ECLI:CY:EDLEF:2013:A187

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής:  1056/2013

Μεταξύ:

BOSCO CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD

Ενάγουσας

και

 

1.  Valerica Miftode Α.Δ.Τ. ΚΤ 113092

2.  Miftode Georgiana Α.Δ.Τ. ΚΤ 603384

3.  PIREUS BANK CYPRUS LIMITED

4.  CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD

                                                                                                    Εναγομένων

____________________

 

Αίτηση Εναγόντων ημερ. 7.2.13

για Προσωρινό Διάταγμα

 

20 Μαΐου, 2013.

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες-αιτητές:  κ. Μαππουρίδης.

Για Εναγόμενους 1, 2-καθ’ ων η αίτηση:  κα Ξυψιτή.

Για Εναγόμενους 3-καθ’ ων η αίτηση:  κ. Χ’’ Ευθυβούλου.

Για Εναγόμενους 4-καθ’ ων η αίτηση:  κα Σιακαλλή.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

          Στις 6.11.09, οι Ενάγοντες, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, πώλησαν στους Εναγόμενους 1 και 2 την κατοικία Κ2 που βρίσκεται στο κτήμα με αρ. εγγραφής 6/927, Φ/Σχ. 39/08 Ε2, τμήμα 6, αρ. τεμ. 967, με το 20% μεριδίου του τεμ. 967 στο Δάλι (στο εξής η κατοικία), με συμφωνηθέν τίμημα €240.000 πλέον ΦΠΑ.  Η ανέγερση της κατοικίας ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε στους Εναγόμενους, οι οποίοι έκτοτε διαμένουν σ’ αυτήν.  Το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε από τους Εναγόμενους εμπρόθεσμα στο Κτηματολόγιο και ο τίτλος ιδιοκτησίας της κατοικίας εκδόθηκε στις 7.2.13 με αρ. εγγρ. 0/5079, Φ/Σχ. 39/08 Ε2, τμήμα 6, αρ. τεμ. 1183 στο Δάλι.  Προκειμένου οι Εναγόμενοι 1 και 2 να εξασφαλίσουν δάνειο από τους Εναγόμενους 3, οι Εναγόμενοι 4 έκδοσαν στις 10.11.09 προς όφελος των Εναγομένων 3 εγγυητική επιστολή με αρ. 56780-153-2009 για το ποσό των €221.000 πλέον τόκους (στο εξής η εγγυητική).  Ήταν ρητός όρος της εγγυητικής, ότι αυτή θα κατέπιπτε σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι 3 θα υπέβαλλαν απαίτηση προς τους Εναγόμενους 4, δηλώνοντας ότι οι Ενάγοντες ως πωλητές δεν είχαν εγγράψει μέχρι τις 10.10.10 την κατοικία επ’ ονόματι των Εναγομένων 1 και 2.  Η εγγυητική παρατάθηκε μέχρι και τις 10.2.13.

 

          Όπως διατείνονται οι Ενάγοντες, αυτοί προσφέρθηκαν με επιστολή τους ημερ. 4.2.13 να μεταβιβάσουν στους Εναγόμενους 1 και 2 την κατοικία, όμως αυτοί αρνήθηκαν παρόλο που γνώριζαν από τις 13.12.12 ότι το ακίνητο είχε εγγραφεί και η έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας βρισκόταν στο τελικό στάδιο.  Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξακολουθούν να οφείλουν στους Ενάγοντες, για την αγορά της κατοικίας, το ποσό των €91.249 πλέον τα έξοδα έκδοσης της εγγυητικής και ανανέωσης της.  Οι Εναγόμενοι 4, στις 5.2.13 πληροφόρησαν προφορικά τους Ενάγοντες ότι η εγγυητική θα ρευστοποιόταν με αίτημα των Εναγομένων 3, παρά το γεγονός ότι είχε εκδοθεί ο τίτλος και στις 7.2.13 οι Ενάγοντες έλαβαν την επιστολή ημερ. 6.2.13 των Εναγομένων 3 προς τους Εναγόμενους 4 με την οποία απαιτείται η ρευστοποίηση της εγγυητικής.

 

          Με άξονα τα πιο πάνω γεγονότα, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, αξιώνοντας εναντίον: (Α) των Εναγομένων 1, 2 και 3 αναγνωριστική απόφαση ότι δεν δικαιούνται σε κατάσχεση της εγγυητικής, (Β) των Εναγομένων 3 και 4 αναγνωριστική απόφαση ότι η απαίτηση της ρευστοποίησης της εγγυητικής αποτελεί δόλο και απάτη, (Γ) των Εναγομένων 1 και 2 γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, το ποσό των €91.249 δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 6.11.09 ως και τα έξοδα έκδοσης και παράτασης της εγγυητικής.

 

          Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι Ενάγοντες (στο εξής οι αιτητές) καταχώρησαν μονομερή αίτηση ημερ. 7.2.13 – η οποία βασίζεται στα αρ. 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα αρ. 4, 5, 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στη Δ.48 θ.2, 5, 6 και 8(3) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών – στη βάση της οποίας πέτυχαν την έκδοση του ακόλουθου ενδιάμεσου διατάγματος:

 

«ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή στους υπαλλήλους τους και/ή στους αντιπροσώπους τους και/ή στους αξιωματούχους τους και/ή σε οποιοδήποτε φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο εντεταλμένο από αυτήν και/ή σε οποιοδήποτε υπάλληλο και/ή αντιπρόσωπο και/ή αξιωματούχο της, και/ή στην εναγόμενη 3 PIREUS BANK CYPRUS LIMITED η οποία ενεργεί για λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2, η κατάσχεση και/ή εξαργύρωση της Εγγυητικής ύψους €221.000 πλέον τόκοι της MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD η οποία σήμερα έχει μετονομαστεί σε CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD με αριθμό 56780-153-2009 και ημερ. Λήξης 10/02/2013, η οποία αδικαιολόγητα και/ή παράνομα και/ή δόλια απαιτείται από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 και/ή την εναγόμενη 3 από την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν δάνειο με εξασφάλιση την εγγυητική για μεταβίβαση της κατοικίας Κ2 που βρίσκεται στο οικόπεδο με αρ. εγγραφής 0/5079 Φυλ/Σχ 39/08 Ε2, τμήμα 6 και αριθμό τεμαχίου 1183 στην περιοχή του Δήμου Ιδαλίου, σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η εγγύηση η οποία δόθηκε σε αντάλλαγμα της συμφωνίας της εναγόμενης 3 να παρέχει δάνειο στους εναγόμενους 1 και 2 συνεπεία ψευδών και/ή παραπλανητικών δηλώσεων και/ή παραστάσεων μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου νοουμένου ότι η Ενάγουσα θα τηρεί σε ισχύ την εγγύηση με αριθμό 56780-153-2009 και ημερ. Λήξης 10/02/2013 μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.»

 

          Σ’ ότι αφορά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως η παρ. (Β) της αίτησης, αυτό δεν εκδόθηκε μονομερώς και με οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε στους Εναγόμενους 4 που τους αφορά.

 

          Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Φώτη Παύλου, διευθυντή και μετόχου των αιτητών, ημερ. 7.2.13, ενώ η ένσταση των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ’ ου η αίτηση 1 ημερ. 4.3.13 και η ένσταση των καθ’ ων η αίτηση 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Γρηγορίου, διευθυντή τους, ημερ. 6.3.13.  Οι καθ’ ων η αίτηση 4 δεν καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, δηλώνοντας ότι η παρούσα διαδικασία δεν τους αφορά.

 

          Διατείνονται οι αιτητές ότι η μεταβίβαση της κατοικίας εμποδίζεται εξ υπαιτιότητας των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, οι οποίοι εξακολουθούν να τους οφείλουν το ποσό των €91.249 για την αγορά της κατοικίας και αρνούνται να προσέλθουν για τη μεταβίβαση, παρόλο που εκδόθηκε ο τίτλος του ακινήτου.  Η απαίτηση των καθ’ ων η αίτηση 3 για ρευστοποίηση της εγγυητικής των καθ’ ων η αίτηση 4 είναι παράνομη και αδικαιολόγητη, διότι οι λόγοι που οι καθ’ ων η αίτηση 3 επικαλούνται για ρευστοποίηση της εγγυητικής είναι άσχετοι με το συμβόλαιο και δεν ευσταθούν, εφόσον ο τίτλος έχει εκδοθεί.  Ισχυρίζονται ότι, οι καθ’ ων η αίτηση 3 δόλια απαιτούν τη ρευστοποίηση της εγγυητικής προκειμένου να εξαναγκάσουν τους αιτητές να ακυρώσουν το πωλητήριο έγγραφο, μετατρέποντας έτσι τη διαφορά ανάμεσα σε πωλητή και αγοραστή, εφόσον οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 εκπληρώνουν τους όρους αποπληρωμής του δανείου που έλαβαν από τους καθ’ ων η αίτηση 3.  Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, η μέχρι 5.2.13 απόκρυψη της απαίτησης των καθ’ ων η αίτηση 3 για ρευστοποίηση της εγγυητικής αποδεικνύει δόλο και/ή απάτη εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 και είναι άξιο απορίας πως οι καθ’ ων η αίτηση 3 επιχείρησαν σ’ αυτό το χρονικό σημείο να ζητήσουν ρευστοποίηση της εγγυητικής με ημερομηνία λήξης 10.2.13, ενώ ήδη εκδόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας της κατοικίας.  Σε περίπτωση ρευστοποίησης της εγγυητικής, οι αιτητές δεν θα μπορούν να διεκδικήσουν τις απαιτήσεις τους και θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα οδηγηθούν σε οικονομική κατάρρευση λόγω έλλειψης ρευστότητας και μη χρηματοδότησης τους από την τράπεζα τους, δηλ. τους καθ’ ων η αίτηση 4.  Οι καθ’ ων η αίτηση 3 με δόλιο τρόπο ζητούν τη ρευστοποίηση της εγγυητικής, αφού ο λόγος που επικαλούνται (τεκμ. Ζ) δεν έχει σχέση με παραλείψεις των αιτητών.  Αντίθετα, οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την κατοικία και οι καθ’ ων η αίτηση 3 κανένα κίνδυνο διατρέχουν, αφού οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 μέχρι σήμερα δεν καθυστερούν την καταβολή των δόσεων του δανείου τους, όπως οι ίδιοι διαβεβαίωσαν τους αιτητές, ή δεν τις έχουν καθυστερήσει σε βαθμό που το δάνειο να καταστεί μη εξυπηρετούμενο.

 

          Οι ένσταση των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 βασίζεται σε 12 λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής τέσσερις:

 

  1. Οι αιτητές δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του αρ. 32 του Ν. 14/60.

 

  1. Η αίτηση είναι παράτυπη, χωρίς νομική βάση, καταχρηστική και καταπιεστική και οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 καμιά ευθύνη φέρουν για τη μη μεταβίβαση της κατοικίας στο όνομα τους.

 

  1. Οι αιτητές απέκρυψαν και/ή δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα, παραπλανώντας το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.

 

  1. Οι αιτητές κωλύονται λόγω συμπεριφοράς στην έκδοση του διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας.

 

Ο καθ’ ου η αίτηση 1, με την ένορκη του δήλωση ημερ. 4.3.13, αρνείται ότι οφείλει στους αιτητές το ποσό των €91.249.  Αναφέρει ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας (τεκμ. Γ στην αίτηση) εκδόθηκε επ’ ονόματι των αιτητών και όχι επ’ ονόματι του ιδίου και της καθ’ ης η αίτηση 2 και με την επιστολή ημερ. 4.2.13 (τεκμ. Στ), οι αιτητές τους καλούσαν να προσέλθουν στο Κτηματολόγιο στις 8.2.13, ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 7.2.13 και στις 8.2.13 οι αιτητές δεν παρουσιάστηκαν στο Κτηματολόγιο.  Ισχυρίζεται ότι την ευθύνη της μη έγκαιρης μεταβίβασης της κατοικίας φέρουν οι αιτητές, οι οποίοι επέδειξαν αδιαφορία και μεγάλη καθυστέρηση στην έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας.  Αρνείται ότι αυτός και η καθ’ ης η αίτηση 2 επέδειξαν δόλο και απάτη, ως και ότι απέκρυψαν την απαίτηση των καθ’ ων η αίτηση 3 για ρευστοποίηση της εγγυητικής.

 

Η ένσταση των καθ’ ων η αίτηση 3 βασίζεται στους ακόλουθους λόγους:

 

  1. Η εγγυητική, όπως αυτή ανανεώθηκε και τροποποιήθηκε στις 24.1.12, αποτελεί ξεχωριστή σύμβαση μεταξύ των καθ’ ων η αίτηση 3 και 4, στην οποία οι αιτητές δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος και δεν έχουν δικαίωμα να ισχυρίζονται παράβαση της σύμβασης αυτής.

 

  1. Η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων για την πληρωμή εγγυητικών επιστολών, δίδονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο σε περίπτωση ξεκάθαρης απάτης, κάτι που δεν έχει στοιχειοθετηθεί στην παρούσα υπόθεση.

 

  1. Οι αιτητές δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα:

 

(α)     ότι η εγγυητική διασφάλιζε την έκδοση ξεχωριστού τίτλου μέχρι την 10.1.13 και η ημερομηνία 10.2.13 ήταν η ημερομηνία λήξης της εγγυητικής και όχι η ημερομηνία μέχρι την οποία θα έπρεπε να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος,

 

(β)     ότι οι αιτητές προσφέρθηκαν να μεταβιβάσουν την κατοικία στους καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 σε ημερομηνία μεταγενέστερη αυτής κατά την οποία είχαν την υποχρέωση να εκδόσουν ξεχωριστό τίτλο (δηλ. 10.1.13),

 

(γ)      ότι οι καθ’ ων η αίτηση 3 δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο πωλητήριο έγγραφο και καμιά σχέση έχει με παραβίαση του από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος,

 

(δ)      τις τυχόν διαφορές που είχαν με τους καθ’ ων η αίτηση 1, 2, τους λόγους για τους οποίους δεν κάλεσαν αυτούς από τον Δεκέμβριο 2012 που δήθεν γνώριζαν για την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου να μεταβούν στο Κτηματολόγιο για σκοπούς μεταβίβασης, τα τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα των καθ’ ων η αίτηση 1, 2 προς τους αιτητές και τις τυχόν αξιώσεις των καθ’ ων η αίτηση 1, 2 εναντίον των αιτητών, που οδήγησαν στη μη μεταβίβαση της κατοικίας στο όνομα των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2,

 

(ε)      πότε εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος, τις ενέργειες των αιτητών μετά την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου, τους λόγους για τους οποίους δεν έδωσαν 20 ημερών γραπτή προειδοποίηση μέσω των καθ’ ων η αίτηση 4 (εκδότριας τράπεζας), προς τους καθ’ ων η αίτηση 3, ως οι πρόνοιες της εγγυητικής,

 

(στ)    ότι είχαν δώσει εταιρική εγγύηση, με την οποία παρείσχαν εγγύηση του δανείου που οι καθ’ ων η αίτηση 3 παραχώρησαν στους καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, το οποίο ήταν υπερήμερο με πολλές καθυστερημένες δόσεις,

 

(ζ)      με ποιο τρόπο απέστειλαν την επιστολή ημερ. 4.2.13, πότε παραλήφθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, ως και το γεγονός ότι οι καθ’ ων η αίτηση 3 ουδέποτε παρέλαβαν την εν λόγω επιστολή.

 

  1. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 32 του Ν. 14/60.

 

  1. Η εγγυητική κατέστη πληρωτέα, δεδομένης της παράλειψης των αιτητών να μεταβιβάσουν την κατοικία επ’ ονόματι των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 μέχρι την 10.1.13 και κατόπιν της απαίτησης των καθ’ ων η αίτηση 3 να πληρωθεί από τους καθ’ ων η αίτηση 4.

 

  1. Η υποχρέωση πληρωμής της εγγυητικής βαραίνει τους καθ’ ων η αίτηση 4 και οι αιτητές δεν έχουν έννομο συμφέρον να εμποδίσουν τους καθ’ ων η αίτηση 4 από του να εκτελέσουν τα συμβατικά τους καθήκοντα.

 

Ο διευθυντής των καθ’ ων η αίτηση 3, στην ένορκη δήλωση του ημερ. 6.3.13, ισχυρίζεται ότι η εγγυητική επιστολή εκδόθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση 4, προς όφελος των καθ’ ων η αίτηση 3, με σκοπό να εξασφαλίσει και εγγυηθεί την έκδοση ξεχωριστού τίτλου και την εγγραφή της κατοικίας στο όνομα των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2.  Η ισχύς της εγγυητικής ανανεώθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση 4, μέχρι την 10.2.13 και οι καθ’ ων η αίτηση 4, ανέλαβαν να πληρώνουν το εγγυημένο ποσό στους καθ’ ων η αίτηση 3, χωρίς αναφορά και ασχέτως οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τους αιτητές, μόλις θα ελάμβαναν γραπτή απαίτηση από τους καθ’ ων η αίτηση 3, με τη οποία θα δηλωνόταν ότι οι αιτητές δεν έχουν εγγράψει την κατοικία επ’ ονόματι των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, μέχρι την 10.1.13.  Οι αιτητές απέτυχαν μέχρι την 10.1.13 να εγγράψουν την κατοικία επ’ ονόματι των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 και έτσι οι καθ’ ων η αίτηση 3 απέκτησαν το δικαίωμα να απαιτήσουν πληρωμή δυνάμει της εγγυητικής, το οποίο έπραξαν με επιστολή τους ημερ. 6.2.13.  Ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας της κατοικίας εκδόθηκε στις 7.2.13 (τεκμ. Γ στην αίτηση), ενώ σύμφωνα με το τεκμ. Ε στην αίτηση, η υποχρέωση για εγγραφή της κατοικίας στο όνομα των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 θα έπρεπε να είχε γίνει μέχρι την 10.1.13.  Οι καθ’ ων η αίτηση 3 είχαν δικαίωμα να προβούν σε απαίτηση πληρωμής δυνάμει της εγγυητικής μεταξύ 11.1.13 και 10.2.13, κάτι που έπραξαν στις 6.2.13.  Οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι η εγγυητική διασφάλιζε και εγγυάτο την έκδοση ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας μέχρι την 10.1.13 και αναφέρθηκαν μόνο στην ημερομηνία λήξης της ισχύος της, που ήταν η 10.2.13.  Περαιτέρω, απέκρυψαν από το Δικαστήριο με ποιο τόπο έστειλαν την επιστολή ημερ. 4.2.13 (τεκμ. Στ) προς όλους τους καθ’ ων η αίτηση, πότε παραλήφθηκε από αυτούς και ισχυρίζεται ότι οι καθ’ ων η αίτηση 3 ουδέποτε την παρέλαβαν, παρόλο που αναγράφεται σ’ αυτήν ότι τους κοινοποιήθηκε.  Απέκρυψαν επίσης ότι προσφέρθηκαν να μεταβιβάσουν την κατοικία στους καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας στην οποία είχαν την υποχρέωση να εκδόσουν ξεχωριστό τίτλο.  Δεν αποκάλυψαν τις τυχόν διαφορές τους με τους καθ’ ων η αίτηση 1, 2, τους λόγους για τους οποίους δεν τους κάλεσαν από τον Δεκέμβριο 2012 για τη μεταβίβαση της κατοικίας ως και τα τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα των καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και τυχόν αξιώσεις των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 εναντίον τους, που οδήγησαν στη μη μεταβίβαση της κατοικίας.  Δεν αποκάλυψαν ούτε επεξήγησαν γιατί δεν έδωσαν 20 ημερών γραπτή ειδοποίηση μέσω των καθ’ ων η αίτηση 4 προς τους καθ’ ων η αίτηση 3, ως οι πρόνοιες της εγγυητικής, ούτε και ότι είχαν δώσει εταιρική εγγύηση για το δάνειο που παραχώρησαν οι καθ’ ων η αίτηση 3 στους καθ’ ων η αίτηση 1, 2 το οποίο ήταν υπερήμερο με πολλές καθυστερημένες δόσεις.  Οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιονδήποτε δόλο εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 3 και η γενική αναφορά των αιτητών ότι η απαίτηση των καθ’ ων η αίτηση 3 για ρευστοποίηση της εγγυητικής έγινε με δόλιο τρόπο, δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος.  Οι αιτητές δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην εγγυητική και συνεπώς δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν με την αγωγή τους ακύρωση της εγγυητικής, ούτε και νομιμοποιούνται σε αξίωση εναντίον των καθ’ ων η αίτηση 3 που βασίζεται σε δόλο και απάτη, αφού δεν έχει καταδειχθεί με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τέτοιος δόλος ή απάτη.

 

          Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις επικαλούμενοι σχετικές αυθεντίες.  Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, τα επισυνημμένα σ’ αυτές έγγραφα και όσα υποστηρίχθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων.

 

          Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ’ επανάληψη (βλ. Karydas Taxi Co. v. Komodikis (1975) 1 C.L.R. 321, Papastratis v. Pierides (1979) 1 C.L.R. 231, Odysseos v. Pieris Estates and others (1982) 1 C.L.R. 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής.  Θα πρέπει να καταδείξει ότι:

 

1.     Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.

 

2.     Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και

 

3.     Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης.

 

          Είναι περαιτέρω νομολογημένο ότι η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων και η διατήρηση τους σε ισχύ γίνεται με φειδώ και προσοχή γιατί σίγουρα η αναστολή ή το εμπόδιο στην εκτέλεση εγγυητηρίου εγγράφου επηρεάζει τα μέγιστα τις εμπορικές συναλλαγές.

 

          Η εξουσία του Δικαστηρίου με τις δέουσες οριοθετήσεις καταγράφεται με ενδεικτικό τρόπο στην υπόθεση Bolivintez Oil S.A. v. Chase Manhattan Bank and other (1984) 1 All E.R. 351, ειδικά στη σελίδα 352:

 

“Judges ...... Should ask whether there is any challenge to the validity of the letter, bond or guarantee itself.  If there is not or if the challenge is not substantial, prima facie no injunction should be granted and the bank should be left free to honour its contractual obligation, although restrictions may well be imposed on the freedom of the beneficiary to deal with the money after he has received it.  The wholly exceptional case where an injunction may be granted is there is proved that the bank knows that any demand for payment already made or which may thereafter be made will clearly be fraudulent.  It would certainly not normally be sufficient that this rests of the uncorroborated statement of the customer, for irreparable damage can be done to a bank’s credition the relatively brief time which must elapse between the granting of such an injunction and an application by the bank to have it discharged.”

 

          Στην υπόθεση Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank Inernational Ltd (1978) 1 All E.R. 976, τονίστηκε πως ο κανόνας είναι ότι σε περιπτώσεις τέτοιων εγγυητικών οι τράπεζες πρέπει να προβαίνουν σε πληρωμή της εγγύησης σύμφωνα με τους όρους της και να μην τους απασχολεί κατά πόσο οποιοδήποτε μέρος της σύμβασης στη βάση της οποίας δόθηκε η εγγυητική έχει προβεί σε οποιαδήποτε παραβίαση της.  Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου εμφιλοχώρησε δόλος ο οποίος περιήλθε σε γνώση της τράπεζας.  Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στην υπόθεση αυτή τονίσθηκε ότι σε τέτοιου είδους περιπτώσεις δεν είναι αρκετό κάποιος να επικαλείται δόλο, πρέπει να μπορεί να τον συγκεκριμενοποιεί.

 

          Χρήσιμη είναι και η αναφορά στην υπόθεση RD Harbottle (Merchantile) Ltd v. National Westminster Bank Ltd (1997) 2 All E.R. 862 στην οποία δόθηκε έμφαση στο ότι τέτοιες εγγυήσεις είναι «το οξυγόνο των διεθνών συναλλαγών» και γι’ αυτό σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις – καθαρού δόλου – τα Δικαστήρια θα εκδίδουν διατάγματα τέτοιας φύσεως.  Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα:

 

“They are the life-blood of international commerce.  Such obligations are regarded as collateral to the underlying rights and obligations between the merchants at either end of the banking chain.  Except possibly in clear cases of fraud of which the banks have notice, the courts will leave the merchants to settle their disputes under the contracts by litigation or arbitration.  The courts are not concerned with their difficulties to enforce such claims; these are risks which the merchants take.  In this case the plaintiffs took the risk of the unconditional wording of the guarantees.  The machinery and commitments of banks are on a different level.  They must be allowed to be honoured, free from interference by the courts.  Otherwise, trust in international commerce could be irreparably damaged... .”

 

          Οι πιο πάνω περιπτώσεις αφορούν υποθέσεις όπου εκδόθηκαν απαγορευτικά διατάγματα πληρωμής απευθυνόμενα σε τράπεζα.

 

          Στην υπόθεση Themehelp Ltd v. West (1995) 4 All E.R. 215, αναγνωρίστηκε η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στον δικαιούχο την ανάληψη του ποσού της εγγύησης.  Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, σε περιπτώσεις όπου εγείρεται ισχυρισμός δόλου μεταξύ των μερών στην κυρίως διαδικασία, σε αρχικό στάδιο, προτού τεθεί θέμα εκτέλεσης της εγγυητικής μεταξύ του δικαιούχου και του εγγυητή, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στον δικαιούχο την ανάληψη του ποσού της εγγύησης μέχρι εκδίκασης της υπόθεσης.  Το Δικαστήριο προτού εκδώσει τέτοιο διάταγμα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι αιτητές έχουν συζητήσιμη υπόθεση και ότι το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει από τα περιστατικά της υπόθεσης είναι ότι ο Εναγόμενος ενήργησε δόλια.  Στην ίδια αυτή υπόθεση το Δικαστήριο είχε επίσης ικανοποιηθεί ότι σε περίπτωση κατά την οποία οι Ενάγοντες θα πετύχαιναν να αποδείξουν δόλο κατά τη δίκη, θα είχαν κίνδυνο να μην μπορέσουν να ανακτήσουν το ποσό της εγγύησης από τους Εναγόμενους καθότι οι τελευταίοι δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τέτοια απόφαση εναντίον τους και από την άλλη σε περίπτωση που οι Ενάγοντες δεν κατόρθωναν να αποδείξουν δόλο, τα δικαιώματα των Εναγομένων θα ήταν πλήρως προστατευόμενα από την εγγύηση την οποία τότε θα μπορούσαν να ανακτήσουν.  Στη σελίδα 227 αναφέρεται:

 

“The assumption upon which this argument proceeds is that the autonomy of a performance guarantee is threatened if the beneficiary is placed under a temporary restraint from enforcing it.  That is not an assumption, however, which appears to me to have any validity.  In a case where fraud is raised as between the parties to the main transaction at an early stage-before any question of the enforcement of the guarantee (as between the beneficiary and the guarantor) has yet arisen at all-it does not seem to me that the slightest threat is involved to the autonomy of the performance guarantee if the beneficiary is injuncted from enforcing it in proceeding to which the guarantor is not a party.”

 

          Σχετική είναι και η υπόθεση Group Gosi Re v. Walbrook Insurance Ltd (1996) 1 All E.R. 791.  Στη σελίδα 801 αναφέρεται ότι:

 

“However, it is argued by Mr Barlett QC for the reinsurers that the case is altogether different, and the rule which I have been discussing does not apply when an injunction is sought not against the bank but against the beneficiary of a letter of credit.  In my opinion that cannot be right.  The effect on the lifeblood of commerce will be precisely the same whether the bank if restrained from paying off the beneficiary is restrained from asking for payment... .”

 

          Η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος που να απαγορεύει στον δικαιούχο την ανάληψη του ποσού της εγγύησης σύμφωνα με την Themehelp (πιο πάνω) αναγνωρίστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια στην υπόθεση Ivan Syvokon v. Veno (Overseas) Inc. κ.ά. (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 625, η οποία αφορούσε αίτηση προνομιακού διατάγματος certiorari.

 

          Με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω τη γνώμη ότι οι δύο προϋποθέσεις του αρ. 32 έκδηλα δεν ικανοποιούνται.  Προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνω ότι οι αιτητές, στην παρ. (Α) της Οπισθογράφησης Απαίτησης, η οποία ουσιαστικά έχει ως επίκεντρο την εγγυητική, προβάλλουν ισχυρισμό περί δόλιας συμπεριφοράς των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, οι οποίοι παρεμποδίζουν την μεταβίβαση της κατοικίας επ’ ονόματι τους.  Περαιτέρω, στην παρ. (Β) της Οπισθογράφησης Απαίτησης, η οποία επίσης αφορά την εγγυητική, προβάλλεται ισχυρισμός από τους αιτητές περί ύπαρξης δόλου και απάτης εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 3, οι οποίοι χωρίς να λάβουν υπόψη την ανυπαίτια αδυναμία μεταβίβασης της κατοικίας εκ μέρους των αιτητών και παρά το ότι εκδόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ζήτησαν την κατάσχεση της εγγυητικής.  Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, οι αιτητές καθορίζουν την ύπαρξη δόλου εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 3, στο γεγονός ότι αυτοί απαιτούν τη ρευστοποίηση της εγγυητικής, παρόλο που οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 εκπληρώνουν τους όρους αποπληρωμής του δανείου και ειδικώτερα δεν παρουσιάζουν καθυστερήσεις στις δόσεις τους για εξόφληση του δανείου που έλαβαν από τους καθ’ ων η αίτηση 3 για την αγορά της κατοικίας.  Περαιτέρω, οι αιτητές αναφέρονται σε δόλο και/ή απάτη εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 και/ή των καθ’ ων η αίτηση 3, που συνίσταται – όπως ισχυρίζονται – στη μέχρι 5.2.13 απόκρυψη της απαίτησης των καθ’ ων η αίτηση 3 για ρευστοποίηση της εγγυητικής.  Συνεκτιμώντας τις πιο πάνω θέσεις των αιτητών, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί τους δεν τεκμηριώνουν, σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, την εξαιρετική εκείνη περίπτωση εμφιλοχώρησης δόλου που να έχει περιέλθει σε γνώση των καθ’ ων η αίτηση 4.  Και τούτο γιατί, το κατά πόσο οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 εκπληρώνουν ή όχι τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τους καθ’ ων η αίτηση 3 και ειδικώτερα, το κατά πόσο αυτοί παρουσιάζουν ή όχι καθυστερημένες δόσεις του δανείου που οι καθ’ ων η αίτηση 3 τους παραχώρησαν, δεν αποτελεί όρο ρευστοποίησης ως εγγυητικής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της (τεκμ. Δ στην αίτηση), αλλά όρο της συμφωνίας δανείου μεταξύ των καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3, σύμφωνα με το τεκμ. Α στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση 3.  Επομένως, η τήρηση ή όχι των όρων της συμφωνίας δανείου, δεν έχει καμιά σχέση με την τήρηση των όρων της εγγυητικής η οποία, σύμφωνα με την ανανέωση της στις 24.1.12 (τεκμ. Ε στην αίτηση), προέβλεπε ως απαραίτητο και μοναδικό όρο απαίτησης πληρωμής, την μη μεταβίβαση της κατοικίας επ’ ονόματι των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, μέχρι τη 10.1.13.  Κατ’ επέκταση, κρίνω ότι η τήρηση ή όχι των όρων αποπληρωμής του δανείου εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, με κανένα τρόπο τεκμηριώνει δόλο εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 3.  Στο σημείο αυτό και ως εκ περισσού αναφέρω ότι οι αιτητές, ενώ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους ισχυρίζονται ότι οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 δεν παρουσιάζουν καθυστερήσεις στις δόσεις του δανείου τους, παρέλειψαν να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα Ανδρέα Γρηγορίου επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης ημερ. 6.3.13 που συνοδεύει την ένσταση των καθ’ ων η αίτηση 3, σύμφωνα με τον οποίο, το δάνειο των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 ήταν υπερήμερο με πολλές καθυστερημένες δόσεις και σ’ αυτούς στάληκαν προειδοποιητικές επιστολές (τεκμ. Γ στην ένσταση), οι οποίες μάλιστα κοινοποιήθηκαν στους αιτητές.

 

          Επιπρόσθετα, κρίνω ότι ο ισχυρισμός των αιτητών περί απόκρυψης μέχρι 5.2.13 της απαίτησης των καθ’ ων η αίτηση 3 για πληρωμή της εγγυητικής, ουδόλως τεκμηριώνει δόλο και απάτη εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3.  Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την ίδια την απαίτηση πληρωμής (τεκμ. Ζ στην αίτηση), αυτή φέρει ημερομηνία 6.2.13 και παραλήφθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση 4, σύμφωνα με σχετική σφραγίδα, στις 7.2.13.  Επομένως, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί λογικά τέτοιος ισχυρισμός, ο οποίος εν πάση περιπτώσει από μόνος του δεν τεκμηριώνει δόλο και απάτη, αφού το ουσιώδες γεγονός στο οποίο βασιζόταν η απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής ήταν η μη εγγραφή της κατοικίας επ’ ονόματι των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 μέχρι τις 10.1.13 σύμφωνα με τους όρους ανανέωσης της εγγυητικής (τεκμ. Ε στην αίτηση).  Όπως εξάλλου προκύπτει από την επιστολή των αιτητών προς τους καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 ημερ. 4.2.13, αυτοί τους καλούσαν στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση της κατοικίας στις 8.2.13, δηλ. σε χρόνο μεταγενέστερο της 10.1.13.  Είναι δε σημαντικό ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 7.2.13, δηλ. μια ημέρα προηγουμένως και προτού ακόμα αποκρυσταλλωθεί έμπρακτα η πρόθεση των καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 να προσέλθουν ή όχι στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση.

 

          Έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογία επί του θέματος, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίκληση από τους αιτητές δόλου και απάτης εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3, όπως έχει συγκεκριμενοποιηθεί στην αίτηση τους, δεν συνιστά και δεν τεκμηριώνει την πολύ εξαιρετική περίπτωση καθαρού δόλου σε γνώση των καθ’ ων η αίτηση 4, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη συνέχιση της ισχύος του παρόντος διατάγματος.

 

          Παρέμεινε προς εξέταση η τρίτη προϋπόθεση.  Είναι η θέση των αιτητών ότι ενδεχόμενη κατάσχεση της εγγυητικής θα επιφέρει σ’ αυτούς πρόβλημα ρευστότητας και επιβίωσης και θα οδηγηθούν με μαθηματική ακρίβεια σε οικονομική καταστροφή αφού η τράπεζα τους δεν θα τους παρέχει πλέον χρηματοδοτήσεις και δανειοδοτήσεις.  Έχω την άποψη ότι ούτε και αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται.  Και τούτο γιατί, – ανεξάρτητα από την κατάληξη του Δικαστηρίου για τις δύο πρώτες προϋποθέσεις, – στην περίπτωση που οι καθ’ ων η αίτηση 3 ρευστοποιήσουν την εγγυητική και οι αιτητές – πάντοτε υπό την επιφύλαξη ότι θα δικαιούνται των θεραπειών Α και Β της Οπισθογράφησης Απαίτησης – πετύχουν στις εν λόγω θεραπείες Α και Β, θα μπορούν να αξιώσουν εναντίον των καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3 αποζημιώσεις.  Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι αιτητές κανένα ισχυρισμό προέβαλαν περί αφερεγγυότητας των καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 3, ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ότι σε τέτοια περίπτωση αξίωσης από τους αιτητές αποζημιώσεων εναντίον τους, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποζημιωθούν.

 

          Για όλα τα πιο πάνω, το προσωρινό διάταγμα ημερ. 8.2.13 ακυρώνεται.  Η παρ. Β της αίτησης απορρίπτεται.

 

          Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των καθ’ ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 και σε βάρος των αιτητών, τα οποία, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης.

 

                                                                                [Υπ.]          .......................................

                                                                                          Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο,

 

Πρωτοκολλητής.

/νχ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο