ECLI:CY:EDLEM:2015:A195
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 5133/09
ΜΕΤΑΞΥ:
Νικολέττα Νικολάου
Ενάγουσα
και
Χρίστος Κοζάκου
Εναγομένου
Αίτηση Τροποποίησης Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 15/12/14
Ημερομηνία: 7 Ιουλίου, 2015
Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Κλ. Χριστοφή για κ. Χρίστο Σ. Χριστοφόρου και για κα Έλενα Νικολαΐδου.
Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ου η Αίτηση: κα Λ. Πέτρου για Α. Νεοκλέους & ΣΙΑ ΔΕΠΕ και κα Μ. Παναγιώτου για κ. Κ. Ροτσίδη
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Αίτηση
Με την αγωγή της η Ενάγουσα-Αιτήτρια (η «Ενάγουσα»), απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, απώλειες και έξοδα που υπέστη δυνάμει τροχαίου δυστυχήματος το οποίο, σύμφωνα με την ίδια, προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας του Εναγομένου – Καθ’ ου η Αίτηση (ο «Εναγόμενος»). Η βάση αγωγής, όπως προκύπτει από την παράγραφο 7 και τις σχετικές λεπτομέρειες, αφορά απαίτηση για αμελή οδήγηση.
Ο Εναγόμενος καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία ισχυρίζεται ότι το τροχαίο δυστύχημα προκλήθηκε συνεπεία της αμέλειας της Ενάγουσας. Ανταπαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και έξοδα που υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος (βλ. παρ. 6 και λεπτομέρειες Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης).
Με αίτηση ημερομηνίας 15/12/2014 η Ενάγουσα αιτείται τα ακόλουθα:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή ως ακολούθως:-
(1) Μετά την παράγραφο 7 να προστεθεί ως νέα παράγραφος 8 το ακόλουθο λεκτικό:
«Ο Εναγόμενος μετά την πρόκληση του δυστυχήματος, σκόπιμα και ενεργώντας δολίως, μετακίνησε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής KWD 092, κατά τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο σημείο, ούτως ώστε να παραπλανήσει και/ή δημιουργήσει ψευδή εικόνα και/ή παραποίηση των γεγονότων όσον αφορά το πραγματικό σημείο σύγκρουσης των οχημάτων των διαδίκων και την τελική θέση του οχήματος του μετά το δυστύχημα»
(2) Μετά την προσθήκη της νέας παραγράφου «8» οι παράγραφοι 8 και 9 της Εκθέσεως Απαιτήσεως να αναριθμηθούν σε «9» και «10» αντίστοιχα.
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει και/ή να επιτρέπει όπως η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος τροποποίησης.
Γ. Διάταγμα όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής.»
Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.20, Δ.25, Θ.Θ.1, 2, 4 και 5, Δ.48, Θ.Θ.1 – 4, 8 και 9 και Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Όπως αναφέρει, μετά από πρόσφατη μελέτη του φακέλου αντιλήφθηκε ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν συμπεριλήφθηκε ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος μετά το δυστύχημα δόλια μετακίνησε το όχημά του ώστε να δημιουργήσει ψευδή εικόνα ως προς το πραγματικό σημείο σύγκρουσης. Με την αιτούμενη τροποποίηση τα δικόγραφα «θα βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με την μαρτυρία» την οποία προτίθεται να παρουσιάσει αφού κάποια τεκμήρια και γεγονότα τα οποία θα επιχειρήσει να καταθέσει δεν καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Η αίτηση είναι καλόπιστη και δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Εναγόμενο. Θα προσδιοριστούν επακριβώς τα επίδικα θέματα και οι θέσεις των διαδίκων.
Η Ένσταση
Ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση στην Αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
«Α. Η Αίτηση, ημερομηνίας 15/12/14 είναι νομικά αβάσιμη και αστήρικτη και ως τέτοια, δέον όπως απορριφθεί.
Β. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
Γ. Όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από την Αιτήτρια-Ενάγουσα, στην Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την αίτηση είναι γενικοί, αόριστοι, αδικαιολόγητοι και μη επαρκείς, σε καμία δεν περίπτωση δεν δικαιολογούν την ανάγκη της αιτούμενης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης.
Δ. Πρόκειται, περί εντελώς νέων ισχυρισμών που επιδιώκουν να αλλάξουν την βάση της αγωγής και/ή της απαίτησης, γεγονός ανεπίτρεπτο και αντινομικό.
Ε. Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, λαμβανομένου υπόψη της φύσεως και εκτάσεως τους και του σημείου όπου βρίσκεται σήμερα η υπόθεση, ουσιαστικά θα οδηγήσει κατά τρόπο νομικά ανεπίτρεπτο, στον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία όπου θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στα δικαιώματα αλλά και θα δημιουργήσει αδικία και ανεπανόρθωτη βλάβη στα καλώς νοούμενα συμφέροντα του Καθ’ ου η Αίτηση-Εναγόμενου και της δικαιοσύνης.
ΣΤ. Με την νέα αιτούμενη τροποποίηση και την περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής, παραβλάπτονται ουσιωδώς τα δικαιώματα του Καθ΄ου η Αίτηση –Εναγόμενου για μια σύντομη και δίκαιη δίκη, η υπόθεση δε, επιβαρύνεται συνεχώς, αδικαιολόγητα, με τόκους και έξοδα.
Ζ. Η Αιτήτρια-Ενάγουσα δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά με κακή πίστη (mala fide), ακολουθώντας παρελκυστική τακτική στην εκδίκαση της υπόθεσης.
Η. Η Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε δικαιολογία γι’ αυτό, παραβιάζοντας κατάφωρα τους δικονομικούς κανόνες και τα ανθρώπινα δικαιώματα του Καθ’ ου η Αίτηση – Εναγόμενου.
Θ. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και / ή αναληθής και/ή στερείται λογικής συνοχής και τα γεγονότα που αναφέρει η ενόρκως δηλούσα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή δεν υποστηρίζουν την αναγκαιότητα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης της Αιτήτριας.
Ι. Η υπό κρίση, αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς.
Κ. Η Αίτηση τροποποίησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και των Διαδικαστικών Θεσμών, αφού μεταξύ άλλων, δεν ασκήθηκε, εκ μέρους της πλευράς της Αιτήτριας – Ενάγουσας, η στοιχειώδης επιμέλεια.»
Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.20, Δ.25, Δ.48 Θ.Θ.2-4 και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου με την οποία ουσιαστικά υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Βασικές του θέσεις είναι ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης και ότι δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση 4 ετών από την καταχώριση της αγωγής (5 από το δυστύχημα), ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι η Ενάγουσα κατείχε την Αστυνομική Έκθεση και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που είχαν ετοιμαστεί. Η Αίτηση είναι κακόπιστη και εισάγεται νέα βάση αγωγής.
Η ακρόαση της αίτησης και οι εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων
Η ακρόαση της αίτησης έγινε με βάση τις ένορκες δηλώσεις. Και οι δύο πλευρές αναφέρθηκαν στη νομολογία για να προωθήσουν τις θέσεις τους.
Ο συνήγορος της Ενάγουσας προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις:
(1) Με την αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα επιδιώκει τη συμπερίληψη ισχυρισμού ότι ο Εναγόμενος σκόπιμα μετακίνησε το όχημά του με την πρόκληση του δυστυχήματος για να προξενήσει παραπλάνηση ως προς το πραγματικό σημείο της σύγκρουσης των ενεχόμενων οχημάτων.
(2) Δικαιολογήθηκε επαρκώς η οποιαδήποτε καθυστέρηση. Η Ενάγουσα δεν αντεξετάστηκε.
(3) Η βάση αγωγής δεν μεταβάλλεται. Ήταν και παραμένει επίδικο το τροχαίο δυστύχημα και η ευθύνη πρόκλησης αυτού.
(4) Ακόμη και αν θεωρηθεί η προσθήκη του ισχυρισμού νέα βάση αγωγής, η αγωγή δεν αλλάζει ουσιωδώς. Αφορά γεγονότα άρρηκτα συνδεδεμένα με την υφιστάμενη βάση αγωγής.
(5) Δεν υφίσταται υπό τις περιστάσεις θέμα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον Εναγόμενο, ούτε τεκμηριώνεται κάτι τέτοιο.
Ο συνήγορος του Εναγομένου αντέτεινε τα ακόλουθα:
(1) Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται ο επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων. Παραβλάπτονται επομένως τα δικαιώματα του Εναγομένου αφού θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση.
(2) Η καθυστέρηση των 4 ετών από την καταχώριση της αγωγής (5 από το δυστύχημα), δεν έχει αιτιολογηθεί.
(3) Εισάγεται νέα βάση αγωγής.
Νομική πτυχή
Η Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί:
«The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties».
Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως:
(1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation (1989) 1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, (2011) 1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012).
(2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω).
(3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά (1992) 1 ΑΑΔ 704 σελ 707).
(4) Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co. (1993) 1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014).
(5) Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents (1994) 1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
(6) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou (1980) 1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
(7) Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω).
(8) Η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou (1985) 1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
(9) Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560).
(10) Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ’ εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
(11) Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ’ ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD (2002) 1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (1999) 1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου (1992) 1 ΑΑΔ 111).
Συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν μεταβάλλεται η βάση αγωγής. Παραμένει ως βάση αγωγής το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Με προβλημάτισε η αναγκαιότητα της προτεινόμενης τροποποίησης, αφού δεν φαίνεται να συνδέεται ευθέως με τις λεπτομέρειες αμέλειας που αναγράφονται στην αγωγή. Από την άλλη, ισχυρισμοί για τους οποίους θα δοθεί μαρτυρία κατά τη δίκη κάποτε πρέπει να δικογραφούνται.
Στην Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif (2012) 1Α ΑΑΔ 28, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 35 (Δ. Ναθαναήλ):
«Η απαίτηση, είτε ως περιεχόμενη σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είτε ως καταχωρημένη μεταγενέστερα του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οφείλει να συμμορφώνεται με τους ουσιώδεις κανόνες δικογράφησης, όπως αυτοί απαντώνται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σε ό,τι αφορά την έκθεση απαίτησης, η Δ.19 θ.4 ορίζει την καταγραφή των ουσιωδών γεγονότων και μόνο («material facts»), κατά συνοπτικό τρόπο («summary form»), ως τη μορφή εκείνη που πρέπει να προσλαμβάνει η αξίωση. Αυτό πρέπει βέβαια να συνδυαστεί και με τη Δ.19 θ.13, η οποία προδιαγράφει ότι ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση ως μη υποστηρίξιμη, καθώς και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξ απίνης. Το τι αποτελεί ουσιώδες γεγονός δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριβωθεί ώστε να καταγραφεί στην έκθεση απαίτησης, αλλά η κλασσική τοποθέτηση του Scott L.J. στην Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 K.B. 712, ότι η λέξη «ουσιώδες» σημαίνει εκείνο το αναγκαίο γεγονός με σκοπό τη διαμόρφωση της αιτίας αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο, έχει κατά διαχρονικό τρόπο επιβεβαιωθεί νομολογιακά. Όπως αναφέρεται και στον Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 87, οποιοδήποτε γεγονός δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της έκθεσης απαίτησης ή της υπεράσπισης αντίστοιχα, δεν χρειάζεται να καταγραφεί και μπορεί να παραλειφθεί από το δικόγραφο, εκτός αν είναι φανερό ότι μαρτυρία ως προς αυτό πρέπει να δοθεί κατά τη δίκη. Ο συντάκτης του δικογράφου πρέπει να δείξει και να εφαρμόσει στην πράξη διά της καταχώρησης του δικογράφου, τη γνώση του περί το νόμο ή καλύτερα την κοινή λογική, ανάλογα και με τις οδηγίες που έχει από το διάδικο ως προς τα δεδομένα της υπόθεσης, ως προς το τι πρέπει να συμπεριλάβει στο δικόγραφο και τι πρέπει να παραλείψει.» (υπογράμμιση δική μου).
Στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21st ed, 1975, στο οποίο παραπέμπει η πιο πάνω απόφαση, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 87:
«What facts are material?
"The word 'material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one 'material' fact is omitted, the statement of claim is bad." (Per Scott L.J. in Bruce v. Odhams Press, Ltd., [1936] 1 K.B. at p. 712.) The same principle applies to defences.
Facts which are not necessary to establish either a cause of action or the defence to it are not, speaking generally, "material" within the meaning of Order 18, r. 7, and should, therefore, be omitted from the pleading unless it is clear that evidence will have to be given of them at the trial.[1] (See post, pp. 95-96.) All statements which need not be proved should be omitted.» (υπογράμμιση δική μου).
Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι η συμπερίληψη του εν λόγω ισχυρισμού φαίνεται να είναι αναγκαία. Η προσθήκη του ισχυρισμού αυτού δεν μεταβάλλει το πλαίσιο της αγωγής που αφορά αμέλεια. Αποτελεί ζήτημα όμως, για το οποίο η Ενάγουσα επιθυμεί να προσκομίσει μαρτυρία η οποία τείνει να αποδείξει τον ισχυρισμό της για αμέλεια του Εναγομένου.
Όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης και της δικαιολόγησης της δεν καταδεικνύεται από τις ένορκες δηλώσεις οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα αναφέρει ότι η μη συμπερίληψη του ισχυρισμού οφείλεται σε παράλειψη που εντοπίστηκε κατά την προετοιμασία της ακρόασης. Υπάρχει καθυστέρηση, ενόψει του γεγονότος όμως ότι ακόμη δεν άρχισε η ακρόαση της αγωγής, δεν βλέπω πως αυτή έχει επιδράσει αρνητικά στα δικαιώματα του Εναγομένου.
Ούτε καταδεικνύεται υπό τις περιστάσεις κίνδυνος να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον Εναγόμενο που δεν μπορεί να θεραπευθεί με τη δέουσα διαταγή για έξοδα.
Κατάληξη
Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της Ενάγουσας.
Ως εκ τούτου η υπό κρίση Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως τα αιτητικά Α και Β της Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος. Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 30 ημερών από την παράδοση της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την παράδοση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα.
Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), όπως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή.
(Υπ.) ………………………………….. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil/Other actions/Interim/ Application to amend
Αναφορά: Αστικά/Ενδιάμεση/ Αίτηση για Τροποποίηση
[1] Gaston v. United Newspapers, Ltd (1915) 32 T.L.R. 143