ECLI:CY:EDLEM:2014:A373

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ.

                                                                   

                                                                                   Αρ. Αγωγής: 4668/11

 

 

Μεταξύ:

   Athinodorou & Poullas Super Beton Ltd

                                                             

                                                               Εναγόντων

                                                Και

 

                               Γεώργιος Χαρτούτσιος

                                      

                                                                                      Εναγομένου

 

 

Ημερομηνία: 24/10/2014

 

Εμφανίσεις:

Για Εναγόμενο/ Αιτητήκα Χ΄ Ξενοφώντος

Για Ενάγοντες/ Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Γ. Γεωργίου

 

 

 

                                               Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 17/6/2014 ο εναγόμενος/αιτητής, επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του, μετά την παράλειψη του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Το αίτημα αυτό συνάντησε την ένσταση των εναγόντων/καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι’ αυτό και δεν θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω.

 

Σύμφωνα με τη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η δυνατότητα παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, πρέπει να εξισορροπήσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης.  Από τη μια το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και από την άλλη την ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων (Φυλακτού ν. Μιχαήλ (1982) 1 Α.Α.Δ. 204, Νεάρχου ν. Γ. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 955, Mine & Quarry Services Ltd ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (1993) 1 Α.Α.Δ., Milouca Motor Trading Ltd ν. Χρυσάνθου Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941, Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, 2000 (1)  ΑΑΔ 86, Alpha Bank ν. Στεφάνου (2003) 1 Α.Α.Δ. 1108, Edict Mauns ν. Μιχαηλίδης (2003) 1 Α.Α.Δ. 1887). Σε τέτοιου είδους αιτήσεις ο εναγόμενος φέρει το βάρος να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και να επεξηγήσει την παράλειψη του να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Χριστοφόρου ν. Κυριακούλλης (1963) 1 Α.Α.Δ. 159.

 

Οι αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα (2005) 1 ΑΑΔ 893 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: 

 

«Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας (2002) 1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1101».

 

Καθοδηγητικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Sabine Zehli v. Neil Roberts (2009) 1 (Α) ΑΑΔ 678 της οποίας παραθέτω σχετικό απόσπασμα.

 

«Με βάση τη Διάταξη 17, θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.»

 

Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση».

 

(βλ. επίσης Ανδρέας Γιάγκου κ.α v. Λουκίας Φωτίου ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολτ. Εφ. 233/09 ημερομηνίας 24/1/2014).

 

Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης χρήσιμο θεωρώ να παραθέσω πρώτα το σύντομο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο και στη συνέχεια και λόγω των συνεπειών που δυνατό να ενέχουν το βάσιμο δύο λόγων ένστασης και μιας εισήγησης που προβάλλεται με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου.

 

Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 4/10/2011 και επιδόθηκε όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο, στη σύζυγο και συγκάτοικο του εναγομένου Ιάνθη Χαρτούτσιου στις 2/11/2011. Στις 29/11/2011 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του η οποία και ορίσθηκε στις 9/12/2011, ημερομηνία κατά την οποία και εκδόθηκε εναντίον του η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός με την υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε στις 17/6/2014.

 

Στην ειδοποίηση ένστασης προβάλλονται ως λόγοι απόρριψης της αίτησης ότι αυτή είναι αντικανονική και στερείται νομικής βάσης και ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έχει υπογραφεί σε προγενέστερη ημερομηνία της καταχώρησης της αίτησης. Όμως και όπως προκύπτει από την αίτηση, τίθεται ως δικαιοδοτικό βάθρο αυτής η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την πρόνοια εκείνη των Θεσμών που δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος αυτός λόγος ένστασης δεν μπορεί να ευσταθήσει. Το γεγονός επίσης ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση έχει υπογραφεί μία ημέρα πριν την καταχώρηση της αίτησης δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα αφού όπως λέχθηκε και στην S. A. Constantinou Ltd κ.α. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd (2009) 1A AAΔ.754 η υπογραφή ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώρηση μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν απαγορεύεται.

 

Η εισήγηση που προβλήθηκε από τον εναγόμενο με τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του ήταν ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης θα πρέπει να αγνοηθεί γιατί έγινε από το δικηγόρο των εναγόντων, τον Ιωάννη Μοδίτη, χωρίς όμως σε αυτήν να αναφέρεται ότι ο δικηγόρος έλαβε προς τούτο την εξουσιοδότηση των πελατών του. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν αποφασισθεί στην υπόθεση 1. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού & Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμη Εταιρεία κ.α. (2003) 1 Α ΑΑΔ 459, κρίνεται ότι αυτό αποτελεί μια απλή παρατυπία που δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της καταχωρηθείσας ένορκης δήλωσης αφού ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, ο δικηγόρος με τον οποίο ο εναγόμενος είχε προβεί σε συζήτηση της υπόθεσης και συνεπώς γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα ενώ αναφέρεται και σε θέματα που εμπίπτουν στην σφαίρα των γνώσεων του ως δικηγόρου.

 

Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω εάν ο εναγόμενος πέτυχε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Επί του θέματος ισχυρίζεται ότι κατά την επίδικη περίοδο καμία απολύτως σχέση δεν είχε με τους ενάγοντες και κανένα ποσό δεν τους οφείλει. Αναφέρει ότι κατά το 2009 είχε αναθέσει οικοδομικές εργασίες σε ένα άτομο Αραβικής καταγωγής ο οποίος προμηθευόταν σκυρόδεμα από τους ενάγοντες. Είχε εισηγηθεί στον αλλοδαπό αυτόν και ο τελευταίος το αποδέχθηκε όπως ο ίδιος ο εναγόμενος πληρώνει στους ενάγοντες την αξία του σκυροδέματος. Έτσι την 1/12/2009 εξόφλησε τους ενάγοντες καταβάλλοντας σε αυτούς το ποσό των Ε17.800= (Τεκμήριο 5), ενώ μετά την ημερομηνία αυτή, καμία άλλη συνεργασία δεν είχε μαζί τους και τίποτε δεν αγόρασε από αυτούς.

 

Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 27/10/2010 μεταξύ του ιδίου και δύο άλλων προσώπων, του Ανδρέα Νικολάου και του Χρίστου Βάσου, συνομολογήθηκε συμφωνία όπως τα άτομα αυτά προβούν σε διάφορες οικοδομικές εργασίες σε ακίνητο του εναγομένου (Τεκμήριο 1 στην αίτηση) με συμφωνηθείσα αμοιβή αυτή των Ε46.000=. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβανόταν και η προμήθεια σκυροδέματος από τα δύο αυτά πρόσωπα. Υπήρχε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ειδική πρόνοια στη συμφωνία αυτή ότι ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στους αντισυμβαλλόμενους του, τα χρήματα που αυτοί θα πλήρωναν για το σκυρόδεμα. Έτσι πλήρωσε στα δύο αυτά πρόσωπα το συνολικό ποσό των Ε38.325= και επισυνάπτει αντίγραφα αποδείξεων (Τεκμήριο 2). Περί τον Δεκέμβριο του 2010 τα δύο αυτά άτομα χωρίς λόγο εγκατέλειψαν το έργο παρόλο που μέχρι τη στιγμή εκείνη είχαν εισπράξει περισσότερα χρήματα από την αξία της εργασίας την οποία είχαν εκτελέσει. Αυτή όπως προβάλλει ήταν και η μοναδική περίπτωση στην οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ανέλαβε να πληρώσει ο ίδιος το κόστος του σκυροδέματος. Έτσι στις 16/7/2011, συνήψε νέο έγγραφο με άλλο τρίτο άτομο στο οποίο ανέθεσε την ολοκλήρωση των εργασιών οι οποίες είχαν εγκαταλειφθεί από τα προαναφερόμενα δύο πρόσωπα (Τεκμήριο 3). Οι εργασίες αυτές ολοκληρώθηκαν κανονικά. Και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις οι αντισυμβαλλόμενοι του είχαν την υποχρέωση να προμηθεύονται το σκυρόδεμα και ο ίδιος καμία απολύτως ανάμιξη δεν είχε με οποιοδήποτε προμηθευτή.

 

Όσο αφορά τους πιο πάνω ισχυρισμούς και σε σχέση με τις εργασίες που ανάθεσε όπως ισχυρίζεται σε κάποιο αλλοδαπό παρατηρείται μια γενικότητα και ασάφεια. Ενώ ισχυρίζεται ότι ο αλλοδαπός ήταν το πρόσωπο που προμηθευόταν το σκυρόδεμα από τους ενάγοντες, αναφέρει ότι ο ίδιος ανέλαβε να πληρώσει την αξία του στους ενάγοντες, χωρίς όμως να επεξηγεί γιατί άλλο πρόσωπο το προμηθευόταν αλλά άλλος το πλήρωνε, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κάποια ερωτήματα ως προς την σχέση που υπήρχε και το τι πραγματικά έγινε. Ενώ στις παραγράφους 4 και 7 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται ότι η μοναδική περίπτωση που ο ίδιος ανέλαβε να πληρώσει το κόστος του σκυροδέματος ήταν αυτή που σχετίζεται με τις εργασίες που συμφωνήθηκαν με το Τεκμήριο 1 κάτι τέτοιο έγινε και στην περίπτωση των εργασιών που εκτέλεσε το αλλοδαπό πρόσωπο.

Σε σχέση τώρα με τους ισχυρισμούς του για τις μεταγενέστερες συμφωνίες των Τεκμηρίων 1 και 3 παρατηρείται ότι αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από τα επισυνηφθέντα από τον ίδιο τεκμήρια, αλλά αντίθετα προβάλλεται και πάλι μια νεφελώδης και συγκεχυμένη εικόνα. Όσον αφορά το Τεκμήριο 1 και ενώ αναφέρει ότι στη συμφωνία αυτή περιλαμβανόταν ειδική πρόνοια ότι ο εναγόμενος θα πλήρωνε τους αντισυμβαλλόμενους του τα χρήματα που αυτοί θα πλήρωναν για το σκυρόδεμα, τέτοια ρητή πρόνοια δεν υπάρχει. Αντίθετα ότι αναφέρεται είναι ότι «Ο ιδιοκτήτης είναι υπόχρεος να καταβάλει τα έξοδα του σκυροδέματος που θα αφορά………..». Δεν προσδιορίζεται όμως ποιος θα προμηθευτεί το σκυρόδεμα, ο εναγόμενος ή τα τρίτα πρόσωπα; Ούτε καταγράφεται ρητά ότι αυτό θα το προμηθεύονταν τα τρίτα πρόσωπα, θα πλήρωναν οι τρίτοι αυτοί την αξία του και στη συνέχεια ότι ο εναγόμενος  θα ξοφλούσε την αξία του αυτή στους τρίτους. Πουθενά λοιπόν δεν υπάρχει ρητή πρόνοια ότι το σκυρόδεμα θα πληρωνόταν από τα τρίτα αυτά πρόσωπα και στη συνέχεια ο εναγόμενος θα τους τα κατέβαλλε. Ενώ ισχυρίζεται ότι η συμφωνία του Τεκμηρίου 1 έγινε με τους Ανδρέα Νικολάου και Χρίστου Βάσου, όπως προκύπτει από το τεκμήριο αυτό, τα πρόσωπα που υπέγραψαν τη συμφωνία αυτή με τον εναγόμενο δεν ήταν τα προαναφερόμενα, αλλά κάποιος Στέλιος Καρσάς και ο Χρίστος Βάσου. Ότι προκύπτει περαιτέρω από τα αντίγραφα των αποδείξεων που ο ίδιος έχει επισυνάψει ως Τεκμήριο 2 στην αίτηση του αυτές φέρονται να εκδόθηκαν από κάποιους Χρίστο Σιακαλλή και Στέλιο Καρσά και όχι από τα δύο πρόσωπα που υπόγραψαν το Τεκμήριο 1 όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Ούτε και στην δεύτερη συμφωνία την οποία ο εναγόμενος επικαλείται και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με την προμήθεια σκυροδέματος και ειδικότερα καμία αναφορά που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του ότι ο εργολάβος είχε την υποχρέωση να προμηθεύεται το σκυρόδεμα και συνεπώς ο ίδιος καμία απολύτως ανάμιξη δεν είχε με οποιοδήποτε προμηθευτή, αφού τίποτε δεν αναφέρεται επί του θέματος ούτε και εάν το σκυρόδεμα περιλαμβανόταν στη συμφωνηθείσα τιμή.

 

Όπως τέθηκε στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (πιο πάνω), το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια έχει πρωταρχικό καθήκον να διακρίνει κατά πόσον αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνεται ότι με τα όσα προβάλλονται δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως πειστική υπεράσπιση. Οι θέσεις του εναγομένου δεν καταδεικνύουν θετικά στοιχεία που να αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο που να δικαιολογούν τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν καταδεικνύεται με την προβολή γενικόλογων ισχυρισμών αλλά με την προβολή θετικών ισχυρισμών που να την καταδεικνύουν (βλ. επίσης Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd (2002) 1 AAΔ 793 και Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd (2001) 1 AAΔ 2118). Αυτό δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση αφού ο εναγόμενος με τα όσα προβάλλει ουσιαστικά αρνείται την οποιαδήποτε οφειλή στους ενάγοντες προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι πιο πάνω αναφέρονται και οι οποίοι δημιουργούν μια νεφελώδη εικόνα μέσα από την οποία δεν αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης όπως απαιτεί η νομολογία.

 

Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τα όσα προβάλλονται σε σχέση με τους λόγους της μη εμφάνισης του εναγομένου στη διαδικασία. Αυτός δεν αρνείται ότι έλαβε γνώση της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος το οποίο όπως προαναφέρεται επιδόθηκε στη σύζυγο του. Ο λόγος που προβάλλει για να δικαιολογήσει την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο είναι ότι βασίσθηκε σε διαβεβαιώσεις που όπως ισχυρίζεται έλαβε από τον Ιωάννη Μοδίτη δικηγόρο ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες ότι δεν θα προχωρήσει την υπόθεση εναντίον του. Από το  σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα αναφέρει σε σχέση με τις επισκέψεις που όπως ισχυρίζεται είχε κάμει στον δικηγόρο Μοδίτη δεν είναι σαφή και ξεκάθαρα. Εκείνο που πάντως γίνεται αντιληπτό είναι ότι και πριν αλλά και μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είχε επισκεφθεί τον προαναφερόμενο δικηγόρο. Η πρώτη φορά ήταν όταν παρέλαβε  την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερομηνίας 8/2/2011. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι κατά την επίσκεψη του αυτή εξήγησε στο δικηγόρο τα περιστατικά της υπόθεσης και ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε με οποιαδήποτε άλλα μέτρα εναντίον του. Στη συνέχεια και μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος επισκέφθηκε εκ νέου το δικηγόρο Μοδίτη ο οποίος και πάλι τον διαβεβαίωσε ότι θα «σταματήσει» την υπόθεση και ότι θα προχωρήσει απευθείας εναντίον δύο άλλων ατόμων που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγομένου έχουν σχέση με την υπόθεση. Τα όσα προβάλλει ο εναγόμενος για να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανισθεί στο Δικαστήριο δεν είναι καθόλου πειστικά και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους.

 

Ασάφεια προκύπτει σε σχέση με τον αριθμό των επισκέψεων που όπως ισχυρίζεται έκαμε στο γραφείο του συγκεκριμένου δικηγόρου. Ενώ από τα όσα εκθέτει αυτό που υποδηλώνεται είναι ότι μία φορά είχαν συνάντηση μετά την επίδοση της αγωγής, σε άλλο σημείο της ένορκης του δήλωσης και συγκεκριμένα στην παράγραφο 11 αναφέρει ρητά ότι οι συναντήσεις αυτές ήταν δύο στον αριθμό. Στην παράγραφο 9 της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρεται σε τρείς συναντήσεις χωρίς να διασαφηνίζεται πότε αυτές έγιναν.

 

Πέραν όμως αυτού, το οποίο θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί σε κακή σύνταξη ή διατύπωση, ο ουσιαστικός του ισχυρισμός ότι o λόγος της μη εμφάνισης του στο Δικαστήριο είναι γιατί βασίσθηκε στις διαβεβαιώσεις του δικηγόρου των εναγόντων, δεν είναι καθόλου πειστικός αλλά αντίθετα δημιουργεί πολλές απορίες. Πως είναι δυνατόν να έδωσε για δεύτερη φορά πίστη στα όσα ο δικηγόρος τον είχε διαβεβαιώσει αφού σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος προβάλλει τα όσα του είχε υποσχεθεί κατά την πρώτη του επίσκεψη στο γραφείο του δεν τα είχε τηρήσει; Όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ο δικηγόρος κατά την πρώτη επίσκεψη του εναγόμενου στο γραφείο του που έγινε μετά την λήψη της επιστολής ημερομηνίας 8/2/2011 τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε με οποιαδήποτε άλλα μέτρα εναντίον του. Όμως και παρά την διαβεβαίωση αυτή, προχώρησε με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον του. Αν τα όσα ο εναγόμενος προβάλλει ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, το γεγονός αυτό και μόνο δεν θα έπρεπε τουλάχιστο να τον είχε προβληματίσει έτσι ώστε να μην βασισθεί για δεύτερη φορά στις διαβεβαιώσεις του δικηγόρου; Η ασυνέπεια που σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του επέδειξε ο δικηγόρος αυτός, δεν ήταν στοιχείο ικανό που να του δημιουργήσει την ανάγκη να εμφανισθεί στο Δικαστήριο και να προβάλει τους ισχυρισμούς του; Ο εναγόμενος όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά άφησε να παρέλθει μακρά χρονική περίοδος χωρίς να πράξει απολύτως τίποτε, χωρίς έστω να ενδιαφερθεί να ρωτήσει και να μάθει τι απέγινε η αγωγή που είχε ήδη πλέον καταχωρηθεί εναντίον του, αν αποσύρθηκε, αν προχώρησε η διαδικασία και τι έγινε τελικά. Παρέμεινε εντελώς αδρανής και αδιάφορος προς τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον του για 2 ½ περίπου ολόκληρα χρόνια και τότε μόνο ενεργοποιήθηκε όταν πλέον καταχωρήθηκε εναντίον του ένταλμα εκποίησης της κινητής του περιουσίας.

 

Πρόσθετα με όλα τα πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι οι ενάγοντες στον αντίποδα των όσων προέβαλε ο εναγόμενος αρνούνται τους ισχυρισμούς του αυτούς. Η μαρτυρία που τέθηκε από τους ενάγοντες, παρέμεινε αναντίλεκτη με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του εναγόμενου να παραμείνουν αναπόδεικτοι αφού ούτε συμπληρωματική δήλωση ζήτησε να καταχωρήσει, ούτε και έγινε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης. Για τους πιο πάνω λόγους οι εκ μέρους του εναγόμενου προβαλλόμενοι ισχυρισμοί με τους οποίους επεδίωξε να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανισθεί στο Δικαστήριο δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και δεν  έχουν αποδειχθεί.

 

Αυτό που προκύπτει στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι ότι ο εναγόμενος αδιαφόρησε πλήρως για τη δικαστική διαδικασία που ηγέρθηκε εναντίον του και από τις 2/11/2011 που έγινε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης στις 17/6/2014 δεν έπραξε οτιδήποτε. Η παράλειψη του εναγόμενου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και η γενικότερη στάση που επέδειξε καταδεικνύει αδιαφορία που παρέμεινε αδικαιολόγητη κατά τρόπο που συνιστά περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Η όλη συμπεριφορά του είναι τέτοια που δεν επιτρέπει να στερηθούν οι ενάγοντες των ευεργημάτων που τους παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισαν.

 

Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή/εναγομένου και υπέρ του καθ’ ων η αίτηση/εναγόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

                                               

 

 

 

                                                                (Υπ.)…………………………

Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ.

 

 

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

civil/interim

paramerismos apofasis

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο