ECLI:CY:EDLEM:2016:A448
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 381/14
ΜΕΤΑΞΥ:
AXENT FINANCIAL ADVISERS LTD
ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ
και
1) ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
2) ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
3) ΠΑΝΙΚΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ, ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
4) ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΣΤΗΝ ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
5) BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED (HE165) (EX LAIKI), ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΝΟΜΟ (ΠΡΩΗΝ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ)
6) PRICEWATERHOUSECOOPERS LTD, ΩΣ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΤΗΣ BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED (EX LAIKI),
ΕΝΑΓΟΜΕΝΟI
Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2016
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Λαός
Για προτεινόμενους εναγόμενους καθ΄ ων η αίτηση: κα Οικονόμου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Mε ενδιάμεση αίτηση τους, οι ενάγοντες ζητούν την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και σχετικών παραγράφων του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, με την αντικατάσταση του ονόματος του διαχειριστή της Λαικής Τράπεζας ως εναγόμενου 4, την αντικατάσταση του ονόματος της εναγομένης 5 με το όνομα CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD και της απάλειψης του ονόματος της εναγόμενης 6 (εναντίον της εναγόμενης 6 η αγωγή έχει αποσυρθεί σε προηγούμενο στάδιο) και της αντικατάστασης της με το όνομα ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ.
Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.9 θ.10 και 11, η Δ.12, Δ.25 θ.θ. 1 – 6, Δ.48, η διακριτική ευχέρεια και εξουσία του Δικαστηρίου και στις αρχές της Νομολογίας. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Michael Chambers. Ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ανέφερε ότι εκ λάθους και παραδρομής η εναγόμενη 5 αναγράφηκε με εσφαλμένο τρόπο στο γενικό κλητήριο της αγωγής, αντί με τον ορθό τρόπο που είναι εγγεγραμμένη στον έφορο εταιρειών ως CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, η οποία θα πρέπει να εναχθεί αλληλεγγύως με την εναγομένη 5, αφού διαδέχτηκε μέρος των ευθυνών και υποχρεώσεων της εναγόμενης 5.
Επίσης στο στάδιο αυτό αξιολογόντας τη σχετική μαρτυρία που έχει στην διάθεση του, θεωρεί ότι θα πρέπει ουσιαστικά να προστεθεί η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Μετά την καταχώρηση της αγωγής η εναγόμενη 4 παραιτήθηκε και δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας διορίστηκε ως νέος διαχειριστής της εναγόμενης 5 το πρόσωπο όπου επιδιώκεται με την τροποποίηση να εισαχθεί ως διάδικος. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι αιτούμενες διορθώσεις και γενικά τροποποιήσεις, είναι απαραίτητες για αποφυγή ταλαιπωρίας, σπατάλης χρόνου και εξόδων, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ή ταλαιπωρία από την τροποποίηση και η αίτηση γίνεται καλόπιστα.
Από τους εναγόμενους, αυτοί που δεν συμφώνησαν να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, είναι οι προτεινόμενοι εναγόμενοι. Νομικό υπόβαθρο της ένστασης τους, αποτέλεσαν τα άρθρα 4 – 9 του Κεφ.6, οι Δ.19, 42, 42Α, 43, 55, 58, 64, Δ.25 θθ 1-6, Δ.48 θθ.1-9, τα άρθρα 30,31,32 και 41 του Ν. 14/60, άρθρα 3-13, 22,25,26 και 29 του Ν.17(1)/2003, στις Κ.Δ.Π. 92/2013, 96/2013, 103/2013, 104/2013, στον Ν.66(1)/1997, στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην διακριτική ευχέρεια, εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.
Προβλήθηκαν συνολικά 9 λόγοι ένστασης. Οι λόγοι ένστασης έχουν ως επίκεντρο το γεγονός ότι η Λαική Τράπεζα (σε συντομογραφία) δεν έπαψε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και ότι η Τράπεζα Κύπρου (επίσης σε συντομογραφία) δεν αποτέλεσε ποτέ διάδοχο της Λαικής, αλλά ανέλαβε ως αποκτών πρόσωπο δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας και των σχετικών Διαταγμάτων (που αναφέρονται ρητώς και που μιλούν από μόνα τους και είναι δεσμευτικά) συγκεκριμένες περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που δεν εμπίπτουν στις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τις απαιτήσεις των εναγόντων και συνακόλουθα δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Τράπεζας Κύπρου.
Εγείρεται επίσης ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας, υπέρμετρης καθυστέρησης διότι τα γεγονότα ήταν γνωστά ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά από τον Μάρτιο του 2013, ως επίσης εγείρεται ζήτημα ότι οι προτινόμενοι εναγόμενοι 6 δεν μπορούν να θεωρηθούν με βάση την νομολογία ως αναγκαίοι διάδικοι και εν κατακλείδι προβάλλεται η θέση ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη και το αιτούμενο Διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους προτεινόμενους εναγόμενους 6, που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα.
Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Μαλβίνας Ναθαναήλ. η ενόρκως δηλούσα αναφέρει την πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και της εξουσιοδότησης της να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ακολούθως, αναφέρει ότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση είναι αόριστα, ασαφή και ατεκμηρίωτα και ότι δεν εκτίθενται τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση τους. Ακολούθως επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης με κάποια διάνθιση γεγονότων, τονίζοντας ότι τα Διατάγματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση δεν έχουν ακυρωθεί εν΄ όλω ή εν μέρη από το Δικαστήριο και ούτε ανακλήθηκαν από την αρχή που τα εξέδωσε και συνακόλουθα είναι δεσμευτικά, η Λαική Τράπεζα δεν έπαψε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι διάδοχος της, η απαίτηση της αγωγής δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013 και συνακόλουα δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι με βάση την σχετική Νομολογία.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Αναμφίβολα, το νομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, είναι η συνδυασμένη εφαρμογή της Δ.9 θ.10 και της Δ.25 (ως ισχύει στην υπό εξέταση αίτηση εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της παρούσας αγωγής). Η Δ.9 θ.10 προνοεί τα ακόλουθα:
΄΄ No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.
Υπάρχει επί του θέματος νομολογία που έχει ερμηνεύσει και εφαρμόσει την πιο πάνω Διάταξη και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Korkut – v – Γεωργίου κ.α. 2007 1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1213, όπου αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα, από όπου το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία της εν λόγω Διάταξης και κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα το οποίο μιλά από μόνο του:
΄΄Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.
Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο.
(Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 772).΄΄
Ως προς την Δ.25, όπου στηρίχθηκε η υπό εξέταση αίτηση, (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) αυτή προνοεί τα ακόλουθα:
«Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές».
Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως:
Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation (1989) 1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, (2011) 1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012).
Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω).
Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά (1992) 1 ΑΑΔ 704 σελ 707).
Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co. (1993) 1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014).
Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents (1994) 1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω)
Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou (1980) 1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω).
Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou (1985) 1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560).
Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ’ εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ’ ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD (2002) 1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (1999) 1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου (1992) 1 ΑΑΔ 111).
Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα:
Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED – v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω:
<< Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece:
΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα (2002) 1(Α) ΑΑΔ 237.
Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.”
Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου:
“Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.”>>
Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD – v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω:
<< Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ’ ακόλουθα:
«Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.»
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ – ΕΝΣΤΑΣΗΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το Δικαστήριο, αντλώντας Διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, κρίνει ότι θα πρέπει να εγκριθεί εν μέρει και να απορριφθεί εν μέρει. Συγκεκριμένα, ως προς το παρακλητικό Α της αίτησης, είναι απολύτως αιτιολογημένο και δικαιολογημένο το αίτημα, εν΄ όψει της αντικατάστασης του προσώπου του Διαχειριστή.
Ως προς τα υπόλοιπα αιτητικά, προκύπτει μέσα από την αίτηση και ένσταση τα ακόλουθα:
Η πλευρά των εναγόντων δεν έχει προβάλει τέτοια στοιχεία και μαρτυρία, που να καταδεικνύουν αμιγώς για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης και όχι βεβαίως της ουσίας της αγωγής, ότι οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 6 είναι αναγκαίοι διάδικοι. Η μόνη αναφορά που υπάρχει, είναι η αναγκαιότητα όπως οι προεινόμενοι εναγόμενοι 6, θα πρέπει να εναχθούν αλληλεγγύως με την εναγόμενη 5 Λαική Τράπεζα, όπως αιτούνται να περιγράφεται, διότι διαδέχθηκε μέρος των ευθυνών και υποχρεώσεων της εναγόμενης 5. Αυτή η αναφορά όμως, κρίνεται από το Δικαστήριο ως γενική, ασαφής και ατεκμηρίωτη για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης και μόνο, διότι δεν έχουν καταδειχθεί εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία και μαρτυρία που να φανερώνουν την αναγκαιότητα των προτεινόμενων εναγόμενων να εισαχθούν στην παρούσα αγωγή και που να πληρούν τα κριτήρια του νομοθετικού και νομολογιακού πλαισίου της Δ.9 Θ.10 ως πιο πάνω έχει εκτεθεί και χωρίς αυτή η αναφορά και αξιολόγηση του Δικαστηρίου να ισοδυναμεί με προδικασμό της ουσίας της αγωγής, διότι με βάση το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο της Δ.9 Θ.10, θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προυποθέσεις και που στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται, διότι απουσιάζει εκείνο το σαφές μαρτυρικό υπόβαθρο το οποίο να υπαχθεί στις προυποθέσεις της Δ.9 θ.10 και που να καταδεικνύει ότι η παρούσα απαίτηση των εναγόντων εμπίπτει στις ευθύνες και υποχρεώσεις που διαδέχθηκαν οι προτεινόμενοι εναγόμενοι.
Απεναντίας, υπάρχει η αναντίλεκτη θέση των προτεινόμενων εναγόμενων 6, ότι η Λαική Τράπεζα δεν έπαψε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι διάδοχος της και ότι η απαίτηση της αγωγής δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013.
Από τα πιο πάνω λοιπόν, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι είναι αιτιλογημένο και δικαιολογημένο το αιτητικό Β και Ε της αίτησης, το δε παρακλητικό ΣΤ της αίτησης είναι επίσης αιτιολογημένο και δικαιολογημένο διότι ουσιαστικά αποσκοπεί σε περιορισμό απαίτησης που είναι απόλυτο δικαίωμα των εναγόντων.
Όμως τα παρακλητικά Γ και Δ της αίτησης δεν δύνανται να έχουν επιτυχή κατάληξη, εν΄ όψει της μη κατάδειξης με επαρκή μαρτυρία της αναγκαιότητας όπως οι προτεινόμενοι εναγόμενοι καταστούν διάδικοι στην παρούσα αγωγή, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη και την αναντίλεκτη μαρτυρία ότι και η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι διάδοχος της και ότι η απαίτηση της αγωγής δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013 και κατ΄ επέκταση δεν τίθεται ζήτημα επηρεασμού ιδιοκτησιακών συμφερόντων των προτεινόμενων εναγομένων και απεναντίας, τα οπιαδήποτε συμφέροντα θα εκπροσωπηθούν και υπερασπισθούν από τους εναγόμενους 5, ως αυτοί θα περιγράφονται μετά την τροποποίηση.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση εγκρίνεται ως προς τα παρακλητικά Α,Β,Ε και ΣΤ και απορρίπτεται ως προς τα παρακλητικά Γ και Δ. Το Διάταγμα να ζητηθεί αυθημερόν. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος. Ακολούθως να τηρηθούν οι θεσμοί.
Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Δεν τίθεται ζήτημα επιδίκασης εξόδων που θα σπαταληθούν από την τροποποίηση, διότι το μόνο δικόγραφο που έχει καταχωρηθεί, είναι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα σπατάλησης και γενικά εξόδων που χάνονται από την τροποποίηση, διότι οι εναγόμενοι δεν θα κληθούν να προβάλουν νέα τροποποιημένα δικόγραφα, αλλά θα τηρηθούν οι θεσμοί.
(Υπ.)…………………………………………
ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο,
Πρωτοκολλητής