ECLI:CY:EDLEF:2017:A27

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 8254/12

 

Μεταξύ:

 

 

Ιάκωβος Κυθρεώτης, εκ Λευκωσίας

Ενάγων

-και-

1.    Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ

2.    Κυπριακός Οργανισμός Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO)

3.    Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου

4.    Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου

5.    Θεόδωρο Αριστοδήμου

6.    Αντρέα Ηλιάδη,

7.    Γιάννη Κυπρή

8.    Ernst & Young Cyprus Ltd

9.    KPMG

 

Εναγόμενοι

 

 

Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2017

 

 

 

Εμφανίσεις:

 

Για Αιτητές /Εναγόμενους 8:   κος Πογιατζής για Λελλος Π. Δημητριαδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ού η Αίτηση/Ενάγοντα: κα Νικολάου για Φοίβος , Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

Με την αίτηση τους οι Εναγόμενοι 8/ Αιτητές (στο εξής «οι Αιτητές») εξαιτούνται ως ακολούθως:

Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως τροποποιηθεί η Υπεράσπιση των Εναγομένων 8, ημερομηνίας 10/12/2014, στην αγωγή με τον ως άνω αριθμό και τίτλο, δια της προσθήκης επιπρόσθετης προδικαστικής ένστασης μετά την παράγραφο 1(β) της Υπεράσπισης, η οποία να αριθμηθεί ως παράγραφος 1(γ) ως ακολούθως: «Διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό της παραγράφου 1 (α) πιο πάνω, οι απαιτήσεις του Ενάγοντα η οποιεσδήποτε από αυτές εναντίον των Εναγομένων 8 έχουν παραγραφεί δυνάμει των σχετικών νομοθετικών διατάξεων»

 

 

Η Αίτηση βασίζεται επί των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.21, Δ.25 ΘΘ. 1-6 και Δ.48 Θ. 1-4,8,9, επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος, επί του άρθρου 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60όπως έχει τροποποιηθεί, επί του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 όπως έχει τροποποιηθεί, επί του άρθρου 55(4) του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου Ν.42(Ι)/2009όπως έχει τροποποιηθεί, επί των άρθρων 21(3), 23(7) και 24(3) του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος Ν.114(Ι)/2005όπως έχει τροποποιηθεί, επί των άρθρων 24(ε) και 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος Ν.66(Ι)/2012όπως έχει τροποποιηθεί, επί της σχετικής με την παρούσα Αίτηση νομολογίας, επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, των πρακτικών και επί των γενικών αρχών δικαίου.

Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μιχάλη Φιέρου.    Ο ομνύων , δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο Λέλλος Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε., που εκπροσωπεί τους Αιτητες στην αγωγή και  εξουσιοδοτημένος από τους ίδιους  αναφέρει ότι στόχος της  αίτησης για τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι η  προσθήκη σε αυτήν προδικαστικής ένστασης σχετικής με την παραγραφή των απαιτήσεων του Ενάγοντα ή οποιωνδήποτε από αυτές εναντίον των Αιτητών  δυνάμει των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Η ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης προέκυψε μετά από την περαιτέρω μελέτη των σχετικών με την παρούσα Αγωγή νομοθετικών διατάξεων που αφορούν την παραγραφή καθώς και την επίδραση του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου Ν.66(Ι)/2012όπως έχει τροποποιηθεί σε αυτές.

Ο ομνύων εξηγεί ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της Υπεράσπισης η αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφορετικών νομοθετικών διατάξεων που πιθανόν να είναι σχετικές με την απαίτηση του Ενάγοντα δεν είχαν εκτιμηθεί πλήρως και έτσι δεν φάνηκε ότι υπήρχε βάση στην οποία θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η απαίτηση του Ενάγοντα από πλευράς παραγραφής με βαση τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο Ν.66(Ι)/2012. Εν τέλει, ως ο ομνύων αναφέρει μετά από ενδελεχή μελέτη οι συνήγοροι των Αιτητών έχουν καταλήξει ότι δεν ισχύει νομοθετικό καθεστώς παραγραφής με βάση τον  Περί Παραγραφής Νόμο αφού αυτός δεν εφαρμόζεται στα αγώγιμα δικαιώματα επί των οποίων βασίζεται η αξίωση του Ενάγοντα. Κατά τον ομνύοντα στην παρούσα υπόθεση ισχύουν άλλες νομοθετικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος 114(Ι)/2005 (όπως έχει τροποποιηθεί) και του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου Ν.42(Ι)/2009(όπως έχει τροποποιηθεί) και δυνάμει αυτών των διατάξεων, οι απαιτήσεις του Ενάγοντα ή οποιεσδήποτε από αυτές εναντίον των Αιτητών έχουν παραγραφεί.

Ο ομνύων τονίζει στην κατακλείδα της Ένορκης του Δήλωσης ότι το θεμα της παραγραφής απαίτησης  αποτελεί οιονεί νομικό ζήτημα το οποίο όμως δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο εάν δεν εγερθεί στα Δικόγραφα του μέρους που το επικαλείται, και εισηγείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η Νομολογία για την αιτούμενη τροποποίηση και προσθήκη και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο στην αίτηση διάταγμα, επισημαίνοντας παράλληλα  ότι οποιαδήποτε δυσκολία ή καθυστέρηση ήθελε προκληθεί λόγω της αιτούμενης τροποποίησης στον Καθού η Αίτηση μπορεί να θεραπευτεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα.

Η αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην Ένσταση του Ενάγοντα/ Καθ’ού η Αίτηση (στο εξής «ο Καθ’ού η Αίτηση»)ο οποίος καταχώρησε Ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης (στο εξής «η Ένσταση»).

 

 

Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:

 

1. Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση. Συγκεκριμένα η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 09/07/2014 και η Υπεράσπιση των Εναγομένων 8/Αιτητών καταχωρήθηκε στις 10/12/2014. Έκτοτε, ήτοι 2 χρόνια μετά, ουδέποτε ανέφεραν πρόθεση τους για τροποποίηση του δικογράφου τους, και το πράττουν τώρα που έχουν ολοκληρωθεί τα δικόγραφα και η υπόθεση έχει οριστεί για Ακρόαση.

 

2.   Δε δίδεται καμία σοβαρή και/ή Βάσιμη δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης και δεν έχουν δικαιολογηθεί οι αιτούμενες Τροποποιήσεις και/ή η αναγκαιότητα τους. Η αναφορά των Εναγομένων/Αιτητών στο ότι δεν είχαν εκτιμηθεί πλήρως οι νομοθετικές διατάξεις δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμη δικαιολογία για την καθυστερημένη υποβολή της παρούσας αίτησης. Εν πάση περιπτώσει τα άρθρα στα οποία βασίζονται οι Εναγόμενοι 8/Αιτητές έτυχαν τελευταίας τροποποίησης πολύ πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, πόσο μάλλον της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 8/Αιτητών.

3.   Άνευ Βλάβης των πιο πάνω λόγων ένστασης, η αίτηση είναι αχρείαστη και/ή παραπλανητική καθότι η ισχυριζόμενη ανάγκη τροποποίησης ένεκα παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων στα οποία ο Ενάγοντας βασίζεται, στηρίζεται σε άρθρα τα οποία εν πάση περιπτώσει είχαν τροποποιηθεί πολύ ενωρίτερον της καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 8/Αιτητών.

4.   Δεν παρέχεται επαρκής δικαιολογία ως προς τη μη συμπερίληψη των αιτούμενων Τροποποιήσεων από την αρχή ή έστω σε προγενέστερο χρόνο. Οι ισχυρισμοί και τα όσα επιδιώκεται να συμπεριληφθούν με Τροποποίηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 8/Αιτητών ήταν γνωστά από προγενέστερο χρονικό σημείο και/ή θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από έρευνα και μελέτη εντός ευλόγου χρόνου.

5.   Η αιτούμενη Τροποποίηση σε καμία περίπτωση δεν είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης και δεν Βοηθά ούτε στην αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων ούτε στην αποκρυστάλλωση ευθύνης και δικαιωμάτων των διαδίκων.

6.   Με την αιτούμενη Τροποποίηση θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση, εκτροχιάζεται η διακρίβωση της υπόθεσης μέσα στα διαγραφέντα πλαίσια και εκτροχιάζει την εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου ως καθορίζεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

7.   Η αίτηση επιδιώκει την εισαγωγή νέας Βάσης υπεράσπισης η οποία δεν υφίστατο μέχρι και σήμερα και/ή επιδιώκει την εισαγωγή υπεράσπισης με ουσιωδώς διαφορετικό χαρακτήρα και/ή αποτελεί προσπάθεια των Εναγομένων να ανακινήσουν την δικαστική διαδικασία στην Βάση μιας εντελώς διαφορετικής και/ή διαφοροποιημένης υπεράσπισης.

8.   Οι Εναγόμενοι όφειλαν να προβάλουν τον εν λόγω ισχυρισμό ευθύς εξ'αρχής στο δικόγραφο τους, και η μη συμπερίληψη του συνίσταται απώλεια και/ή παραίτηση του δικαιώματος τους αυτού.

9.   Ο Ενάγοντας έχει ενημερωθεί τη μη έγερση από πλευράς υπεράσπισης οποιουδήποτε θέματος παραγραφής, και τα δικόγραφα τροχιοδρομήθηκαν σ' αυτή τη Βάση.

 

10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου  διατάγματος.

 

 

Η Ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς και συγκεκριμένα στη Δ.9 Θ2 και Θ10, Δ.12, Δ.21, Δ.25, ΘΘ.1-6, Δ.48, Θ1 - Θ9, Δ.64, Θ.1-2, στα άρθρα 30 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60όπως έχει τροποποιηθεί, στο Αρθρο 55(4) του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου Ν.42(Ι)/2009όπως έχει τροποποιηθεί, στα Άρθρα 21(3), 23(7) και 24(3) του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος Ν.114(Ι)/2005όπως έχει τροποποιηθεί, στα Αρθρα 24(ε) και 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος Ν.66(1)/2012 όπως έχει τροποποιηθεί, και στην εν ισχύει πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας Ψάλτη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Φοίβου, Χρίστου Κληρίδη και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, που εκπροσωπεί τον Αιτητή . Η ομνύουσα επαναλαμβάνει στο κείμενο της Ένορκης της Δήλωσης τους λόγους Ένστασης και ζητά από το Δικαστήριο να απορρίψει την Αίτηση.

 

 

Αμφότεροι οι συνήγοροι ετοίμασαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο Γραπτές Αγορεύσεις παραπέμποντας το Δικαστήριο στις εφαρμοστέες επί του ζητήματος αρχές τις οποίες αντιπαρέβαλαν σε σχέση με τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπό εξέταση αίτησης. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τις εισηγήσεις των μερών, αναφορά σε τούτες θα γίνει όπου δει. Θα αναφέρω όμως ότι μελέτησα με προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγούνται δια των Γραπτών Αγορεύσεων τους στο Δικαστήριο.

 

Πριν προχωρήσω στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων θεωρώ σημαντικό όπως παραθέσω ένα μικρό ιστορικό της αγωγής.

 

Το Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 20.11.12, η Έκθεση Απαίτησης στις 9.7.14 και η Υπεράσπιση των Αιτητών στις 10.12.14 . Μετά την συμπλήρωση των Δικογράφων από όλους τους Διαδίκους στις 30/4/2015, η αγωγή ορίστηκε κατ’ όπιν αιτήσεως για Οδηγίες δυνάμει της Διαταγής 30 στις 13.10.15 . Της εν λόγω ημερομηνίας προηγήθηκε καταχώρηση αίτησης για εκδίκαση προδικαστικού σημείου από μέρους των Αιτητών η οποία και απορρίφθηκε στις 26/4/2016 .Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης στις 21.9.16.

 

 

Νομικές Αρχές

 

Σχετική για τροποποιήσεις δικογράφων είναι η Διαταγή 25, θεσμός 1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων απασχολεί τα Δικαστήρια εδώ και δεκαετίες με αποτέλεσμα η σχετική επί του θέματος νομολογία να είναι πλούσια και οι εφαρμοστέες αρχές πλήρως αποκρυσταλλωμένες.

 

Οι αρχές τις νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως:

 

1.    Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation (1989) 1Ε 33 σελ 36 -37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, (2011) 1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012).

 

2.    Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω).

 

3.    Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά (1992) 1 ΑΑΔ 704 σελ 707).

 

4.    Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας και είναι ευρέως νομολογημένο ότι αιτήσεις τροποποίησης δεν υπόκεινται σε χρονικό περιορισμό.(βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co. (1993) 1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014).

 

5.    Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents (1994) 1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).

 

6.    Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou (1980) 1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).

 

7.    Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω).

 

8.    Η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou (1985) 1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).

 

9.    Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560).

 

10. Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ’ εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Περαιτέρω και ειδικότερα σε σχέση με Αιτήσεις τροποποίησης Υπεράσπισης, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Παφίτης και Υιοί Λτδ ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 745 ανέφερε ότι η προσθήκη νέων υπερασπίσεων δεν έχει την ίδια δυναμική με την προσθήκη νέων βάσεων αγωγής εντελώς διαφορετικών από τις αρχικές κατι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα.

 

 

11. Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ’ ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH, και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD (2002) 1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v.  Σιακόλα (1999) 1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου (1992) 1 ΑΑΔ 111).

 

12. Οι πιο πάνω αρχές αυτές επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Εφετείου Πολιτική Έφεση 51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν –ν- Ταμείου Πρόνοιας του Προσωπικού της MARFIN Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών (11/2/2016)

 

«Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων.  Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία.  Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας, επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.  Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης.»

 

 

 

Η παρούσα Αίτηση

 

Στην ουσία η Ένσταση του Καθ’ου η Αίτηση χωρίζεται σε 2 πυλώνες που άπτονται ο μεν πρώτος το θέμα της καθυστέρησης τον οποίο ανάγει σε κακοπιστία και κατάχρηση της διαδικασίας και ο δεύτερος στην εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης.

 

Ξεκινώντας από τον πρώτο πυλώνα της Ένστασης το θέμα της καθυστέρησης, προγενέστερης γνώσης, της αργοπορίας και καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης (λόγοι ένστασης 1,2,3,4,6, και 8) κρίνω ότι  τα δεδομένα και οι παράμετροι της υπόθεσης η οποία αφορά δικαστικώς πρωτότυπα ζητήματα επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελος των Αιτητών και να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι το μεγαλύτερο μέρος καθυστέρησης στην ολοκλήρωση των δικογράφων παρατηρήθηκε από πλευράς του Ενάγοντα ο οποίος κατέθεσε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 20/11/12 και έκθεση απαίτησης σχεδόν 2 χρόνια αργότερα στις 9/7/2014. Χωρίς την λήψη οποιουδήποτε μέτρου από την πλευρά του Ενάγοντα οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την Έκθεση Υπεράσπισης τους στις 10/12/2014. Ακολούθησε η καταχώρηση των Υπερασπίσεων των υπόλοιπων Εναγομένων και τα δικόγραφα ολοκληρώθηκαν μόλις στις 30/4/2015.  Η καθυστέρηση συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30(2) του Συντάγματος για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εδώ, σε μια αγωγή του 2012 χρειάστηκαν περι των τριών ετών για την συμπλήρωση της Δικογραφίας με μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης για την καθυστέρηση να βαραίνει τον Καθ’ού η Αίτηση. Η ακρόαση δεν έχει αρχίσει, ούτε έχουν διαμορφωθεί, διαδικαστικά τετελεσμένα που να δημιουργούν ανεπανόρθωτη ή επιβλαβή εκτροπή ή γενικά να προκαλούν αδικία για την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης.

 

Επί του σημείου τούτου, ανατρέχοντας στην νομολογία εντόπισα την υπόθεση Kettenman and Othersv-Hansel Properties Ltd and Others (1987) 2 W.L.R.312, όπου το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία δεν επιτράπηκε η τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στην εν λόγω περίπτωση, ομοίως με την Παρούσα οι Εναγόμενοι αιτούντο τροποποίησης της Υπεράσπισης τους για να συμπεριλάβουν ισχυρισμό περί παραγραφής του αγωγιμου δικαιώματος. Στην Kettenman (βλ. πιο πάνω) η αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης έγινε κατά την διάρκεια των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ακουστεί όλη η μαρτυρία. Στην Kettenman (βλ. πιο πάνω) η αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης έγινε κατά την διάρκεια των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ακουστεί όλη η μαρτυρία. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα Τροποποίησης καταλήγοντας ότι σε περίπτωση που επιτύγχανε η αίτηση θα επέτρεπε την δημιουργία μιας νέας γραμμής Υπεράσπισης , δίνοντας με αυτό τον τρόπο, άδικο πλεονέκτημα στην πλευρά των Εναγόμενων μετά τη ολοκλήρωση της μαρτυρίας. Δεν μπορεί να υπάρξει συσχετισμός μεταξύ του χρονικού σημείου, το οποίο τονίζεται ότι ήταν και ο μόνος λόγος απόρριψης της αίτησης, στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση στην υπόθεση Kettenman (βλ.πιο πάνω), τουτέστιν το στάδιο των τελικών αγορεύσεων και του χρονικού σημείου που υποβάλλεται η παρούσα αίτηση, τουτέστιν πριν την έναρξη της Ακρόασης.

 

 

    

Ομοίως, ακόμα και αν η Αίτηση θα μπορούσε να καταχωρηθεί λίγο νωρίτερα, η μικρή αργοπορία που παρατηρείται στην καθυστέρηση της υποβολής της αίτησης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναδειχθεί σε κακή πίστη , ούτε και να αποδοθεί σε αλλότρια κίνητρα από μέρους των Αιτητών. Η ενδελεχής μελέτη των πολύπλοκων θεμάτων που έχουν προκύψει σε αγωγές τέτοιου τύπου για έκδοση και αγορά αξιογράφων και τα πρωτότυπα θέματα που αναφύονται μέσα από αυτές, μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στην χειρότερη περίπτωση που οι συνήγοροι των Αιτητών κριθούν ως «αμελείς» στην προώθηση της αίτησης , σε συγχώρεση του ολισθήματος υπό το φως  της επικρατούσας, φιλελεύθερης νομολογίας.

 

Ο δεύτερος πυλώνας ένστασης, αφορά την κατ' ισχυρισμό δημιουργία ή εισαγωγή νέας βάσης Υπεράσπισης  εμπεριέχεται, ουσιαστικά, στους λόγους ένστασης 7  και 9. Κατ' αρχάς ξεκαθαρίζω, ότι, δεν απαγορεύεται με τροποποίηση, η επέκταση, διεύρυνση ή ακόμα και η εισαγωγή συναφούς ή συναρτώμενης βάσης αγωγής ή νέας βάσης υπεράσπισης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την αιτούμενη τροποποίηση διευρύνεται η βάση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Αιτητών  με την προσθήκη ενός νέου ισχυρισμού περί παραγραφής, ο οποίος αναμφίβολα, θα επιφέρει επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων.

 

Όπως είναι νομολογημένο, η προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης δεν έχει την ίδια δυναμική με την προσθήκη νέας βάσης αγωγής, εφόσον ο Ενάγοντας έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς με την Απάντηση του στην Υπεράσπιση (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (πιο πάνω).   Όμως, ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή απαίτησης, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (Χρίστου ν. Αζά (πιο πάνω). 

 

Δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι η προσθήκη των νέων ισχυρισμών  θα οδηγήσει στον εκτροχιασμό της υπόθεσης από την προσδιορισθείσα πορεία και θα προκαλέσει σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του Καθ' ου η Αίτηση.  Επισημαίνω για δεύτερη φορά ότι ακόμα δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής.  Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι θα προκληθεί αδικία και τέτοια βλάβη στον Καθ' ου η Αίτηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.  Χωρίς να παραγνωρίζω ότι η αποδοχή της αιτούμενης τροποποιήσης θα προκαλέσει κάποια καθυστέρηση στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εντούτοις δεν θα συμφωνούσα ότι θα επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης.  

 

Στην Έκθεση Απαίτησης ο Καθ’ού η Αίτηση αναφέρεται σε ζημιά που υπέστηκε ένεκα των πράξεων και παραλείψεων των Αιτητών. Δηλαδή, το αγώγιμο του δικαίωμα, δεν αφορά αυτές καθ' αυτές τις πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται στους Αιτητές αλλά τη ζημιά που υπέστηκε ο Καθ’ού η Αίτηση , συνεπεία των εν λόγω πράξεων και παραλείψεων. Ο Καθ’ού η αίτηση αν και αναφέρεται στον χρόνο έκδοσης και αγοράς αξιογράφων δεν προσδιορίζει με οποιονδήποτε τρόπο το χρονικό πλαίσιο των πράξεων και παραλείψεων των Αιτητών. Η αναφορά του Καθ’ού η Αίτηση, σε πράξεις και παραλείψεις των Αιτητών, προβάλλονται για να καταδείξουν το υπόβαθρο που επέτρεψε στην Εναγομένη 1, να τον εξαπατήσει. Με άλλα λόγια, οι πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται στους Αιτητές «άνοιξαν την κερκόπορτα» στην Εναγομένη 1 για τις δικές της, δόλιες ενέργειες. Παρα ταύτα,  η  εισαγωγή ισχυρισμού περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Καθ’ού η Αίτηση εναντίον των Αιτητών δεν μπορεί να αποκλειστεί , πόσο μάλλον να αποκλεισθεί εκ προοιμίου και κατά τρόπο καταλυτικό για την άσκηση των νόμιμων και συνταγματικών δικαιωμάτων των Αιτητών αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί να εγείρει αυτεπάγγελτα το θέμα της παραγραφής εάν αυτό δεν εγείρεται στα Δικόγραφα.

 

Όλα τα πιο πάνω κλείνουν την πλάστιγγα υπέρ της έγκρισης του Αιτήματος αφού οι καταλυτικές συνέπειες που ενδεχομένως να έχει η μη έγκριση του Αιτηματος για του Αιτητές είναι τέτοιας φύσεως που δεν μπορούν να παραγνωριστούν.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι, η Αίτηση, θα πρέπει να εγκριθεί και να επιτραπεί η τροποποίηση.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει.

 

Με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα το θέμα των Εξόδων ενόψει της άτυπης πρακτικής που υπάρχει, σε τέτοιες Αιτήσεις ο Καθ΄ ου η Αίτηση να δικαιούνται να λαμβάνει όλα τα Έξοδα ανεξάρτητα από του εάν δέχεται ή ενίσταται στην Αίτηση, από το εάν διεξάγεται ακρόαση ή όχι.

 

Η δική μου άποψη είναι ότι, αφής στιγμής καταχωριστεί Ένσταση, διεξαχθεί ακρόαση και η Αίτηση εγκριθεί, η επιτυχία αυτή της Αίτησης κατά κανόνα σημαίνει ότι οι Αιτητές πρέπει να δικαιούνται στα Έξοδα της διαδικασίας.  Τα υπόλοιπα όμως έξοδα τα οποία αναγκαστικά θα δημιουργηθούν λόγω της καταχώρισης της Αίτησης είναι Έξοδα που σε όλες τις περιπτώσεις τα δικαιούνται ο Καθ΄ ου η Αίτηση αφού δημιουργήθηκαν από ενέργειες των Αιτητών και χωρίς οιαδήποτε υπαιτιότητα του Καθ΄ ου η Αίτηση.

 

Γι΄ αυτό πιστεύω ότι, το Δικαστήριο πριν από την έκδοση της διαταγής για έξοδα, θα πρέπει να εξετάζει όλους τους σχετικούς παράγοντες (λόγους επιτυχίας της Αίτησης, δικαιολογημένο της Ένστασης, καθυστέρηση, κλπ).

 

Στην παρούσα περίπτωση έχω καταλήξει ότι, εφόσον η Αίτηση εγκρίνεται και όλοι οι λόγοι Ένστασης έχουν απορριφθεί, οι Αιτητές δικαιούνται στα Έξοδα τα οποία δημιουργήθηκαν από την ημερομηνία καταχώρισης της Ένστασης μέχρι σήμερα, ημερομηνία εκφώνησης της Ενδιάμεσης Απόφασης.  Τα υπόλοιπα έξοδα τα δικαιούται ο Καθ’ού η Αίτηση.

 

Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τροποποιημένη Απάντηση να ακολουθήσει εντός 15 ημερών από την αντίστοιχη παράδοση στον Καθ’ού η Αίτηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης.     

 

Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ου η Αίτηση / Ενάγοντα και εναντίον των Αιτητών- Εναγόμενων 8 και θα είναι εισπραχθέντα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή.   

 

Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης ημερομηνίας από την ημερομηνία καταχώρησης Ένστασης μέχρι και την ημερομηνία εκφώνησης της ενδιάμεσης απόφασης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών- Εναγόμενων 8 και εναντίον των του Καθ’ου η Αίτηση / Ενάγοντα και θα είναι εισπραχθέντα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή

 

 

(Υπ). ………………………………………..

                                                                 Ε. Ευθυμίου – Ανδρέου, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 



[1] 1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο