ECLI:CY:EDLEF:2018:A153
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1931/2011
Μεταξύ:
ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα MILAD MOULAZEM FAHID KALDAS, από τη Λεμεσό
Ενάγοντας
και
AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY, από τη Λευκωσία
Εναγόμενοι
Ημερομηνία: 5.3.2018
Αίτηση του ενάγοντα ημερομηνίας 15.12.2017 για τροποποίηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση
Για τον Αιτητή: κα Στ. Ηλιάδου για κ.κ. Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Φλουρέντζου για κ.κ. Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Milad Mouzalem Fahim Kaldas αξιώνει εναντίον των εναγομένων οι οποίοι είναι ασφαλιστική εταιρεία, το ποσό των €56.383,85 ως ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση θανάτου. Υπάρχει ισχυρισμός ότι ο ως άνω αναφερόμενος έχασε τη ζωή του στις 9.7.2004 συνεπεία τραυματισμού από βολίδες πυροβόλου όπλου και πως οι εναγόμενοι παραβαίνοντας τους όρους του Ασφαλιστικού Συμβολαίου που ο ως άνω αποβιώσας διατηρούσε με αυτούς παραλείπουν να καταβάλουν το ποσό το οποίο νόμιμα διεκδικείται από τον ενάγοντα ως διαχειριστή της περιουσίας του.
Πριν να ξεκινήσει η ακρόαση της παρούσας αγωγής ο ενάγων καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτείται:
1. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση του εναγομένου ως ακολούθως:
Διά της προσθήκης ως υποπαραγράφου 3 (ε) της ακόλουθης:
«Ο ενάγοντας ανεξάρτητα και/ή άνευ βλάβης των πιο πάνω αναφέρει ότι ο όρος 14 του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου Προσωπικών Ατυχημάτων υπ’ αριθμό 10471445 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση ως άκυρος γιατί:
α) αντίκειται στο άρθρο 30 (3) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθότι περιορίζει απόλυτα το δικαίωμα πρόσβασης του Ενάγοντα στο δικαστήριο με την παρέλευση και μόνο της προθεσμίας τριών ετών από το χρόνο κατά τον οποίον γραπτή απόδειξη απώλειας απαιτείται να υποβληθεί στους Εναγομένους.
β) αντίκειται στο άρθρο 28 (1) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 καθότι περιορίζει την προθεσμία της επιβολής των δικαιωμάτων του Ενάγοντα σε σχέση με το ως άνω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο μέσω των συνήθων δικαστικών διαδικασιών.
γ) Αντίκειται στον Περί Παραγραφής Αγωγών Νόμο Κεφ. 15 καθότι δεν πρόκειται για συμφωνηθείσα παραίτηση αλλά για παραγραφή έξω από τα πλαίσια του εν λόγω Νόμου».
Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.48 ΘΘ.1–4, 8 και 9, Δ.19, Δ.20 και Δ.64, επί της Πρακτικής και των Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Χαραλαμπίδη από τη Λεμεσό και μεταξύ άλλων, έχουν ως εξής: Κατά την προετοιμασία της γραπτής του δήλωσης και μελετώντας την δικογραφία της υπόθεσης διαπίστωσε ότι η προδικαστική ένσταση των Εναγομένων ως αυτή περιέχεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισής τους δεν απαντήθηκε πλήρως. Συγκεκριμένα δεν απαντήθηκε στην ολότητα του ο ισχυρισμός ότι η οποιαδήποτε απαίτηση και/ή αξίωση του ενάγοντα στη βάση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου Προσωπικών Ατυχημάτων υπ’ αριθμό 10471455, ημερ. 10.3.1992 είχε παραγραφεί και/ή δεν μπορεί να προχωρήσει δικαστικά αφού σύμφωνα με τον όρο 14 του Μέρους IV του εν λόγω συμβολαίου έχει παρέλθει χρόνος πέραν των 3 ετών από τις 9.7.2004 που ο ασφαλισμένος Milad Mouzalem Fahim Kaldas έχασε τη ζωή του. Είναι η θέση του ότι ο εν λόγω όρος είναι άκυρος και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων καθότι: α) αντίκειται στο άρθρο 30 (3) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθότι περιορίζει απόλυτα το δικαίωμα πρόσβασης του Ενάγοντα στο δικαστήριο με την παρέλευση και μόνο της προθεσμίας τριών ετών από το χρόνο κατά τον οποίον γραπτή απόδειξη απώλειας απαιτείται να υποβληθεί στους Εναγομένους, β) αντίκειται στο άρθρο 28 (1) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 καθότι περιορίζει την προθεσμία της επιβολής των δικαιωμάτων του Ενάγοντα σε σχέση με το ως άνω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο μέσω των συνήθων δικαστικών διαδικασιών και γ) αντίκειται στον Περί Παραγραφής Αγωγών Νόμο Κεφ. 15 καθότι δεν πρόκειται για συμφωνηθείσα παραίτηση αλλά για παραγραφή έξω από τα πλαίσια του εν λόγω Νόμου. Είναι η θέση του ότι ενόψει και της νομολογημένης αρχής ότι η μαρτυρία που δίδεται στο Δικαστήριο και νομικά σημεία που στηρίζουν την υπόθεση ενός διαδίκου μέρους πρέπει να βασίζονται και να συμφωνούν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, ειδάλλως είναι απορριπτέα, πολύ δε περισσότερο, όταν εγείρονται ζητήματα αντισυνταγματικότητας, ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης ήταν αναγκαία. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία και υποβάλλεται για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με τον πρέποντα τρόπο και τη δέουσα επάρκεια τα αληθή γεγονότα και νομικά σημεία και δεν θα επηρεάσει κεκτημένα δικαιώματα των εναγομένων, ούτε θα επιφέρει σε αυτούς οποιαδήποτε ζημιά η οποία να μην μπορεί να ικανοποιηθεί με σχετική διαταγή για τα έξοδα. Ισχυρίζεται τέλος ότι σε περίπτωση που η αιτούμενη τροποποίηση δεν εγκριθεί θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι κατά την ακρόαση θα είναι αδύνατο να απαντηθεί η θέση των εναγομένων για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος με αποτέλεσμα η αξίωσή του να τίθεται σε άμεσο κίνδυνο απόρριψης.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση προβάλλοντας 12 συνολικά λόγους ισχυριζόμενοι μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για τροποποίηση δικογράφων, η αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, σχεδόν 7 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενώ αυτή είχε οριστεί 13 φορές για ακρόαση χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση, τα όσα επιχειρεί ο ενάγων να εισαγάγει στο δικόγραφό του τα γνώριζε εδώ και χρόνια και συγκεκριμένα είχαν τεθεί υπόψη του με την Υπεράσπιση των εναγομένων από τις 18.5.2011, οι ισχυρισμοί και οι θέσεις που επιχειρούνται να εισαχθούν αποτελούν νομικούς ισχυρισμούς οι οποίοι αναφύονται από το Σύνταγμα, τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 και τον περί Παραγραφής Αγωγών Νόμο Κεφ. 15 οι οποίοι ήταν εν γνώσει και υπόψη του δικηγόρου του ενάγοντα κατά τη σύνταξη και ετοιμασίας της Απάντησης του εδώ και χρόνια. Προβάλλονται επίσης ως λόγοι ένστασης ότι η τροποποίηση συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, με την τροποποίηση θα επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματά τους καθότι θα εισαχθούν νέα θέματα και θα εγερθούν νέοι ισχυρισμοί, τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει χρονοβόρες συνέπειες και θα περιπλέξει αχρείαστα τα επίδικα θέματα, η τροποποίηση δεν είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και δεν αποσκοπεί στον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και δεν θα χρησιμεύσει για την εκδίκαση των πραγματικών θεμάτων που είναι υπό αμφισβήτηση και είναι αχρείαστη γιατί όπως είναι τα δικόγραφα, το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί όλων των επίδικων θεμάτων καθώς και της προδικαστικής ένστασης των εναγομένων και θα πληγεί το συνταγματικό τους δικαίωμα σε έγκαιρη και γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσής τους.
Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 ΘΘ. 1-5, Δ.48 ΘΘ. 1–4, 8 & 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στην πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Γιαννακού από τη Λευκωσία, η οποία δηλώνει ότι είναι δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη καθότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, όχι για 1η αλλά για 12η φορά. Εξ όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους της ενάγουσας η αίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού μοναδικός σκοπός της είναι η καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας αγωγή και σε περίπτωση που η τροποποίηση εγκριθεί θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός και πρόκληση αδικίας στην ενάγουσα. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι και δεν καθίσταται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και σε περίπτωση έγκρισής της θα προκληθεί ζημιά και αδικία στην ενάγουσα η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.
Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει την αντεξέταση των προσώπων που υπέγραψαν τις ένορκης δηλώσεις και οι συνήγοροι των μερών προώθησαν ο καθένας τη θέση του αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία.
NOMIKH ΠΤΥΧΗ
Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων ρυθμίζεται από τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ανήκει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους θα θεωρείτο δίκαιο (Φοινιώτης ν. Greenmare Navigation Ltd, (1989) 1 (E) Α.Α.Δ. 33). Οι αρχές που διέπουν το θέμα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (i) η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, (ii) στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται σε κάθε περίπτωση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, (iii) η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα και (iv) η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.
Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη (1991) 1 Α.Α.Δ 934 στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής:
«Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα».
Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730 – 731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι:
«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης».
Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 A.A.Δ. 426:
«Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή».
Περαιτέρω στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων.
Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω), εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης, είναι επιτρεπτή.
Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., (2007) 1 Α.Α.Δ. 1005 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ’ έφεση:
«Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγον είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων».
Στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.ά. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:
«Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου, (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου, (1995) 1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G.Leventisκ.ά., (1993) 1 Α.Α.Δ. 726, SABA&Co. (T.M.P.) Agents, (1994) 1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά., (2007) 1 Α.Α.Δ. 1005)».
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Από τον δικαστικό φάκελο στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει (Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2), 1999 1 Α.Α.Δ. 1938) προκύπτει ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη απαίτηση του ενάγοντα έχει παραγραφεί και κάνουν ειδική αναφορά σε συγκεκριμένο όρο του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ο ενάγων με την παράγραφο 3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση που καταχώρησε αρνείται τον ισχυρισμό περί παραγραφής και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ακόμα και στην περίπτωση που ίσχυε οποιαδήποτε παραγραφή, το χρονικό περιθώριο των 3 ετών που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο έγγραφο δεν ισχύει από τη μέρα που το ως άνω πρόσωπο απεβίωσε αλλά άρχεται από την ημέρα την οποία ο ενάγων ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος και περιήλθε εις γνώση του ο θάνατός του, η οποία ήταν εντός του προαναφερόμενου χρονικού ορίου.
Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και IKOS CIF LTD (πιο πάνω) η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις και ότι ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Η αιτούμενη τροποποίηση κρίνω πως υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαία καθότι με αυτή θα είναι δυνατή η εκδίκαση όλων των θεμάτων που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων και θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι θέσεις των διαδίκων και κυρίως με αυτή ο ενάγων θα εξειδικεύσει ακόμη περισσότερο τους λόγους για τους οποίους ο όρος του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αφορά την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματός του, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, είναι παράνομος και αντισυνταγματικός. Δεν παραβλέπω ότι η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες πριν υποβληθεί το αίτημα για τροποποίηση και η ανάγκη για τροποποίηση ίσως να μπορούσε να είχε εντοπιστεί νωρίτερα. Ακόμα όμως και σε αυτή την περίπτωση και με δεδομένο ότι η αίτηση υποβλήθηκε προτού ξεκινήσει η ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης, κρίνω ότι η τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους εναγόμενους η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, αφού μέχρι στιγμής καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Αναφορικά με το θέμα των εξόδων είναι νομολογημένο ότι η επιδίκασή τους αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389 η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477, ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα προκαλεί εκτροπή που συνεπάγεται δαπάνη. Αυτή θα την επωμισθεί ως θέμα αρχής ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση, έστω και αν η αίτηση πέτυχε, δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα του ενάγοντα να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης που οδήγησε την υπόθεση στην εκτροπή. Κρίνω ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις δικαιολογείται η παρέκκλιση από τον συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων εφόσον η γενεσιουργός αιτία της εκτροπής και της δημιουργίας εξόδων ήταν η καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων – Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.
Η τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση (και όχι Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, όπως εκ παραδρομής αναγράφηκε στην επίδικη αίτηση αφού δεν καταχωρήθηκε Ανταπαίτηση) να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος.
(Υπ.) ………………………..
Γιώργος Χρ. Φούλιας
Επαρχιακός Δικαστής
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ