ECLI:CY:EDLEF:2023:A192
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου – Αντωνίου, Π.E.Δ.
Αρ. Αγωγής: 5191/14
Μεταξύ:
Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας
Ενάγοντες – Καθ΄ ων η αίτηση
και
Σταύρου Μυλωνά
Εναγόμενου – Αιτητή
και κατά Ανταπαίτηση
Μεταξύ:
Σταύρου Μυλωνά
Εξ΄ ανταπαιτήσεως Ενάγοντα – Αιτητή
και
1.Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας
2. Αριστοτέλης Γαλατόπουλος
3. Γιώργος Χατζημηνάς
4. Δέσποινα Φλουρέντζου
5. Πάρης Κωνσταντινίδης
6. Σάββας Πολυβίου
Εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι – Καθ΄ ων η Αίτηση
---------
Ημερομηνία: 3 Οκτωβρίου, 2023
Εμφανίσεις:
Για Αιτητή – Εναγόμενο: κ. Φρακάλας μαζί με κ. Θ. Δημητρίου για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Καθ΄ ων η αίτηση – Ενάγοντες : κα. Παπαϊωάννου για Μαρκίδης & Μαρκίδης Δ.Ε.Π.Ε.
Αίτηση ημερ. 11/04/2023 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Αιτητής – Εναγόμενος, Εξ΄Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, με την αίτησή του αιτείται την τροποποίηση της καταχωρισθείσας Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με την προσθήκη μίας παραγράφου, της παραγράφου 36 και την ανάλογη αρίθμηση των υπόλοιπων υφιστάμενων παραγράφων στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
Συγκεκριμένα αιτείται την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου:
«36. Επιπρόσθετα και στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, ο Εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες έχουν:
α) απεμπολήσει (have waived) το δικαίωμά τους σε πληρωμή των αξιούμενων ποσών καθότι γνώριζαν και/ή συναινούσαν ελευθέρα την βούληση στην καταβολή αυτών έχοντας θετική γνώση τόσο της σύμβασης εργασίας ημερομηνίας 11/01/2010 όσο του λόγου για τον οποίο καταβάλλονταν ο οποίος αφορούσε το εφάπαξ ποσό, το οποίο ο Εναγόμενος δικαιούται και/ή νομιμοποίητο να λάβει και/ή έχουν συγκατανεύσει ( acquiesced) στην καταβολή των ποσών αυτών προς τον Εναγόμενο αφού ο ιθύνον νους και/ή αξιωματούχοι τους γνώριζαν και/ή συναίνεσαν και/ή συμφώνησαν στην καταβολή των ποσών αυτών με την υπογραφή της σύμβασης εργασίας 11.1.2010 και ακολούθως έπραξαν τούτο,
β) ως εκ των ισχυρισμών της υποπαραγράφου 36(α) ανωτέρω οι Ενάγοντες έχουν απεμπολήσει το δικαίωμα και/ή παρεμποδίζονται (are estopped) ένεκα συμπεριφοράς και/ή υποσχέσεως, δηλαδή ένεκα των πράξεών τους να πληρώνουν και/ή να εξουσιοδοτούν την πληρωμή του επίδικου ποσού μέσω επιταγών, από το να επιζητούν την επιστροφή και/ή καταβολή του προαναφερόμενου αξιούμενου ποσού.».
Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.9 θ.θ.1- 4, 5, 6 - 11, Δ.19 θ.14, Δ.21, Δ.25 θ.θ.1 – 6, Δ.48 θ.θ. 1 – 9, 11, 12 και 13, Δ.57 θ.θ. 2 - 4, Δ.63 θ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στους περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη γενική πρακτική, στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Υποστηρίχθηκε με την ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου – Αιτητή ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα λόγω της προσωπικής του εμπλοκής ενώ έχει λάβει και νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Παραδέχεται ότι η συγκεκριμένη παράγραφος περιέχει νομικές υπερασπίσεις, τις οποίες ο ίδιος επιθυμεί να επικαλεστεί κατά την ακρόαση. Υποστηρίζει ότι είναι μικρής έκτασης τροποποίηση όμως θεωρείται απαραίτητη για την υπόθεσή του. Είναι η θέση του ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να του επιτραπεί να την επικαλεστεί, για να παρουσιαστεί ορθά η υπόθεσή του στο Δικαστήριο. Ισχυρίζεται ότι δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς η ακρόαση της αγωγής. Σε σχέση με την καθυστέρηση υποστηρίζει ότι οφείλεται σε μια σειρά γεγονότων, ήτοι το γεγονός ότι αποχώρησε, περί το 2020 με 2021, ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση από το γραφείο Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε με τον οποίο είχε συζητήσει το θέμα της τροποποίησης. Όμως ως κύριο λόγο καθυστέρησης, στην υποβολή της αίτησης, προβάλλει το γεγονός ότι το 2012 είχε πάθει σοβαρό εγκεφαλικό, το οποίο επηρέασε την καθημερινότητά του, ως περιγράφει, και σε μεγάλο βαθμό τον ανάγκασε να αποκοπεί από τον κόσμο γενικά. Όταν ξεκίνησε η προετοιμασία της ακρόασης με τους νέους δικηγόρους συζήτησε το θέμα της τροποποίησης εκ νέου.
Σύμφωνα με τον Ομνύοντα δεν υπάρχει κακοπιστία στην υποβολή της αίτησης αφού είναι μικρής έκτασης και δεν θα καθυστερήσει την έναρξη της ακρόασης. Το αίτημα τροποποίησης είχε υποβληθεί σε συνεδρία του Δικαστηρίου κατά την οποία οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση είχαν αιτηθεί την αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης και δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο για την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Υποστηρίζει ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος του δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση αφού η όποια δυσχέρεια μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ενώ τυχόν απόρριψη του αιτήματός θα του αποστερήσει τη δυνατότητα να παρουσιάσει καλές και βάσιμες υπερασπίσεις που έχει έναντι της αξίωσης των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση. Ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία, δικαιολογημένη και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης για να παρουσιαστεί ορθά, με πληρότητα και δίκαια η υπόθεσή του ενώ θα δώσει στην άλλη πλευρά τη δυνατότητα να γνωρίζει επακριβώς τη δική του υπόθεση.
Αντιμετωπίστηκε, η Αίτηση, με Ένσταση από τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση, στην οποία παρατέθηκαν εικοσιτέσσερεις (24) λόγοι ενστάσεως, κάποιοι από τους οποίους είναι επαναλαμβανόμενοι. Συγκεκριμένα καταγράφονται ως λόγοι ενστάσεως ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ότι γίνεται κακόπιστα και/ή είναι επιπόλαια και/ή είναι ενοχλητική και/ή είναι ανεπίτρεπτη στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία. Ότι είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αστήριχτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή η νομική της βάση είναι εσφαλμένη. Ότι δεν πληρούνται οι βασικές και/ή νομικές προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ότι η παράλειψη καταγραφής των όσων καταγράφονται στην παράγραφο Α της αιτήσεως δεν είναι θεραπεύσιμη. Ότι δεν υποστηρίζεται από το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο και από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση απουσιάζει η απαιτούμενη μαρτυρία. Ότι επιχειρείται η ολική αναδόμηση και/ή διαφοροποίηση της Υπεράσπισης, εκ των υστέρων, κακόπιστα και με τρόπο παραπλανητικό. Ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα ξεκαθαρίσει τα επίδικα θέματα αλλά θα τα περιπλέξει και θα εκτροχιάσει τη διαδικασία. Ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά θα πλήξει ανεπανόρθωτα και δυσανάλογα τα δικαιώματα των Καθ΄ων η αίτηση. Ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει ψευδείς και/ή κακόπιστους και/ή αναληθείς ισχυρισμούς. Ότι ο Αιτητής δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια οπόταν δεν δικαιούται να αξιώνει την επιείκεια του Δικαστηρίου. Ότι, σε προχωρημένο στάδιο, επιχειρεί να συμπεριλάβει στην Υπεράσπισή του αμιγώς νομικούς ισχυρισμούς. Ότι η αίτηση γίνεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και μετά την ολοκλήρωση του προγραμματισμού της αγωγής για ακρόαση σύμφωνα με των περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022. Ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτα δυσμενή επηρεασμό στα συμφέροντα των Καθ΄ων η αίτηση, ότι θα προκαλέσουν υπέρμετρα δυσανάλογη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και θα προκληθεί ο επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων με την καταχώριση νέων δικογράφων, 8 χρόνια μετά την αρχική καταχώριση και ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί προς όφελος του Αιτητή.
Η Ένσταση βασίζεται στη Δ.9 θ.θ. 1 – 11, Δ.19 θ.14, Δ.21, Δ.25 θ.θ. 1 - 9, Δ.30 θ.θ. 1 - 3, 9 και 11, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1 – 9 και 11 - 13, Δ.57, Δ.63 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στους περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Ε.Σ.Δ.Α., στη νομολογία και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες, στην πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του Εξ’ ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3, Γ.Χ., γραμματέα των Εναγόντων – Καθ΄ων η αίτηση, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα από προσωπική γνώση αλλά και εκ της θέσεως που κατέχει στους Καθ΄ων η αίτηση – Ενάγοντες. Είναι η θέση του ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 19/09/2014, η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 16/03/2015 και η Απάντηση στις 24/03/2015. Ενώ η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση, σύμφωνα με τον περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Κανονισμών του 2022, στις 29/09/2023 και μετά που δόθηκαν οδηγίες και οι δύο πλευρές απευθύνθηκαν προς το Δικαστήριο για να τεθεί ενώπιον του ο φάκελος για να υποβληθούν δύο αιτήματα. Οι Καθ΄ων η αίτηση – Ενάγοντες ζήτησαν την αλλαγή της ημερομηνίας της ακρόασης για σοβαρό λόγο και ο Αιτητής – Εναγόμενος ζήτησε άδεια να προωθήσει αίτημα τροποποίησης της Υπεράσπισής του. Στις 28/03/2023 δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο για καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, η οποία καταχωρίστηκε στις 11/04/2023. Εξηγεί ότι οι Καθ΄ων η αίτηση – Ενάγοντες είναι Ταμείο Προνοίας, μέλη του οποίου είναι το προσωπικό της Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας. Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής – Εναγόμενος ασκούσε τα καθήκοντα του Οικονομικού Διευθυντή των Εναγόντων και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Γραμματέας της Επιτροπής ενώ μέχρι και σήμερα είναι τακτικό μέλος των Εναγόντων. Όσο αφορά την τροποποίηση είναι ο ισχυρισμός του ότι επιχειρείται η προσθήκη καθαρά νομικών ισχυρισμών, σε προχωρημένο στάδιο της αγωγής και συγκεκριμένα η προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης. Κατά τη δική του άποψη η αποχώρηση του δικηγόρου του Αιτητή – Εναγόμενου και η κατάσταση της υγείας του δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την υπέρμετρη καθυστέρηση καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης αφού οφείλει να επεξηγήσει με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους αιτείται την τροποποίηση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αίτηση είναι ανεπαρκής γιατί δεν υποστηρίζεται από το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο και απουσιάζει από την ένορκη δήλωση του Αιτητή – Εναγόμενου η απαιτούμενη μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση του Αιτητή περιέχει ψευδείς, κακόπιστους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς και γεγονότα, τα οποία προέκυψαν προγενέστερα από το χρόνο που επικαλείται ο Αιτητής, ήτοι πριν την καταχώριση της αγωγής ενώ υποστηρίζει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν νομικές υπερασπίσεις.
Σε σχέση με τα γεγονότα είναι η θέση του ότι ο Αιτητής υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο στις 06/06/2012 και απουσίαζε από την εργασία του από τις 09/06/2012 μέχρι τις 10/07/2012 λόγω του εγκεφαλικού επεισοδίου ενώ την περίοδο 25/06/2012 μέχρι 06/07/2012 εργαζόταν 2,5 ώρες ημερησίως μέχρι 31/12/2012. Επιπρόσθετα ο Αιτητής ήταν εμπλεκόμενο μέρος σε άλλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και σ΄ εκείνη τη διαδικασία, το 2017, είχε προβεί σε όλα τα απαραίτητα δικονομικά διαβήματα, χωρίς να επικαλεστεί κώλυμα ή αδυναμία, λόγω του εγκεφαλικού που υπέστη και υποβλήθηκε σε εκτενή αντεξέταση χωρίς πρόβλημα. Προωθεί την θέση ότι είναι οξύμωρο ο Αιτητής να επικαλείται προβλήματα υγείας και ανικανότητα να ανταποκριθεί λόγω της κατάστασης της υγείας του ενόψει της προηγούμενης εμφάνισής του σε δικαστική διαδικασία. Τα γεγονότα, είναι η θέση του Ομνύοντα, αποκαλύπτουν ότι η αίτηση τροποποίησης συνιστά εκ των υστέρων σκέψη και επιχειρείται η ουσιαστική αλλαγή στη γραμμή υπεράσπισής του έτσι ώστε να πετύχει τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.
Υποστηρίζει ότι η αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της αγωγής και ως εκ τούτου οι Καθ΄ων η αίτηση θα επηρεαστούν δυσμενώς γιατί θα προκληθεί δυσανάλογη καθυστέρηση στην περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση ενώ θα προκληθεί επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, τα οποία καθορίστηκαν με τα δικόγραφα πριν 8 χρόνια. Αυτό θα προκαλέσει αδικία στους Καθ΄ων η αίτηση αφού επηρεάζεται το δικαίωμά τους για δίκη εντός ευλόγου διαστήματος.
Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση, προς το Δικαστήριο, γραπτών αγορεύσεων το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Αναφορά στο περιεχόμενο των αγορεύσεων θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή προώθησε τη θέση ότι οι νομικές υπερασπίσεις τις οποίες επιθυμεί να συμπεριλάβει στην Υπεράσπισή του προκύπτουν από τα ήδη δικογραφημένα γεγονότα. Εισηγείται ότι σκοπός της υπό κρίση αίτησης είναι να υπάρξει σαφής προσδιορισμός της διαφοράς όχι μόνο βάση των γεγονότων αλλά και σε ότι αφορά τις νομικές τους προεκτάσεις και σημασία, έτσι ώστε να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ως προς το δικαίωμα του να επικαλεστεί τις υπερασπίσεις του waiver, estoppel και acquiescence. Όσον αφορά την καθυστέρηση προώθησε τη θέση ότι ήταν ένας συνδυασμός λόγων που οδήγησαν στην καθυστέρηση της καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, ήτοι τα προβλήματα υγείας του Αιτητή, η αποχώρηση του δικηγόρου του καθώς και η πανδημία του κόβιτ. Καταλήγει ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Καθ΄ων η αίτηση ούτε και θα τους επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη που να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση στη δική του γραπτή αγόρευση υποστήριξε ότι τα όσα επικαλείται ο Αιτητής συνιστούν μια ατελέσφορη προσπάθειά του να δικαιολογήσει την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησής του για τροποποίηση. Αποδέχεται ότι η έγκριση μιας τέτοιου είδους αίτησης έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο Δικαστήριο συνεκτιμά όλους τους παράγοντες ως αυτοί καθορίστηκαν από τη νομολογία και αφορούν αιτήσεις τροποποίησης. Προωθεί τη θέση ότι οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να εισάγει ο Αιτητής συνιστούν νομικές υπερασπίσεις οι οποίες ήταν στην διάθεση του Αιτητή κατά τον χρόνο καταχώρισης της Υπεράσπισής του και δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και την προώθησή τους. Κατά τη δική του άποψη το γεγονός ότι η αίτηση δεν υποστηρίζεται από γεγονότα, καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση αλλά είναι και καταχρηστική θα πρέπει να την οδηγήσει σε απόρριψη.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Οι Θεσμοί υπάρχουν πρωτίστως για να εξυπηρετούν την δικαιοσύνη και όχι για να αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης παρεκτρέποντας την δίκη από την ουσία της διαφοράς σε ένα παιχνίδι διαδικαστικών παιγνιδιών που τελικά αντί να βοηθούν το πλαίσιο της δίκης, να το καταστρατηγούν. Σχετική είναι υπόθεση Παναγιώτης Λουκά Λτδ ν. Ηλία Ονουφρίου (2004) 1 Α.Α.Δ. 582, όπου αποφασίστηκε ότι «Οι δικονομικοί κανόνες υπάρχουν για να διευκολύνουν και προστατεύουν τους διαδίκους και όχι για να συνιστούν τροχοπέδη στην απονομή της δικαιοσύνης».
Η παλαιά Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, που αφορούσε την τροποποίηση δικογράφων και εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση, προνοούσε ως ακολούθως:
«1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. »
Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.28 r.1. Στο Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής:
«In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: “My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise”. “However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs” (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p.263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p.396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. p.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R.931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch.D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch.39,; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q. B. D. p.180, and C.A. p.558). An amendment ought to be allowed if thereby “the real substantial question can be raised between the parties”, and multiplicity of legal proceedings avoided. ».
Στο Annual Practice 1958, σελ. 629, γίνεται αναφορά στο κριτήριο της χρησιμότητας και αναγκαιότητας της αιτούμενης τροποποίησης. Διαβάζονται τα ακόλουθα:
«The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durham, 21 Q. B. D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair ν. James, [1894] 3 Ch. P. 557; Durham v. Robertson, [1898]1 Q. B. P. 774; Bevan v. Barnett, 13 T. L. R. 310). »
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Alexandra Rent a Car Ltd ν. Νεάρχου (1992) 1 Α.Α.Δ. 111 ανέφερε τα εξής, αναφορικά με την αναγκαιότητα των τροποποιήσεων των δικογράφων:
«Διευκρινίζουμε όμως πως δεν ενθαρρύνουμε συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, αν αυτές δεν είναι απαραίτητες σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1, που προβλέπουν πως η τροποποίηση επιτρέπεται με σκοπό τον προσδιορισμό των πραγματικών επίδικων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων. Αναμένεται επιμέλεια στη σύνταξη των δικογράφων, έτσι που να τα χαρακτηρίζει η περιεκτικότητα, ακρίβεια και διαύγεια».
Όσον αφορά το κριτήριο του χρόνου, το οποίο συνεκτιμάται κατά την υποβολή αιτήματος τροποποίησης, στην απόφαση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά v. A.G. Leventis κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης».
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kayat Trading v. GENZYME CORPORATION (2013) 1 Α.Α.Δ. 543, επανάλαβε τις αρχές και κατέγραψε τα ακόλουθα:
«Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων.
Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή, η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece:
“Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα (2002) 1(Α) ΑΑΔ 237.
Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.”
Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου:
«Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.».
Στην απόφαση ΧΧΧ Λαμπή ν. ALPHA BANK LIMITED Πολ. Εφ.372/12 ημερ. 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:A105 υιοθετήθηκαν οι αρχές της Kayat Trading (ανωτέρω) και διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, (2013) 1(Α) ΑΑΔ 543). Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd (1970) 1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (1999) 1 (Α) ΑΑΔ 44 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης, ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης.».
Η σύγχρονη τάση, που παρουσιάζει η νομολογία, είναι προς την κατεύθυνση της έγκρισης αιτήσεων για τροποποίηση παρά το αντίθετο, εκτός βέβαια αν σοβαροί λόγοι συνηγορούν προς την αντίθετη προσέγγιση ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν’ αποζημιωθεί με χρήμα βλ. Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά. (1991) 1 Α.Α.Δ. 934.
Μερικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents (1994) 1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 223, ημερ. 22/02/2002, Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1608 και Κ & Μ (Transport) Ltd ν. Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου Πολ. Εφ.341/13 ημερ. 22/10/2020, ECLI:CY:AD:2020:A364. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη:
«(1) Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.
Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707:
«Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2) Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα, (1999) 1 Α.Α.Δ. 44.)
Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3) Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (1989) 1 (E) A.A.Δ. 33).
(5) Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται.
Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω):
«... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc (1997) 1 Α.Α.Δ. 378.»
(6) Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 A.A.Δ. 426).
Ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία μέλημα του Δικαστηρίου είναι η επιθυμούμενη τροποποίηση να μην προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην άλλη πλευρά. Οι Καθ’ ων η Αίτηση – Ενάγοντες εισηγήθηκαν ότι με την αίτηση προστίθεται νέα γραμμή υπεράσπισης, η οποία συνιστά εκ των υστέρων σκέψη αφού προέκυψε μετά από μεγάλη καθυστέρηση και όχι κατά το χρόνο που υπήρχαν όλα τα δεδομένα της υπόθεσης στην αντίληψή του Αιτητή - Εναγόμενου. Είναι επίσης η θέση τους ότι δεν επεξηγείται πως ενώ για άλλες δικαστικές διαδικασίες ο Αιτητής – Εναγόμενος εμφανιζόταν κανονικά και διεκπεραίωνε τις εκεί υποχρεώσεις του και στην υπό κρίση υπόθεση η κατάσταση της υγείας του τον εμπόδιζε να προωθήσει τις συγκεκριμένες νομικές υπερασπίσεις.
Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τόσο την Έκθεση Απαίτησης όσο και την Έκθεση Υπεράσπισης και την έχει συγκρίνει με το τι ζητείται με την παρούσα αίτηση εκ μέρους του Αιτητή - Εναγόμενου. Διαπιστώνεται, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι όντως πρόκειται περί αμέλειας αφού η τροποποίηση αφορά την προσθήκη νομικών ισχυρισμών οι οποίοι δεν προέκυψαν από νέα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη των συνηγόρων του Αιτητή - Εναγόμενου πρόσφατα. Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσής του, είχε συζητήσει το ενδεχόμενο τροποποίησης της Υπεράσπισής του από το 2020. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση συνολικά δέκα φορές. Ο Αιτητής – Ενάγοντας είχε την ευκαιρία σε οποιαδήποτε από αυτές τις ημερομηνίες ακροάσεως, κατά την προετοιμασία, να διαπιστώσει την συγκεκριμένη παράληψη και να την διορθώσει. Αντί αυτού περίμενε μέχρι τον Απρίλιο του 2023, ήτοι μετά παρέλευση 9 χρόνων από την καταχώριση της αγωγής και 8 χρόνια μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του για να αιτηθεί τροποποίησης και ενώ η υπόθεση ήταν έτοιμη να προχωρήσει σε ακρόαση.
Στην απόφαση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη & Εφόρου Εταιρειών κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 607, το Ανώτατο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο αίτησης τροποποίησης Έκθεσης Υπεράσπισης, ανέφερε τα ακόλουθα αναφορικά με την καθυστέρηση υποβολής τους αιτήματος τροποποίησης Έκθεσης Υπεράσπισης.
«Αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης, που υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης (μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων και της προσαγωγής της μαρτυρίας αριθμού μαρτύρων για την υπεράσπιση), απορρίφθηκε στην απουσία, μεταξύ άλλων, ικανοποιητικής αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή του {.}
Η προβολή νέας υπεράσπισης, στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους. Η τροποποίηση επιζητείται, παρά τις συνέπειες της στη δίκη, χωρίς να έχει παρασχεθεί καμιά εξήγηση ως προς το γιατί η υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξαρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο».
Στην απόφαση ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ v. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD (2011) 1 Α.Α.Δ. 2091, επιβεβαιώθηκε η πιο κάτω αρχή της νομολογίας:
«Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος».
Η έννοια του καλόπιστου λάθους και της καλόπιστης αίτησης σε αιτήσεις τροποποίησης συνάδει με την ευρεία ερμηνεία του όρου θέτοντας πολύ υψηλά τον πήχη για την απόδειξη κακοπιστίας. Στην United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou (1980) 1 C.L.R. 510 στη σελ. 515 διαβάζονται τα εξής σχετικά:
«The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise.»
Στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) λέχθηκε ότι:
«δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..».
Αποδοχή της θέσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή - Εναγόμενου θα άνοιγε την πόρτα σε μεγάλο αριθμό αιτημάτων τροποποίησης και θα καθιστούσε το αίτημα ανέλεγκτο αφού θα ήταν πολύ εύκολο για τον κάθε συνήγορο ή αιτητή να επικαλείται λόγους υγείας οποιουδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών για να πετύχει μια τροποποίηση που αφορά σε καθαρά νομικά θέματα. Τα θέματα υγείας του Αιτητή – Εναγόμενου προέκυψαν το 2012 πριν την καταχώριση της υπό κρίση αγωγής. Οι δικηγόροι φαίνεται να γνώριζαν από το 2020, αν όχι από προηγουμένως, ότι θα προωθείτο αίτημα τροποποίησης με την προσθήκη νομικών και μόνο ισχυρισμών στην Υπεράσπιση, πλην όμως δεν το προώθησαν. Προέχει η διασφάλιση της ομαλότητας διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας με την εκδίκαση των αγωγών εντός εύλογου χρόνου αλλά και η διασφάλιση των δικαιωμάτων των Καθ΄ων η αίτηση – Εναγόντων σε κάθε περίσταση. Διάταγμα τροποποίησης εξασφαλίζεται για θέματα που αφορούν νέα γεγονότα τα οποία δεν ήταν γνωστά στον Αιτητή, όχι όμως για θέματα που έπρεπε να είχαν καταγραφεί εξ υπαρχής.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι η μη συμπερίληψη των συγκεκριμένων νομικών ισχυρισμών που καταγράφονται στην Αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί αβλεψία, παραδρομή ή καλόπιστο λάθος και κατ΄επέκταση το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί.
Για όλους τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση – Εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης.
(Υπ.) .......................................
Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής