ECLI:CY:EDLEF:2011:A256
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ.
Αγωγή αρ. 87/2009
Μεταξύ:
POP LIFE ELECTRIC SHOPS LTD
Ενάγουσα
και
G.K. TRADING LTD
Εναγομένη
Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 14.1.11
15 Ιουνίου, 2011.
Για αιτήτρια: κα Κοζάκου για Θ. Μ. Ιωαννίδη.
Για καθ' ης η αίτηση: κα Σιάκου για Νέστορα Νικηφόρου.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η δίκη στην παρούσα αγωγή δεν έχει ακόμα αρχίσει. Με την αγωγή αυτή η ενάγουσα ζητά ποσό το οποίο προκύπτει από την πώληση εμπορευμάτων με πίστωση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η ενάγουσα κατά ή περί τις 3.1.08 πώλησε με πίστωση και παρέδωσε στην εναγομένη εμπορεύματα αξίας €14.341,23 για το οποίο εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο που υπογράφτηκε από την τελευταία, η οποία παρέλειψε να ξοφλήσει το χρέος της.
Στην Έκθεση Υπεράσπισής της η εναγομένη αρνείται ότι αγόρασε από την ενάγουσα εμπορεύματα με πίστωση και ότι υπόγραψε τιμολόγιο για €14.341,23.
Με αυτή την αίτηση η ενάγουσα ζητά:
(α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αντικαθίστανται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης οι λέξεις «κατά/ή περί την 3/1/2008, με τις λέξεις «σε διάφορες ημερομηνίες».
(β) Διάταγμα με το οποίο να αντικαθίσταται η παράγραφος 3 της Έκθεσης Απαίτησης με την πιο κάτω παράγραφο: «3. Προς τούτο ανοίχθηκε εμπορικός λογαριασμός στον οποίο αναγράφοντο οι αριθμοί των τιμολογίων, οι ημερομηνίες που παραδίδοντο τα εμπορεύματα, η αξία τους, ως και οι πληρωμές που εγίνοντο υπό της εναγομένης».
Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ. 1 – 6, Δ.9 θ. 1 – 3, 10, Δ.48 θ. 1, 2, 4, 8 και 9. Τα γεγονότα που την στηρίζουν φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Χρίστου Πίττα, διευθυντή της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι εκ λάθους και/ή παραδρομής στην Έκθεση Απαίτησης γράφηκε πως εξεδόθηκε τιμολόγιο αντί ότι ανοίχθηκε εμπορικός λογαριασμός στον οποίο αναφέρονταν τα τιμολόγια. Το λάθος έγινε από απροσεξία του λογιστηρίου της εταιρείας τους που δεν απέστειλε τα ορθά γεγονότα στο δικηγόρο τους. Η τροποποίηση δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά στην εναγομένη, η οποία αποζημιώνεται με την καταβολή των εξόδων, για οποιαδήποτε ζημιά υποστεί.
Ευθύς μόλις έγινε αντιληπτό το λάθος, εδόθησαν οδηγίες για τη διόρθωσή του.
Ο συνήγορος υπεράσπισης καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, ημερομηνίας 15.3.11, εγείροντας 14 λόγους ένστασης. Οι βασικοί από αυτούς είναι ότι επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής, ότι ο ενόρκως δηλών δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ότι γίνεται σε προχωρημένο στάδιο, ότι είναι κακόπιστη.
Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του Κρίτωνα Ερωτοκρίτου, διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας και ο οποίος επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης.
Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. ΄Εχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέπει τροποποίηση δικογράφων απορρέει από τη Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών.
Οι πρόνοιες της πιο πάνω διαταγής έγιναν αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στις υποθέσεις SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents, (1994) 1 A.A.Δ. 426, Tαξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου (1995) 1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. Α.G. Leventis κ.α. (1993) 1 A.A.Δ. 726, Φοινιώτης v. Greenmar Navigation (1989) 1 A.A.Δ. (Ε) 33.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου v. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 394 αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.
Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα της τροποποίησης των δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και γνώμονας άσκησης της είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.
Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών που διέπουν το θέμα δίδεται στην υπόθεση Φοινιώτης (ανωτέρω). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 36:
«Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψισθούν ως εξής:
1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.”
Ως προς την καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, παραπέμπω, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. Τ.Μ.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε εκεί, σε σχέση με καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή, και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση βέβαια, δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως π.χ. την έλλειψη καλής πίστης Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου (ανωτέρω).
Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.1.86 και η αίτηση τροποποίησης 12 χρόνια μετά. Το Εφετείο έκρινε πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Έκρινε, περαιτέρω, πως υπήρξε σφάλμα αφού ο συνήγορος θα έπρεπε εξ’αρχής να γνωρίζει τη δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Η αίτηση για τροποποίηση εγκρίθηκε. Η εξήγηση που δόθηκε ότι ο συνήγορος τελούσε με την αντίληψη ότι δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών ήταν ικανοποιητική στην απουσία ένδειξης ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη.
Θα προχωρήσω να εξετάσω τα θέματα που έχουν εγερθεί, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών.
Καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης – αιτιολόγηση της
Σε σχέση με αυτό το θέμα διαφωτιστικά ήταν όσα αναφέρθηκαν στη F.B.L. v. Σιακόλα (ανωτέρω). Η καθυστέρηση προσμετρά σε συνάρτηση με το στάδιο κατά το οποίο επιχειρείται η τροποποίηση, αρχίζοντας όμως από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Με αυτή την έννοια δεν μπορώ να διαγνώσω υπέρμετρη και/ή αναιτιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της ενάγουσας.
Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ευθύς μόλις έγινε αντιληπτό το λάθος στα γεγονότα που αποστάληκαν στο δικηγόρο τους, δόθηκαν οδηγίες για τη διόρθωσή του. Η αλήθεια των πιο πάνω δεν διαψεύσθηκε ή αμφισβητήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τους καθ' ων η αίτηση (βλ. SABA & Co. (T.M.P.) v. Τ.Μ.P. Agents (ανωτέρω). Συνεπώς θεωρώ ότι πρόκειται για ειλικρινή παραδοχή λάθους σε δικόγραφο και αδυνατώ να διαγνώσω δυνατότητα πιο έγκαιρης ενέργειας ή μη καλόπιστη καθυστέρηση ή αργοπορία. Σχετική με τα πιο πάνω είναι η πρόσφατη απόφαση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου v. Χρίστου Χαρίδη, Πολ. Έφεση 50/10, ημερ. 11.5.2011.
Τα περί κακοπιστίας
Από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει κακοπιστία.
Η κατ’ ισχυρισμό προσθήκη νέας βάσης αγωγής
Σύμφωνα με την εισήγηση της υπεράσπισης, εισάγονται «νέοι ισχυρισμοί και νέες βάσεις αγωγής». Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μετατρέπουν την ουσία, τη φύση ή τον χαρακτήρα της αγωγής, αφού ακόμα και η προσθήκη μιας νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, δεν είναι από μόνη της λόγος άρνησης αιτούμενης τροποποίησης.
Στην απόφαση του έντιμου Δικαστή κ. Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην αγωγή 514/01, ημερομηνίας 30.11.06,3 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 9:
«Όπως προκύπτει από τη νομολογία και σχετικές αυθεντίες, ακόμα και η προσθήκη μιας νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, δεν είναι αφ’ εαυτής λόγος άρνησης αιτούμενης τροποποίησης. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Αnnual Practice (1950) pg. 627, το Δικαστήριο δεν πρέπει να αρνηθεί να επιτρέψει μια τροποποίηση απλά επειδή μέσω αυτής εισάγεται μια νέα υπόθεση. Θα αρνηθεί μόνο εκεί όπου η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή μετατρέποντας την σε αγωγή ουσιωδώς διαφορετικού χαρακτήρα, η οποία θα μπορούσε με περισσότερη ευχέρεια ν’ αποτελέσει αντικείμενο νέας αγωγής (βλ. επίσης Χρίστου v. Στυλιανού (1992) 1 (Α) ΑΑΔ 704)».
Σίγουρα στην τροποποίηση περιλαμβάνονται ισχυρισμοί για την ύπαρξη τιμολογίων πέραν αυτού που αναφέρεται στην αγωγή και για την ύπαρξη εμπορικού λογαριασμού στον οποίο αναγράφονται τα πιο πάνω τιμολόγια. Οι ισχυρισμοί όμως, αφορούν το ίδιο επίδικο θέμα της οφειλής με βάση την πώληση εμπορευμάτων με πίστωση ενώ στον πιο πάνω εμπορικό λογαριασμό περιλαμβάνεται το τιμολόγιο της Έκθεσης Απαίτησης. Κρίνω ότι ο χαρακτήρας της αγωγής δεν αλλοιώνεται με την επιχειρούμενη τροποποίηση και δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην την επιτρέψω. Εξάλλου, η πλευρά της εναγομένης θα έχει κάθε ευκαιρία να αντιμετωπίσει τους τροποποιημένους ισχυρισμούς, αφού η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει.
Το κατά πόσο ο ενόρκως δηλών στην αίτηση είναι πρόσωπο που γνωρίζει θετικά τα γεγονότα
Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση, αυτός φαίνεται να είχε προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, κάτι εξάλλου που δεν αμφισβητήθηκε με αντεξέταση. Έχω υπόψη μου τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Σπύρος Σταυρινίδης v. Geskoslovenske Obhondi Banka A.S. (1972) A.A.Δ. 130. Συγκεκριμένα, ότι για να μπορεί κάποιος να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αυτών.
Όσον αφορά τα περί αβάσιμου της αίτησης, τέθηκαν αόριστα και δεν θεωρώ ότι έχουν τεκμηριωθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Οι πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία βασίζεται η αίτηση και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την τελευταία, δικαιολογούν και υποστηρίζουν πλήρως την αιτούμενη θεραπεία.
Συνοψίζοντας, καταλήγω ότι η έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει αδικία η βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως το (α) και (β) της αίτησης.
Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και επιπλέον όσα έξοδα χαθούν (thrown away) λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης.
Θα προχωρήσω να δώσω οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων.
(Υπ.) ……………………………………
Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΓΑ