ECLI:CY:EDLEM:2018:A129

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ.

                                                                 Αρ. Αλλοδαπής Αίτησης: 15/ 2017

 

 

Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121/2000)

και

Αναφορικά με τον Νόμο κυρών της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) του 1979 (Ν. 84/79)

και

Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87)

και

Αναφορικά με τη Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 08/01/2016 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνής διαιτησίας από το Διεθνές Κέντρο Διαιτησίας της Βιέννης (Vienna International Arbitral Centre – VIAC) στην υπόθεση υπ’ αριθμό SCH-5404 υπέρ της CVP Limited, από την Νέα Ζηλανδία και εναντίον της Beddington Holding Limited, από την Κύπρο (η «Διαιτητική Απόφαση»)

και

Αναφορικά με την Αίτηση μεταξύ των:

CVP Limited, of New Zealand

Αιτήτρια

και

Beddington Holding Limited, ΗΕ 160517, από Λεμεσό            

Καθ’ ης η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 4 Απριλίου, 2018

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: Ο κ. Α. Ερωτοκρίτου με κ. Α. Κουάλη για Α.G.Erotocritou LLC

Για την Καθ’ ης η αίτηση: Η κα Μ. Τζιούτ για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η     Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ:

 

H Αιτήτρια στις 31.10.2017 καταχώρησε (για δεύτερη φορά όπως  είναι παραδεκτό) δια κλήσεως την Κυρίως Αίτηση για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της τελικής Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 08.01.2016 η οποία εκδόθηκε από το Διεθνές Κέντρο Διαιτησίας της Βιέννης, στην υπόθεση με αριθμό SCH-5404. Την εν λόγω Αίτηση υποστηρίζει  με ένορκη δήλωση της η κα Ιωάννα Μιχαήλ η οποία δηλώνει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια.

 

Την ίδια μέρα η Αιτήτρια καταχώρησε Μονομερή Ενδιάμεση Αίτηση με την οποία ζητούσε και πέτυχε στις 07.11.2017, μετά από εξέταση της από το Δικαστήριο, την έκδοση μονομερώς όλων των αιτούμενων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η Μονομερής Αίτηση στηριζόταν και πάλιν σε ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Μιχαήλ.  Ως προς το διάταγμα  του αιτητικού με στοιχείο (Ε) θα πρέπει να σημειωθεί ότι αργότερα στις 8.01.2018 με κοινή δήλωση των μερών τροποποιήθηκε. Με την εν λόγω τροποποίηση, η υποχρέωση αποκάλυψης πληροφοριών εκ μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση θα ενεργοποιηθεί νοουμένου ότι θα εκδοθεί σχετική απόφαση του Δικαστηρίου στην ενδιάμεση αίτηση κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας που θα καθιστά απόλυτο το εν λόγω Διάταγμα.

 

Με την Μονομερή Αίτηση της η Αιτήτρια ζήτησε και πέτυχε μονομερώς τα ακόλουθα Διατάγματα η οριστικοποίηση ή όχι των οποίων είναι το αντικείμενο της παρούσας Αίτησης:

1.     Ενδιάμεσο Διάταγμα του  Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει την Καθ’ ης η Αίτηση και/ή τους αξιωματούχους και/ή διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους και/ή υπαλλήλους αυτής, από του να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση και/ή ψήφισμα και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη που θα έχει ως αποτέλεσμα να τεθεί η Καθ’ ης η Αίτηση σε εκούσια και/ή καταναγκαστική εκκαθάριση, περιλαμβανομένου οποιαδήποτε απόφαση και/ή ψήφισμα και/ή ενέργεια και/ή πράξη που θα έχει ως αποτέλεσμα την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή την κοινοποίηση της διαδικασίας εκκαθάρισης της Καθ’ ης η Αίτηση στον έφορο εταιρειών  και/ή σε οποιαδήποτε αρχή και/ή οργανισμό και/ή πρόσωπο στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. 

 

2.     Ενδιάμεσο Διάταγμα με το οποίο, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, απαγορεύτηκε και/ή εμποδίστηκε η Καθ’ ης η Αίτηση χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Αιτήτριας, από του:

(1)   να μεταφέρει εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε από τα περιουσιακά της στοιχεία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας,

(2)   με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσει, διαχειριστεί (“deal with”) ή μειώσει την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών της στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε όχι.

 

Νοείται ότι για σκοπούς της παρούσας παραγράφου (Α):

i.              Τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση, ανά το παγκόσμιο, είτε κατέχονται εξ’ ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους (“solely or jointly owned”), ανεξαρτήτου εάν το συμφέρον της  Καθ’ ης η Αίτηση επί αυτής είναι επ’ ονόματι της, είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως (“legally, beneficially or otherwise”). Τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων η Καθ’ ης η Αίτηση έχει άμεση ή έμμεση εξουσία να διαθέσει ή να διαχειριστεί ως να ήταν δικά της. Η Καθ’ ης η Αίτηση θεωρείται ότι έχει τέτοια εξουσία και/ή δυνατότητα επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο κατέχεται και/ή ελέγχεται από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στη βάση των άμεσων ή έμμεσων οδηγιών της Καθ’ ης η Αίτηση.

ii.             Τα απαγορευτικά διατάγματα καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τα συμφέροντα και/ή τις μετοχές και/ή τις επενδύσεις της Καθ’ ης η Αίτηση στις  Tesbrit BV, Trilogy International Partners LLC και 2degrees Mobile Ltd.

iii.            Το παρόν Διάταγμα υπόκειται στους περιορισμούς που σημειώνονται στο Παράρτημα Α του Διατάγματος.

iv.            Το παρόν Διάταγμα ερμηνέυεται σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις που σημειώνονται στο Παράρτημα Β του Διατάγματος.

3.    Ενδιάμεσο Διάταγμα με το οποίο δηλώνεται και/ή διευκρινίζεται ότι η συγκατάθεση της Αιτήτριας που αναφέρεται στην παράγραφο (Β) ανωτέρω μπορεί να ζητηθεί νοουμένου ότι προηγουμένως οι ακόλουθες πληροφορίες και έγγραφα έχουν δοθεί και/ή παραδοθεί και/ή παρασχεθεί στην Αιτήτρια από την Καθ’ ης η Αίτηση:

(1)   Πλήρης λεπτομέρειες και όλα τα σχετικά έγγραφα της συμφωνίας και/ή συναλλαγής για την διάθεση και/ή αποξένωση και/ή διαχείριση (dealing with) των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση.

(2)   Λεπτομέρειες του αντίτιμου που θα ληφθεί, περιλαμβανομένου του χρόνου και του τρόπου πληρωμής.

(3)   Λεπτομέρειες του τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο θα πληρωθεί το αντίτιμο.

(4)   Λεπτομέρειες της ταυτότητας και στοιχεία επικοινωνίας του υποψήφιου αγοραστή.

(5)   Όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες τις οποίες η Καθ’ ης η Αίτηση είναι υποχρεωμένη όπως δίδει και/ή παραδίδει και/ή παρέχει στην Αιτήτρια σύμφωνα με την ενότητα 5 της Διαιτητικής Απόφασης:

(1)           Μηνιαίες εκθέσεις διαχείρισης και οικονομικές καταστάσεις της 2degrees Mobile Ltd από τον Ιανουάριο του 2015

(2)           Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της 2degrees Mobile Ltd από τον Ιανουάριο του 2015.

(3)           Εισηγήσεις στο Διοικητικού Συμβουλίου της 2degrees Mobile Ltd από τον Ιανουάριο του 2015.

(4)           Έγγραφα που εκθέτουν λεπτομέρειες για την εξαγορά της Snap (ως ορίζεται στην Διαιτητική Απόφαση) από την 2degrees Mobile Ltd περιλαμβανομένων λεπτομερειών χρηματοδότησης.

(5)           Ελεγχθέντες λογαριασμούς του 2014 της 2degrees Mobile Ltd.

(6)           Ενημερωμένο μητρώο μετόχων της 2degrees Mobile Ltd.

(7)           Πρόσφατη έκθεση αποτίμησης της 2degrees Mobile Ltd από την KPMG.

(8)           Τριμηνιαίες εκθέσεις της Trilogy International Partners LLC.

 

4.     Ενδιάμεσο και/ή Υποβοηθητικό Διάταγμα με το οποίο διατάζεται κάθε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο θα επιδοθεί και/ή το οποίο θα λάβει γνώση του Διατάγματος, εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του Διατάγματος, όπως πληροφορήσει την Αιτήτρια και/ή τους δικηγόρους της Αιτήτριας κατά πόσο έχει δεσμευτεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικός λογαριασμός δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου Β ανωτέρω και να δώσει στην Αιτήτρια και/ή στους δικηγόρους της Αιτήτριας τα στοιχεία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και/ή τους αριθμούς των δεσμευμένων τραπεζικών λογαριασμών καθώς και τα ονόματα των προσώπων επ’ ονόματι των οποίων διατηρούνται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και οι εν λόγω λογαριασμοί.

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει δεσμεύσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικό λογαριασμό δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου Β ανωτέρω, δεν έχει υποχρέωση να πληροφορήσει την Αιτήτρια και/ή τους δικηγόρους αυτών.

 

Νοείται επίσης ότι η Αιτήτρια θα υποχρεούται να καταβάλει οποιαδήποτε εύλογα έξοδα που οποιαδήποτε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα θα υποστεί για σκοπούς της συμμόρφωσης του με τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου ως αυτά θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

5.     Ενδιάμεσο και/ή Υποβοηθητικό Διάταγμα με το οποίο όπως τροποποιήθηκε την 8.01.2018 διατάσσεται η Καθ’ ης η Αίτηση, μέσω των διευθυντών της, όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση ημερ. 31.10.2017, κατόπιν ακρόασης, νοουμένου ότι το παρόν μονομερές διάταγμα αποκάλυψης καταστεί απόλυτο ή επανεκδοθεί, ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους δικηγόρους της Αιτήτριας, ένορκη δήλωση με την οποία να παραθέτει τις πληροφορίες που αυτή οφείλει να αποκαλύψει δυνάμει του παρόντος Διατάγματος, και που θα επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις πληροφορίες που αυτός θα αποκαλύψει.

 

(1)   Η Καθ’ ης η Αίτηση πρέπει να αποκαλύψει όλα της τα περιουσιακά στοιχεία ανά το παγκόσμιο, είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ’ ονόματι της είτε όχι και είτε κατέχονται εξ’ ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους (“solely or jointly owned”), είτε το συμφέρων της Καθ’ ης η Αίτηση επί αυτών είναι επ’ ονόματι της, είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως (“legally, beneficially or otherwise”) συμπεριλαμβανομένου υπό την ιδιότητα της ως δικαιούχου κάτω από διακριτικό εμπίστευμα (“discretionary trust”) ή ιδιωτικό ίδρυμα (“private foundation”), αποκαλύπτοντας την αξία, την τοποθεσία και τις λεπτομέρειες αυτών των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου της ταυτότητας οποιουδήποτε προσώπου ή οργανισμού που τα κατέχει και τα κρατεί εκ μέρους και προς όφελος της Καθ’ ης η Αίτηση.

(2)   Η Καθ’ ης η Αίτηση πρέπει να αποκαλύψει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που έχει, είτε εξ’ ολοκλήρου επ’ ονόματι της ή από κοινού με άλλους (“solely or in joint names”) και/ή επί των οποίων η Καθ’ ης η Αίτηση έχει δικαίωμα να υπογράφει (“he is a signatory”) και/ή κατέχονται από αντιπρόσωπο εκ μέρους και προς όφελος της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή επί των οποίων αυτή με άλλο τρόπο έχει εξουσία να ελέγχει μεταφορές από και προς τον λογαριασμό, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες συμπεριλαμβανομένων του αριθμού λογαριασμού, του ονόματος του κατόχου του λογαριασμού (“account holder”), το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός και το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία επίδοσης.

Νοείται ότι αν οι πιο πάνω πληροφορίες ενδεχομένως να αυτοενοχοποιήσουν την Καθ’ ης η Αίτηση δύναται να αρνηθεί να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά συνιστάται όπως λάβει νομική συμβουλή πριν αρνηθεί να παράσχει τις πληροφορίες.

Νοείται επίσης ότι αδικαιολόγητη άρνηση να παράσχει τις πληροφορίες αποτελεί καταφρόνηση Δικαστηρίου και δύναται να οδηγήσει στην επιβολή φυλάκισης, προστίμου ή σε κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων.

 

6.     Ενδιάμεσο Διάταγμα που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Καθ’ ης η Αίτηση και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους και/ή υπαλλήλους αυτής, από του να καταστρέψουν και/ή διαθέσουν και/ή διαγράψουν και/ή τροποποιήσουν και/ή άλλως αλλοιώσουν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, οποιοδήποτε έγγραφο και/ή αντίγραφο εγγράφου και/ή ηλεκτρονικό έγγραφο και/ή βιβλίο και/ή αρχείο και/ή στοιχείο, ανεξάρτητα από την μορφή αυτού, στο οποίο καταγράφονται και/ή αποθηκεύονται πληροφορίες που σχετίζονται με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της Καθ’ ης η Αίτηση και το οποίο έγγραφο είναι στην κατοχή και/ή έλεγχο, άμεσα ή έμμεσα, της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή των διευθυντών και/ή των αξιωματούχων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των εντολοδόχων και/ή των υπαλλήλων αυτής, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

Νοείται ότι για σκοπούς της παρούσας παραγράφου (ΣΤ):

 

            i.        Τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση, ανά το παγκόσμιο, είτε κατέχονται εξ’ ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους (“solely or jointly owned”), ανεξαρτήτου εάν το συμφέρον της  Καθ’ ης η Αίτηση επί αυτής είναι επ’ ονόματι της, είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως (“legally, beneficially or otherwise”). Τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων η Καθ’ ης η Αίτηση έχει άμεση ή έμμεση εξουσία να διαθέσει ή να διαχειριστεί ως να ήταν δικά της. Η Καθ’ ης η Αίτηση θεωρείται ότι έχει τέτοια εξουσία και/ή δυνατότητα επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο κατέχεται και/ή ελέγχεται από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στη βάση των άμεσων ή έμμεσων οδηγιών της Καθ’ ης η Αίτηση.

               ii.      Τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα συμφέροντα και/ή τις μετοχές και/ή τις επενδύσεις της Καθ’ ης η Αίτηση στις  Tesbrit BV, Trilogy International Partners LLC και 2degrees Mobile Ltd.

              iii.      Τα έγγραφα και/ή αντίγραφα εγγράφων και/ή ηλεκτρονικά έγγραφα και/ή βιβλία και/ή αρχεία και/ή στοιχεία, περιλαμβάνουν τα έγγραφα και/ή αντίγραφα εγγράφων και/ή ηλεκτρονικά έγγραφα και/ή βιβλία και/ή αρχεία και/ή στοιχεία τα οποία η Καθ’ ης η Αίτηση είναι υποχρεωμένη όπως δίδει και/ή παραδίδει και/ή παρέχει στην Αιτήτρια σύμφωνα με την ενότητα 5 της Διαιτητικής Απόφασης:

(1)   Μηνιαίες εκθέσεις διαχείρισης και οικονομικές καταστάσεις της 2degrees Mobile Ltd από τον Ιανουάριο του 2015,

(2)   Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της 2degrees Mobile Ltd από τον Ιανουάριο του 2015,

(3)   Εισηγήσεις στο Διοικητικού Συμβουλίου της 2degrees Mobile Ltd από τον Ιανουάριο του 2015,

(4)   Έγγραφα που εκθέτουν λεπτομέρειες για την εξαγορά της Snap (ως ορίζεται στην Διαιτητική Απόφαση) από την 2degrees Mobile Ltd περιλαμβανομένων λεπτομερειών χρηματοδότησης.

(5)   Ελεγχθέντες λογαριασμούς του 2014 της 2degrees Mobile Ltd.

(6)   Ενημερωμένο μητρώο μετόχων της 2degrees Mobile Ltd.

(7)   Πρόσφατη έκθεση αποτίμησης της 2degrees Mobile Ltd από την KPMG.

(8)   Τριμηνιαίες εκθέσεις της Trilogy International Partners LLC.

 

 

Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 2,3, 7, 10, 11, 16, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 28, 29, 31, 32, 33, 35 και 36 του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν. 101/1987), στα άρθρα 1 - 6 του Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (Ν.121/2000), στα άρθρα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, VII του Μέρους ΙΙ του του Νόμου κυρών της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) του 1979 (Ν. 84/79), στη Σύμβαση περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης της 10ης Ιουνίου 1958, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1 - 4, Δ.39, Δ.64, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στη σύμφυτη εξουσία, την νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α

1.     Το παρόν Διάταγμα δεν απαγορεύει στην Καθ’ ης η Αίτηση να διαθέτει εύλογα ποσά για δικηγορικά έξοδα, νοουμένου ότι προηγουμένως θα ενημερώσει τους δικηγόρους της Αιτήτριας για την προέλευση του ποσού που θα ξοδέψει.

 

2.     Το παρόν Διάταγμα δεν απαγορεύει στην Καθ’ ης η Αίτηση να διαθέσει ή να διαχειριστεί περιουσιακά στοιχειά κατά τη διεξαγωγή των συνήθων εργασιών της, νοουμένου ότι προηγουμένως θα ενημερώσει τους δικηγόρους της Αιτήτριας κατά πόσο η αξία του περιουσιακού στοιχείου που θα διαθέσουν ή διαχειριστούν υπερβαίνει τα ΕΥΡΩ 5.000, και νοουμένου ότι θα προσδιορίσουν το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο όπως επίσης και την προτιθέμενη συναλλαγή.

 

3.     Η Καθ’ ης η Αίτηση δύναται να συμφωνήσει με τους δικηγόρους της Αιτήτριας όπως αυξηθούν τα ανωτέρω όρια εξόδων ή όπως διαφοροποιηθεί το παρόν Διάταγμα με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, νοουμένου ότι η εν λόγω συμφωνία θα είναι γραπτή.

 

4.     Το παρόν Διάταγμα θα παύσει να είναι σε ισχύ έναντι της Καθ’ ης η Αίτηση εάν αυτή προχωρήσει με την παροχή ασφάλειας σε μορφή που έχει συμφωνηθεί με τους Δικηγόρους της Αιτήτριας.


 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

1.     Η Καθ’ ης η Αίτηση που διατάζεται να μην προβεί σε κάποια πράξη, δεν πρέπει να προβεί στην εν λόγω πράξη ούτε η ίδια ούτε άλλως πως. Δεν πρέπει να προβεί στην εν λόγω πράξη μέσω άλλων που ενεργούν εκ μέρους της ή βάσει των οδηγιών τους ή με την ενθάρρυνση ή παρότρυνση τους.

 

ΜΕΡΗ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ

 

2.             Επίδραση του Παρόντος Διατάγματος

Αποτελεί καταφρόνηση του Δικαστηρίου όταν οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ειδοποιήθηκε για το παρόν Διάταγμα, εν γνώσει του βοηθήσει ή επιτρέψει την παράβαση του παρόντος Διατάγματος. Οποιοδήποτε πρόσωπο προβεί στις εν λόγω πράξεις υπόκειται σε φυλάκιση, σε επιβολή προστίμου ή η περιουσία του υπόκειται σε κατάσχεση.

 

3.     Συμψηφισμός από τράπεζες

Το παρόν Διάταγμα δεν απαγορεύει οποιαδήποτε τράπεζα από του να ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα συμψηφισμού σε σχέση με οποιαδήποτε χρηματοδότηση παρείχε στην Καθ’ ης η Αίτηση προτού λάβει γνώσει του παρόντος Διατάγματος.

 

4.             Αναλήψεις από την Καθ’ ης η Αίτηση

Καμία τράπεζα δεν χρειάζεται να προβεί σε έρευνες σε σχέση με τη χρήση οποιονδήποτε χρημάτων αναλήφθηκαν από την Καθ’ ης η Αίτηση εάν η  ανάληψη φαίνεται να επιτρέπεται από το παρόν Διάταγμα.

 

5.             Άτομα εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας

5.1          Εκτός από όπως προβλέπεται στην παράγραφο 5.2 κατωτέρω, οι πρόνοιες του παρόντος Διατάγματος δεν επηρεάζουν ή αφορούν οποιονδήποτε εκτός της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου.

5.2          Οι πρόνοιες του παρόντος Διατάγματος θα επηρεάσουν τα ακόλουθα πρόσωπα που βρίσκονται σε χώρα ή πολιτεία εκτός της δικαιοδοσίας του αυτού του Δικαστηρίου:

1.             Την Καθ’ ης η Αίτηση, τους αξιωματούχους αυτής και τους αντιπροσώπους αυτής που διορίστηκαν με πληρεξούσιο·

2.             Οποιοδήποτε πρόσωπο που:

i.      Υπόκειται στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου·

ii.     Έχει λάβει γραπτή ειδοποίηση του παρόντος Διατάγματος στην οικία του ή στον χώρο εργασίας του, η οποία βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου·

iii.    Δύναται να αποτρέψει πράξεις ή παραλείψεις εκτός της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου που συνιστούν παράβαση των προνοιών του παρόντος Διατάγματος ή βοηθούν στην παράβαση αυτών· και

3.          Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, μόνο στον βαθμό που το παρόν Διάταγμα ανακηρύσσεται εκτελεστέο ή εκτελείται από δικαστήριο στη χώρα ή πολιτεία όπου αυτός βρίσκεται.

 

6.             Περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εκτός Κυπριακής Δημοκρατίας

6.1. Καμία πρόνοια του παρόντος Διατάγματος, όσο αφορά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν εμποδίζει οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο από του να συμμορφώνεται με:

1.             Υποχρεώσεις που εύλογα πιστεύει ότι έχει, συμβατικές ή άλλως πως, βάσει των νόμων και υποχρεώσεων τις χώρας ή πολιτείας όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία ή βάσει του εφαρμοστέου δικαίου επί οποιασδήποτε σύμβασης μεταξύ αυτού και της Καθ’ ης η Αίτηση· και

2.             Οποιαδήποτε Διατάγματα των Δικαστηρίων εκείνης της χώρας ή πολιτείας, νοουμένου ότι έχει δοθεί εύλογη ειδοποίηση στους δικηγόρους της Αιτήτριας για οποιαδήποτε αίτηση διαταγμάτων αυτής της φύσης.

 


 

Η κα Ι. Μιχαήλ πέραν της ιδιότητας της ως δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα την Αιτήτρια, δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από το διοικητικό συμβούλιο της Αιτήτριας να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Προβαίνει δε στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της Αιτήτριας καθώς τα θέματα τα οποία αφορά η παρούσα αίτηση είναι αμιγώς νομικά αλλά και καθότι οι αξιωματούχοι και οι άλλοι αντιπρόσωποι της Αιτήτριας δεν έχουν τη δυνατότητα τη δεδομένη στιγμή να έρθουν στην Κύπρο για να ορκιστούν την παρούσα ένορκη δήλωση αφού διαμένουν και εργάζονται στο εξωτερικό. Περαιτέρω ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση στη βάση πληροφοριών που έλαβε από τον κ. Andrew Scott, ο οποίος είναι διευθυντής και ο μοναδικός ιδιοκτήτης της Αιτήτριας, ως επίσης, στη βάση εγγράφων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της Αιτήτριας και των δικηγόρων αυτής, τα οποία έχει μελετήσει και επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένορκη της δήλωση. Αναφορικά με θέματα νομικής φύσης, προβαίνει στην ένορκη δήλωση σε σχέση με ζητήματα Κυπριακού Δικαίου στη βάση πληροφοριών και συμβουλών που έλαβε από τους δικηγόρους της Αιτήτριας στην Κύπρο, κ.κ. A.G. Erotocritou LLC, ενώ σε σχέση με ζητήματα Αυστριακού Δικαίου στη βάση πληροφοριών και συμβουλών που έλαβα από τους κ.κ. Wilmer Hale Cutler Pickering Hale and Dorr LLP οι οποίοι ειδικεύονται σε θέματα Αυστριακού Δικαίου («Wilmer Hale»). Σχετικά με τα γεγονότα και ζητήματα που δεν εμπίπτουν στην σφαίρα της προσωπικής της γνώσης δηλώνει ότι προβαίνει σε άμεση αναφορά της πηγής πληροφόρησης της. Στο βαθμό που τα γεγονότα που αναφέρονται στην παρούσα ένορκη δήλωση εμπίπτουν στην προσωπική της γνώση, είναι αληθή· στο βαθμό που δεν εμπίπτουν στην προσωπική της γνώση είναι αληθή εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω.

 

Περαιτέρω δηλώνει ότι εκτός όπου αναφέρεται διαφορετικά:

 

(α) Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της είναι πρωτότυπα ή πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων εγγράφων.

(β)  Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει οι μεταφράσεις των Αγγλικών και Γερμανικών τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι αληθείς και πιστές μεταφράσεις, οι οποίες έχουν ετοιμαστεί από τρίτους στην Κύπρο. Δηλώνει ότι υιοθετεί πλήρως και στην ολότητα του το περιεχόμενο της Αίτησης την οποία υποστηρίζει με την ένορκη δήλωση της.

 

1.    Η παρούσα Αίτηση επιδιώκει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τα οποία να απαγορεύουν στην Καθ’ ης η Αίτηση να προωθήσει, συνεχίσει ή ολοκληρώσει τη διαδικασία εκκαθάρισης της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή να κοινοποιήσει στον έφορο εταιρειών ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή αρχή έγγραφα σε σχέση με τη διαδικασία εκκαθάρισης της Καθ’ ης η Αίτηση.

 

2.    Επίσης, η παρούσα Αίτηση επιδιώκει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τα οποία να απαγορεύουν την πώληση ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση ως επίσης υποβοηθητικά διατάγματα αποκάλυψης. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια εξαιτείται διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν στην Καθ’ ης η Αίτηση να καταστρέψει ή αλλιώς να καταστήσει μη διαθέσιμα συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία είναι υποχρεωμένη να παρέχει στην Αιτήτρια βάσει της Διαιτητικής Απόφασης,  μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης.

 

 

Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι η ανάγκη εξασφάλισης των αιτούμενων διαταγμάτων, παρόλο ότι απορρίφθηκε η προηγούμενη αίτηση, προέκυψε από το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού απέρριψε προηγούμενο αίτημα της Αιτήτριας για αναγνώριση της Διαιτητικής Απόφασης με αποτέλεσμα να ακυρωθούν αντίστοιχα ενδιάμεσα διατάγματα που είχαν εκδοθεί και καταστεί απόλυτα προηγουμένως και ως εκ τούτου υπάρχει άμεσος κίνδυνος η Καθ’ ης η Αίτηση να λάβει ενέργειες που θα καταστήσουν αδύνατη την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης.  Αναφέρεται στην πορεία και στην κατάληξη της προηγούμενης Αίτησης με Αριθμό 11/2016 η οποία είχε καταχωρηθεί στις 31.08.2016 παρέχοντας λεπτομέρειες της όπως και αντίγραφο της όπως και της ένορκης δήλωσης που την υποστήριζε ως τεκμήρια. Στα πλαίσια εκείνης της αίτησης είχε καταχωριστεί επίσης μονομερής αίτηση η οποία είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με την παρούσα για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων αναφέρεται και στην πορεία αυτής της Αίτησης και την κατάληξη της.

 

Ισχυρίζεται ακόμα ότι με την παρούσα αίτηση της η Αιτήτρια αιτείται, επιπρόσθετα των Διαταγμάτων που αιτήθηκε με την Αίτηση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων, διάταγμα που θα απαγορεύει στην Καθ’ ης η Αίτηση να λάβει ενέργειες για να τεθεί σε εκκαθάριση ή να ολοκληρώσει τη διαδικασία εκκαθάρισης της ή να κοινοποιήσει τη διαδικασία εκκαθάρισης της στον έφορο εταιρειών ή σε άλλο πρόσωπο, αφού έχει πλέον διαφανεί η ανάγκη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. 

 

Σημαντικό στοιχείο που προέκυψε στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης ήταν ότι με την Ε.Δ. Ευσταθίου 04.11.2016, αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά ότι η Καθ’ ης η Αίτηση είχε λάβει βήματα για την αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων και την έναρξη εκούσιας εκκαθάρισης της, γεγονότα που θα εμπόδιζαν την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης. Στην ΕΔ Ευσταθίου 04.11.2016 περιλαμβάνονται επίσης παραδοχές ότι τα Διατάγματα ήταν το μόνο εμπόδιο στην ολοκλήρωση της αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση και την εκκαθάριση της.

 

Η προηγούμενη Αίτηση απορρίφθηκε στη βάση του ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν πληρούνταν οι τυπικές προϋποθέσεις της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης της 10ης Ιουνίου 1958 σε σχέση με το συνυποσχετικό διαιτησίας, σχολιάζοντας ότι δεν είχε προσκομιστεί η μετάφραση αυτού στα ελληνικά. Η απόρριψη της Αίτησης συμπαρέσυρε και τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα.

 

Για τους πιο πάνω λόγους επανήλθε ο κίνδυνος η Καθ’ ης η Αίτηση να ολοκληρώσει την αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων αλλά και το παράνομο πλάνο της να τεθεί σε εκούσια εκκαθάριση οπότε και δεν θα μπορεί να εκτελεστεί η Διαιτητική Απόφαση κάτι που έχει καταστήσει αναγκαίο το παρόν διάβημα της για την εκ νέου έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων με την παρούσα Αίτηση.

 

Η ενόρκως δηλούσα εξηγεί στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους η εκ νέου έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη, επαναλαμβάνοντας τη μαρτυρία που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Επιπλέον κάνει αναφορά σε μαρτυρία που αποκαλύφθηκε με τις ενστάσεις της Καθ’ ης η Αίτηση στα πλαίσια της Αίτησης 11/2016, που επιβεβαιώνει την ανάγκη έκδοσης των Διαταγμάτων. 

 

Αναφέρει την ιδιότητα της Αιτήτριας της οποίας η έδρα βρίσκεται στη Νέα Ζηλανδία ενώ η  Καθ’ ης η Αίτηση είναι νομικό πρόσωπο περιορισμένης ευθύνης το οποίο συστάθηκε δεόντως στην Κύπρο και εδρεύει στην Λεμεσό.

 

Αναφέρει μεταξύ των γεγονότων της Αίτησης ότι κατά ή περί τις 20/11/2014, η Αιτήτρια καταχώρισε έκθεση απαίτησης  εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση στο Διεθνές Διαιτητικό Κέντρο της Βιέννης και ως εκ τούτου παρέπεμψε σε διαιτησία, με αριθμό υπόθεσης SCH-5404, τις διαφορές μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ’ ης η Αίτηση οι οποίες απορρέουν από την Συμφωνία Διαχείρισης Επενδύσεων, η οποία συνάφθηκε ανάμεσα στην Αιτήτρια, την Καθ’ ης η Αίτηση και τη Spokane Investments Limited κατά ή περί τις 21/07/2013 (στο εξής η «ΣΔΕ» και η «Διαιτησία» αντίστοιχα). Η ΣΔΕ περιέχει ρήτρα διαιτησίας για τελική επίλυση όλων των διαφορών που απορρέουν από την ΣΔΕ μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, σε διαιτησία (στο εξής η «Συμφωνία Διαιτησίας»). Αναφέρεται στις συνθήκες υπογραφής της ως άνω συμφωνίας «ΣΔΕ» για την ηλεκτρονική υπογραφή της ως η συνήθης πρακτική μεταξύ τους και ότι τώρα επισυνάπτει πιστή μετάφραση στα ελληνικά όλων των σχετικών εγγράφων τα οποία και επισυνάπτει ως τεκμήρια.

 

Η Διαιτησία διεξήχθη με βάση τους Κανόνες Διαιτησίας και Συμβιβασμού του Διεθνούς Διαιτητικού Κέντρου του Ομοσπονδιακού Οικονομικού Επιμελητηρίου της Αυστρίας, ενώπιον τριμελούς διαιτητικού δικαστηρίου (στο εξής το «Διαιτητικό Δικαστήριο»). Η Καθ’ ης η Αίτηση υπερασπίστηκε ενεργά και επί της ουσίας τις αξιώσεις που ήγειρε η Αιτήτρια εναντίον της και συμμετείχε πλήρως στη Διαιτησία μέσω δικηγόρων. Σημειώνεται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση ουδέποτε αμφισβήτησε την εγκυρότητα της Συμφωνίας Διαιτησίας ή την δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου η οποία απορρέει από την Συμφωνία Διαιτησίας.

 

Το αντικείμενο της Διαιτησίας μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ’ ης η Αίτηση αφορούσε την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τον τερματισμό της ΣΔΕ από την Αιτήτρια και τα συνακόλουθα δικαιώματα της Αιτήτριας. Η θέση της Αιτήτριας ήταν ότι υπήρχε εύλογη αιτία για τερματισμό της ΣΔΕ λόγω καθυστέρησης από μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση να καταβάλει ορισμένες πληρωμές στην Αιτήτρια σύμφωνα με τη ΣΔΕ. Σε αυτή τη βάση, η Αιτήτρια απαιτούσε την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών και την εκτέλεση ορισμένων δικαιωμάτων της, τα οποία ενεργοποιούνται μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, όπως ορίζει η  ΣΔΕ.

 

Κατά ή περί τις 08.01.2016 εκδόθηκε η  Διαιτητική Απόφαση. Η δεόντως κεκυρωμένη πρωτότυπη Διαιτητική Απόφαση η οποία συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα, είναι επισυνημμένη ως τεκμήριο 15  στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Εγγραφής. Επισυνάπτει και σημειώνει στην παρούσα ως Τεκμήριο πιστή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα της Διαιτητικής Απόφασης, η οποία επίσης επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Εγγραφής, προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου.

 

Με τη Διαιτητική Απόφαση, το Διαιτητικό Δικαστήριο επιδίκασε προς όφελος της Αιτήτριας όλες τις αξιώσεις και τις θεραπείες που απαιτούσε και συγκεκριμένα:

 

A.           Δήλωση ότι ο τερματισμός της ΣΔΕ από την Αιτήτρια έναντι της Καθ’ ης Αίτηση είναι έγκυρος και σε ισχύ από τις 07.11.2014.

 

Β.        Διάταγμα εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση όπως πληρώσει στην Αιτήτρια:

(i)            €42,500 πλέον 9.2% τόκο πέραν του βασικού επιτοκίου, από 02/01/2014,

(ii)          €500,000 πλέον 9.2% τόκο πέραν του βασικού επιτοκίου από 02/07/2014,

(iii)         4% τόκο ανατοκισμού επί του ποσού €21,752.20, από 26/11/2014,

(iv)         €500,000 πλέον 9.2% τόκο πέραν του βασικού επιτοκίου, από 02/01/2015, και

(v)          €500,000 πλέον 9.2% τόκου πέραν του βασικού επιτοκίου από 02/07/2015.

 

Γ.         Δήλωση ότι η Αιτήτρια δικαιούται:

(i)            Να κρατήσει και να λάβει όλες τις Διαχειριστικές Αμοιβές (Management Fees), Προμήθειες (Catch-Up) και Συμμετοχή επί Υπεραξίας (Carried Interest) (ως ορίζονται στη ΣΔΕ) δυνάμει της ΣΔΕ.

(ii)          Να ζητήσει και να λάβει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την Καθ’ ης η Αίτηση και τις Εταιρείες Χαρτοφυλακίου αυτής (ως ορίζονται στη ΣΔΕ), και

(iii)         Να απαιτήσουν τον λογιστικό έλεγχο των βιβλίων της Καθ’ ης η Αίτηση και των Εταιρειών Χαρτοφυλακίου αυτής (ως ορίζονται στην ΣΔΕ) από ανεξάρτητη λογιστική εταιρεία διοριζόμενη από την Αιτήτρια και την παροχή από την Καθ’ ης η Αίτηση όλων των απαραίτητων πληροφοριών για το σκοπό αυτό.

 

Δ.        Διάταγμα του Διαιτητικού Δικαστηρίου εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση όπως παράσχει στην Αιτήτρια τις ακόλουθες πληροφορίες:

(i)            Μηνιαίες εκθέσεις διαχείρισης και οικονομικές καταστάσεις της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από τον Ιανουάριο του 2015.

(ii)          Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από τον Ιανουάριο του 2015.

(iii)         Εισηγήσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από τον Ιανουάριο του 2015.

(iv)         Λεπτομέρειες σχετικά με την εξαγορά της Snap (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από την 2degrees  (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) και λεπτομέρειες χρηματοδότησης της εξαγοράς.

(v)          Ελεγμένους λογαριασμούς της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας)  για το 2014.

(vi)         Ενημερωμένο μητρώο μετόχων της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας).

(vii)        Πρόσφατη έκθεση αποτίμησης της 2degrees (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) από την KPMG.

(viii)       Τριμηνιαίες εκθέσεις της Trilogy (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας).

 

Ε.        Διάταγμα έναντι της Καθ’ ης η Αίτηση όπως παράσχει στην Αιτήτρια πρόσβαση στα βιβλία αυτής αλλά και στο Χαρτοφυλάκιο  Εταιρειών αυτής (ως ορίζεται στην Απόφαση Διαιτησίας) για σκοπούς λογιστικού ελέγχου.

 

ΣΤ.      Διάταγμα εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση όπως πληρώσει στην Αιτήτρια τα έξοδα της διαιτησίας ως και εύλογα νομικά έξοδα και άλλες δαπάνες συμποσούμενα σε €321,487.55.

 

Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει εξ όσων κάλλιον γνωρίζει, πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους ως άνω αναφερόμενους δικηγόρους της Αιτήτριας που ειδικεύονται σε θέματα Αυστριακού Δικαίου, ότι η Διαιτητική Απόφαση δεν έχει ακυρωθεί ή παραμεριστεί ή ανασταλεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο στην Αυστρία ή κάτω από το Αυστριακό Δίκαιο και ακόμα παραμένει δεσμευτική για την Αιτήτρια και την Καθ’ ης η Αίτηση μέχρι σήμερα.

 

Δηλώνει  ακόμα ότι η Καθ’ ης η Αίτηση έχει μόνο εν μέρει συμμορφωθεί με την Διαιτητική Απόφαση μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα, η Καθ’ ης η Αίτηση απέτυχε να συμμορφωθεί με τις ενότητες Γ, Δ (i,ii,iii,vii,viii) και Ε της Διαιτητικής Απόφασης (όπως απαριθμούνται ανωτέρω), παρά τις εκκλήσεις και απαιτήσεις της Αιτήτριας για πλήρη συμμόρφωση με την Διαιτητική Απόφαση, ως σημειώνεται κατωτέρω.

 

Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της, δίδει, όπως δηλώνει, ιδιαίτερη έμφαση στην επιδίκαση των Διαχειριστικών Αμοιβών (Management Fees), Προμήθειας (Catch-up) και Συμμετοχής επί Υπεραξίας (Carried Interest) (ενότητα Γ(i) της Διαιτητικής Απόφασης ως απαριθμείται ανωτέρω), η οποία αποτελεί μέρος της συμφωνημένης αμοιβής της Αιτήτριας σύμφωνα με τη ΣΔΕ.

 

(α) Διαχειριστική Αμοιβή:

 

Δυνάμει του όρου 9 της ΣΔΕ, η Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή πάγιας Διαχειριστικής Αμοιβής εκ €2.250.000, για το έτος που έληξε στις 30/06/2014.  Έκτοτε, η Αιτήτρια δικαιούται σε κλιμακωτή (staggered) Διαχειριστική Αμοιβή, το ποσό της οποίας καθορίζεται ανάλογα με τα ποσά που είναι επενδυμένα στην Καθ’ ης η Αίτηση και στην Spokane Investments Limited, ως περιγράφεται στον κατωτέρω πίνακα.

 

Διαχειριστική Αμοιβή

(ΕΥΡΩ)

Επενδυμένα κεφάλαια της Beddington και Spokane Investments Limited (ΕΥΡΩ)

2.25 εκατομμύρια

0 – 50 εκατομμύρια

2 εκατομμύρια

50 εκατομμύρια – 100 εκατομμύρια

1.5 εκατομμύρια

100 εκατομμύρια – 150 εκατομμύρια

1 εκατομμύριο

150 εκατομμύρια – 200 εκατομμύρια

0.5 εκατομμύριο

Πάνω από 200  εκατομμύρια

 

 

 

 

(β) Προμήθειες και Συμμετοχή επί Υπεραξίας:

 

Δυνάμει του όρου 10 της ΣΔΕ, η Αιτήτρια δικαιούται να λαμβάνει, επιπλέον της Διαχειριστικής Αμοιβής, μέρος του κέρδους από τα έσοδα πώλησης από τη διάθεση των επενδύσεων της Καθ’ ης η Αίτηση, το οποίο ορίζεται στη ΣΔΕ ως Συμμετοχή επί Υπεραξίας και υπολογίζεται ως κατωτέρω.

 

Εάν τα έσοδα πώλησης από τη διάθεση των επενδύσεων της Καθ’ ης η Αίτηση υπερβαίνουν το 150% του συνολικού ποσού των κεφαλαιακών συνεισφορών των επενδυτών στην Καθ’ ης η Αίτηση, τότε η Αιτήτρια θα δικαιούται ένα ποσό ίσο με το 25% των εσόδων πώλησης πλην το συνολικό ποσό των κεφαλαιακών συνεισφορών των επενδυτών, το οποίο ορίζεται στη ΣΔΕ ως Προμήθεια.

 

Επίσης, η  Αιτήτρια δικαιούται να λαμβάνει το 20% οποιουδήποτε ποσού από τα έσοδα πώλησης το οποίο παραμένει αδιανέμητο μετά την διανομή ποσού ίσου με το 150% του συνολικού ποσού των κεφαλαιακών συνεισφορών των επενδυτών στην Καθ’ ης η Αίτηση και τη διανομή της Προμήθειας στην Αιτήτρια.

 

Δυνάμει του όρου 10.5 της ΣΔΕ, 1/3 της συνολικής Συμμετοχής επί Υπεραξίας της Αιτήτριας, ως εξηγείται ανωτέρω, πρέπει να διανεμηθεί στην ελβετική εταιρεία ASFM Beteiligungs AG.

 

Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και συμβουλεύεται από τους αξιωματούχους και αντιπροσώπους της Αιτήτριας, υπάρχει, επί του παρόντος, σημαντικό ενδιαφέρον για την αγορά των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση και ως εκ τούτου, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να ενεργοποιηθεί η πληρωμή της Συμμετοχής επί Υπεραξίας.

 

Δηλώνει ακόμα ότι το μέρος εκείνο της Διαιτητικής Απόφασης που προβλέπει για την υποχρέωση της Καθ’ ης η Αίτηση να παρέχει στην Αιτήτρια ορισμένες χρηματοοικονομικές πληροφορίες, αποσκοπεί στο να καθιστά ικανή την Αιτήτρια να παρακολουθεί την αξία των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση και την ενδεχόμενη αξία της Συμμετοχής επί Υπεραξίας.

 

Η ενόρκως δηλούσα στη συνέχεια αναφέρεται στη φύση και στα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτησης. Ο σκοπός για τον οποίο ιδρύθηκε η Καθ’ ης η Αίτηση ήταν να κατέχει συμμετοχές / συμφέροντα σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και ιδιαίτερα στον τομέα της κινητής τηλεφωνίας. Η διαπίστωση του εν λόγω πραγματικού γεγονότος έγινε από το Διαιτητικό Δικαστήριο κατά τη Διαιτησία και σημειώθηκε ρητώς στη   Διαιτητική Απόφαση (παρ.98). Το Διαιτητικό Δικαστήριο επίσης διαπίστωσε ως ζήτημα πραγματικού γεγονότος και σημείωσε στην Διαιτητική Απόφαση ότι, η Καθ’ ης η Αίτηση κατείχε επενδυτικά συμφέροντα στις παρακάτω εταιρείες, η διαχείριση των οποίων είχε ανατεθεί στην Αιτήτρια μέσω της ΣΔΕ:

 

(1)  92.83% στην Ολλανδική μετοχική εταιρεία Tesbrit BV. Η Tesbrit BV ιδρύθηκε ως «όχημα» ειδικού σκοπού (special purpose vehicle - SPV) το 2007, με μοναδικό σκοπό να αποκτήσει μετοχές στην 2degrees Mobile Ltd ήτοι το 28,1% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής.

(2)  1.167% στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης Trilogy International Partners LLC, με έδρα την Ουάσιγκτον. Η Trilogy International Partners LLC διαχειρίζεται 3 διεθνή δίκτυα κινητής τηλεπικοινωνίας στη Βολιβία, στη Δομινικανή Δημοκρατία και στη Νέα Ζηλανδία (2degrees Mobile Ltd). Η Trilogy International Partners LLC κατέχει 63,8% στην 2degrees Mobile Ltd.

(3)  Συμφέρον στην 2degrees Mobile Limited μέσω των επενδύσεων της στην Tesbrit BV και στην Trilogy International Partners LLC, ως αναλύεται πιο πάνω.

 

Επιπλέον και για λόγους πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, σημειώνω ότι η Καθ’ ης η Αίτηση κατέχει ή κατείχε επίσης μια επένδυση στην Eircom Group Ltd, μια Ιρλανδική εταιρεία τηλεπικοινωνιών και διαδικτύου. Η Eircom Group Ltd τέθηκε σε επίσημη εκκαθάριση και η αξία της επένδυσης της Καθ’ ης η Αίτηση σε αυτή αποτιμήθηκε ως μηδενική. Η εν λόγω επένδυση δεν ήταν υπό την διαχείριση της Αιτήτριας δυνάμει της ΣΔΕ αλλά αποτελούσε μέρος του επενδυτικού χαρτοφυλακίου που διαχειρίζονταν οι προ-κάτοχοι εταιρείες της Αιτήτριας.  Επισυνάπτει ως τεκμήριο διάγραμμα της δομής των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση το οποίο έχει ετοιμαστεί από την Αιτήτρια.

 

Η ενόρκως δηλούσα επισημαίνει ότι στα πλαίσια της Αίτησης 11/2016, η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε 2 ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη των ενστάσεων της στην Αίτηση 11/2016 και στην Αίτηση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων αντίστοιχα, καθώς και την ΕΔ Αποκάλυψης (βλ. τεκμήριο 5 παρούσας), με τις οποίες ισχυρίστηκε ότι περί τον Ιούνιο με Ιούλιο του 2016, αποξένωσε τα πιο πάνω αναφερόμενα περιουσιακά της στοιχεία και δη τις μετοχές που κατείχε στις Tesbrit BV και στην Trilogy International Partners LLC, μεταβιβάζοντας τα στους μέτοχους της και σε άλλα πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτή. Από τις εν λόγω ένορκες δηλώσεις δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο έχουν ολοκληρωθεί οι μεταβιβάσεις των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση, ή αν αυτές είχαν εμποδιστεί από τα Διατάγματα.

 

Η κα Ι. Μιχαήλ, στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της, ισχυρίζεται ότι οι κατ’ ισχυρισμό μεταβιβάσεις έγιναν με σκοπό να αποφευχθούν οι υποχρεώσεις της Καθ’ ης η Αίτηση προς την Αιτήτρια και να καταστεί αδύνατη η εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης. Επισημαίνει επίσης ότι με τις εν λόγω ένορκες δηλώσεις, η Καθ’ ης η Αίτηση υποστήριξε ότι η τιμή πώλησης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων προς EUR 143.913.626,56 (EUR 140.202.360 για τις μετοχές της Tesbrit BV και EUR 3.711.266,56 για τις μετοχές της Trilogy International Partners LLC) αντιστοιχεί με περίπου 132,5% της συνολικής κεφαλαιουχικής συνεισφοράς στην Καθ’ ης η Αίτηση με αποτέλεσμα την μη ενεργοποίηση του δικαιώματος Συμμετοχής σε Υπεραξία της Αιτήτριας.

 

Η ενόρκως δηλούσα προβάλλει τη θέση της Αιτήτριας ότι οι αξίες που δηλώθηκαν από την Καθ’ ης η Αίτηση δεν παρουσιάζουν με συνέπεια την αξία των επενδύσεων της Καθ’ ης η Αίτηση και δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική αξία των περιουσιακών της στοιχείων και είναι σκόπιμα υποτιμημένες ώστε να δικαιολογούν τη θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε Συμμετοχή επί Υπεραξίας. Εξ όσων δε την πληροφορεί η Αιτήτρια, η αξία των περιουσιακών στοιχείων κατά την πραγματική πώληση τους σε τρίτο ανεξάρτητο πρόσωπο, αναμένεται να είναι κατά πολύ μεγαλύτερη και η Αιτήτρια αναμένεται να δικαιούται Συμμετοχή σε Υπεραξία.  Επισημαίνει ότι με την ΕΔ Αποκάλυψης η Καθ’ ης η Αίτηση δήλωσε ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία, πλην 2 τραπεζικούς λογαριασμούς, το καθαρό υπόλοιπο των οποίων δεν ξεπερνούσε τα $550-, και ότι δεν λαμβάνει οποιαδήποτε εισοδήματα από τις επενδύσεις της. Δεδομένου ότι μέχρι τις 07/09/17 τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση ήταν δεσμευμένα δυνάμει των Διαταγμάτων, η πιο πάνω εικόνα αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση δεν αναμένεται να διαφοροποιείται σήμερα.   

 

Η ενόρκως δηλούσα στη συνέχεια με την παράθεση γεγονότων εισηγείται ότι εκπληρούται η ανάγκη έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων και ότι είναι δίκαιο και εύλογο εφόσον κατά την εισήγηση της πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση τους όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς η μη έκδοση τους θα οδηγήσει στην αδυναμία εκτέλεσης της  Διαιτητικής Απόφασης εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση. Αναφέρεται και αναλύει ειδικότερα στις προϋποθέσεις που εξετάζονται και έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία μας οι οποίες υποστηρίζει ότι στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης εκπληρούνται. Αυτές, για κάθε επί μέρους πτυχή που πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο μιας τέτοιας αίτησης με ένα τέτοιο ευρύ φάσμα θεραπειών που επιδιώκονται, θα αναλυθούν στο κατάλληλο κεφάλαιο της απόφασης μου στη συνέχεια.

 

 

Η ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ:

 

            Η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση και σε αυτή προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

 «

(1)           H Αιτήτρια δεν έχει βάση Αίτησης και/ή λόγο ή αιτιολογία και δεν προκύπτει ανάγκη στην προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης.

 

(2)           Δεν ικανοποιούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθ’ ότι δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε πιθανότητα επιτυχίας της Κυρίως Αίτησης, ούτε και αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα ενδιάμεσα Διατάγματα.

 

(3)           Η έκδοση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 08/01/2016 από το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν ικανοποιεί αυτόματα τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60.

 

(4)           Το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα (Α) έχει εκδοθεί στη βάση λανθασμένης δικαστικής διαδικασίας και/ή δεν γίνεται στα πλαίσια της ορθής διαδικασίας και/ή διαδικαστικού διαβήματος προκειμένου να επιτευχθεί η αναστολή της εκκαθάρισης της Καθ’ ης η Αίτηση. 

 

(5)           Το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα (Β) είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολικό, γενικό και αόριστο και δεν δικαιολογείται επαρκώς και/ή καθόλου αφού δεν καθορίζει μέχρι ποιάς αξίας περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση παγοποιούνται και ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση αλλά και ούτε από τη Γενική Αίτηση.

 

(6)           Το μονομερώς εκδοθέν παγοποιητικό Διάταγμα (Β), ως πολύ καλά γνωρίζει η Αιτήτρια από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης ημερομηνίας 21/12/2016, δεν μπορεί να επιδιώκεται καθότι η Καθ’ ης η Αίτηση έχει πωλήσει τις μετοχές που κατείχε στην Tesbrit B.V. και Trilogy International Partners LLC και ως εκ τούτου το αιτούμενο διάταγμα είναι καταχρηστικό, μη αναγκαίο και αδικαιολόγητο.

 

(7)           Η Αιτήτρια λανθασμένα, αντικανονικά και παράτυπα προωθεί παράλληλα τη Διαιτησία υπ’ αριθμό VIAC SCH-5513 και την Αίτηση 15/2017 (με τα παρόντα υπό εξέταση ενδιάμεσα διαβήματα) καθότι υπάρχει συσχετισμός και σύνδεση (τουλάχιστον όσον αφορά συγκεκριμένες θεραπείες) μεταξύ των δύο διαδικασιών και των θεραπειών που επιδιώκονται σε έκαστη διαδικασία και ως αποτέλεσμα υπάρχει κίνδυνος έκδοσης αντικρουόμενων και αντίθετων δικαστικών αποφάσεων.

 

(8)           Η έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων Διαταγμάτων δεν εξυπηρετεί τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo).

 

(9)           Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση.

 

(10)        Τυχόν έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων Διαταγμάτων που είναι τόσο δραστικά και ενώ δεν υπάρχει και δεν αιτιολογείται η ύπαρξη ανάγκης προς έκδοση τους, θα πλήξει ανεπανόρθωτα την Καθ’ ης η Αίτηση.

 

(11)        Σύμφωνα με το Αυστριακό Δίκαιο που είναι το δίκαιο που διέπει τη Συμφωνία Διαχείρισης Επενδύσεων μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ’ ης η Αίτηση, η Καθ’ης η Αίτηση δεν έχει οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις που εκκρεμούν προς εκτέλεση δυνάμει της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 08/01/2016.

 

(12)        Εν πάση περιπτώσει, η Καθ’ ης η Αίτηση έχει ήδη εκτελέσει και/ή ικανοποιήσει το εκτελεστό μέρος της Διαιτητικής Απόφασης και το μέρος το οποίο η Αιτήτρια προωθεί με την παρούσα διαδικασία να εγγράψει και να καταστήσει εκτελεστό στην Κύπρο, αποτελεί Δηλωτική Απόφαση και ως τέτοια δεν είναι εκτελεστή τόσο σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο, όσο και σύμφωνα με το Αυστριακό Δίκαιο.

 

(13)        Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων υπό τις υποπαραγράφους (Γ), (Ε) και (ΣΤ) για παροχή και/ή αποκάλυψη πληροφοριών.

 

(14)        Το αιτούμενο Διάταγμα (Ε) ζητείται καταχρηστικά και αδικαιολόγητα, καθότι το ίδιο Διάταγμα είχε καταστεί απόλυτο κατόπιν ακρόασης της Αίτησης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων που είχε καταχωρηθεί στα πλαίσια της Αίτησης 11/2016, και στα πλαίσια της οποίας είχε καταχωρηθεί Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης που είχε παραδοθεί στην Αιτήτρια, με την οποία αποκαλύφθηκαν όλες οι πληροφορίες που ζητούνται και με το παρόν Διάταγμα.

 

(15)        Η Αιτήτρια απέτυχε να αποκαλύψει πλήρως και ειλικρινά όλα τα ουσιώδη γεγονότα καθότι στην πραγματικότητα προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο.

 

(16)        Ιδιαίτερα δε όσον αφορά το υπό παράγραφο (ΣΤ) Διάταγμα, είναι αντικανονικό και δεν είναι νομικά επιτρεπτό για την Αιτήτρια να ζητά υπό μορφή ενδιάμεσου Διατάγματος, μέρος της Διαιτητικής Απόφασης την οποία επιχειρεί να εγγράψει και να εκτελέσει.

 

(17)        Η Αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει προς αιτιολόγηση της επιδιωκόμενης έκδοσης των ενδιάμεσων Διαταγμάτων που ζητά και της διατήρησης αυτών που έχουν εκδοθεί μονομερώς.

 

(18)        Η Καθ’ ης η Αίτηση δεν μπορεί να δώσει πληροφορίες αναφορικά με την εταιρεία Two Degrees Mobile Limited, καθ’ ότι σύμφωνα με το δίκαιο της Νέας Ζηλανδίας το οποίο διέπει την εν λόγω εταιρεία οι αιτούμενες πληροφορίες δεν είναι δημόσια διαθέσιμες και εν πάση περιπτώσει δεν βρίσκονται στην κατοχή της Καθ’ ης η Αίτηση (pro memoria η Καθ’ ης η Αίτηση ποτέ δεν είχε άμεσο συμφέρον στην Two Degrees Mobile Limited). Επιπρόσθετα, με την πώληση της Tesbrit B.V. και Trilogy International Partners LLC τον Ιούνιο του 2016, η Καθ’ ης η Αίτηση έχασε εξ ολοκλήρου και το έμμεσο της συμφέρον στην Two Degrees Mobile Limited.

 

(19)        Γενικά, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει τη δυνατότητα και εμποδίζεται να δώσει πληροφορίες τόσο σε πραγματικό όσο και σε νομικό επίπεδο.

 

(20)        Η Αιτήτρια, στην απουσία νέων περιστάσεων, εμποδίζεται από του να ζητά την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων (Γ) και (ΣΤ)(iii) λόγω δεδικασμένου, καθότι τα ίδια Διατάγματα είχαν απορριφθεί με την Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/12/2016. Εναλλακτικά, η Αιτήτρια έχει προβεί σε κατάχρηση της διαδικασίας, κάτι το οποίο θα πρέπει να αποτραπεί από το Δικαστήριο.

 

(21)        Τα επιδιωκόμενα ενδιάμεσα Διατάγματα δεν είναι αναγκαία και/ή απαραίτητα και η έκδοση αυτών δεν δικαιολογείται επαρκώς και/ή καθόλου από την Αιτήτρια.

 

(22)        Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση ενδιάμεση Αίτηση περιέχει διαστρεβλωμένους και/ή αναληθείς και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς.

 

(23)        Η Αιτήτρια δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθ’ ότι δεν έχει προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αντιθέτως επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο.

 

(24)        Η Αιτήτρια ενεργεί κακόπιστα καθ’ ότι έχει μπλοκάρει και παρεμποδίζει την υλοποίηση της εκκαθάρισης της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή τη διαδικασία που έχει τροχιοδρομηθεί δυνάμει του όρου 146 του Καταστατικού Εγγράφου της Καθ’ ης η Αίτηση, με αποτέλεσμα να την αναγκάζει σε παράβαση των ρητών προνοιών του Καταστατικού της.

 

(25)        Κανένας κατεπείγον λόγος ή εξαιρετική περίσταση δεν υπήρχε που να δικαιολογεί τη μονομερή έκδοση όλων των Διαταγμάτων.

 

(26)         Η υποβολή και προώθηση της ενδιάμεσης Αίτησης της Αιτήτριας αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the Court process).

 

(27)        Η ενδιάμεση Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της, δεν υποστηρίζεται από όλη τη μαρτυρία στην οποία γίνεται αναφορά και έχει συνταχθεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αρχή ότι το Δικαστήριο θα εξετάσει την ενδιάμεση αίτηση στηριζόμενο στη μαρτυρία που προσκομίστηκε και επισυνάφθηκε στις ένορκες δηλώσεις που αφορούν την ενδιάμεση αίτηση.

 

(28)        Η Αιτήτρια επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να το οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα, παραπέμποντας το συνεχώς στην Απόφαση του Δικαστηρίου που λήφθηκε στα πλαίσια της αίτησης ενδιάμεσων διαταγμάτων που είχε καταχωρηθεί στην Αίτηση 11/2016, ενώ το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την εν λόγω Απόφαση.

 

(29)        Υπό τις περιστάσεις, είναι ορθό και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και όπως απορρίψει την υπό κρίση Αίτηση.»

 

Η Ειδοποίηση περί της πρόθεσης Ένστασης στηρίζεται σε ταυτόσημη νομική βάση όπως είναι και αυτή της Αίτησης με την προσθήκη των άρθρων 243 και 290 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.

 

Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης στηρίζεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα Αιμιλία Ευσταθίου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει στην παρούσα την Καθ’ ης η Αίτηση,  η οποία δηλώνει ότι υπέγραψε αυτή την ένορκη δήλωση καθώς κανένας εκ των διευθυντών της εταιρείας δεν ήταν πρακτικά δυνατό να προσέλθει στο Δικαστήριο για να υπογράψει την παρούσα Ένορκη Δήλωση, η Καθ’ ης η Αίτηση Εταιρεία την έχει δεόντως εξουσιοδοτήσει για να προβεί στην παρούσα Ένορκη Δήλωση εκ μέρους της και για λογαριασμό της. Επισυνάπτει προς τούτο ως τεκμήριο σχετική εξουσιοδότηση η οποία της έχει δοθεί. Δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη της Κυρίως Αίτησης και της Ένορκης Δήλωσης που τη συνοδεύει, της ενδιάμεσης Αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων Διαταγμάτων και της Ένορκης Δήλωσης που την στηρίζει, διαφόρων σχετικών με την υπόθεση εγγράφων και επίσης από μελέτη της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 4.11.2016, η οποία είχε καταχωρηθεί προς υποστήριξη της Ένστασης της Καθ’ ης η Αίτηση στην Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα ημερομηνίας 31.10.2016 και όλων των εγγράφων που είχαν καταχωρηθεί στο Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης 11/2016 Ε.Δ. Λεμεσού (στο εξής «η Πρώτη Αίτηση»). Επίσης ότι  έχει λάβει σχετική πληροφόρηση από τους δικηγόρους του γραφείου τους που χειρίζονται την υπόθεση εκ μέρους και για λογαριασμό της Καθ’ ης η Αίτηση, καθώς και από τον Ελβετό Δικηγόρο της Καθ’ ης η Αίτηση, Dr. iur. Dominik Milani. Δηλώνει περαιτέρω ότι όλα τα γεγονότα τα οποία καταθέτει στην ένορκη δήλωση της είναι ορθά και αληθή εξ όσων κάλλιον γνωρίζει, αληθώς πιστεύει και σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει λάβει. Αρνείται και δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Ιωάννας Μιχαήλ ημερομηνίας 31.10.2017 καθότι περιλαμβάνει ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς.

 

Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών της και κυρίως ότι αυτή έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει την ένορκη δήλωση εκ μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση, κρίνω ότι η ένορκη δήλωση της είναι αρκούντως ικανοποιητική, καθώς η εξουσιοδότηση που επικαλείται την οποία έλαβε – την οποία επισυνάπτει ως Τεκμ. 1 στη δήλωση της - από την Καθ’ ης η Αίτηση υποδηλώνει ότι αυτή  συνοδεύτηκε από κάθε πληροφορία που ήταν διαθέσιμη στην Καθ’ ης η Αίτηση σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης πέραν της υπόλοιπης πληροφόρησης που έτυχε από μελέτη του έγγραφου υλικού ήτοι της αίτησης, της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει όπως και τα τεκμήρια που την συνοδεύουν κ.λπ. όπως επίσης και από τους δικηγόρους της στην Κύπρο και στο εξωτερικό, επομένως η σχετική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από πλευράς Αιτήτριας στην εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της περί μη υποστήριξης της ένστασης από κατάλληλη μαρτυρία δεν με βρίσκει σύμφωνο.

 

            Η ενόρκως δηλούσα προβάλλει γεγονότα και ισχυρισμούς προς υποστήριξη των πιο πάνω λόγων ένστασης  αρχίζοντας από την καταγραφή του ιστορικού των δικαστικών διαδικασιών που έλαβαν χώραν μέχρι σήμερα με βασικό ισχυρισμό της ότι μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 8.01.2016, από το Διεθνές Κέντρο Διαιτησίας στη Βιέννη, στην υπόθεση υπ’ αριθμό SCH-5404 (στο εξής «η Διαιτητική Απόφαση») και αφού έλαβε από την Καθ’ ης η Αίτηση το συνολικό ποσό των €2.540.641,87 σε ικανοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, η Αιτήτρια καταχώρησε στις 31.08.2016 Αίτηση ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων με την οποία ζητούσε την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο.

 

            Η εξέταση των λόγων ένστασης και των όσων προς υποστήριξη τους προβάλλονται στην ένορκο δήλωση της κας Ευσταθίου θα τύχουν ανάλυσης στη συνέχεια της απόφασης όπου θα εξετασθούν οι εκατέρωθεν θέσεις με παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία στις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παρέπεμψαν στις αγορεύσεις τους τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς με τον κ. Α. Ερωτοκρίτου να επισημαίνει κάποια σημαντικά σημεία τους και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και οφείλω  να ομολογήσω ότι μου στάθηκαν πολύ χρήσιμες και υποβοηθητικές για να αντιληφθώ τις εκατέρωθεν θέσεις, ανατρέχοντας ασφαλώς στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, και προς τούτο τους ευχαριστώ καθώς το έργο μου θα ήταν σαφώς πιο δύσκολο και επίπονο.

 

            Προχωρώ με την εξέταση του λόγου ένστασης ότι τα επιδιωκόμενα διατάγματα δεν είναι απαραίτητα καθότι η Καθ’ ης η Αίτηση έχει ήδη αποκαλύψει όλα τα περιουσιακά της στοιχεία με την ένορκη δήλωση της διευθύντριας της, κας Άντρης Παπαδοπούλου ημερομηνίας 21.12.2016 στα πλαίσια της Αίτησης 11/2016 (λόγος ένστασης 14 και παρ. 6 της Ε.Δ. Ευσταθίου και Τεκμ. 8 στην Ε.Δ. Ευσταθίου). Η ως άνω Ε.Δ. Αποκάλυψης καταχωρήθηκε προς συμμόρφωση της Καθ’ ης η Αίτηση με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με το οποίο διατασσόταν να αποκαλύψει ενόρκως όλα της τα περιουσιακά στοιχεία.

 

            Ανατρέχοντας στα γεγονότα που προτάσσονται προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει πωλήσει όλα τα περιουσιακά της στοιχεία περί τον Ιούνιο του 2016 και ότι τα μόνα της περιουσιακά στοιχεία αποτελούν δύο τραπεζικούς λογαριασμούς με καθαρό υπόλοιπο περί τα €100-. Στην παράγραφο «Γ» της Ε.Δ. Αποκάλυψης αναφέρεται ρητά ότι:

 

«Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και αληθώς πιστεύω, πέραν των πιο πάνω τραπεζικών λογαριασμών που αναφέρονται στο (Α), η Καθ’ ης η Αίτηση δεν κατέχει σήμερα οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία»

 

Στο Τεκμ. 9 της Ε.Δ. Ευσταθίου (παρ. 13) γίνεται αναφορά και παραπομπή στην «Απάντηση στην Έκθεση Απαίτησης» που έχει καταχωρίσει η Καθ’ ης η Αίτηση, περί τις 21.08.2017, στα πλαίσια νέας διαιτησίας που έχει εγείρει η Αιτήτρια εναντίον της. Στην παράγραφο 47 της εν λόγω «Απάντησης στην Έκθεση Απαίτησης» υπάρχει ισχυρισμός ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση περιλαμβάνουν εισπρακτέο ποσό ύψους €143.000.000 που προέρχεται από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Furthermore, it should be noted that Respondent 1 has a claim for the purchase price of some EUR 143 million against Respondents 2 - 6. Any insinuation that Respondent 1 would be unable to pay any alleged (and disputed) obligations in the range of some EUR 7.5 million (Short SoC, para. 25) appear thus as unreasonable

 

Επομένως, υπάρχει ασάφεια και ελέγχεται το αληθές του ισχυρισμού της Καθ’ ης η Αίτηση στην ένορκη δήλωση της με την οποία υποστηρίζεται η ένσταση της, ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία επειδή δήθεν αυτά είχαν πωληθεί, ενώ 8 μήνες αργότερα ισχυρίστηκε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ότι έχει εισπρακτέα 143 εκατομμύρια Ευρώ από την πώληση των περιουσιακών της στοιχείων. Η Καθ’ ης η Αίτηση το Νοέμβριο του 2017 αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο και πέτυχε τη λήψη άδειας καταχώρισης αίτησης Certiorari, με αποτέλεσμα να ανασταλεί η υποχρέωση αποκάλυψης των περιουσιακών της στοιχείων, ενώ σήμερα ισχυρίζεται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει λόγος έκδοσης του εν λόγω Διατάγματος, καθότι όλα τα περιουσιακά της στοιχεία έχουν ήδη αποκαλυφθεί στα πλαίσια της Αίτησης 11/2016 (βλ. Αναφορικά Με την Αίτηση της Beddington Holdings Limited, Πολιτική Αίτηση Αρ. 161/2017, 15/11/2017). Παραμένει κατά παραδοχή της Καθ’ ης η Αίτηση ο ισχυρισμός περί ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων αξίας 143 εκατομμύρια Ευρώ, που δεν αποκαλύφθηκαν με την Ε.Δ. Αποκάλυψης, ενδεχόμενα να εξηγεί τους πραγματικούς λόγους των ενεργειών της Καθ’ ης η Αίτηση.  Επομένως στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν εξέλειπε η ανάγκη και κρίνεται εύλογο το αίτημα και η ανάγκη έκδοσης των Διαταγμάτων και ειδικά την ανάγκη να διαταχθεί εκ νέου η Καθ’ ης η Αίτηση να αποκαλύψει τα περιουσιακά της στοιχεία.      

 

            Θα με απασχολήσει όμως αμέσως στη συνέχεια το ζήτημα της ύπαρξης δεδικασμένου το οποίο απασχόλησε και τις δύο πλευρές με διαμετρικά όμως αντίθετες θέσεις ως προς τη σημασία της ύπαρξης του.

 

            Γίνεται επίκληση της Απόφασης του Ε.Δ. Λεμεσού (Ρέα Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ.) της 9.12.2016 στην αίτηση 11/16. Κατά την Αιτήτρια με την οποία συμφωνώ στη βάση όσων θα αναφερθούν στη συνέχεια η ως άνω απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο και κώλυμα για το Δικαστήριο να επανεξετάσει το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης και διατήρησης των Διαταγμάτων. Η δε καταχώριση της Ένστασης από μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση, κρίνω ότι συνιστά  κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Εξηγούμαι:

 

            (α) Πανομοιότυπα Διατάγματα με τα εδώ εκδοθέντα (πλην του Διατάγματος «Α»), είχαν εκδοθεί στα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης με την Αίτηση 11/2016. Αυτό είναι παραδεκτό από την Καθ’ ης η Αίτηση, αφού στην παράγραφο 9 της Ε.Δ. Ευσταθίου αναφέρονται τα εξής:

 

«Με την παρούσα ενδιάμεση Αίτηση, η Αιτήτρια παρομοίως αιτείται την έκδοση των ίδιων διαταγμάτων παγοποίησης και αποκάλυψης πληροφοριών με την προσθήκη ότι ζητεί επιπλέον την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ’ ης η Αίτηση να προωθήσει και ολοκληρώσει τη διαδικασία εκκαθάρισης της»

 

(β)  Στα πλαίσια της Αίτησης 11/2016, με την Απόφαση ημερομηνίας 9.12.2016 το Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση και διατήρηση των εκεί εκδοθέντων διαταγμάτων και απέρριψε όλους τους λόγους ένστασης της Καθ’ ης η Αίτηση. Στη συνέχεια, περί τις 7.09.2017, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρούνταν οι τυπικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της Διαιτητικής Απόφασης, αφού κατά την άποψη του Δικαστηρίου δεν είχε προσκομιστεί μετάφραση όλων των εγγράφων που αφορούσαν τη συμφωνία διαιτησίας, με αποτέλεσμα να απορρίψει την Αίτηση 11/2016 (στο εξής η «Απόφαση ημερομηνίας 7.09.2017») (βλ. Τεκμ. 6 της Ε.Δ. Μιχαήλ). Συνεπεία της πιο πάνω απόφασης τα ενδιάμεσα διατάγματα ακυρώθηκαν αυτόματα. Ως εκ τούτου, μερικές βδομάδες μετά, με την παρούσα Γενική Αίτηση η Αιτήτρια αιτήθηκε εκ νέου την αναγνώριση της Διαιτητικής Απόφασης (αυτή τη φορά προσκομίζοντας όλες τις σχετικές μεταφράσεις) και αιτήθηκε εκ νέου την επανέκδοση των Διαταγμάτων.

 

Γνωστή είναι η αρχή ότι Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρήσει απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή και ως προς τα ζητήματα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, που προκύπτουν όταν διάδικος προσπαθεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου εκ νέου θέμα που έχει ήδη αποφασιστεί στα πλαίσια ενδιάμεσων διαδικασιών. Τα πιο πάνω ζητήματα με είχαν απασχολήσει και αναλυθεί στην απόφαση μου στην υπόθεση Active Export Technologies Limιted v. A.A.S. Advanced Automation Systems Limited, Γενική Αίτηση Αδ. 19/2016, (σε αίτηση για αναγνώριση ως εκτελεστής διαιτητικής απόφασης) 14.02.2017. Στην εν λόγω απόφαση μου με αναφορά στην υπόθεση Flecha Constracting Ltd ν. Escalade Priority Developments Ltd, Αρ. Γεν. Αίτησης: 673/12, 20.02.2015 και τις αρχές που έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο στις αποφάσεις, Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα, (2008) 1 Α.Α.Δ. 1125 και Α. Χαραλάμπους ν. Μ. Χαραλάμπους (2008) 1 Α.Α.Δ. 1298, αναφέρω  σχετικά τα ακόλουθα:

 

«Σύμφωνα με την νομολογία για να μπορεί να ισχύσει και να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις.

 

(α) Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και να είχε εγερθεί και αποφασιστεί τελικά από το δικαστήριο κατά την πρώτη διαδικασία.

(β) ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων.

(γ) το δικαστήριο να είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει το θέμα.

(δ) η προηγούμενη απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη

 

«Υποδεικνύεται περαιτέρω πως δεδικασμένο, σύμφωνα με την Σκουτέλα ανωτέρω, δημιουργείται όχι μόνο σε σχέση με αξιώσεις που περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά και σε σχέση με εκείνες τις αξιώσεις που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί, εντασσόμενες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας και δεν προβλήθηκαν.»

 

«Στο σύγγραμμα Cross On Evidence, 5η εκδ. σελ.332, υπό τον τίτλο issue estoppel αναφέρεται το εξής:

 

«The second kind of estoppel by record inter partes is often called "issue estoppel". It may be regarded as an extension of the first for, to quote L. Denning, M.R. "within one cause of action, there may be several issues raised which are necessary for the determination of the whole case. The rule then is that, once an issue has been raised and distinctly determined between the parties, then, as a general rule, neither party can be allowed to fight that issue all over again»

(δες Fidelitas Shipping Co, Ltd v. V/O, Exportchleb, (1996) 1 Q.B. 630, 640)»»

 

«Αλλά και αν ακόμη θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των δυο διαδικασιών, παρόλο που η γενεσιουργός αιτία και η βάση και των δυο διαδικασιών αποτελεί η διαιτησία, τα επίδικα θέματα που εγείρονται υπό μορφή ενστάσεως στην παρούσα διαδικασία, τέθηκαν, εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν τελεσίδικα από το δικαστήριο κατά την προηγούμενη διαδικασία. Ουσιαστικά οι λόγοι που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία ταυτίζονται απόλυτα με εκείνους που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν στην προγενέστερη υπόθεση και αποφασίστηκαν. Ακόμα και να εγείρονταν πρόσθετοι λόγοι στην παρούσα ένσταση - που δεν εγείρονται - και πάλι σύμφωνα με την Σκουτέλλα ανωτέρω, καλύπτονται υπό το πέπλο του δεδικασμένου. Εξηγείται περαιτέρω στον Cross ανωτέρω, σελ.336-337, με αναφορά στις υποθέσεις Bell v. Holmes (1956) 3 All.E.R 449 και Wood v. Luscombe (1964) 3 All.E.R 972, ότι υπάρχει κώλυμα (issue estoppel) ακόμα και εκεί που ενώ τα επίδικα θέματα είναι τεχνικώς διαφορετικά (technically different), τα επίδικα γεγονότα και η υποστηρίζουσα μαρτυρία είναι ταυτόσημα. Αν τα δικόγραφα, η μαρτυρία καθώς και τα επιχειρήματα είναι ταυτόσημα, τότε υπάρχει και επενεργεί το κώλυμα και τούτο προς αποφυγή ύπαρξης συγκρουόμενων δικαστικών αποφάσεων, επί ουσιωδώς ταυτοσήμων θεμάτων και γεγονότων

 

«Υπάρχει ακόμα μια πτυχή εδραζόμενη στο γεγονός ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να επανεξετάσει τα ίδια ουσιαστικά ζητήματα, γιατί πέραν του κωλύματος του δεδικασμένου, προσκρούει και στην νομολογιακή αρχή ότι ένας Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή (Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Αίτηση Αρ. 4/2012, ημερ.31.1.12, Papademedriou ν. Christofi (1988) 1 C.L.R. 101 και Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 906). Γιατί στην ουσία, εμμέσως και στην τελική κατάληξη εκεί οδηγούνται τα πράγματα, προσκρούοντας και στην πιο πάνω αρχή της αποφυγής ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων επί του ιδίου θέματος.»

 

«Πέραν της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα, (2008) 1 Α.Α.Δ. 1125 στην οποία γίνεται παραπομπή στην πιο πάνω απόφαση του Δικαστή κ. Ν. Γιαπανά)  σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Α. Χαραλάμπους ν. Μ. Χαραλάμπους (2008) 1 Α.Α.Δ. 1298 :

 

«Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του.  Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία.  Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. Στην υπόθεση L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604, η ενάγουσα εταιρεία διεκδικούσε το δικαίωμα να ελέγχει την τροχαία κίνηση σε ένα δρόμο που οδηγούσε σε μια οικιστική περιοχή της εταιρείας.  Πριν από μερικά χρόνια, όταν η νομική θέση του δρόμου εξεταζόταν από ένα άλλο Δικαστήριο μεταξύ των προκατόχων του τίτλου της ενάγουσας εταιρείας και των εναγομένων, το θέμα του ελέγχου της τροχαίας κίνησης δεν ηγέρθη, αν και μπορούσε να προβληθεί και να εξεταστεί.  Το Δικαστήριο βρήκε ότι η παράλειψη των προκατόχων της ενάγουσας εταιρείας να προβάλουν την απαίτηση στην προηγούμενη αγωγή συνιστούσε δεδικασμένο θέμα και απέρριψε την αγωγή.

 

Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.

 

Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Κλεόπα ν. Αντωνίου (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 58, στην οποία η εφεσείουσα αρχικά καταχώρισε αγωγή για αποζημιώσεις για τις ζημιές που είχε υποστεί το όχημα της σε τροχαίο ατύχημα.  Μετά την έκδοση απόφασης για £1.900, καταχώρισε νέα αγωγή εναντίον του ίδιου εφεσίβλητου ζητώντας αποζημιώσεις για τα τραύματα που είχε υποστεί.  Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στις αποφάσεις Arnold v. Natwest Bank Plc [1991] 2 AC 93 και στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, αποφάνθηκε ότι η έγερση της νέας αγωγής που είχε τους ίδιους διαδίκους και ταυτόσημη βάση αγωγής με την προηγούμενη, προσέκρουε στον κανόνα του δεδικασμένου.

 

Με βάση τα πιο πάνω έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη της εφεσείουσας να περιλάβει στην α΄ αγωγή της την απαίτηση της για αμέλεια, την εμποδίζει από του να προβάλλει με νέα αγωγή απαίτηση εναντίον της εφεσίβλητης για αμέλεια.»»

 

«Η επιμονή της Καθ' ης η Αίτηση στην ένσταση της στην υπό κρίση Αίτηση παρά την απόρριψη της Αίτησης Παραμερισμού συνιστά ή και απολήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας την οποία το Δικαστήριο οφείλει να αποτρέψει αρνούμενο να εξετάσει την εν λόγω ένσταση. Σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστή κ. Ν. Γιαπανά στη Γενική Αίτηση Αρ. 673/2012 του Ε.Δ. Λευκωσίας όπως καταγράφηκαν πιο πάνω.

 

Επιπρόσθετα  με δεδομένο ότι το κεντρικό επίδικο θέμα που εγείρεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτηση είναι ακριβώς το ίδιο με το κεντρικό επίδικο θέμα που εγέρθηκε, εξετάστηκε και αποφασίστηκε στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού (ήτοι κατά πόσο συντρέχει ή όχι έγκυρος λόγος για ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.101/87), αυτό που η Καθ' ης η Αίτηση στην πραγματικότητα ζητά από το παρόν Δικαστήριο είναι  να ανατρέψει ή να αναιρέσει την απορριπτική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί της Αίτησης Παραμερισμού. Δηλαδή, ενώ το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει αποφασίσει ότι δεν συντρέχει λόγος για παραμερισμό ή ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης η Αιτήτρια καλεί το παρόν Δικαστήριο να αρνηθεί να αναγνωρίσει και να διατάξει/επιτρέψει την εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης στη βάση ότι συντρέχει τέτοιος λόγος.  Τέτοια όμως πορεία θα προσέκρουε και στη νομολογιακή αρχή ότι Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και να αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή καθώς στην αρχή της αποφυγής ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων επί του ιδίου θέματος.  Για το ζήτημα αυτό σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστή κ. Ν. Γιαπανά στην Γενική Αίτηση Αρ. 673/2012 του Ε.Δ. Λευκωσίας (πιο πάνω).

 

Η Καθ' ης η Αίτηση δεσμεύεται από το δεδικασμένο που δημιουργεί η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί της Αίτησης Παραμερισμού και κωλύεται από του να επιμένει στην ένσταση της στην υπό κρίση Αίτηση,  κωλύεται επίσης από του να συνεχίσει να ισχυρίζεται ότι συντρέχει λόγος για ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης ή για  απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης,  κωλύεται από του να εγείρει προς εξέταση από το παρόν Δικαστήριο τους λόγους ένστασης και τους ισχυρισμούς που εγείρει στα πλαίσια της εν λόγω ένστασης (συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν ήγειρε αλλά μπορούσε και όφειλε να εγείρει στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού) και ότι, υπό τις περιστάσεις, το  Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση των διαταγμάτων που επιζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση

 

 

Σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, 16.04.2014, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να δημιουργηθεί δεδικασμένο από ενδιάμεσες αιτήσεις. Το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση σημείωσε ότι ακόμη και εάν δεν δημιουργηθεί δεδικασμένο από προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση, σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα αλλάξει την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση εκτός εάν προσκομιστεί νέα μαρτυρία ή νέα επιχειρήματα. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό:

«Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82:

Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument.[…].»

 

Στη βάση επομένως των πιο πάνω αρχών κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να επανεξετάσω την ανάγκη έκδοσης και διατήρησης των Διαταγμάτων αφού αυτό εξετάστηκε στα πλαίσια της Απόφασης ημερομηνίας 9.12.2016. Και αυτό καθώς:

 

(α) Το ουσιαστικό επίδικο θέμα της Απόφασης ημερομηνίας 9.12.2016 ήταν κατά πόσο πληρούνταν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων πανομοιότυπων με τα εδώ εκδοθέντα Διατάγματα, προς υποβοήθηση της διαδικασίας αναγνώρισης της Διαιτητικής Απόφασης.

 

(β) Ως προς το Διάταγμα «Α», αυτό δεν είχε ζητηθεί στα πλαίσια της Αίτησης 11/2016 (αφού κατά την αίτηση των εκεί διαταγμάτων δεν ήταν γνωστή η πρόθεση εκκαθάρισης της Καθ’ ης η Αίτηση), πλην όμως το Δικαστήριο με την Απόφαση ημερομηνίας 9.12.2016 αναγνώρισε ότι τα εκεί διατάγματα ήταν απαραίτητα για να εμποδίσουν την εκούσια εκκαθάριση της Καθ’ ης η Αίτηση. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το Διάταγμα «Α» καλύπτεται από τα όσα αποφασίστηκαν με την Απόφαση ημερομηνίας 9.12.2016 και υπάρχει δεδικασμένο ή κώλυμα για την επανεξέταση του. Στην σελίδα 25 της Απόφασης ημερομηνίας 9.12.2016, το Δικαστήριο σημείωσε τα εξής σχετικά:

 

«Η Καθ’ ης η Αίτηση θεωρώντας ότι με βάση το άρθρο 146 του καταστατικού ήταν υποχρεωμένη μέχρι την 01.07.2016 να προχωρήσει σε εκούσια εκκαθάριση της εταιρείας, προχώρησε στη διαδικασία αυτή και ισχυρίζεται ότι η διαδικασία της εκκαθάρισης έχει διακοπεί και ουσιαστικά εμποδίζεται από την έκδοση των παρόντων διαταγμάτων. Οι θέσεις αυτές της Καθ’ ης η Αίτηση καταδεικνύουν, κατά την κρίση μου, την πρόθεση της σε περίπτωση μη έκδοσης και ακύρωσης των διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί, να προχωρήσει στην εκκαθάριση, στηριζόμενη στη νομική γνωμάτευση Αυστριακών δικηγόρων που έχει στην κατοχή της, ότι δεν οφείλει οτιδήποτε στην Αιτήτρια.

 

Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι έχει στοιχειοθετηθεί και η Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και θεωρώ ότι τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί δεν θα πρέπει να ακυρωθούν. » 

 

(γ) Η ουσιαστική μαρτυρία που έχει τεθεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης ενώπιον μου τόσο από την Αιτήτρια όσο και από την Καθ’ ης η Αίτηση είναι ακριβώς η ίδια με τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης 11/16 με σκοπό την έκδοση των εκεί Διαταγμάτων.

 

Δεν πρέπει να παραγνωριστεί  ότι στις παραγράφους 27 μέχρι 29 της Ε.Δ. Ευσταθίου, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι περί τις 25.01.2018, δηλαδή περίπου 6 ημέρες πριν την καταχώριση της Ένστασης, οι μέτοχοι της Καθ’ ης η Αίτηση αποφάσισαν να αναστείλουν τη διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης της Καθ’ ης η Αίτηση.  Αυτά όμως δεν επηρεάζουν την ύπαρξη δεδικασμένου, αφού το ουσιαστικό ζήτημα που αποφασίστηκε με την Απόφαση ημερομηνίας 9.12.2016 είναι ότι η πρόθεση της Καθ’ ης η Αίτηση να εκκαθαριστεί, παρά του ότι εκκρεμούσε εναντίον της η Διαιτητική Απόφαση, ήταν καταλυτικής σημασίας για την έκδοση των εκεί διαταγμάτων, προς τούτο παραπέμπω στις σελίδες 23, 24, 25 και 26 απόφασης. Η εκ των υστέρων απόφαση αναστολής της διαδικασίας εκκαθάρισης δεν αναιρεί την ύπαρξη πρόθεσης από μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση να εκκαθαριστεί.

 

(δ) Οι λόγοι ένστασης εναντίον των διαταγμάτων στην Αίτηση 11/2016 (βλ. Τεκμ. 3 ΕΔ Μιχαήλ και σελίδα 10 Απόφασης ημερομηνίας 9.12.2016) είναι πανομοιότυποι με τους λόγους ένστασης που εγέρθηκαν με την Ένσταση στην υπό κρίση παρούσα Αίτηση.

 

Βέβαια στην Ένσταση που αφορά την παρούσα εγείρονται ως επιπλέον ως λόγοι ένστασης οι υπ’ αριθμό 4, 7, 14, 20 και 28 τους οποίους και θα σχολιάσω αμέσως στη συνέχεια όπου θα διαφανεί ότι δεν δικαιολογούν, συμφωνώντας προς τούτο με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας,  οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα ευρήματα του Δικαστηρίου  στην Απόφαση ημερομηνίας 9.12.2016, για τους ακόλουθους λόγους.

 

Σε σχέση με τον λόγο ένστασης 4 ότι δεν έχει ακολουθηθεί το ορθό διαδικαστικό βήμα/ διαδικασία για την έκδοση του Διατάγματος (Α) της Αίτησης, είναι φανερόν ότι το Διάταγμα «Α» δεν αποσκοπεί στην αναστολή διαδικασίας εκκαθάρισης, αλλά στο να απαγορευθεί στην Καθ’ ης η Αίτηση να προωθήσει τέτοια διαδικασία εκκρεμούσης της αναγνώρισης και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης.  Δεδομένου της θέσης της Καθ’ ης η Αίτηση ότι η διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης της έχει ανασταλεί με απόφαση των μετόχων της, δεν τίθεται θέμα περαιτέρω αναστολής της διαδικασίας αυτής μεν, αλλά είναι απαραίτητο να εμποδιστεί η Καθ’ ης η Αίτηση από το να προωθήσει τέτοια διαδικασία στο μέλλον.

 

Σε σχέση με τον λόγο ένστασης 7 ότι  υπάρχει συσχετισμός και σύνδεση μεταξύ της Διαιτησίας υπ’ αριθμό VIAC SCH-5513 και της Αίτησης Εγγραφής, θα πρέπει να ειπωθεί ότι οποιοσδήποτε συσχετισμός είναι άσχετος καθότι η παρούσα διαδικασία προωθείται αποκλειστικά για σκοπούς αναγνώρισης της Διαιτητικής Απόφασης, ενώ η Διαιτησία υπ’ αριθμό VIAC SCH-5513 αφορά την επίλυση διαφοράς, επί της ουσίας, μεταξύ των μερών. Ως εκ τούτου, ο λόγος ένστασης 17 δε δικαιολογεί οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα ευρήματα του Δικαστηρίου με την Απόφαση ημερομηνίας 09/12/16.

 

Σε σχέση με τον λόγο ένστασης 14  ότι  οι πληροφορίες που ζητούνται έχουν αποκαλυφθεί με την Ε.Δ. Αποκάλυψης ήδη έχει απαντηθεί με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω στην ενότητα όπου ασχολήθηκα με την αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων στα πλαίσια της αίτησης 11/2016.   

Σε σχέση με τους λόγους ένστασης 20 και 28 ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την Απόφαση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων και/ή τα αιτητικά (Γ) και (ΣΤ)(iii) της Αίτησης και ότι αυτά δεν θα πρέπει να οριστικοποιηθούν  βάσει δεδικασμένου ενόψει των όσων έχω αποφανθεί και καταγράψει στο σχετικό μέρος της απόφασης μου, όπου έκρινα ότι η απόφαση της Αδελφού Δικαστού κας Ρέας Λιμνατίτου ημερ. 9.12.2016 συνιστά δεδικασμένο στο παρόν Δικαστήριο, δεν θα προχωρήσω με την οριστικοποίηση των Διαταγμάτων που η Αιτήτρια αιτείται στα ως άνω αιτητικά Γ και ΣΤ(iii).  

 

(ε) Η Απόφαση ημερομηνίας 9.12.2016 έχει εξετάσει και απορρίψει τους λόγους ένστασης επί των οποίων βασίζεται η σημερινή ένσταση.

 

(στ) Υπάρχει ταύτιση διαδίκων και ιδιότητας διαδίκων, μεταξύ της Αίτησης 11/2016 και της παρούσας διαδικασίας.

 

(ζ) Η Απόφαση ημερομηνίας 9.122016 αποφάσισε τελεσίδικα ότι δικαιολογείτο η έκδοση πανομοιότυπων διαταγμάτων εκκρεμούσης της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης.

 

(η) Στην παρ. 55 της ΕΔ Ευσταθίου η ίδια η Καθ’ ης η Αίτηση παραδέχεται ότι η Απόφαση ημερομηνίας 9.12.2016 δημιουργεί δεδικασμένο.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους  θα συμφωνήσω με την εισήγηση της πλευράς της Αιτήτριας και κρίνω ότι δεν θα πρέπει  να εξετάσω εκ νέου αν δικαιολογείται η έκδοση και διατήρηση των Διαταγμάτων, αφού αυτό εξετάστηκε από το αδελφό μου Δικαστήριο την κα Ρ. Λιμνατίτου στα πλαίσια της Απόφασης της ημερομηνίας 9.12.2016. Ταυτόχρονα η καταχώριση της Ένστασης από την Καθ’ ης η Αίτηση, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, αφού γνωρίζει και παραδέχεται ότι το θέμα έχει ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων παράγραφο 55 Ε.Δ. Ευσταθίου). Ως εκ των ως άνω θα απέρριπτα για τους πιο πάνω λόγους την ένσταση και θα καθιστούσα οριστικά τα ήδη εκδοθέντα προσωρινά Διατάγματα με εξαίρεση τα Αιτητικά Γ και ΣΤ(iii).

 

Όμως εάν ήθελε κριθεί ότι η ως άνω απόφαση μου είναι λανθασμένη για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο εκπληρώνονται οι προϋποθέσεις προς οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων.

 

Όπως προκύπτει από το αναμφισβήτητο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου συνοψίζω στα ακόλουθα τα γεγονότα που επακολούθησαν της έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης:

 

Μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, με την οποία η Καθ’ ης η Αίτηση κλήθηκε να καταβάλλει στην Αιτήτρια διαχειριστική αμοιβή για όση περίοδο κρατούσε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και να αποδώσει στην Αιτήτρια ποσοστό επί τους κέρδους της σε περίπτωση που τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία θα πωλούνταν σε τιμή υψηλότερη μιας καθορισμένης τιμής, η Καθ’ ης η Αίτηση προχώρησε και αποξένωσε όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, με το να τα «πουλήσει» στους μετόχους της, με σκοπό να προωθήσει την εκούσια εκκαθάριση της. Σήμερα έχει προκύψει από το Τεκμ. 9 της Ε.Δ. Ευσταθίου, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση ενδεχόμενα να έχει σκόπιμα παραπλανήσει το Κυπριακό Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι δεν έχει καθόλου περιουσιακά στοιχεία, ενώ στα πλαίσια άλλης διαδικασίας ισχυρίζεται ότι στα περιουσιακά της στοιχεία περιλαμβάνεται το ποσό των 143 εκατομμυρίων Ευρώ από την πώληση των περιουσιακών της στοιχείων ως έχω αναλύσει πιο πάνω στο Κεφάλαιο της Αποκάλυψης Περιουσιακών Στοιχείων εκ μέρους της Καθ’ης η αίτηση στα πλαίσια της αίτησης 11/2016.

 

Από το μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι η Αιτήτρια ενεργούσε ως διαχειριστής των επενδύσεων της Καθ’ ης η Αίτηση στη βάση Συμφωνίας Διαχείρισης Επενδύσεων ημερομηνίας 09.07.2016 (στο εξής η «ΣΔΕ»).  Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια διαχειριζόταν μέσω της ΣΔΕ (i) το 925.83% της Tesbrit BV, η όποια ιδρύθηκε με αποκλειστικό σκοπό να κρατά μετοχές στην 2degrees Mobile Ltd, (ii) to 1.167% της Trilogy International Partners LLC, η οποία διαχειρίζεται 3 διεθνή δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, συμπεριλαμβανομένου στη Νέα Ζηλανδία μέσω του 63,8% μετοχικού συμφέροντος της στην 2degrees Mobile Ltd, και (iii) το συμφέρον στην 2degrees Mobile Ltd μέσω των επενδύσεων της στην Tesbrit BV και Trilogy International Partners LLC (σχετικό είναι το διάγραμμα που επισυνάπτεται ως Τεκμ.  11 στην ΕΔ Μιχαήλ). Σύμφωνα με τους όρους της ΣΔΕ, η Αιτήτρια δικαιούτο να λαμβάνει διαχειριστική αμοιβή (‘Management Fees’) (στο εξής «Διαχειριστική Αμοιβή») για τις υπηρεσίες που παρείχε και επιπρόσθετα είχε δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη που θα προέκυπταν από την πώληση των επενδύσεων της Καθ’ ης η Αίτηση (εφόσον η τιμή πώλησης τους ξεπερνούσε το 150% του ποσού που οι μέτοχοι της Καθ’ ης η Αίτηση είχαν συνολικά επενδύσει στην Καθ’ ης η Αίτηση) (στο εξής «Δικαίωμα Συμμετοχής στα Κέρδη»). Σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες της ΣΔΕ, σε περίπτωση που η Αιτήτρια τερμάτιζε την ΣΔΕ ένεκα της αθέτησης των υποχρεώσεων της Καθ’ ης η Αίτηση, το δικαίωμα της Αιτήτριας να λαμβάνει Διαχειριστική Αμοιβή και το Δικαίωμα Συμμετοχής στα Κέρδη θα συνεχίζονταν. Η ΣΔΕ περιέχει ρήτρα διαιτησίας για τελική επίλυση όλων των διαφορών που απορρέουν από τη ΣΔΕ μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σε διαιτησία (στο εξής η «Συμφωνία Διαιτησίας»). Ένεκα της μη καταβολής της Διαχειριστικής Αμοιβής της, η Αιτήτρια τερμάτισε τη ΣΔΕ και κατά ή περί τις 20/11/2014, καταχώρισε έκθεση απαίτησης  εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση στο Διεθνές Διαιτητικό Κέντρο της Βιέννης, παραπέμποντας το εν λόγω ζήτημα σε διαιτησία, με αριθμό υπόθεσης SCH-5404 (στο εξής η «Διαιτησία»). Η Καθ’ ης η Αίτηση υπερασπίστηκε ενεργά και επί της ουσίας τις αξιώσεις που ήγειρε η Αιτήτρια εναντίον της και συμμετείχε πλήρως στη Διαιτησία μέσω δικηγόρων. Κατά ή περί τις 8.01.2016 εκδόθηκε η  Διαιτητική Απόφαση (σχετικό το Τεκμ. 3Β ΕΔ Μιχαήλ).Η Διαιτητική Απόφαση η οποία είναι πολυσέλιδη και άπτεται της ουσίας των ισχυρισμών εκάστου μέρους, στο διατακτικό της μέρος, αναγνωρίζει ότι η Αιτήτρια έχει νομίμως τερματίσει τη ΣΔΕ και δικαιούται, έναντι της Καθ’ ης η Αίτηση (σχετικές είναι οι παρ. 38 – 48 της ΕΔ Μιχαήλ και σελ. 117 και 118 της Διαιτητικής Απόφασης:

 

(α) την καταβολή Διαχειριστικής Αμοιβής· και

(β) Δικαίωμα Συμμετοχής στα Κέρδη · και

(γ) τη λήψη πληροφοριών με σκοπό να μπορεί να διαπιστώσει εάν το Δικαίωμα Συμμετοχής στα Κέρδη έχει καταβληθεί σωστά.

   

           Σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες που διέπουν την έκδοση, αναθεώρηση και αναγνώριση διαιτητικών αποφάσεων ανά το παγκόσμιο, ως αυτοί σημειώνονται στον Κυπριακό Νόμο Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας του 1987, Ν. 101/1987, μόνο τα Δικαστήρια της χώρας, όπου έλαβε χώρα η διαιτητική διαδικασία ή με βάση το δίκαιο της οποίας έλαβε χώρα η διαιτητική διαδικασία, έχουν δικαίωμα να ακυρώσουν ή αναστείλουν μια διαιτητική απόφαση. Μέχρι σήμερα η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει αποταθεί στα Δικαστήρια της Αυστρίας ή στο διαιτητικό δικαστήριο για την ακύρωση, αναστολή, ερμηνεία ή διόρθωση της Διαιτητικής Απόφασης, με αποτέλεσμα αυτή να παραμένει έγκυρη και εκτελεστή.

 

Η Αιτήτρια διατείνεται ότι υπήρξε μερική συμμόρφωση με τη Διαιτητική Απόφαση ενώ η Καθ’ ης η Αίτηση ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση. Προκύπτει από αναμφισβήτητα γεγονότα που προέρχονται από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι η Καθ’ ης η Αίτηση, όχι μόνο δεν αιτήθηκε την ακύρωση, αναστολή, ερμηνεία ή διόρθωση της Διαιτητικής Απόφασης, αλλά διαβεβαίωσε την Αιτήτρια γραπτώς ότι θα συμμορφωθεί με αυτή. Αμέσως μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, με επιστολές των δικηγόρων της ημερομηνίας 19.01.2016 και 29.01.2016, η Καθ’ ης η Αίτηση κάλεσε την Αιτήτρια να μη λάβει διαβήματα για την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης, δηλώνοντας ρητά την πρόθεση της να συμμορφωθεί πλήρως με τη Διαιτητική Απόφαση (σχετικά είναι τα Τεκμ.12 και 17 ΕΔ Μιχαήλ).

 

Συγκεκριμένα:

 

(α) με την επιστολή ημερομηνίας 19.01.2016 δηλώθηκαν τα εξής:

 

«This being said, we hereby confirm on behalf of our client that Bedlington will comply with the award»

 

Σε μετάφραση:

 

«Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, με την παρούσα επιβεβαιώνουμε εκ μέρους των πελατών μας ότι η Bedlington θα συμμορφωθεί με την απόφαση»

 

(β) με την επιστολή ημερομηνίας 29.01.2016 δηλώθηκαν τα εξής:

 

«As regards the other issues mentioned in your email of 25 January 2016, we have already – as requested- confirmed in our email of 19 January 2016 and are of course willing to confirm once again on behalf of our client, that Beddington will comply with the award»

 

Σε μετάφραση:

 

«Σε όσον αφορά τα άλλα θέματα που αναφέρονται στο ηλεκτρονικό μήνυμα σας στις 25 Ιανουαρίου 2016, έχουμε ήδη – όπως μας ζητήθηκε – επιβεβαιώσει στο ηλεκτρονικό μήνυμα μας στις 19 Ιανουαρίου 2016 και φυσικά είμαστε διατεθειμένοι να επιβεβαιώσουμε για ακόμη μια φορά εκ μέρους των πελατών μας,  ότι η Bedlington θα συμμορφωθεί με την απόφαση».

 

Κατά την Αιτήτρια η Καθ’ ης η Αίτηση περί τον Ιανουάριο 2016 συμμορφώθηκε μερικώς με τη Διαιτητική Απόφαση καταβάλλοντας στην Αιτήτρια τα ποσά που είχαν καταστεί πληρωτέα σύμφωνα με τη Διαιτητική Απόφαση και αφορούσαν τη Διαχειριστική Αμοιβή, τόκους καθώς και τα έξοδα της Διαιτησίας, αλλά και προσκομίζοντας κάποια από τα έγγραφα που σύμφωνα με τη Διαιτητική Απόφαση όφειλε να προσκομίσει.  Στη συνέχεια και παρά τις ως άνω αναφερόμενες ρητές διαβεβαιώσεις της Καθ’ ης η Αίτηση, από τον Ιανουάριο 2016 η Καθ’ ης η Αίτηση διέκοψε κάθε επικοινωνία με την Αιτήτρια και αμέλησε να απαντήσει στις επιστολές της. Η Αιτήτρια έστειλε 4 ξεχωριστές επιστολές στην Καθ’ ης η Αίτηση καλώντας την να συμμορφωθεί με τη Διαιτητική Απόφαση οι οποίες έμειναν αναπάντητες, ήτοι:

 

(α) επιστολή ημερομηνίας 4.03.2016, από τους δικηγόρους της Αιτήτριας στους Δικηγόρους της Καθ’ ης η Αίτηση (Τεκμ.  18 Ε.Δ. Μιχαήλ)·

(β) επιστολή ημερομηνίας 12.06.2016, από τους δικηγόρους της Αιτήτριας στους Δικηγόρους της Καθ’ ης η Αίτηση (Τεκμ. 19 ΕΔ Μιχαήλ)·

(γ) επιστολή ημερομηνίας 28.06.2016, από τους δικηγόρους της Αιτήτριας στον διευθυντή της Καθ’ ης η Αίτηση κ. Schmid (Τεκμ. 20 ΕΔ Μιχαήλ) · και

(δ) επιστολή ημερομηνίας 28.06.2016, από την Αιτήτρια στον διευθυντή της Καθ’ ης η Αίτηση κ. Schmid (Τεκμ. 21 ΕΔ Μιχαήλ).

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση ουδέποτε απάντησε στις πιο πάνω επιστολές και ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία με την Αιτήτρια μέχρι την καταχώριση της Αίτησης 11/16.

 

Είναι επομένως ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι δεν υπάρχει  συμμόρφωση με τη Διαιτητική Απόφαση καθώς περί την 1.07.2016 κατέστη πληρωτέα η δεύτερη δόση της Διαχειριστικής Αμοιβής για την περίοδο από 01.07.2016 μέχρι 31.12.2016, ύψους €500.000. Η Καθ’ ης η Αίτηση δεν κατέβαλε τη Διαχειριστική Αμοιβή και ούτε απάντησε στις επιστολές της Αιτήτριας με τις οποίες την καλούσε όπως την καταβάλουν όπως αναφέρεται πιο πάνω. Δεδομένης της αδικαιολόγητης μη καταβολής της Διαχειριστικής Αμοιβής από μέρους της Καθ’ ης η Αίτηση και της διακοπής οποιασδήποτε επικοινωνίας της Καθ’ ης η Αίτηση με την Αιτήτρια, η Αιτήτρια αναγκάστηκε να λάβει μέτρα αναγνώρισης και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης.

 

Την 31.08.2016, η Αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση 11/16 για αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο, καθότι η Καθ’ ης η Αίτηση είναι Κυπριακή εταιρεία.  Μετά την καταχώριση της Αίτησης 11/16 και την έκδοση και επίδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων στην Καθ’ ης η Αίτηση, ο διευθυντής της Καθ’ ης η Αίτηση, στις 26.09.2016, δήλωσε γραπτώς και για πρώτη φορά ότι η Καθ’ ης η Αίτηση θεωρούσε ότι είχε συμμορφωθεί πλήρως με τη Διαιτητική Απόφαση και ότι σε κάθε περίπτωση όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση είχαν αποξενωθεί (Τεκμ. 22 της ΕΔ Μιχαήλ). Στη συνέχεια η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίστηκε, τόσο στα πλαίσια της Αίτησης 11/16, με όλες τις ένορκες δηλώσεις που καταχώρισε, όσο και στα πλαίσια της παρούσας, με την Ε.Δ. Ευσταθίου, ότι περί τον Ιούνιο του 2016 αποξένωσε όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, ήτοι τις μετοχές που κατείχε στις Tesbrit BV και Trilogy International Partners LLC και συνεπώς το συμφέρον της στην 2degrees Mobile Ltd. Συγκεκριμένα, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω μετοχές μεταβιβάστηκαν στους μετόχους της, στην τιμή πώλησης EUR 143.913.626,56, η οποία δεν ενεργοποιεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες της ΣΔΕ, το Δικαίωμα Συμμετοχής στα Κέρδη της Αιτήτριας. Αποτελεί θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι  οι εν λόγω μεταβιβάσεις πραγματοποιήθηκαν ως «αναγκαία διαβήματα για την εκκαθάριση της» (παρ.  26 της Ε.Δ. Ευσταθίου). Η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 146 του καταστατικού της έπρεπε να τεθεί σε εκκαθάριση μέχρι την 1.07.2016 και ως εκ τούτου θα έπρεπε να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες για να τροχιοδρομηθεί και πραγματοποιηθεί η εκκαθάριση της (παρ. 23 της ΕΔ Ευσταθίου).  Η Καθ’ ης η Αίτηση στις παρ. 27 μέχρι 29 της ΕΔ Ευσταθίου ισχυρίζεται σήμερα ότι με απόφαση των μετόχων της έχει αναστείλει τη διαδικασία εκκαθάρισης της, κατά παράδοξο όμως λόγο δεν δηλώνει ότι έχει επαναφέρει και τα περιουσιακά της στοιχεία πίσω στην ιδιοκτησία της.  

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίστηκε, για σκοπούς της Αίτησης 11/16 αλλά και της παρούσας Αίτησης, ότι έχει συμμορφωθεί με τη Διαιτητική Απόφαση στο μέτρο του δυνατού και του επιτρεπτού και ότι δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση προς εκτέλεση, καθότι:

 

(α) Το Δικαίωμα Συμμετοχής στα Κέρδη της Αιτήτριας δεν έχει ενεργοποιηθεί καθότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση πουλήθηκαν στους μετόχους αυτής, σε τιμή χαμηλότερη της τιμής που θα ενεργοποιούσε το εν λόγω δικαίωμα.

(β) Το δικαίωμα καταβολής Διαχειριστικής Αμοιβής τερματίστηκε στις 07.11.2014 με τον τερματισμό της ΣΔΕ καθότι έκτοτε η Αιτήτρια δεν παρείχε οποιασδήποτε υπηρεσίες διαχείρισης ως αντιπαροχή για τη Διαχειριστική Αμοιβή και το ποσό που κατέβαλε η Καθ’ ης η Αίτηση στην Αιτήτρια, πέραν της Διαχειριστικής Αμοιβής, αντιπροσωπεύει αποζημιώσεις για συμβατικές κυρώσεις (penalty damages) λόγω του τερματισμού της ΣΔΕ, μέχρι την 1.07.2016, όταν θα τερματιζόταν υπό κανονικές συνθήκες η ΣΔΕ, συνεπεία  της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούσαν το αντικείμενο της ΣΔΕ και/ή της εκκαθάρισης της Καθ’ ης η Αίτηση δυνάμει του άρθρου 146 του καταστατικού της.

(γ) Η υποχρέωση της Καθ’ ης η Αίτηση με βάση τη Διαιτητική Απόφαση αποκάλυψης συγκεκριμένων στοιχείων εμπιστευτικής φύσης και/ή στοιχείων που δεν ανήκουν στην Καθ’ ης η Αίτηση, αλλά στις θυγατρικές τις, είναι άκυρη και/ή δεν είναι εκτελεστή.

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση δήλωσε ρητά με την ΕΔ Αποκάλυψης ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία πλην δύο τραπεζικούς λογαριασμούς με μηδαμινά υπόλοιπα. Πέραν του ότι όμως υπάρχει ένδειξη ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση περιλαμβάνουν ποσό 143 εκατομμυρίων Ευρώ, από την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση έχουν όντως αποξενωθεί καθώς:

 

(α)  Η Καθ’ ης η Αίτηση  σε καμία εκ των ένορκων δηλώσεων της δε διευκρινίζει κατά πόσο οι εν λόγω μεταβιβάσεις μετοχών έχουν ολοκληρωθεί ή εάν αυτές εμποδίστηκαν από τα ενδιάμεσα διατάγματα που εκδόθηκαν τόσο στα πλαίσια της Αίτησης 11/16 όσο και της παρούσας Αίτησης.

(β) Η Καθ’ ης η Αίτηση  σε καμία εκ των ένορκων δηλώσεων της δεν εξηγεί ή διευκρινίζει κατά πόσο, και σε κάθε περίπτωση με ποιο τρόπο, έχει εξοφληθεί το τίμημα πώλησης σε σχέση με τις κατ’ ισχυρισμό πωλήσεις μετοχών. Επίσης, η Καθ’ ης η Αίτηση δε διευκρινίζει κατά πόσο το εν λόγω τίμημα πώλησης βρίσκεται στην κατοχή της.

 

Μετά την παράθεση των πιο πάνω γεγονότων προχωρώ στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων στη βάση του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960).

 

Με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια αιτείται όπως καταστήσει απόλυτα διατάγματα, τα οποία εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

(α) Διάταγμα που να απαγορεύει στην Καθ’ ης η Αίτηση να λάβει μέτρα για να τεθεί σε εκούσια εκκαθάριση και/ή να ολοκληρώσει και/ή κοινοποιήσει τη διαδικασία εκκαθάρισης της (αιτητικό (Α) της Αίτησης) (στο εξής το «Απαγορευτικό Διάταγμα»)ˑ

 

(β) Διάταγμα που να απαγορεύει στην Καθ’ ης η Αίτηση να αποξενώσει τα περιουσιακά της στοιχεία χωρίς την συγκατάθεση της Αιτήτριας (αιτητικά (Β) και (Γ) της Αίτησης) (στο εξής τα «Διατάγματα Παγοποίησης»)·

 

(γ) Διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών υποβοηθητικά και με σκοπό τον έλεγχο της εφαρμογής, των Διαταγμάτων Παγοποίησης (παράγραφοι (Δ) (Ε) της Αίτησης) (στο εξής τα «Διατάγματα Αποκάλυψης»)·  και

 

(δ) Διατάγματα που να απαγορεύουν στην Καθ’ ης η Αίτηση να καταστρέψει συγκεκριμένα στοιχεία και πληροφορίες τα οποία καλείται να παρέχει στην Αιτήτρια με τη Διαιτητική Απόφαση (παράγραφοι (ΣΤ) της Αίτησης). 

 

Σύμφωνα με τη νομολογία μας το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδίδει διατάγματα προς υποβοήθηση της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο στη βάση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν. 14/1960 (βλ. Αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ Kismetia Ltd ν. Lupusco Volga Farming Ltd κ.α., Αιτ. Αρ. 1639/11, 30  Μαρτίου 2011).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, κάθε Δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του εξουσίας, δύναται να εκδίδει, απαγορευτικά διατάγματα, ή να διορίζει παραλήπτη, σε όλες τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι:

 

(α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία,

(β) υπάρχει πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται τις θεραπείες που αξιώνουν στην κυρίως διαδικασία,

(γ) εκτός εάν εκδοθεί ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, και

(δ) το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου τέτοια έκδοση υπό τις περιστάσεις είναι δίκαιη ή πρόσφορη.

 

Σε σχέση με την  πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση άρθρου 32: Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με την Αίτηση Εγγραφής/ πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται τις θεραπείες που αξιώνει με την Αίτηση Εγγραφής.

 

Νομολογιακή Προσέγγιση:

 

1.    Η Πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 που αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη, ως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, δεν προϋποθέτει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public

Ltd, (2013) 1 A.A.Δ. 1235).

 

2.    Η Δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία κατά την κυρίως διαδικασία, ως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις.  Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή προοπτική επιτυχίας (βλ. Alpha Panareti (ανωτέρω); Dolego Estates Ltd κ.α. v. Θεόδωρου Φιλίππου κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1217).

 

3.    Στην απόφαση Kismetia Ltd (βλ. ανωτέρω), στα πλαίσια αίτησης έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων προς υποβοήθηση διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπως ήταν τότε, κ. Παρπαρίνος, αποφάσισε, ότι η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 πληρούνταν χωρίς ανάγκη ιδιαίτερης ανάλυσης επί τούτου εφόσον η κυρίως διαδικασία αφορούσε την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, αναφέροντας στη σελίδα 8 της απόφασης τα ακόλουθα:

«Εις τα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης αναμφίβολα με το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον το Δικαστηρίου και ιδιαίτερα έχοντας υπόψη τη φύση της διαδικασίας σε συνάρτηση με το γεγονός ύπαρξης της διαιτητικής απόφασης ημερ. 15.12.11 του Σουηδικού Διαιτητικού Δικαστηρίου, τεκμ. Α και Β [μεταφράσεις συμφωνίας διαιτησίας και διαιτητικής απόφασης] και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση κ. Αγρότου ημερ. 7.2.12 [ένορκη δήλωση μετάφρασης], είμαι ικανοποιημένος ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. 

Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση αναμφίβολα, εφόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη τότε υπάρχει και ορατή πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία».

 

Εφαρμογή στα Γεγονότα:

 

4.    Με γνώμονα την πιο πάνω νομολογιακή προσέγγιση και ερμηνεία του άρθρου 32, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει ικανοποιηθεί το αποδεικτικό βάρος της Αιτήτριας σε σχέση με την Πρώτη και Δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, καθότι η Αιτήτρια με την κυρίως διαδικασία σκοπεί στην αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης η οποία έχει εκδοθεί στα πλαίσια Διαιτησίας που έλαβε χώρα μεταξύ των μερών στη Βιέννη.

 

5.    Με την Ε.Δ. Μιχαήλ (παρ.  35-36, 39, 65) η Αιτήτρια έχει προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με τα ακόλουθα:

 

 

(α) η Καθ’ ης η Αίτηση έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου και ουδέποτε αμφισβήτησε τη Διαιτησία·

(β) το αντικείμενο της Διαιτησίας ήταν κατάλληλο για επίλυση μέσω διαιτησίας·

(γ) το τριμελές Διαιτητικό Δικαστήριο, ως το αρμόδιο όργανο, διοριζόμενο δυνάμει της συμφωνίας των μερών, εξέτασε τις διαφορές μεταξύ των μερών, οι οποίες εμπίπτουν εντός του πεδίου εφαρμογής της Διαιτητικής Συμφωνίας, και αποφάνθηκε επί αυτών εκδίδοντας τη Διαιτητική Απόφαση·

(δ) η Διαιτητική Απόφαση είναι τελική και δεσμευτική·

(ε) η αναγνώριση και η εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης δεν συγκρούονται με οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ή με τη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας· και

(στ) η Καθ’ ης η Αίτηση είχε αρχικά οικειοθελώς δεσμευτεί να συμμορφωθεί με τη Διαιτητική Απόφαση, αλλά ακολούθως συμμορφώθηκε μόνο εν μέρει με αυτή.

 

6.    Σχετικά με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για αναγνώριση και εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης ως αυτές προνοούνται στο άρθρο ΙV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, και στο άρθρο 35(2) του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (101/1987), ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι έχουν ικανοποιηθεί δεόντως υπό τις περιστάσεις εφόσον τα ακόλουθα έγγραφα έχουν τεθεί ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου:

 

(α)       δεόντως κεκυρωμένη πρωτότυπη Διαιτητική Απόφαση,

(β)       μετάφραση της Διαιτητικής Απόφασης από τα Αγγλικά στα Ελληνικά από ορκωτό μεταφραστή,

(γ)       πρωτότυπη ΣΔΕ που περιέχει τη Συμφωνία Διαιτησίας και σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία στην οποία επισυνάπτεται,

(δ)       μεταφράσεις της ΣΔΕ που περιέχει τη Συμφωνία Διαιτησίας ως και της σχετικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στην οποία επισυνάπτεται από τα Αγγλικά και τα Γερμανικά, ανάλογα, στα Ελληνικά από ορκωτό μεταφραστή.   

 

Είναι η εισήγηση της πλευράς της Αιτήτριας ότι στην Απόφαση ημερομηνίας 7.09.2017, με την οποία απορρίφθηκε η Αίτηση 11/16 για αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αποφάσισε ότι πληρούνταν οι τυπικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της Διαιτητικής Απόφασης, πλην της προσκόμισης μεταφράσεων όλων των εγγράφων που αφορούσαν τη Συμφωνία Διαιτησίας, περιλαμβανομένης όλης της αλληλογραφίας που αφορούσε την υπογραφή της Συμφωνίας Διαιτησίας και όλων των επισυνάψεων που αφορούσε η αλληλογραφία, ως επίσης, ότι δεν παρέχονται εξηγήσεις για τα πρόσωπα που αντάλλαξαν την εν λόγω αλληλογραφία. Στην παρούσα διαδικασία έχουν επισυναφθεί όλες οι μεταφράσεις και δόθηκαν όλες οι εξηγήσεις, που το Δικαστήριο θεώρησε απαραίτητες με την Απόφαση ημερομηνίας 7.09.2017.

 

Είναι όμως παραδεκτό από την Καθ’ ης η Αίτηση, η οποία στην παρ. 8 της Ε.Δ. Ευσταθίου παραδέχεται ότι με την Γενική Αίτηση η Αιτήτρια έχει διορθώσει το αρχικό διαδικαστικό της λάθος. Συγκεκριμένα η Ε.Δ. Ευσταθίου αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«Εξ όσων πληροφορούμε από του Δικηγόρους της Καθ’ ης η Αίτηση που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα υπόθεση, με την Αίτηση 15/2017, η Αιτήτρια αξιώνει τα ίδια αιτητικά με την Αίτηση 11/2016, με τη διαφορά ότι με την Αίτηση 15/2017, η Αιτήτρια έχει διορθώσει το αρχικό διαδικαστικό της λάθος και πρόσθεσε στα Τεκμήριο της Αίτησης της, την επίσημη πιστοποιημένη και apostilled μετάφραση της ΣΔΕ» 

 

Επομένως η Καθ’ ης η Αίτηση δεν αμφισβητεί την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης ή την σύναψη της Συμφωνίας Διαιτησίας, η οποία περιέχεται στη ΣΔΕ, καθότι και η ίδια επισυνάπτει αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων (Τεκμ. 30 και 31 της ΕΔ Ευσταθίου), ενώ, δεν εγείρει οποιεσδήποτε ενστάσεις έναντι της υπό κρίση Αίτησης αναφορικά με τις προϋποθέσεις της Σύμβασης της Νέας Υόρκης.  

 

Με την Ένσταση και την ΕΔ Ευσταθίου η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι η Πρώτη και η Δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν πληρούνται καθότι η Διαιτητική Απόφαση «έχει σύμφωνα με το Αυστριακό Δίκαιο κατ’ ουσία και στο μέτρο του δυνατού και επιτρεπτού ικανοποιηθεί» (παρ. 33 της ΕΔ Ευσταθίου). Επιπρόσθετα, με την Ένσταση και την ΕΔ Ευσταθίου, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Πρώτη και η Δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν πληρούνται καθότι η Διαιτητική Απόφαση «αποτελεί δηλωτική απόφαση οποία δεν είναι εκτελεστή» (παρ. 34 της Ε.Δ. Ευσταθίου).

 

Τα ως άνω όμως δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Παρόμοια αντιμετωπίστηκε το ζήτημα και στην Απόφαση της 9.12.2016, ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί δε θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. 

 

Στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης, το Κυπριακό Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες παρατίθενται εξαντλητικά στο άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και επαναλαμβάνονται στο άρθρο 36 του Ν. 101/1987 (βλ. Active Export Technologies Limited v. A.A.S. Advanced Automation Systems Limited, Γενική Αίτηση Αδ. 19/2016, (σε αίτηση για αναγνώριση ως εκτελεστής διαιτητικής απόφασης) 14.02.2017).

 

Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τον Οδηγό για την Σύμβαση (Guide on the Convention) της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών σε θέματα Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου (UNCITRALUnited Nations Commission on International Trade Law) όπου αναφέρονται σχετικά τα εξής, στη σελίδα 126 και στην  παρ. 8:

 

«8. The New York Convention contains an exhaustive list of the grounds upon which courts in the Contracting States may refuse recognition and enforcement.

Article V (1) states that recognition and enforcement may be refused “only if” the requesting party furnishes proof that one of the enumerated grounds in that paragraph is present. Article V (2) states that recognition and enforcement “may also be refused” if the enforcing court finds that one of the two grounds listed in that paragraph is present».

 

7.    Το άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης προβλέπει τα εξής:

«

 

Article V

1. Recognition and enforcement of the award may be refused, at the request of the party against whom it is invoked, only if that party furnishes to the competent authority where the recognition and enforcement is sought, proof that:

(a) The parties to the agreement referred to in article II were, under the law applicable to them, under some incapacity, or the said agreement is not valid under the law to which the parties have subjected it or, failing any indication thereon, under the law of the country where the award was made; or

(b) The party against whom the award is invoked was not given proper notice of the appointment of the arbitrator or of the arbitration proceedings or was otherwise unable to present his case; or

(c) The award deals with a difference not contemplated by or not falling within the terms of the submission to arbitration, or it contains decisions on matters beyond the scope of the submission to arbitration, provided that, if the decisions on matters submitted to arbitration can be separated from those not so submitted, that part of the award which contains decisions on matters submitted to arbitration may be recognized and enforced; or

(d) The composition of the arbitral authority or the arbitral procedure was not in accordance with the agreement of the parties, or, failing such agreement, was not in accordance with the law of the country where the arbitration took place; or

(e) The award has not yet become binding on the parties, or has been set aside or suspended by a competent authority of the country in which, or under the law of which, that award was made.

2. Recognition and enforcement of an arbitral award may also be refused if the competent authority in the country where recognition and enforcement is sought finds that:

(a) The subject matter of the difference is not capable of settlement by arbitration under the law of that country; or

(b) The recognition or enforcement of the award would be contrary to the public policy of that country.»

 

Στη βάση επομένως των πιο πάνω οι λόγοι ένστασης που εγείρει η Καθ’ ης η Αίτηση δεν εμπίπτουν στους λόγους που θα δικαιολογούσαν την απόρριψη αίτησης για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης.  Αυτά είναι θέματα που ενδεχόμενα θα μπορούσαν να εγερθούν στα πλαίσια των ξεχωριστών διαδικασιών εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης και όχι στα πλαίσια της αναγνώρισης της.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω  ότι η Αιτήτρια έχει αποδείξει την πλήρωση της Πρώτης και Δεύτερης προϋπόθεσης τους άρθρου 32 του Ν. 14/1960, ενώ οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται.

 

Θα εξετάσω στη συνέχεια την Τρίτη Προϋπόθεση άρθρου 32: Εκτός εάν εκδοθεί ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εξετάζοντας ένα προς ένα τα αιτούμενα διατάγματα:

 

Απαγορευτικό Διάταγμα και Διατάγματα Παγοποίησης:

 

 

Νομολογιακή Προσέγγιση:  

 

            Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 σε περιπτώσεις που πρόκειται για  διατάγματα που απαγορεύουν αποξένωση περιουσίας, τεκμηριώνεται όταν αποδειχθεί ότι υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί μια απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία των Καθ’ ων η Αίτηση, ανεξαρτήτως της πρόθεσης τους (βλ. Phasarias C (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ., (2001) 1 Α.Α.Δ. 785). Το Ανώτατο Δικαστήριο, προέβη σε εκτενή ανάλυση σε σχέση με την πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, στην απόφαση Poltava Petroleum Company ν. Mexana Oil Ltd και Άλλων, (2001) 1 Α.Α.Δ. 1301 όπου μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στην Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen) [1983] 1 W.L.R. 1412, 1422 λέχθηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα.

Στην PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon (PS) [1983] 2 Lloyd΄s Rep. 197, 201 λέχθηκε ότι αν και ο ενάγων δεν χρειάζεται να αποδείξει άνομη πρόθεση το δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι:

«Σκοπός της δικαιοδοσίας δεν είναι η εξασφάλιση προτεραιότητας για τον ενάγοντα, ακόμη λιγότερο, να τιμωρήσει τον εναγόμενο για ισχυριζόμενα παραπτώματα του. Ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για το διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής των εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας.»

 

Εφαρμογή στα Γεγονότα:

 

Εξετάζοντας τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει η Αιτήτρια  (βλ. παρ. 69 μέχρι 97 ΕΔ Μιχαήλ) κρίνω ότι έχει αποδείξει ότι εκτός εάν εκδοθούν τα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελεστεί η Διαιτητική Απόφαση στο μέλλον. Οι θέσεις που προβάλλει η Καθ’ ης η Αίτηση με την ένσταση της και την ΕΔ Ευσταθίου, επιβεβαιώνουν  κατά την αντίληψη μου την ανάγκη έκδοσης και διατήρησης των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Συγκεκριμένα, η Καθ’ ης η Αίτηση προσπαθεί να ισχυριστεί ότι έχει αποξενώσει τα περιουσιακά της στοιχεία, μεταβιβάζοντας τα στους μετόχους της, επειδή δήθεν έπρεπε να εκκαθαριστεί. Μάλιστα  με ιδιαίτερη ευκολία η Καθ’ ης η Αίτηση στις παρ. 27 μέχρι 29 της ΕΔ Ευσταθίου ισχυρίζεται σήμερα ότι με απόφαση των μετόχων της έχει αναστείλει τη διαδικασία εκκαθάρισης της. Δεν αναφέρει όμως ότι έχει επαναφέρει τα περιουσιακά της στοιχεία πίσω στην ιδιοκτησία της με την ίδια ευκολία. Τα ως άνω θα καθιστούσαν την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης αδύνατη.

 

Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι:

 

(α) Μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, η Καθ’ ης η Αίτηση συμμορφώθηκε μερικώς με την απόφαση και ταυτόχρονα δήλωνε στην Αιτήτρια ότι θα συμμορφωθεί πλήρως με τη Διαιτητική Απόφαση, ώστε η Αιτήτρια να μην ξεκινήσει διαδικασίες εκτέλεσης εναντίον της (βλ. ανωτέρω). Την ίδια περίοδο η Καθ’ ης η Αίτηση έλαβε ενέργειες για την αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων και έλαβε απόφαση να τεθεί σε εκούσια εκκαθάριση.

(β) Εάν οι προθέσεις της Καθ’ ης η Αίτηση ήταν έντιμες και όντως θεωρούσε ότι οι υποχρεώσεις της βάσει της Διαιτητικής Απόφασης είχαν εκπληρωθεί, τότε θα ενημέρωνε την Αιτήτρια για αυτό από την πρώτη στιγμή με σκοπό να αποφευχθούν οι διαδικασίες εκτέλεσης. Η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση προς εκπλήρωση βάσει της Διαιτητικής Απόφασης αλλά και η αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων, αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά μετά την έκδοση και επίδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων στην Καθ’ ης η Αίτηση, στα πλαίσια της Αίτησης 11/16.

(γ) Η πώληση των μετοχών της Καθ’ ης η Αίτηση συμφωνήθηκε με συνδεδεμένα με αυτή πρόσωπα ήτοι τους υφιστάμενους μετόχους της Καθ’ ης η Αίτηση (βλ. Τεκμ. 25 της ΕΔ Μιχαήλ).

(δ) Η συνολική τιμή πώλησης των μετοχών συμφωνήθηκε σε τιμή που δεν ενεργοποιεί το δικαίωμα της Αιτήτριας για Συμμετοχή στα Κέρδη.

(ε) Οι Συμφωνίες Πώλησης των μετοχών εκτελέστηκαν, κατ’ ισχυρισμό, στις 30 Ιουνίου 2016, ήτοι μία μέρα πριν καταστεί πληρωτέα η δεύτερη δόση της Διαχειριστικής Αμοιβής.

(στ) Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε μαρτυρία ότι το τίμημα πώλησης των μετοχών της Καθ’ ης η Αίτηση έχει καταβληθεί. 

 

Από την Ε.Δ. Ευσταθίου δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο έχει ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση στους μετόχους της, αφού δεν έχουν παρουσιαστεί τα σχετικά πιστοποιητικά μετόχων που να το αποδεικνύουν. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η διαδικασία μεταβίβασης ολόκληρου του συμφέροντος να μην έχει ολοκληρωθεί ένεκα της έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων τόσο στα πλαίσια της Αίτησης 11/16 όσο και της παρούσας.

 

Στη βάση των ως άνω καθίσταται επάναγκες όπως εκδοθεί το Απαγορευτικό Διάταγμα και τα Διατάγματα Παγοποίησης καθώς καθίσταται φανερόν από τη συμπεριφορά της Καθ’ ης η Αίτηση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επομένως η Αιτήτρια απέδειξε και την  τρίτη προϋπόθεση τους άρθρου 32 του Ν. 14/1960 σε σχέση με την ανάγκη έκδοσης του Απαγορευτικού Διατάγματος και των Διαταγμάτων Παγοποίησης, ενώ οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως ανυπόστατοι. 

 

Σε σχέση με τα  Διατάγματα Αποκάλυψης:

 

Νομολογιακή Προσέγγιση:

 

Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν ευρύτατη εξουσία να εκδίδουν διατάγματα προς υποβοήθηση των διαταγμάτων παγοποίησης. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για την έκδοση αποτελεσματικών διαταγμάτων παγοποίησης.

 

Η ευρύτατη εξουσία των Κυπριακών Δικαστηρίων με βάση το άρθρο 32, να εκδίδουν αποτελεσματικά διατάγματα χωρίς περιορισμούς, είναι ρητά νομολογημένη στην Κύπρο. Στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα.  Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60».

 

Στην απόφαση της ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου, Seamark Consultancy Services Ltd και Άλλοι ν. Joseph P Lasala και Άλλων, (2007) 1 Α.Α.Δ. 162 αναγνωρίστηκε ρητώς η εξουσία έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης προς υποβοήθηση διαταγμάτων παγοποίησης:

 

«Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα  των καιρών.  Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes [1994] 4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37(1) του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12(6) (f) και (h) του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva.»

 

Ως αναφέρεται σχετικά στην πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α. Πολ. Εφέσεις 182/12 και 184/12, απόφαση ημερ.18/01/16 έχει καθιερωθεί πια η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα αποκάλυψης προς υποβοήθηση διαταγμάτων παγοποίησης. Το σχετικό απόσπασμα αναφέρει τα εξής:

 

«Όπως είναι γνωστό, διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης.»

 

Η σημασία του διατάγματος αποκάλυψης προς υποβοήθηση διατάγματος παγοποίησης τονίστηκε στην πρωτόδικη απόφαση
SHIREEN MARITIME LTD κ.α. ν. WJ HOLDING LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 479/16, 31/7/2017 με αναφορά στην υπόθεση του Court of Appeal Motorola Credit Corporation v. Cem Cegiz Uzan κ.α. (2002) EWCA Civ 989, όπου το Δικαστήριο σημείωσε ότι «κατά κανόνα χωρίς ένα τέτοιο διάταγμα αποκάλυψης, το διάταγμα παγοποίησης καθίσταται αναποτελεσματικό». Με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο αρνήθηκε να αναστείλει την ισχύ του διατάγματος αποκάλυψης εν αναμονή έφεσης του σχετικού ενδιάμεσου διατάγματος σημειώνοντας ότι «το διάταγμα αποκάλυψης είναι αναπόσπαστο μέρος του εκδοθέντος υπό «Α» παγκόσμιο διατάγματος παγοποίησης αφού χωρίς αυτό το εκδοθέν υπό «Α» διάταγμα δεν θα είναι αποτελεσματικό» και στην συνέχεια ότι «τυχόν έγκριση της [αίτησης αναστολής] δεν θα προκαλούσε μόνο κάποιου βαθμού καθυστέρηση στην εξασφάλιση των πληροφοριών αλλά ουσιαστικά θα «αχρήστευε» το εκδοθέν υπό «Α» διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των Αιτητών».

 

Εφαρμογή στα Γεγονότα:

 

Τα αιτηθέντα Διατάγματα Αποκάλυψης αποτελούν υποβοηθητικά διατάγματα των Διαταγμάτων Παγοποίησης τα οποία διατάζουν την αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση με μοναδικό σκοπό να μπορεί το Δικαστήριο καθώς και η Αιτήτρια να ελέγξει τη συμμόρφωση της Καθ’ ης η Αίτηση με τα Διατάγματα Παγοποίησης. Τα Διατάγματα Αποκάλυψης δεν μπορούν να επιφέρουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα αυτοτελώς, ενώ οι πληροφορίες που θα αποκαλυφτούν δυνάμει αυτών δεν έχουν καμία χρησιμότητα για την Αιτήτρια πέραν του ελέγχου συμμόρφωσης της Καθ’ ης η Αίτηση με τα Διατάγματα Παγοποίησης. Προς αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης, τονίζουμε ότι τα υπό κρίση διατάγματα δεν αποτελούν διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Επιπρόσθετα, υπό τις περιστάσεις τα διατάγματα αποκάλυψης είναι απαραίτητα ώστε να ξεκαθαριστεί η περιουσιακή κατάσταση της Καθ’ ης η Αίτηση σήμερα, η οποία παραμένει αδιευκρίνιστη, καθότι, ως έχουμε εξηγήσει ανωτέρω, δεν έχει ξεκαθαριστεί κατά πόσο η μεταβίβαση των μετοχών της Καθ’ ης η Αίτηση στην Τesbrit BV και στην Τrilogy International Partners LLC και συνεπώς η αποξένωση του συμφέροντος της Καθ’ ης η Αίτηση στην 2degrees Mobile Limited, έχουν ολοκληρωθεί και κατά πόσο έχει καταβληθεί το σχετικό τίμημα πώλησης και με ποιο τρόπο.

 

Τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω στην ενότητα που ασχολήθηκα με την Αποκάλυψη Περιουσιακών Στοιχείων από την Καθ΄ης η Αίτηση στα πλαίσια της Αίτησης 11/2016, και  όσα προκύπτουν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση φαίνεται να απέκρυψε την αλήθεια σε σχέση με τα περιουσιακά της στοιχεία. Αυτά κρίνω ότι καθιστούν επάναγκες την έκδοση  των Διαταγμάτων Αποκάλυψης.

 

 

Διατάγματα Διατήρησης Μαρτυρίας:

 

Η ανάγκη έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων προκύπτει καθότι η Καθ’ ης η Αίτηση οφείλει να αποκαλύψει συγκεκριμένα στοιχεία βάσει της Διαιτητικής Απόφασης τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχει αποκαλύψει. Ως εκ τούτου, η διατήρηση των εν λόγω στοιχείων είναι αναγκαία ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης. Ο απώτερος σκοπός του εν λόγω διατάγματος είναι να βοηθήσει την Αιτήτρια να εποπτεύσει την  εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης και την καταβολή των ποσών που δικαιούται με βάση τα εν λόγω έγγραφα. Σε σχέση δε με τους κινδύνους καταστροφής τους αυτό εξετάζεται και κάτω από την εν γένει συμπεριφορά της Καθ’ ης η Αίτηση όπως έχει καταγραφεί πιο πάνω.

 

Επομένως καταλήγω ότι η Αιτήτρια έχει αποδείξει την πλήρωση της Τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 σε σχέση με την ανάγκη έκδοσης των υποβοηθητικών Διαταγμάτων Αποκάλυψης και διαταγμάτων διατήρησης μαρτυρίας, ενώ οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως ανυπόστατοι. 

 

 

 

ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΧΕΡΕΙΑΣ:

 

Σύμφωνα με τη νομολογία μας λαμβάνοντας υπόψη το ισοζύγιο της ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, αν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν λανθασμένη  (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 (B) A.A.Δ 788). Το δίλημμα του Δικαστηρίου στην εξίσωση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι πιο εύκολο όταν το ένα μέρος έχει ιδιαίτερα δυνατή υπόθεση, αφού σε εκείνη την περίπτωση μειώνονται οι πιθανότητες να έχει κάνει λάθος. Στο σύγγραμμα Commercial Litigation: Pre-emptive Remedies (Second International Edition) σημειώνονται τα ακόλουθα στην παράγραφο Α1-086:

 

«If the extend of incomprehensible disadvantage to each party would not differ widely, it may be appropriate to take into account in tipping the balance the relative strengths of each party’s case as revealed by the evidence adduced on the hearing of the application. For examples reference should be made to the Series 5 Software Ltd v Clarke; Simtech Advanced Training and Simulation Systems Ltd v Jasmin Simtech Ltd».  

 

Ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670 ανάφερε τακόλουθα σχετικά στην σελίδα 680

 

«The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the ‘wrong’ decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been ‘wrong’ in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.»

 

Στην Κυπριακή νομολογία έχει τονιστεί ότι ένας εκ των παραγόντων που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση τουstatus quoδηλαδή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 (B) A.A.Δ 788, υιοθετώντας την ερμηνεία της αγγλικής νομολογίας επί τούτου, ερμήνευσε τον όρο “status quo” ως εξής:

 

«Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581-582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω:

"Ο όρος - status quo- είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ΄status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο.  Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo."»

O χρυσός κανόνας είναι πως η οριστικοποίηση, ακύρωση ή διαφοροποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να υιοθετείται εκείνη η πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και τις όσο το δυνατό λιγότερες επιπτώσεις στα εκατέρωθεν δικαιώματα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας.

 

Εφαρμογή στα γεγονότα:

 

Με γνώμονα την πιο πάνω προσέγγιση σε ότι αφορά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει σαφώς υπέρ της διατήρησης των διαταγμάτων, καθώς:

 

(α) Η Αιτήτρια έχει πετύχει την έκδοση Διαιτητικής Απόφασης εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση η οποία παραμένει έγκυρη·

(β) Χωρίς την διατήρηση των διαταγμάτων η Καθ’ ης η Αίτηση θα αποξενώσει όλα της τα περιουσιακά στοιχεία και θα τεθεί σε εκκαθάριση με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης εναντίον της.

 

Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι θα ήταν άδικο και επιζήμιο προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να επιτραπεί στην Καθ’ ης η Αίτηση να προχωρήσει με τη διάθεση των περιουσιακών της στοιχείων και την εκκαθάριση της, αποφεύγοντας τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη Διαιτητική Απόφαση. Ως εκ των άνω, κρίνω ότι η πορεία εκείνη η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και τις όσο το δυνατό λιγότερες επιπτώσεις στα εκατέρωθεν δικαιώματα είναι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ:

Νομολογιακή Προσέγγιση:

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27/2/2015, ανέφερε τα ακόλουθα:

«Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς.  Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..».  Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου (2004) 1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου (2012) 1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος».

 

Ασφαλώς και η κάθε περίπτωση πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά που κρίνουν εάν δικαιολογείτο η μονομερής έκδοση διαταγμάτων ή όχι.

 

Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd, (2011) 1B A.A.Δ. 1377, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα της καθυστέρησης στην προώθηση αίτησης για προώθηση τέτοιου διατάγματος δύναται να εξεταστεί «υπό το φως της ολότητας των γεγονότων». Το Δικαστήριο ανέφερε περαιτέρω ότι:

 

«Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου. (Δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Joseph Lasala κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186)».

 

Εφαρμογή στα Γεγονότα:

 

Κατ’ εφαρμογή της ως άνω νομολογίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει προσκομίσει  οποιαδήποτε καινούρια μαρτυρία που θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου επί της απόφασης του να επιληφθεί της Αιτήσεως μονομερώς. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα επανεξέτασης του.

 

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν κατεπείγουσες και εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούσαν την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που οι αιτούμενες θεραπείες δεν εκδίδονταν μονομερώς, η Καθ’ ης η Αίτηση θα είχε τον χρόνο και την ευκαιρία να διαθέσει τα όποια περιουσιακά στοιχεία κατέχει και να προωθήσει την εκούσια εκκαθάριση της. Τέτοια πιθανότητα διάθεσης των περιουσιακών της στοιχείων και προώθησης της διαδικασίας εκκαθάρισης της ήταν και εξακολουθεί να είναι πραγματική, αφού γίνεται παραδεχτή από την ίδια την Καθ’ ης η Αίτηση, τόσο στα πλαίσια της Αίτησης 11/16 όσο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπως έχει εξηγηθεί αναλυτικά ανωτέρω.

 

Επιπρόσθετα η Αιτήτρια δίδει την αναγκαία εξήγηση και κρίνω ότι ενήργησε χωρίς καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης η οποία καταχωρήθηκε μέσα σε κάποιες εβδομάδες από την έκδοση της Απόφασης ημερομηνίας 7.09.2017, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η ακύρωση των διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν στα πλαίσια της ECLI:CY:AD:2017:C87, Αίτησης 11/2016. Ο χρόνος που παρήλθε από τις 7.09.2017 μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης στις 31.10.2017, ως εξηγείται εκτενώς στην ΕΔ Μιχαήλ (βλ. ιδιαίτερα παρ. 106 με 110), ήταν απαραίτητος ώστε να μεταφραστεί η Απόφαση ημερομηνίας 7.09.2017 και να σταλεί στην Αιτήτρια, να ληφθούν οδηγίες από την Αιτήτρια για την καταχώριση της παρούσας διαδικασίας,  να αποσταλούν στην Κύπρο τα απαραίτητα πρωτότυπα έγγραφα για σκοπούς της Αίτησης Εγγραφής, περιλαμβανομένου της Διαιτητικής Απόφασης, και να μεταφραστούν όλα τα έγγραφα που αφορούν τη Συμφωνία Διαιτησίας από τα Αγγλικά και τα Γερμανικά στα Ελληνικά από επίσημους ορκωτούς μεταφραστές (οι ένορκες δηλώσεις μετάφρασης ενδεικτικά φέρουν ημερομηνίες 10.10.2017 και 24.10.2017).

 

ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ:

 

Νομική Πτυχή

 

Αποτελεί πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι κατά την εκδίκαση μονομερούς αίτησης, επιβάλλεται υποχρέωση στον Αιτητή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που δύνανται να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση των διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί μονομερώς (βλ. COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27.02.2015).

 

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει πρόσφατα τονίσει ότι «τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός». (βλ. Adeona ανωτέρω).

 

Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει:

 

«Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων».  Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες.»

 

Εφαρμογή στα Γεγονότα:

 

Θα εξετάσω τους ισχυρισμούς που προβάλλονται περί μη αποκάλυψης. Τα όσα η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια έχει αποκρύψει αποτελούν ισχυρισμούς και εκδοχές γεγονότων τα οποία υποστηρίζει η Καθ’ ης η Αίτηση και όχι αντικειμενικά γεγονότα τα οποία είναι κοινώς αποδεχτά. Ως εκ τούτου, η Καθ’ ης η Αίτηση εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει αυτά. Επιπρόσθετα, η Αίτητρια έχει αποκαλύψει τις θέσεις και τους ισχυρισμούς που υποστήριξε η Καθ’ ης η Αίτηση στα πλαίσια της Αίτησης 11/16 και επισύναψε στην ΕΔ Μιχαήλ όλες τις ένορκες δηλώσεις που η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρισε στα πλαίσια της Αίτησης 11/16.  Σε κάθε περίπτωση, και για σκοπούς πληρότητας, αποτελεί θέση της Αιτήτριας ότι τα όσα η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει αποκρύψει η Αιτήτρια, συμπεριλαμβανομένου  της Απάντησης της Καθ’ ης η Αίτηση στα πλαίσια της Διαιτησίας υπ’ αριθμό VIAC SCH-5513, δεν αποτελούν ουσιώδεις ζητήματα τα οποία θα ήταν δυνατό να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την παρούσα Αίτηση.

 

Συγκεκριμένα:

 

(α) Πρόθεση και Αδυναμία της Καθ’ ης η Αίτηση να συμμορφωθεί με την Διαιτητική Απόφαση. Η Αιτήτρια αποκαλύπτει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση έχει εν μέρει συμμορφωθεί με τη Διαιτητική Απόφαση αλλά και τη θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι έχει συμμορφωθεί στο μέτρο του δυνατού και εκτελεστού με τη Διαιτητική Απόφαση βάσει του Αυστριακού Δικαίου. Προς τούτο παραπέμπουμε στις παραγράφους 70-83 της Ε.Δ. Μιχάηλ.

 

(β) Καταστατικό Καθ’ ης η Αίτηση και πρόνοια για τη διάλυση της Καθ’ ης η Αίτηση.  Η Αιτήτρια αποκάλυψε την θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι οι πωλήσεις των περιουσιακών της στοιχείων κατ’ ισχυρισμό πραγματοποιήθηκαν ενόψει του άρθρου 146 του καταστατικού της το οποίο προέβλεπε για τη διάλυση της μέχρι την 1.07.2016. Προς τούτο σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην παρ. 86(α) της ΕΔ Μιχαήλ.

 

(γ) Δικαίωμα προς διαχειριστική αμοιβή μετά τις 07.11.2014. Η Αιτήτρια αποκάλυψε τη θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι από τις 7.11.2014, όταν τερματίστηκε η ΣΔΕ και η Αιτήτρια έπαυσε να παρέχει οποιεσδήποτε υπηρεσίες προς την Καθ’ ης η Αίτηση βάσει αυτής, κατ’ ισχυρισμό δεν προκύπτει διαχειριστική αμοιβή.  Προς τούτο παραπέμπουμε σχετικά στην παράγραφο 86(γ) της ΕΔ Μιχαήλ.

 

(δ) Εκτιμήσεις για την τιμή πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση. Η Αιτήτρια προβαίνει σε ρητή αναφορά στις εκτιμήσεις επί των οποίων η Καθ’ ης η Αίτηση βασίζεται για να δικαιολογήσει την τιμή πώλησης στην παράγραφο 86(β) της ΕΔ Μιχαήλ και επισυνάπτει αυτές ως τεκμήριο 25 της ΕΔ Μιχαήλ.

 

(ε) Επένδυση στην Εircom Group Ltd. H Αιτήτρια στην Ε.Δ. Μιχαήλ και δη στην παράγραφο 51 αυτής ρητά εξηγεί ότι η επένδυση της Καθ ‘ης η Αίτηση στην Eircom Group Ltd αποτιμήθηκε ως μηδενική, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούσε μέρος του επενδυτικού χαρτοφυλακίου που ήταν υπό την διαχείριση της Αιτήτριας με βάση τη ΣΔΕ. Ως εκ τούτου η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι η σχετική επένδυση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για την καταβολή της διαχειριστικής αμοιβής με βάση τη ΣΔΕ έχει ρητά αποκαλυφθεί.

 

(στ) Συνεργασία μεταξύ της Αιτήτριας και των μετόχων της Καθ’ ης η Αίτηση. Η Αιτήτρια διευκρινίζει στην παράγραφο 121 της ΕΔ Μιχαήλ ότι η Διαιτητική Απόφαση, και η παρούσα διαδικασία κατ’ επέκταση, αφορά αποκλειστικά την συνεργασία μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ’ ης η Αίτηση βάσει της ΣΔΕ, ενώ αποκαλύπτει την συνεργασία που είχε προηγουμένως με τους μετόχους της Καθ’ ης η Αίτηση, ως προκύπτει από το κείμενο της Διαιτητικής Απόφασης, για σκοπούς πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψης.

 

(ζ) Σκοπός Διαιτησίας και Διαιτητική Συμφωνία. Η Αιτήτρια αποκαλύπτει ότι αντικείμενο της Διαιτησίας ήταν το νόμιμο του  τερματισμού της ΣΔΕ από μέρους της και η απαίτηση των μετά-συμβατικών δικαιωμάτων της, που περιλαμβάνουν διαχειριστική αμοιβή, προμήθεια και συμμετοχή σε υπεραξία. (βλ. σχετικά στις  παρ.  41-48 της ΕΔ Μιχαήλ.  Η Αιτήτρια στην παράγραφο 30 της ΕΔ Μιχαήλ αποκαλύπτει ρητά ότι η ρήτρα διαιτησίας περιέχεται στη ΣΔΕ και στην συνέχεια διευκρινίζει ότι η ΣΔΕ, και ως εκ τούτου η συμφωνία διαιτησίας, συνάφθηκε μέσω ανταλλαγής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας

 

 (η) «Απάντηση στην Έκθεση Απαίτησης» που καταχωρήθηκε από την Καθ’ ης η Αίτηση στη Διαιτησία VIAC SCH-5513 . Η «Απάντηση στην Έκθεση Απαίτησης» όμως αφορά αποκλειστικά τη διαιτητική διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να επηρεάσει την παρούσα διαδικασία, πέραν από του να καταδείξει την δόλια συμπεριφορά της Καθ’ ης η Αίτηση ως εξηγούμε στην ενότητα Α ανωτέρω. Σε σχέση με τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό τη διάκριση της από την παρούσα διαδικασία έχει αποκαλυφθεί η Έκθεση Απαίτησης της Αιτήτριας (Τεκμ. 29 στην Ε.Δ. Μιχαήλ).

 

 

 ΑΛΛΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ:

 

(α) Δεν έχει ακολουθηθεί το ορθό διαδικαστικό βήμα/ διαδικασία για την έκδοση του αιτητικού (Α) της Αίτησης

 

Το Διάταγμα «Α» δεν αποσκοπεί στην αναστολή διαδικασίας εκκαθάρισης, αλλά στο να απαγορευθεί στην Καθ’ ης η Αίτηση να προωθήσει τέτοια διαδικασία εκκρεμούσης της αναγνώρισης και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης.

 

Δεδομένης της θέσης της Καθ’ ης η Αίτηση ότι η διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης της έχει ανασταλεί με απόφαση των μετόχων της, δεν τίθεται θέμα περαιτέρω αναστολής της διαδικασίας αυτής μεν, ενώ είναι απαραίτητο να εμποδιστεί η Καθ’ ης η Αίτηση από το να προωθήσει τέτοια διαδικασία στο μέλλον.  Επομένως  η Αιτήτρια έχει ακολουθήσει τη σωστή διαδικασία για να απαγορευθεί στην Καθ’ ης η Αίτηση να προωθήσει τη διαδικασία εκκαθάρισης της.

 

(β) Δεν καθορίζεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων που καλύπτονται από τα Διατάγματα Παγοποίησης:

 

Η φύση της Διαιτητικής Απόφασης και το γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η Αίτηση αποτελούνται μόνο από συμμετοχές σε 2 εταιρείες, τα Διατάγματα Παγοποίησης δε θα μπορούσαν να διατυπωθούν διαφορετικά ή να καθοριστεί η αξία των περιουσιακών στοιχείων που αυτά καλύπτουν. Επομένως,  τα Διατάγματα Παγοποίησης δεν είναι υπερβολικά, δραστικά ή αόριστα και δικαιολογημένα δεν περιορίζονται περαιτέρω. Σε κάθε περίπτωση και εάν η Καθ’ ης η Αίτηση, υπό τις περιστάσεις, θεωρεί ότι το διάταγμα θα μπορούσε να περιοριστεί ή διευκρινιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μειώνεται η δραστικότητα του αλλά χωρίς να  αφαιρείται η προστασία την οποία σκοπεί να προσφέρει στην Αιτήτρια, τότε μπορεί να αιτηθεί την τροποποίηση του.

 

(γ) Το Διάταγμα (Δ) ζητά υπό μορφή ενδιάμεσου διατάγματος μέρος της Διαιτητικής Απόφασης.

 

 Το διάταγμα Δ δεν αποτελεί διάταγμα αποκάλυψης αλλά διάταγμα διευκρινιστικό αναφορικά με την εφαρμογή των Διαταγμάτων Παγοποίησης. Με μια προσεκτική ανάλυση του εν λόγω διατάγματος, προκύπτει ότι σκοπός του είναι να καθορίσει ποιες πληροφορίες πρέπει να παρασχεθούν στην Αιτήτρια σε περίπτωση που της ζητηθεί να συγκατατεθεί σε πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η Αίτηση.  Η Διαιτητική Απόφαση απλά αναγνώρισε ότι η προσκόμιση των εν λόγω πληροφοριών θα ήταν απαραίτητη για να ελεγχθεί εάν τα περιουσιακά στοιχεία θα πουληθούν στη σωστή τιμή αλλά και για να καθοριστεί το ποσοστό κέρδους που δικαιούται η Αιτήτρια από την εν λόγω πώληση περιουσιακών στοιχείων.    

 

(δ)Υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της Διαιτησίας υπ’ αριθμό VIAC SCH-5513 και της Αίτησης Εγγραφής και κίνδυνος έκδοσης αντικρουόμενων δικαστικών αποφάσεων.

 

 Ο οποιοσδήποτε συσχετισμός είναι άσχετος καθότι η παρούσα διαδικασία προωθείται αποκλειστικά για σκοπούς αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, ενώ η Διαιτησία υπ’ αριθμό VIAC SCH-5513 αφορά την επίλυση διαφοράς επί της ουσίας μεταξύ των μερών. Συγκεκριμένα και ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης της Αιτήτριας στην εν λόγω διαδικασία, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμ. 29 στην Ε.Δ. Μιχαήλ, η εν λόγω διαιτητική διαδικασία εγείρεται έναντι της Καθ’ ης η Αίτηση και των μετόχων της, με σκοπό να κηρυχθεί η μεταβίβαση των μετοχών στην Tesbrit BV και στην Trilogy International Partners LLC από την Καθ’ ης η Αίτηση προς αυτούς άκυρη και/ή να καταστήσει τους μετόχους της Καθ’ ης η Αίτηση υπεύθυνους και/ή συν-υπεύθυνους για την ικανοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης και/ή για οποιαδήποτε ζημιά έχει υποστεί η Αιτήτρια ενόψει της μεταβίβασης των μετοχών στην Tesbrit BV και στην Trilogy International Partners LLC από την Καθ’ ης η Αίτηση προς τους μετόχους της. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διαιτητική διαδικασία δεν αποσκοπεί στην έκδοση θεραπειών οι οποίες έχουν εκδοθεί με τη Διαιτητική Απόφαση και επιδιώκονται όπως αναγνωριστούν στην Κύπρο στα πλαίσια της Αίτησης Εγγραφής. Συνεπώς, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος έκδοσης αντικρουόμενων δικαστικών αποφάσεων. Ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η Αίτηση ότι με τη Διαιτησία υπ’ αριθμό VIAC SCH-5513 η Αιτήρια αξιώνει την πληρωμή Διαχειριστικής Αμοιβής και Συμμετοχής στα Κέρδη, καθότι με τη Διαιτητική Απόφαση είχε λάβει σχετική δηλωτική απόφαση και όχι απόφαση πληρωμής, στερείται οποιασδήποτε πραγματικής και νομικής βάσης και θεωρούμε αχρείαστο να ενασχοληθούμε με αυτόν περαιτέρω.

 

(ε) H Aίτηση και η ΕΔ Μιχαήλ δεν υποστηρίζονται από όλη τη μαρτυρία στην οποία προβαίνουν σε αναφορά καθότι αναφέρεται σε τεκμήρια που επισυνάπτονται σε άλλες ένορκες δηλώσεις.

 

Σύμφωνα με τα όσα ειπώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ.2) το Δικαστήριο δύναται στα πλαίσια αίτησης να λάβει υπόψη μαρτυρία η οποία δεν καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης συγκεκριμένα, αλλά περιλαμβάνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι το εξής:

 

«Ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του έλαβε υπόψη στοιχεία από ένορκη δήλωση άλλης αίτησης που περιέχεται στο φάκελο της αγωγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.  Η άλλη αίτηση αποτελούσε μέρος του φακέλου και αφορούσε τόσο την ίδια διαδικασία όσο και τους ίδιους διαδίκους. Συνακόλουθα κρίνεται ότι το διάταγμα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν λανθασμένο, αφού το Δικαστήριο μπορούσε να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του φακέλου».

 

Ως εκ τούτου, ο ανωτέρω λόγος έντασης είναι πλήρως ανυπόστατος καθότι το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας Αίτησης μπορεί να λάβει υπόψη του μαρτυρία η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Εγγραφής και αποτελεί μέρος του Δικαστηριακού φακέλου.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ:

 

            Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι οι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν από πλευράς της Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και απορρίπτονται. Ως εκ τούτου θα οριστικοποιήσω τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα πλην των αιτητικών Γ και ΣΤ(iii).  Σε σχέση με το Αιτητικό Ε όπως αυτό εκ συμφώνου έχει διαμορφωθεί παρατείνεται ο χρόνος συμμόρφωσης εκ συμφώνου στις 15 ημέρες από σήμερα.  

 

            Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της  διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης οπότε και θα είναι πληρωτέα.

 

 

(Υπογρ.)……………………………......

            Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟ  ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

Subject: Civil/Other Actions/Interim

Αναφορά: Προσωρινά Διατάγματα στα πλαίσια αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής Απόφασης

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο