ECLI:CY:EDLEF:2016:A164

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. 

Αρ. Αγωγής: 2559/08

Μεταξύ:

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ

Εναγόντων

 

- και – 

 

1.       COMET FARM LTD

2.       Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της πτωχεύσασας ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

3.       Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

4.       Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της ΜΕΛΠΩΣ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

5.       Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας της ΝΑΤΑΣΑΣ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ 

6.       ΣΑΒΒΑ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΚΟΥΠΠΑ

7.       ΣΤΑΥΡΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

8.       COMET HATCHERIES LTD

 

Εναγομένων

 

Αίτηση ημερ. 5.11.2015 εκ μέρους των Εναγομένων 1, 6, 7 και 8

για Τροποποίηση του Δικογράφου τους

 

Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2016.

 

Εμφανίσεις: 

Για Αιτητές – Εναγόμενους 1, 6, 7 και 8: κ. Μ. Σπαστρής για Π. Αγγελίδη & Σία ΔΕΠΕ.

Για Καθ΄ ων η Αίτηση – Ενάγοντες:  κα Αφρ. Παρπαρίνου για Χρυσαφίνη

και Πολυβίου ΔΕΠΕ. 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η  Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Ex tempore)

                 

 Οι Ενάγοντες με αγωγή που κατέθεσαν στις 13.5.08 αξιώνουν εναντίον οκτώ Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες:

 

«(α)  €6.867.817,89 πλέον τόκοι προς 12,5% από 15.4.2008 επί του ποσού

 

των €6.653.966,79 με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12.

(β)

 

€91.451,19 πλέον τόκοι προς 12,5% από 16.4.2008 επί του ποσού των €87.544,89 με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο στις

30.6 και 31.12.

(γ)

 

Πώληση ενυποθήκων κτημάτων.

(δ)

 

Πώληση μηχανημάτων.

(ε)

Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης.»

 

 Σημειώνεται ότι εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 έχει εκδοθεί Απόφαση στις 22.3.12. Συνεπώς, η Αγωγή παρέμεινε μόνον για τους Εναγομένους 1, 6, 7 και 8. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι το αξιούμενο ποσό οφείλεται δυνάμει συμφωνιών δανείου και/ή δυνάμει συμφωνιών πίστωσης και/ή δυνάμει τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή δυνάμει συμφωνιών εγγύησης κλπ, ως λεπτομερώς εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης.  

 

 Έχω μελετήσει το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και δεν χρειάζεται να το παραθέσω στην παρούσα Απόφαση. Είναι βεβαίως λυπηρό που ενώ η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε στις 13.5.08 δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί μέχρι σήμερα. Στις 26.10.15 η Αγωγή είχε προγραμματιστεί από άλλο αδελφό Δικαστή για ακρόαση. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων 1, 6, 7 και 8 υπέβαλαν αίτημα αναβολής, στο οποίο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων δεν έφεραν ένσταση. Σημειώνεται ότι ο λόγος για τον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα αναβολής, ήταν για να καταχωριστεί Αίτηση τροποποίησης του δικογράφου τους. Το Δικαστήριο ενέκρινε, με κάποια δυσκολία, το αίτημα αναβολής και όρισε την υπόθεση για οδηγίες τις 19.11.15, δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες όπως τυχόν Αίτηση εκ μέρους των Εναγομένων 1, 6, 7 και 8 που θα καταχωριστεί, οριστεί από το Πρωτοκολλητείο στην πιο πάνω ημερομηνία. Στις 5.11.15 οι Εναγόμενοι 1, 6, 7 και 8 καταχώρισαν την υπό εκδίκαση Αίτηση, με την οποία ζητούν όπως η Υπεράσπισή τους αντικατασταθεί με την Υπεράσπιση και

Ανταπαίτηση, ως αυτή επισυνάπτεται στην Αίτηση ως «Επισυνημμένο Α».  

 

 Η Αίτηση βασίζεται, ανάμεσα σε άλλους Θεσμούς, και στη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Παπαευσταθίου, Εναγόμενου 6, ο οποίος δηλώνει Διευθυντής της Εναγόμενης 1 και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους και των υπόλοιπων Εναγομένων. Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και θα σταθώ σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. 

 

 Οι Ενάγοντες καταχώρισαν στις 12.1.16 Ένσταση η οποία βασίζεται σε 15 λόγους ένστασης τους οποίους και παραθέτω:

 

«(α)  Η παρούσα αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.

 

(β)

 

Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). 

(γ)

Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται τόσο η τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης των εναγομένων, καθώς και η προσθήκη σχετικής Ανταπαίτησης, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους αιτητές/εναγόμενους από το έτος 2006 ημερομηνία κατά την οποία υπογραφήκαν τα επίδικα έγγραφα και/ή από τον Νοέμβρη του 2011, ήτοι 4 χρόνια από την καταχώρηση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης των Εναγομένων μετά από την τροποποίηση του τίτλου της Έκθεσης Απαίτησης δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 26.9.11 και/ή από τον Νοέμβρη του 2010 και/ή τον Μάιο του 2011 και/ή τον Νοέμβρη του 2012 και/ή τον Μάρτιο του 2013 και/ή τον Οκτώβριο του 2014 και/ή τον Μάρτιο του 2015 και/ή τον Οκτώβριο του 2015, ημερομηνίες κατά τις οποίες είχε τελευταία οριστεί για ακρόαση η παρούσα υπόθεση.

 

Επίσης, δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται γιατί μετά την καταχώρηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης τους στις 17.11.11 περίμεναν μέχρι την 5.11.15 για να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση τροποποίησης, ούτε επεξηγείται επαρκώς πότε ακριβώς προέκυψε η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση. Ο δε ισχυρισμός των εναγομένων ότι «δεν ήτοι εις γνώσει μας ότι εδύνατο να δικογραφηθεί με την παρούσα μορφή» ουδόλως ευσταθούν.

 

(δ) 

 

Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων με την πλήρης διαγραφή της υφιστάμενης Υπεράσπισης και την προσθήκη νέων παραγράφων αλλά και Ανταπαίτησης, τροποποιεί «σε ιδιαίτερα σημαντικό βαθμό της Έκθεσης Υπεράσπισης», όπως αναφέρουν και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 4 της Ένορκης τους Δήλωση ημερ. 5.11.2015, που συνοδεύει την αίτηση τους. Η αιτούμενη τροποποίηση, δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να προστατέψουν τα δικαιώματα τους οι εναγόμενοι και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, αλλά αποτελεί προσπάθεια περιπλοκής και αλλαγής πορείας της Υπεράσπισης και προσθήκης Ανταπαίτησης και επιπλέον αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, η παρούσα αίτηση, αποτελεί μια προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών που ήταν και/ή όφειλαν να ήταν εις γνώση της πλευράς των Εναγομένων από το έτος 2006. Ανεπίτρεπτο δε είναι και το γεγονός ότι μετά την πάροδο 4 και πλέον χρόνων από την καταχώρηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης τους και μετά την αλλαγή στην εκπροσώπηση των εναγομένων στις 17.4.2015, μόλις τώρα, δήθεν, διαπιστώθηκε η κατ' ισχυρισμό ανάγκη δια τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης, ενώ η αγωγή ορίστηκε και επαναορίστηκε δια ακρόαση πολλάκις, ως ανωτέρω αναφέρεται.

(ε) 

Οι αιτητές/εναγόμενοι ουσιαστικά επιδιώκουν να μεταβάλουν την βάση της Υπεράσπισης τους, ως οι ίδιοι παραδέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, και/ή να προσθέσουν επιπλέον, υπερασπιστικές γραμμές, μετά την πάροδο τεσσάρων χρόνων, καμία δε εκ των αιτούμενων προσθηκών δεν είναι τέτοιας φύσης που να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης και την προσθήκη Ανταπαίτησης.

 

(στ)  Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι/αιτητές εισαγάγουν νέα θέματα και/ή νέες θέσεις με αποτέλεσμα να μεταβάλουν άρδην και/ή τροποποιούν και/ή διαφοροποιούν την ουσία των θέσεων των Εναγομένων ως αυτές εμφαίνονται στην υφιστάμενη Υπεράσπιση τους με νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή αναληθείς και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να μεταβάλουν άρδην την υφιστάμενη Υπεράσπιση, κάτι το οποίο αναπόφευκτα συνεπάγεται και τον επαναπροσδιορισμό όλων των επίδικων θεμάτων και την μετατροπή όλων των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων σε μία αγωγή τόσο παλαιά.

 

 

(ζ) 

 

Με την παρούσα αίτηση επιζητείται, μεταξύ άλλων, προσθήκη νέων παραγράφων με την εισαγωγή ισχυρισμών που άπτονται μαρτυρίας και δεν μπορούν να περιέχονται σε δικόγραφα και/ή στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγόμενων, καθότι τέτοιοι ισχυρισμοί θα πρέπει να αναφερθούν μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας.

(η) 

 

Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκης Ανταπαίτησης των εναγομένων είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως των εναγομένων, καθώς με τις αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες οι Εναγόμενοι εισαγάγουν νέα επίδικα θέματα τα οποία τροποποιούν παντελώς την υφιστάμενη Υπεράσπιση τους γεγονός που αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the court).

(θ) 

 

Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης, πόσο μάλλον την προσθήκη Ανταπαίτησης.

(ι) 

 

Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή να εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή να επιβραδύνει την όλη διαδικασία, και κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την ορθή απονομή δικαιοσύνης και την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου, σε μία αγωγή τόσο παλαιά.

(κ) 

 

Η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης δεν αφορά νέα γεγονότα και/ή ζητήματα τα οποία προέκυψαν εκ των υστέρων, και τα οποία δεν είχαν αρχικώς δικογραφηθεί επειδή δεν ήταν στην σφαίρα της γνώσης των εναγομένων, αντίθετα δε, τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα ήταν πάντοτε γνωστά στους εναγόμενους/αιτητές και/ή όφειλαν να ήταν γνωστά στους εναγόμενους από το έτος 2006 όταν αρχικά υπογράφηκαν τα εν λόγω έγγραφα, γεγονός το οποίο άλλωστε παραδέχονται και οι ίδιοι οι εναγόμενοι στην παράγραφο 5 της Ένορκης τους Δήλωσης ημερ. 5.11.15 όπου αναφέρουν ότι «δεν ήτο εις γνώσει μας ότι εδύνατο να δικογραφηθεί με την παρούσα μορφή». Η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά έκδηλη προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής.

(λ) 

 

Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και κατά συνέπεια να παρεμποδίσει το ξεκίνημα της ακροαματικής διαδικασίας.

(μ) 

Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης δια της προσθήκης των παραγράφων στις οποίες περιέχονται νέα γεγονότα, νέοι ισχυρισμοί και κατ' επέκταση εντελώς νέα Υπεράσπιση, αλλά ούτε και δικαιολογούν και την ανάγκη για προσθήκη Ανταπαίτησης, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας.

 

(ν)  Τα αιτούμενα διατάγματα θα επιφέρουν τέτοια βλάβη στους ενάγοντες /καθ' ων η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα.

 

(ξ)  Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.»

 

 Η Ένσταση τους υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Κουντούρη, ο οποίος ανάμεσα σε άλλα δηλώνει «υπάλληλος στην Υπηρεσία των Εναγόντων» και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί εκ μέρους τους στην παρούσα ένορκη δήλωση. Έχω και εδώ θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και θα σταθώ σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.

 

 Σήμερα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν με τις εμπεριστατωμένες, οφείλω να αναφέρω, αγορεύσεις τους και τη Νομολογία, η οποία ομολογουμένως είναι πλούσια, στην οποία με παρέπεμψαν. Θα ήταν νομίζω αχρείαστο να παραπέμψω σε όλη την Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου που υπάρχει σε σχέση με την τροποποίηση  δικογράφων. Ενδεικτικά και μόνο παραπέμπω στη Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Κ. Σιακόλα (2002) 1 Α.Α.Δ. 223, στην οποία έκαναν αναφορά και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα:

 

«Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση,  απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents (1994) 1 A.Α.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.

 

Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. »

 

Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν.   Χαρίδη (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 825, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 838:

 

«Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Το Εφετείο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση και εγκρίνοντας την αίτηση επεσήμανε και τα εξής:

 

«Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτή τη δυνατότητα

οφειλόταν σε ο,τιδήποτε άλλο από εκείνο που ο συνήγορος των εφεσειόντων πρόσφερε ως εξήγηση στο Δικαστήριο, ήτοι, ότι τελούσε με την αντίληψη, βάσει της δικής του πείρας, πως δεν αναμενόταν και δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών των διατάξεων και κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Η πρωτόδικη άποψη ότι η εν λόγω εξήγηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική νομίζουμε πως δεν εδικαιολογείτο. Καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη

 

Κατά παρόμοιο τρόπο όπως και στην προαναφερθείσα υπόθεση, στην υπό εξέταση περίπτωση καθίσταται φανερό και αυταπόδεικτο από τα ήδη παρατεθέντα στοιχεία, ότι ο λόγος για τον οποίο οι αιτητές δεν είχαν αποταθεί νωρίτερα στο Δικαστήριο ζητώντας τις αιτηθείσες τροποποιήσεις, οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχαν αντιληφθεί την ύπαρξη αναγκαιότητας γι’ αυτές, παρά μόνο όταν με την επιχειρηθείσα έναρξη της δίκης, έθιξε το θέμα της αλλαγής διαδίκου ο συνήγορος του εφεσίβλητου και έδωσε κάποιες ενδείξεις και το Δικαστήριο. Παρ’ όλη δε την πεποίθηση των αιτητών ότι δεν απαιτείτο άλλο δικονομικό διάβημα, αφού είχαν εξασφαλίσει το γενικής εφαρμογής Διάταγμα ημερ. 13.12.2005 με την αίτησή τους δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, όταν τέθηκε θέμα αμφισβήτησης ύπαρξης του ορθού διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου, τότε υπέβαλαν την αίτησή τους για τροποποίηση, χωρίς αργοπορία.

 

Δεν φαίνεται επομένως να σημειώθηκε οποιαδήποτε μη καλόπιστη καθυστέρηση ή οποιαδήποτε αργοπορία μετά που διαφάνηκε η αναγκαιότητα για λήψη του συγκεκριμένου διαβήματος, η δε αιτιολογία για τη μη λήψη του διαβήματος νωρίτερα, ήταν εμφανής τόσο μέσω της προηγηθείσας διαδικασίας, όσο και μέσω της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης.»

 

        (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). 

 

Από την ίδια Απόφαση διαβάζουμε και τα ακόλουθα:

 

«Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, προκύπτει από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης ότι το Δικαστήριο θεώρησε πως η υπό εξέταση αίτηση θα μπορούσε να επιτύχει και να εγκριθεί όπως είχε υποβληθεί, αν δεν παρεμβαλλόταν το θέμα της καθυστέρησης και αργοπορίας στη λήψη του δικονομικού εκείνου διαβήματος, όπως το διέκρινε το Δικαστήριο. Δεν θα υπήρχε άλλωστε λόγος να αφιερώσει το Δικαστήριο δύο περίπου σελίδες στην απόφασή του για το θέμα της αργοπορίας, αν είχε ήδη κρίνει ότι η αίτηση ήταν εν πάση περιπτώσει δικονομικά ανυπόστατη και καταδικασμένη σε αποτυχία.

 

Εάν παρά ταύτα, ήθελε θεωρηθεί ότι επιπρόσθετα ήταν που το Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση θα έπρεπε να αποτύχει λόγω αργοπορίας στην υποβολή της ενώ είχε προηγουμένως εντοπίσει και δικονομικό κώλυμα στη ζητούμενη θεραπεία και αυτή η προσέγγιση θα ήταν, κατά την άποψή μας, εσφαλμένη.»

         

 Εν κατακλείδι το Δικαστήριο, όπως και στην υπόθεση Federal (πιο πάνω), έκανε δεκτή την Έφεση και παραμέρισε την πρωτόδικη Απόφαση, την οποία αντικατέστησε με απόφαση έγκρισης της Αίτησης ως το αιτητικό της. 

 

 Στην Αγωγή 389/09 Κυπριακή Δημοκρατία ν. Α/φοι Λανίτη Δημόσια Λτδ, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Απόφαση ημερ.

18.1.11 του τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Α.

Ρ. Λιάτσου, γίνεται αναφορά στη Απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδου κ.ά (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1005, όπου εκεί λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 1007-1008:

 

«Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας  μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης.  Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης.  Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και  το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο.  Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.»

 

 Στην εν λόγω Αγωγή, το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να εγκρίνει την Αίτηση αφού βρήκε ότι «δεν εντοπίζεται κανένας κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους αντιδίκους». 

 

 Στην Αγωγή 11824/01 Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Κυριάκου Μεττή κ.ά, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Απόφαση ημερ. 26.10.07, ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Λ. Παρπαρίνος ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 9 γύρω από την καθυστέρηση, αφού προηγουμένως έκανε μια εκτενή αναφορά στην υπάρχουσα Νομολογία γύρω από την τροποποίηση δικογράφων:

 

«Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ασφαλώς το αναγκαίο υλικό της σκοπούμενης τροποποίησης υπήρχε από αρκετό χρόνο, αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από την παραγρ. 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Η ανάγκη δια τροποποίηση, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, προέκυψε σχετικά πρόσφατα κατά τη μελέτη του δικηγόρου που τη χειρίζεται για σκοπούς ακρόασης. Συνεπώς όλα τα πιο πάνω σχετικά με τον παράγοντα καθυστέρηση λαμβάνονται υπόψη όπως υπόψη λαμβάνεται ότι νομολογιακά ακόμη και η αμέλεια δεν είναι δυνατό να αποκλείσει την αίτηση τροποποίησης, νοουμένου ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί εις την άλλη πλευρά δυσμενή επηρεασμό.»

 

Ως ανέφερα, είναι λυπηρό που αυτή η Αγωγή για σειρά ετών δεν κατέστη δυνατό να εκδικαστεί. Όμως, η εκκρεμότητα της Αγωγής δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κώλυμα για την έγκριση της Αίτησης. Περαιτέρω, δεν αγνοώ ότι και εδώ με την αιτούμενη τροποποίηση θα διευρυνθούν τα επίδικα θέματα όπως έγινε και στην υπόθεση Μεττή (πιο πάνω), αλλά με δεδομένο ότι ούτε και εδώ η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει, θεωρώ πως η διεύρυνση αυτή δεν θα πρέπει να λειτουργήσει εις βάρος των Εναγόμενων-Αιτητών. Καθίσταται σαφές πως στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται κατά πόσο οι ισχυρισμοί που οι Αιτητές επιθυμούν να προβάλουν είναι αληθείς (σχετικός με το θέμα αυτό είναι ο λόγος Ένστασης «στ»). Σημειώνεται εδώ ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Είναι κατά την ακροαματική διαδικασία που οφείλει να επιλέξει ποια εκδοχή θα προωθήσει (Ιωάννου

ν. Χαραλάμπους (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 507). 

 

Σε σχέση με την καθυστέρηση για την οποία οι Ενάγοντες κάνουν ιδιαίτερη αναφορά στην Ένστασή τους, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω και στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 745, όπου στις σελίδες 750-751 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσείοντες με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλουν ότι υπήρξε τέτοια καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, που το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να εγκρίνει την αίτηση τροποποίησης. Δεν συμφωνούμε. Ο παράγοντας καθυστέρησης λαμβάνεται υπόψη όμως, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι καθοριστικός στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους υπόλοιπους παράγοντες. Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο δικαστήριο, υπήρξε καθυστέρηση, αλλά αυτή δεν ήταν ούτε υπέρμετρη, ούτε αδικαιολόγητη. Η αίτηση για τροποποίηση μπορεί να καταχωρίστηκε περίπου τριάμισι χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, αλλά δόθηκαν τέτοιες εξηγήσεις, που εύλογα το δικαστήριο τις συνυπολόγισε με τους υπόλοιπους παράγοντες προτού αποφασίσει. Όπως αναφέρθηκε, η υπόθεση ήταν σχετικά περίπλοκη. Απόδειξη τούτου, είναι ότι ο δικηγόρος των Εφεσειόντων χρειάστηκε 14 ολόκληρες σελίδες για να διατυπώσει το αγώγιμο δικαίωμα του πελάτη του. Πέραν τούτου, ο Εφεσίβλητος ανέφερε ότι προτού καταχωρηθεί η αίτηση τροποποίησης, αναμενόταν συμπληρωματική έκθεση γεγονότων από το Μηχανικό του Τμήματος Δημοσίων Έργων, η οποία καθυστέρησε επειδή ήταν άρρωστος. Για όλα αυτά δεν υπήρξε αντεξέταση, ούτε και τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου άλλα στοιχεία που να δείχνουν ότι με την καθυστέρηση που είχε σημειωθεί δημιουργούνταν ανυπέρβλητα προβλήματα, ώστε να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Εφεσειόντων (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, στη σελ. 939 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44). Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση, οφειλόταν στη διαδικασία που τα διάδικα μέρη επέλεξαν να ακολουθήσουν με την ανοχή του δικαστηρίου και δε μπορεί η όλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, να αποδοθεί αποκλειστικά στο χρόνο καταχώρησης της αίτησης για τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, η ακρόαση της αγωγής δεν είχε ακόμη ξεκινήσει ώστε να προστίθεται ως επιβαρυντικός παράγοντας και ο κίνδυνος εκτροχιασμού της δίκης.»

 

Στην υπόθεση Μεττή (πιο πάνω), το Δικαστήριο χωρίς να αγνοεί το γεγονός ότι τα επίδικα θέματα θα διευρύνονταν με την αιτούμενη Τροποποίηση, επέτρεψε αυτήν αφού έλαβε υπόψη του και το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν είχε αρχίσει. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 10 της Απόφασης, αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι η σκοπούμενη τροποποίηση πηγάζει από το ίδιο πλέγμα σχέσεων των διαδίκων χωρίς να αλλάζουν ουσιαστικά το χαρακτήρα της. Με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν επιδιώκεται από την ενάγουσα τίποτε άλλο παρά η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής επί επιταγών οι οποίες ήδη αναφέρονται εις την Έκθεση Απαιτήσεως και εκδόθησαν, όπως αναφέρεται, μέσα στο όλο πλέγμα των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων. Τα επίδικα θέματα διευρύνονται αλλά λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασίας ακόμη δεν άρχισε κρίνω ότι αυτό δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον της αιτήτριας-εναγούσης.»  

Και στη σελίδα 12, τα ακόλουθα:

 

«Όπως προανέφερα δεν κατεδείχθη και δεν ικανοποιήθηκα ότι η αιτήτρια ενεργεί κακόπιστα ή ότι με ενέργειες της προκάλεσε ζημία εις την άλλη πλευρά μη δυνάμενη ν' αποζημιωθεί με έξοδα.

 

Η ανησυχία του Δικαστηρίου δια την παράταση της εκκρεμότητας της αγωγής, είναι δεδομένη και έντονη. Η εκκρεμότητα όμως της αγωγής «δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα» αλλά αποτελεί παράγοντα «ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη δια ταχύτερη προώθηση», (βλ. Federal Bank of Lebanon (άνω)).

 

Δια όλους τους πιο πάνω λόγους αλλά και διότι η προτεινόμενη τροποποίηση κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα έπρεπε ν' ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για τροποποίηση. »

 

Ως ελέχθη, ενώ η Αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 26.10.15 η πλευρά των Εναγόντων δεν έφερε Ένσταση στο αίτημα αναβολής για να δοθεί η δυνατότητα στους Εναγομένους να καταχωρίσουν Αίτηση Τροποποίησης. Είναι και αυτό ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη. Αφού, επαναλαμβάνω, έθεσα ενώπιον μου το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την Αίτηση και την Ένσταση, και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, βρίσκω ότι εδώ οι Αιτητές-Εναγόμενοι δεν ενήργησαν κακόπιστα. Η Αίτηση τροποποίησης καταχωρίστηκε μετά που δόθηκε άδεια στους προηγούμενους δικηγόρους των Αιτητών να αποσυρθούν λόγω διαφωνίας στο χειρισμό της υπόθεσης (δες σχετικό πρακτικό ημερ. 2.4.15). Η καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης δικαιολογείται με προβολή συγκεκριμένων ισχυρισμών (σημειώνεται ότι ούτε και εδώ υπήρξε αντεξέταση). Ούτε βεβαίως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι με την καθυστέρηση δημιουργούνται ανυπέρβλητα προβλήματα με αποτέλεσμα να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Εναγόντων. Βρίσκω ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση γίνεται, καλόπιστα, προσπάθεια συμπλήρωσης της Υπεράσπισης και γενικότερα των θέσεων των Εναγομένων σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες. Περαιτέρω ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στους Ενάγοντες, η οποία δεν θα μπορεί να καλυφθεί με την καταβολή εξόδων. 

         

 Υπό το φως όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια σε αυτή την υπόθεση θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της Αίτησης, για να δοθεί η δυνατότητα στους Εναγομένους να προβάλουν τις θέσεις τους σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες. Η Αίτηση εγκρίνεται. Το τροποποιημένο δικόγραφο των Εναγομένων 1, 6, 7 και 8 να καταχωριστεί σε επτά ημέρες από την σύνταξη του διατάγματος τροποποίησης. Οι Ενάγοντες να καταχωρίσουν δικόγραφο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του δικογράφου των Εναγομένων 1, 6, 7 και 8.  

 

Οι Εναγόμενοι-Αιτητές καταδικάζονται στα έξοδα της Αίτησης και στα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση που έχει εγκριθεί, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

Η Αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 21.4.16 και ώρα 9:00 π.μ..

 

(Υπ.) ……………………………….

Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστόν αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΓΓ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο