ECLI:CY:EDLEF:2018:A176

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ.                                                                                                       

Αρ. Αίτησης: 328/2013

 

ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113, Άρθρα 209, 211(ε), 211(στ), 212(β), 213 και 214

και

 

ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ HEROTEN HOLDINGS LTD, εκ Αγίου Παύλου αρ. 15, Ledra House, Άγιος Ανδρέας, Τ.Κ. 1105, Λευκωσία, Κύπρος

 

--------------------------------------------------------------------------------------

 

Ημερομηνία: 21.3.2018

 

Αίτηση υπό: ΟΡΕΝ JOINTSTOCK COMPANY Promsvyazbank, 10/22, Smirnovskayastr., Μόσχα, Ρωσία, 109052 για τροποποίηση Αίτησης Εκκαθάρισης

 

Για την Αιτήτρια: κ. Σώτος Κάσσινος

Για την Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Χριστόδουλος Κατσούρης

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ – Η ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ

Στις 10.5.2013 η Εταιρεία ΟΡΕΝ JOINT-STOCK COMPANY Promsvyazbank καταχώρησε αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας HEROTEN HOLDINGS LIMITED. Το αίτημα εδράζεται σε ισχυρισμό για χρέος για το ποσό των $4.362.929,78 Δολαρίων Η.Π.Α. πλέον ποσό 200.000 Ρωσικά Ρούβλια ως έξοδα δυνάμει απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας. Η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση, με σχετικό Διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αίτηση υπ’ αριθμό 546/2013 αναγνωρίστηκε, εγγράφηκε και δόθηκε άδεια για εκτέλεσή της στην Κύπρο. Είναι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας εταιρείας ότι στις 12.4.2013 επιδόθηκε επιστολή στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ’ ης η αίτηση με την οποία αυτή καλείτο να καταβάλει προς την αιτήτρια το ως άνω χρέος της εντός 21 ημερών, χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση εκ μέρους της και το εν λόγω ποσό παραμένει απλήρωτο. Ενόψει τούτου η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση λογίζεται ως ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο. Με την εν λόγω αίτηση και συγκεκριμένα με την παράγραφο 20 η Αιτήτρια εξαιτείται τα ακόλουθα:

 

(Α) Όπως η Καθ’ ης η Αίτηση εκκαθαριστεί και/ή διαλυθεί από το Δικαστήριο σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο ΚΕΦ. 113 και ειδικότερα σύμφωνα με τα Άρθρα 209, 211(ε), 211(στ), 212(β), 213 και 214.

 

(Β) Διαζευκτικά, όπως εκδοθεί οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.

 

(Γ) Όπως τα έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης της παρούσας αίτησης επιδικαστούν προς όφελος των Αιτητών.

 

Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κας Έλενας Ρήγα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση εταιρεία στις 25.10.2013 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση εκκαθάρισης ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο Νόμος και οι Κανονισμοί, δεν είναι ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της και ότι η αίτηση εκκαθάρισης αποτελεί καταχρηστικό και/ή καταπιεστικό διάβημα.

 

Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ

Στις 14.11.2017 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση με την οποία η Αιτήτρια Open Joint-Stock Company Promsvyazbank, αιτείται τα ακόλουθα:

 

Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της αίτησης ημερομηνίας 10.5.2013 ως προς την παράγραφο 20, αιτητικό (Α), αντικαθιστώντας τη φράση «212(β)» με τη φράση «212(α)».

 

Β. Οιανδήποτε και/ή άλλη θεραπεία που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις.

 

Γ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α.

 

Η αίτηση αυτή βασίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.25 θθ.1-6, Δ.48 Θ. 1-7, 9, στους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς (396/1944) άρθρο 3, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρο 212(α), 214, 372Α, στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς 1933 Καν.92, στην επί του θέματος νομολογία και στη σύμφυτη και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η επίδικη αίτηση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση της κας Αργυρώς Αγκαστινιώτη ημερομηνίας 14.11.2017 στην οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: Είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., το οποίο εκπροσωπεί την Αιτήτρια και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια «PROMSVYAZBANK JOINT STOCK COMPANY», εκ Ρωσίας να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό της λόγω του ότι οι εκπρόσωποι της Αιτήτριας που χειρίζονται το ζήτημα αυτό διαμένουν και εργάζονται μόνιμα στη Ρωσία όπου εδρεύει η Αιτήτρια. Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά, από ανάγνωση του φακέλου της υπόθεσης και από ενημέρωση που έλαβε από την Αιτήτρια καθώς επίσης και από τους Δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα. Αναφέρει δε, την πηγή γνώσης της για γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση. Όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, η Αίτηση ημερομηνίας 10.5.2013 η οποία αφορά αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας είναι επιδεκτική τροποποίησης, βάσει της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εξ όσων αληθώς πιστεύει, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία και απαραίτητη έτσι ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε αβεβαιότητα στο Δικαστήριο αλλά και στην άλλη πλευρά ως προς την πραγματική νομική βάση της Αίτησης Εκκαθάρισης και έτσι ώστε να συνάδει η νομική βάση δυνάμει της οποίας επιδιώκεται η αιτούμενη θεραπεία με τα γεγονότα ως αυτά εκτίθενται στην Αίτηση Εκκαθάρισης. Συγκεκριμένα, προκύπτει ξεκάθαρα από τα γεγονότα που εκτίθενται στην Αίτηση Εκκαθάρισης, ότι η σχετική πρόνοια που επιτρέπει την έκδοση του αιτούμενων Διαταγμάτων είναι το άρθρο 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Ισχυρίζεται επίσης ότι η Αιτήτρια έχει ήδη εκθέσει στην Αίτηση ημερομηνίας 10.5.2013 τα σχετικά γεγονότα τα οποία ξεκάθαρα αντιστοιχούν στη σειρά προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 212(α) κι όχι το 212(β), για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος εκκαθάρισης. Ως εκ των ανωτέρω, το υπόβαθρο γεγονότων που στοιχειοθετούν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, δυνάμει του άρθρου 212(α) εξ αρχής τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την Αίτηση Εκκαθάρισης. Αληθώς πιστεύει ότι, μέσω της αιτούμενης τροποποίησης η Αιτήτρια δεν επιχειρεί να εισαγάγει νέα βάση της αίτησης, ούτε νέα γεγονότα, ούτε επιδιώκει επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, τα οποία έχουν ήδη προσδιοριστεί με την Αίτηση Εκκαθάρισης και τα οποία θα παραμείνουν ως έχουν. Συνεπώς θεωρεί ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης, δεν θα συνεπάγεται οποιαδήποτε αλλαγή στα πραγματικά γεγονότα της Αίτησης Εκκαθάρισης τα οποία έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως την πληροφορούν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, εξ αρχής η αιτούμενη θεραπεία στηριζόταν στο εδάφιο (α) του άρθρου 212 και όχι στο εδάφιο (β), η επίκληση του οποίου οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος, το οποίο εκ παραδρομής δεν έγινε αντιληπτό κατά την εκτύπωση της Αίτησης Εκκαθάρισης και το οποίο ξεκάθαρα είναι ένα καλόπιστο και αθώο λάθος. Πιστεύει ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε καθυστέρηση της διαδικασίας, ούτε οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν ενδεχομένως προκληθεί οποιαδήποτε ταλαιπωρία στην άλλη πλευρά, αυτή θα μπορεί να αποκατασταθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα. Περαιτέρω, όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, η παρούσα αίτηση προωθείται στο παρόν στάδιο, επειδή στο παρελθόν την υπόθεση χειριζόταν άλλη δικηγόρος η οποία δεν εργάζεται πλέον στο γραφείο τους και μόλις την ανέλαβε άλλος δικηγόρος ο οποίος θεώρησε αναγκαία την καταχώριση της παρούσας αίτησης τροποποίησης. Εξ όσων πιστεύει, είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα τροποποίησης ούτως ώστε να προχωρήσει η διαδικασία στην ορθή νομική βάση σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία και να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών.

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση εταιρεία καταχώρησε ένσταση στην επίδικη αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

1.    Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αλλάζουν καθ’ ολοκληρίαν τη νομική βάση της αίτησης (petition) και εισάγεται νέα βάση αγωγής εντελώς διαφορετική από την αρχική.

2.    Η αίτηση των αιτητών έχει καταχωρηθεί σε πολύ καθυστερημένο στάδιο χωρίς καμία δικαιολογία και/ή η αίτηση αποτελεί προϊόν κακοπιστίας και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

3.    Η Δ.25 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται ρητώς σε τροποποίηση οπισθογράφησης ή δικογράφου (indorsement or pleading), επομένως δεν καλύπτει τις αιτήσεις τύπου petitions, όπως είναι η παρούσα αίτηση εκκαθάρισης.

4.    Δεν είναι δίκαιο, ούτε εύλογο όπως εκδοθεί διάταγμα τροποποίησης διότι τυχόν τροποποίηση της Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και θα καθυστερήσει την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης.

5.    Η κυρίως Αίτηση έχει ήδη δημοσιευθεί και τυχόν επιτυχία της παρούσας αίτησης θα συνεπάγεται εκ νέου δημοσίευση κάτι το οποίο θα προκαλέσει περαιτέρω ζημιά στη φήμη των Καθ’ ων η Αίτηση.

6.    Η παρούσα διαδικασία αποτελεί καταχρηστικό και/ή καταπιεστικό διάβημα και/ή μέτρο πίεσης με αλλότριο σκοπό και/ή γίνεται κακή τη πίστη (mala fide) των Αιτητών.

7.    Η αίτηση των Αιτητών έχει καταχωρηθεί σε πολύ καθυστερημένο στάδιο χωρίς καμία δικαιολογία και/ή η αίτηση αποτελεί προϊόν κακοπιστίας και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

8.    Η αίτηση υπό τις περιστάσεις είναι Νόμω και ουσία αστήρικτη και/ή οι Αιτητές κωλύονται στο να προχωρήσουν με την παρούσα διαδικασία και/ή η αίτηση δεν στηρίζεται στον Νόμο και/ή στο Σύνταγμα και/ή σε σχετικούς Κανονισμούς και/ή είναι Νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή οι Αιτητές ακολούθησαν εσφαλμένη και/ή μη ενδεδειγμένη και/ή μη στηριζόμενη στο Νόμο διαδικασία.

9.    Η αίτηση είναι αντίθετη προς την νομολογία, το πνεύμα του Νόμου και των σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και δεν βασίζεται στην καθιερωμένη Πρακτική του Δικαστηρίου.

10.                       Η αίτηση πλήττει τον σκοπό και την επιδίωξη του νόμου καθώς και τα δικαιώματα των καθ’ ων η αίτηση που προκύπτουν από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφορικά με την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.25, Δ.39 Θ. 2, Δ.48 Θ.1, 2, 3 και 4, Δ.54 Θ. 2 και Δ.55, επί του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 άρθρα 209(1), 211(ε) και (στ), 212, 213(1), στους περί Εταιρειών Κανονισμούς Κ.3, 4 και 8, στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς (1933-1938) Κ. 90(1) και 92, επί του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, στον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών άρθρο 6, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί με τα Πρωτόκολλα No. 11 και No. 14, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Σύμφυτου Εξουσίας των Δικαστηρίων.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Χρίστου η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είναι μια εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και γνωρίζει τα γεγονότα που την αφορούν και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη όπως προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Η αίτηση των αιτητών για τροποποίηση της νομικής βάσης της αίτησης αποτελεί στην ουσία πλήρη αντικατάσταση της αρχικής βάσης της αίτησης και όχι απλή προσθήκη λεπτομερειών. Το άρθρο 212 του Κεφ. 113 δεν είναι αυτοτελές αλλά εξειδικεύει το άρθρο 211. Ο προσδιορισμός στην κύρια Αίτηση σε ποια από τις 3 περιπτώσεις που προνοούνται στο άρθρο 212 πρόκειται να βασιστεί η Αίτηση είναι θεμελιώδης καθώς θέτει τις βάσεις πάνω στις οποίες θα εκδικαστεί η Αίτηση εκκαθάρισης και ταυτόχρονα καλούνται οι καθ’ ων η αίτηση να απαντήσουν πάνω σε αυτή τη βάση. Αυτό που επιζητείται είναι η άρση της νομικής βάσης και η αντικατάσταση της με άλλη. Εξ όσων πιστεύει η σημασία της ακριβούς επίκλησης εκάστης των περιπτώσεων του άρθρου 212 είναι υψίστης σημασίας καθώς η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο του Νόμου οδηγούν από μόνες τους σε κατάληξη τεκμηρίου περί αδυναμίας πληρωμής χρεών. Αυτό συνεπάγεται ότι η νομική πτυχή πάνω στην οποία το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφανθεί και οι Καθ’ ων η Αίτηση να απαντήσουν πρέπει να είναι αρκούντως καθορισμένη. Συνεπακόλουθα, οι αιτητές ζητούν δια της αιτήσεως τους την πλήρη υποκατάσταση του βάθρου της αίτησης και την ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης των, εν ολίγοις ζητούν να αντικαταστήσουν ολόκληρη την αίτηση με μια άλλη αίτηση που στηρίζεται σε εντελώς διαφορετική νομική βάση, γεγονός το οποίο αποτελεί πασιφανή κατάχρηση διαδικασίας. Με την αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει εντελώς η βάση της αίτησης και εισάγεται νέα βάση αίτησης εντελώς διαφορετική από την αρχική, γεγονός που συνεπάγεται τον εκτροχιασμό της αίτησης, τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων, και την εξ ολοκλήρου μεταβολή του χαρακτήρα της Ένστασης. Οι αιτητές όφειλαν να αποσύρουν πλήρως την παρούσα αίτηση Εκκαθάρισης και να επανέλθουν με νέα αίτηση επί τη βάση της νέας αξιώσεως των. Εν όψει των ανωτέρω πιστεύει ότι η αιτούμενη αίτηση είναι μια κλασσική περίπτωση επαναπροσδιορισμού βάσης αγωγής και όχι περίπτωση προσδιορισμού της ουσίας της Αίτησης και γι’ αυτό τον λόγο και μόνο η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η κα Χρίστου αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση των Αιτητών οι οποίοι αποδίδουν την επίκληση της εν λόγω νομικής βάσης ως καλόπιστο τυπογραφικό ή αθώο λάθος και ισχυρίζεται ότι το θέμα της νομικής βάσης τέθηκε σε πολύ πρώιμο στάδιο με εκτενή αναφορά στην ένσταση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στις 25.10.2013. Συγκεκριμένα στην ένσταση τους οι αιτητές αναφέρουν ως τον δεύτερο λόγο ένστασης τους ότι αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή πάσχει η νομική της βάση και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Στο δε περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως οι παράγραφοι 9, 10 και 12(α) πραγματεύονταν ακριβώς τη νομική βάση που επέλεξαν οι αιτητές και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για να επιτύχει. Συνεπώς ζήτημα περί της νομικής βάσης της Αίτησης Εκκαθάρισης και συγκεκριμένα η επιλογή της συγκεκριμένης υποπαραγράφου του άρθρου 212 τέθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και ήταν γνωστό στους αιτητές από τον Οκτώβριο του 2013, ήτοι 4 χρόνια πριν την καταχώριση της παρούσης. Από τα ως άνω προκύπτει αβίαστα, ισχυρίζεται περαιτέρω η κα Χρίστου, ότι η νομική βάση που επελέγη από τους αιτητές ήταν συνειδητώς η παρούσα και όχι εκ παραδρομής κάποια άλλη και ως εκ τούτου η αίτηση δε γίνεται με γνήσια πρόθεση προώθησης της κυρίως αίτησης στην ορθή της βάση αλλά αποτελεί προϊόν δευτέρων σκέψεων και κακής πίστης. Ως πιστεύει και ως πληροφορείται το γεγονός ότι τα ως άνω ήταν εν γνώση των αιτητών από τον Οκτώβριο του 2013 αλλά και η εκ των υστέρων στάση των αιτητών καθιστά την παρούσα αίτηση καταχρηστικό διάβημα νοουμένου ότι έχει επιδειχθεί ασύγγνωστη και πλήρως αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της. Ως λαμβάνει πληροφόρησης από τους καθ’ ων η αίτηση, οι αιτητές στις 9.12.2013 και 6 μήνες μετά την καταχώρηση της κυρίας Αίτησης επέδωσαν στην Αιτήτρια επιστολή (Τεκμήριο 1) ζητώντας πληρωμή του επίδικου ποσού, γεγονός το οποίο, κατά την κρίση των καθ’ ων η αίτηση επιβεβαιώνει ότι η παρούσα αίτηση δεν υπήρχε πρόθεση να προωθηθεί στη βάση του άρθρου 212 (α). Ως περαιτέρω πληροφορείται η απόπειρα των αιτητών όπως δικαιολογήσουν την καθυστέρηση που γίνεται στην παράγραφο 11 της Ενόρκου Δηλώσεως των είναι πλήρως ανεπαρκής. Σε κανένα σημείο της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση δεν αναφέρεται πότε ακριβώς προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση, πώς προέκυψε η ανάγκη αυτή και γιατί η υπό κρίση αίτηση δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα, ερωτήματα τα οποία θα έπρεπε να είχαν απαντηθεί προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση τις νομολογιακές αρχές. Επί της ουσίας η δήλωση ότι την προηγούμενη υπόθεση χειριζόταν δικηγόρος η οποία πλέον δεν εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων των αιτητών, δεν προσφέρει καμία απολύτως δικαιολογία. Ως αληθώς πιστεύει οι αιτητές δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή αλλά αντίθετα επέδειξαν αμέλεια, καθυστέρηση, βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία, γεγονός το οποίο καθιστά την παρούσα αίτηση καταχρηστική. Εξ όσων αληθώς πιστεύει τυχόν έγκριση της θα έχει ως αποτέλεσμα οι Καθ’ ων η αίτηση να υποστούν πραγματική και ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η εκκαθάριση εταιρείας λογίζεται ότι αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης (petition) στο Δικαστήριο. Ως πληροφορείται από τους καθ’ ων η αίτηση, η καθ’ ης η αίτηση εταιρεία αποτελεί σημαντικό μέρος μιας μεγάλης οργανωτικής δομής εταιρειών με πολλές δραστηριότητες σε διάφορους τομείς. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές καταχρώνται την δικαστική διαδικασία, αφού δημιουργείται καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης (petition) και καταστρατήγηση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου. Τυχόν έγκριση της αιτήσεως θα πλήξει άμεσα τους καθ’ ων η αίτηση με ανεπανόρθωτο τρόπο, καθ’ ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εγερθούν θέματα αναδημοσίευσης της Αιτήσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης γεγονός το οποίο θα επιφέρει περαιτέρω ζημιά στην ήδη τρωθείσα φήμη της Εταιρείας, ζημιές οι οποίες δύσκολα μπορεί να αποτιμηθούν αυτή τη στιγμή. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αίτηση της Αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν παρέχεται δυνατότητα τροποποίησης της Αίτησης Εκκαθάρισης. Εξ όσων πληροφορείται, η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται ρητώς σε τροποποίηση οπισθογράφησης ή δικογράφου (indorsement or pleading), επομένως δεν καλύπτει τις αιτήσεις τύπου petitions, όπως είναι η παρούσα αίτηση εκκαθάρισης και γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα πρέπει να επιτραπεί από το Δικαστήριο. Για τους ως άνω λόγους πιστεύει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της παρούσης αιτήσεως με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας, καθότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και κατάφωρη αδικία εναντίον των καθ’ ων η αίτηση η οποία δεν θα μπορούσε να καλυφθεί εκ των υστέρων με κανένα τρόπο.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ

Η επίδικη αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον Κ.3 του περί Εταιρειών Κανονισμών (394/1944) και στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση Κανονισμούς) 1933, Κ.92. Οι εν λόγω Κανονισμοί έχουν κατά σειρά ως ακολούθως:

 

«The Rules of Court for the time being in force relating to civil actions, and the general practice and procedure of the Courts in the Colony (or, in default of local provision, the practice and procedure observed by the Courts in England), shall apply as regards all proceedings in relation to applications to which these rules relate so far as may be practicable, except if and so far as the Law or these rules otherwise provide».

 

«Όπου σ’ αυτούς τους κανονισμούς δεν γίνεται πρόνοια σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα που εγείρεται σε διαδικασία εκκαθάρισης, οι κανονισμοί του Δικαστηρίου που διέπουν τις πολιτικές διαδικασίες (περιλαμβανομένων των Κανονισμών Πτώχευσης) θα εφαρμόζονται για το τοιούτο ζήτημα στην έκταση που δεν θα αντίκειται με αυτούς τους κανονισμούς».

 

Η Καθ’ ης η αίτηση εταιρεία ισχυρίζεται ότι η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν καλύπτει τις αιτήσεις τύπου petitions ως η παρούσα αίτηση εκκαθάρισης. Παρόμοιο θέμα εξέτασε και η Έντιμη Π.Ε.Δ. κα Εφραίμ στην Αίτηση Εταιρείας αρ. 693/2012 Ε.Δ. Λευκωσίας Αναφορικά με την εταιρεία Φάρμα Ρένος Χ’’Ιωάννου, ημερομηνίας 25.11.2015, στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα τα οποία υιοθετώ:

 

«Πράγματι η Δ.25 αναφέρεται σε τροποποίηση οπισθογράφησης ή δικογράφου («indorsement or pleading»). Αυτή όμως η αναφορά γίνεται ακριβώς επειδή οι Θεσμοί θεσπίστηκαν για να ρυθμίζουν τη διαδικασία πολιτικής φύσης. Ειδικότερα στις ερμηνευτικές διατάξεις της Δ.1 θ.2 δίδεται η ερμηνεία των όρων «αγωγή» και «εναρκτήρια αίτηση» («action» και «originating summons»). Ως εκ της φύσεως αλλά και του σκοπού τους οι Θεσμοί δεν ρυθμίζουν αιτήσεις εταιρειών για τις οποίες υπάρχει σχετικός Νόμος αλλά και Κανονισμοί, τόσο γενικοί αλλά και ειδικοί που αφορούν τις εκκαθαρίσεις εταιρειών.

Ήταν η θέση της δικηγόρου της Καθ’ ης ότι η Δ.25 δεν αφορά αιτήσεις εκκαθάρισης εταιρειών καθότι ο όρος «αγωγή» δεν περιλαμβάνει την αίτηση δι’ αναφοράς (petition) σε αντιπαραβολή με τη Δ.36 στην οποία γίνεται ρητή αναφορά σε αίτηση δι’ αναφοράς (petition). Ως εκ τούτου η ίδια διαπιστώνει κενό στους Θεσμούς το οποίο απολήγει στη μη ύπαρξη δικονομικής πρόνοιας η οποία να παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την τροποποίηση αιτήσεων εκκαθάρισης εταιρειών.

Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά έχει συμβεί είναι ότι οι περί Εταιρειών Κανονισμοί παραπέμπουν στην εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται σε αιτήσεις εταιρειών ή εκκαθάρισης εταιρειών σε όποιο βαθμό υπάρχει κενό στους πρώτους. Έτσι επιτυγχάνεται η ρύθμιση οποιουδήποτε δικονομικού ζητήματος με την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, χωρίς να συνιστά κώλυμα η μη ρητή αναφορά στους Θεσμούς σε αιτήσεις εταιρειών ή αιτήσεις εκκαθάρισης εταιρειών.

Αυτή η αντιμετώπιση βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση In Re Pelmaco Development Ltd (1991) 1 Α.Α.Δ. 246, στην οποία εφαρμόστηκαν οι Δ.1 θ.26 και Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τη διαγραφή αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας. 

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Δ.25 τυγχάνει εφαρμογής και καλύπτει τις περιπτώσεις τροποποίησης αιτήσεων εκκαθάρισης».

 

Έχοντας υπόψη μου τα ως άνω λεχθέντα κρίνω ότι τυγχάνει εφαρμογής και στην παρούσα αίτηση η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία ρυθμίζει το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Το θέμα αυτό ανήκει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους θεωρείται δίκαιο (Φοινιώτης ν. Greenmare Navigation Ltd, (1989) 1 (E) Α.Α.Δ. 33). Οι αρχές που διέπουν το θέμα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (i) η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, (ii) στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται σε κάθε περίπτωση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, (iii) η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα και (iv) η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης, στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. 

 

Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη (1991) 1 Α.Α.Δ 934 στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής:

 

«Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα».

Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730 – 731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι:

 

«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης».

 

Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 A.A.Δ. 426:

 

«Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων  του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός  και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή».

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων.

  

Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω), εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης, είναι επιτρεπτή.

 

Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., (2007) 1 Α.Α.Δ. 1005 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ’ έφεση:

 

«Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγον είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων».

 

       Στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.ά. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου, (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου, (1995) 1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά., (1993) 1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) Agents, (1994) 1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά., (2007) 1 Α.Α.Δ. 1005)».

 

Είναι γεγονός πως γενικά και υπό προϋποθέσεις δεν απαγορεύεται ακόμα και η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή και ο ανασχηματισμός ή αναδιαμόρφωση του δικογράφου ενός διαδίκου ούτως ώστε να αναδείξει την πραγματική αμφισβητούμενη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Η δυνατότητα αυτή επιβεβαιώνεται από τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα των Bullen and Leake and Jacob's PRECEDENTS OFPLEADINGS, 2η έκδοση, σελ. 127 ως εξής:

       «Thus, before the trial, leave to amend is readily granted on the usual terms that the costs of and occasioned by the amendment, including the costs of the application, are to be paid by the party amending in any event. So, the plaintiff may add a new cause of action and the defendant a new ground of defence or either party may re-frame or re-formulate his case so as to bring out the real question in controversy between them».

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και IKOS CIF LTD (πιο πάνω) η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.

 

Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι στην ένορκη δήλωση της κας Ρήγα η οποία συνοδεύει την Αίτηση Εκκαθάρισης και συγκεκριμένα στην παράγραφο 22 αυτής καθώς και στην παράγραφο 15 της Αίτησης Εκκαθάρισης, υπάρχει ο σημαντικός κατά την κρίση μου ισχυρισμός των Αιτητών για επίδοση επιστολής απαίτησης πληρωμής προς την Καθ’ ης η Αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113. Κρίνω ότι αυτό είναι ενδεικτικό του ότι η πρόθεση των Αιτητών ήταν να προωθήσουν την Αίτηση εκκαθάρισης πάνω σε αυτή τη βάση και πως η αναγραφή στην Αίτηση Εκκαθάρισης του άρθρου 212(β) αντί του 212(α) του Κεφ. 113 έγινε εκ παραδρομής και αποτελεί ένα καλόπιστο λάθος. Αποδέχομαι ότι είναι για τη διόρθωση αυτού το καλόπιστου λάθους που καταχωρήθηκε η παρούσα η αίτηση καθώς και για να εξυπηρετηθεί η γνήσια ανάγκη να συνάδει η νομική βάση της Αίτησης Εκκαθάρισης με τον ισχυρισμό των Αιτητών περί ανικανότητας της Καθ’ ης η αίτηση να πληρώσει τα χρέη της, όπως δικογραφείται άλλωστε στην αίτησή τους.

 

Κρίνω επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι τέτοια που να αλλάζει καθ’ ολοκληρία τη νομική βάση της αίτησης, ως είναι ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η Αίτηση, αλλά πρόκειται μόνο για διόρθωση της νομικής βάσης της αίτησης χωρίς να μεταβάλλονται με οποιοδήποτε τρόπο οι ισχυρισμοί που τίθενται προς υποστήριξή της με την επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση. Κρίνω επίσης ότι η εν λόγω τροποποίηση είναι αναγκαία γιατί εξυπηρετεί τον κρίσιμο παράγοντα που είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.   

 

Η Καθ’ ης η αίτηση εταιρεία ισχυρίζεται επίσης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο χωρίς καμία δικαιολογία. Κρίνω ότι η εξήγηση που δόθηκε με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση και ειδικά τον ισχυρισμό ότι την αναγκαιότητα για την υποβολή της αίτησης τη διαπίστωσε ο νέος δικηγόρος που ανέλαβε τον χειρισμό της αποτελεί καλό λόγο ικανό να δικαιολογήσει την καταχώρηση της αίτησης στο παρόν στάδιο. Δεν παραβλέπω φυσικά τον ισχυρισμό της Καθ’ ης η αίτηση εταιρείας ότι ενδεχομένως να υπήρχε η δυνατότητα η αναγκαιότητα της τροποποίησης να είχε εντοπιστεί νωρίτερα, λαμβάνοντας όμως υπόψη μου ότι μια αίτηση τροποποίησης μπορεί να επιτραπεί εφόσον είναι αναγκαία για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση κρίνω ότι αυτό δεν αποτελεί λόγο για να μην επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση.

 

Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι μια αίτηση για τροποποίηση επιτρέπεται ακόμα και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι η ακρόαση της παρούσας Αίτησης Εκκαθάρισης δεν έχει ξεκινήσει, κρίνω ότι η έγκριση της επίδικης αίτησης δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ’ ης η αίτηση η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή για τα έξοδα.

Η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται επίσης ότι σε περίπτωση που ήθελε εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση η οποία συνεπάγεται εκ νέου δημοσίευση της Αίτησης εκκαθάρισης, η δημοσίευση θα προκαλέσει περαιτέρω ζημιά στη φήμη της. Για υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης η Καθ’ ης η αίτηση δεν επικαλείται οτιδήποτε ειδικότερο αλλά αρκείται σε μια γενική θέση ότι οι ζημιές δύσκολα μπορούν να αποτιμηθούν. Κρίνω ότι αυτή η χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Σημειώνω επίσης ότι η δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης είναι μια διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Νόμο Κεφ. 113 και δεν κρίνω ότι η συμμόρφωση με την εν λόγω νομοθετική πρόνοια θέτει την Καθ’ ης η αίτηση σε δυσμενή θέση ή προκαλεί από μόνη της ζημιά σε αυτή.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης καθώς με την έγκρισή της εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης.

 

Αναφορικά με το θέμα των εξόδων αυτό αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389 η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477, ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα προκαλεί εκτροπή που συνεπάγεται δαπάνη. Αυτή θα την επωμισθεί ως θέμα αρχής ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση έστω και αν η αίτηση πέτυχε δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα των Αιτητών να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση τροποποίησης που οδήγησε την υπόθεση σε εκτροπή. Κρίνω ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις δικαιολογείται η παρέκκλιση από τον συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων εφόσον η γενεσιουργός αιτία της εκτροπής και της δημιουργίας εξόδων ήταν η καταχώρηση της αίτησης και για το λόγο αυτό, παρά την επιτυχία της αίτησης, τα έξοδα πρέπει να επιβαρύνουν την πλευρά των Αιτητών.

 

Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται με έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αίτησης Εκκαθάρισης.

 

Η τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος και να επιδοθεί στην πλευρά της Καθ’ ης Αίτηση η οποία να καταχωρήσει την ένστασή της εντός 20 ημερών από την προς αυτήν επίδοση της τροποποιημένης αίτησης.  

 

(Υπ.) ………..……................

                       Γιώργος Χρ. Φούλιας

Επαρχιακός Δικαστής

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο