεν θεωρώ πως μέσα από αυτήν θα μπορούσε να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι διαπράχθηκε οιαδήποτε από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 του Κεφ.149, εις το οποίο παραπέμπει το άρθρο 19(3) που επικαλείται η υπεράσπιση.  

 

Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα στην ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη των οφειλόμενων καθυστερημένων ποσών του πρωτοφειλέτη, θα επαναλάβω και εδώ ότι όλες οι πληροφορίες για το δάνειο και τον σκοπό του υπήρχαν στο τεκμ.3 που δόθηκε στον εναγόμενο και γι’αυτό δεν μπορεί ο εναγόμενος να μιλά για μη αποκάλυψη. Εν πάση όμως περιπτώσει ξαναλέω ότι τα όποια οφειλόμενα ποσά, εξοφλούνταν με το επίδικο δάνειο και η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι ο εναγόμενος αποφάσισε, εν γνώσει όλων των γεγονότων, να εγγυηθεί τον πρωτοφειλέτη και πράγματι τον εγγυήθηκε ως ανωτέρω έχει αναφερθεί.     

 

Τέλος, για το γεγονός ότι στη δήλωση περιουσιακών στοιχείων τεκμ.12 (και όχι 14 όπως προφανώς εκ λάθους αναφέρεται στην αγόρευση) δεν γίνεται αναφορά στις οφειλές του πρωτοφειλέτη, θα πω απλά ότι με βάση τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (197(I)/2003) και συγκεκριμένα το άρθρο 5(β), υπό τον τίτλο «Προηγούμενη ενημέρωση προτιθέμενου εγγυητή», ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου.  Στην προκειμένη περίπτωση η δήλωση τεκμ.12 υπογράφεται από τον πρωτοφειλέτη και ακριβώς σε αυτήν περιγράφει την ακίνητη του περιουσία. Οι ενάγοντες παρέδωσαν τη δήλωση στον εναγόμενο προς συμμόρφωση με την πιο πάνω πρόνοια της νομοθεσίας και ο εναγόμενος με τη βεβαίωση τεκμ.5 αναφέρει ρητά ότι αναγνωρίζει ότι η δήλωση του έχει παραδοθεί αυτούσια, ως έχει παραδοθεί στους ενάγοντες από τον πρωτοφειλέτη, και ότι οι ενάγοντες ουσιαστικά δεν έχουν κάποια ευθύνη για την ορθότητα του περιεχομένου της.  

Συναφώς και η συγκεκριμένη εισήγηση απορρίπτεται.

 

Ευρήματα

Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα:

 

1.    Οι ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή ήταν και είναι Δημόσια Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, είναι δε τραπεζικός οργανισμός και διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σ' ολόκληρη την Κύπρο.

2.    Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας δανείου ημερ. 30 Απριλίου 2010, η οποία διέπεται από το Νόμο περί Καταναλωτικής Πίστης, οι ενάγοντες συμφώνησαν μετά του εναγόμενου 1-πρωτοφειλέτη και παραχώρησαν σε αυτόν δάνειο ύψους €17.000,00 για την ικανοποίηση καταναλωτικών αναγκών του.

3.    Ο εναγόμενος 1 στις 30/04/2010 συμφώνησε και αποδέχθηκε γραπτώς επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερομηνίας 27/04/2010 των Εναγόντων, στην οποία αναφέρονται λεπτομέρειες και βασικοί όροι του δανείου που παραχωρήθηκε σε αυτόν από τους ενάγοντες.

4.    Αντίγραφο της επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης ημερ. 27/04/2010 παραδόθηκε και στο εναγόμενο 3 πριν την υπογραφή από μέρους του της συμφωνίας εγγύησης ημερ.30/04/2000 που υπέγραψε προς όφελος του εναγόμενου 1. Την εν λόγω επιστολή ο εναγόμενος 3 την αποδέχτηκε και προς τούτο έθεσε την υπογραφή του στο κάτω μέρος της 3ης σελίδας της επιστολής.

5.    Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ. 30/4/2010 ο εναγόμενος 1 άρχισε συνεργασία με τους ενάγοντες και στις 04/05/2010 παραχώρησαν σ' αυτόν το ποσό του δανείου ήτοι €17.000. Οι ενάγοντες δε άνοιξαν στο όνομα του εναγόμενου 1 το λογαριασμό υπ' αριθμό XXXXX01-03.

6.    Ο εναγόμενος 3 δια εγγράφου εγγυήσεως ημερ. 30/04/2010, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες που απορρέουν από την συμφωνία δανείου ημερ. 30/4/2010. Σύμφωνα με τη σύμβαση εγγύησης ο εναγόμενος 3 θα ευθυνόταν για ποσό μέχρι €17.000.-, πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα επί του ποσού αυτού μέχρι πλήρους και τελειωτικής εξόφλησης καθώς και για δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και ή άλλα έξοδα και δαπάνες κατά τους όρους και πρόνοιες της συμφωνίας δανείου.

7.    Ο εναγόμενος 3 πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης ημερ. 30/04/2000 παρέλαβε και αντίγραφο της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη ημερ. 30/4/2010.

8.    Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας ανωτέρω παρέλειψε να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου και οι ενάγοντες ζήτησαν την επανόρθωση της παράβασης με επιστολή τους ημερ. 11/10/11. Επίσης στις 11/10/2011 οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή προς τον εναγόμενο 3 με την οποία τον ενημέρωναν ότι το δάνειο παρουσιάζει καθυστερήσεις και ότι προς τούτο έχουν ειδοποιήσει τον πρωτοφειλέτη.

9.    Επειδή όμως ο εναγόμενος 1 δεν συμμορφώθηκε, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 13/09/2012 προς όλους τους εναγόμενους τερμάτισαν την λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού δανείου.

10. Στη βάση αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού που ετοιμάστηκε από τους ενάγοντες, το χρεωστικό υπόλοιπο σήμερα είναι €48,796.36 πλέον τόκο προς 9.63% ετησίως επί ποσού €47,386.24 από 22/10/2020 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους.

 

Κατάληξη

Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 3, για ποσό €48,796.36 πλέον τόκο προς 9.63% ετησίως επί ποσού €47,386.24 από 22/10/2020 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους.  Νοείται ότι η απόφαση εκδίδεται αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 2, για τους οποίους έχει ήδη εκδοθεί απόφαση.

 

Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του Εναγόμενου 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.  Νοείται ότι στο βαθμό που τα έξοδα είναι κοινά με τους εναγόμενους 1 και 2, οι ενάγοντες ένα σετ εξόδων θα δικαιούνται.

 

H ανταπαίτηση του εναγόμενου 3 απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του Εναγόμενου 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.  Νοείται ότι στο βαθμό που τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης είναι κοινά, οι ενάγοντες ένα σετ εξόδων θα δικαιούνται.

 

 

                                                               (Υπ.)………………..................

                                      Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ

 

 

Πιστόν αντίγραφον

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο