ECLI:CY:EDLEM:2019:A437
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ.
Αρ. Γενικής Αίτησης: 223/2017
Αναφορικά με τον … Αναστασίου, τέως από τη …, αποβιώσαντα
Σε ό,τι αφορά την … Κωνσταντή, από …
Αιτήτριας
και
Σε ό,τι αφορά την … Αναστασίου, από …
Καθ΄ ης η Αίτηση
Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2019
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια: κ. Ν. Θρασυβούλου για Νικόλας Θρασυβούλου ΔΕΠΕ
Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Χ. Πουργουρίδης για Χρήστος Πουργουρίδης & Σια ΔΕΠΕ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά:
(i) διάταγμα το οποίο να τροποποιεί το πιστοποιητικό κληρονόμων το οποίο εκδόθηκε στις 30.3.2017, στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης υπ΄ αρ. 186/17 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την προσθήκη του ονόματος της … Κωνσταντή με Α.Δ.T. …, ως κληρονόμου, θείας του αποβιώσαντος.
(ii) Διάταγμα που να ανακαλεί το ως άνω πιστοποιητικό κληρονόμων.
Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29(1) και (6), 53 και 55 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, στις Δ.1 θ.2, Δ.2 θ.13, Δ.48 θ.1 και 2, Δ.55 θ.2 και 3 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία, στην πρακτική, στη σύμφυτη εξουσία και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΔΜ (εφεξής «ο ΔΜ»), εγγονού της Αιτήτριας. Βασικός ισχυρισμός του ΔΜ είναι πως κατά τον θάνατο του στις 15.2.2017 ο αποβιώσας δεν άφησε τέκνα ή οποιονδήποτε κατιόντα ή ανιόντα πέραν της Αιτήτριας η οποία είναι συγγενής τρίτου βαθμού, θεία του, και η οποία εκ του νόμου θεωρείται νόμιμη κληρονόμος στην περιουσία του. Σύμφωνα με τον ΔΜ, στις 30.3.2017 εκδόθηκε πιστοποιητικό κληρονόμων από τον Κοινοτάρχη … και ακολούθως, στις 24.5.2017 η Καθ΄ ης καταχώρισε την Αίτηση Διαχείρισης 186/17 ΕΔ Λεμεσού, χωρίς στο πιστοποιητικό να περιλαμβάνεται ως κληρονόμος η Αιτήτρια. Στις 6.6.2017 εκδόθηκε από τον Πρωτοκολλητή Επικύρωσης Διαθηκών Διαχειριστικό Διάταγμα στην ως άνω Αίτηση Διαχείρισης, στην οποία η Καθ΄ ης αναφέρει ότι η αξία της περιουσίας του αποβιώσαντος ανέρχεται περί τις €85.000 ενώ η Αιτήτρια και ο ΔΜ γνωρίζουν πως αυτός κατείχε ακίνητη περιουσία (οικόπεδο με δύο ημιανεξάρτητες κατοικίες) η αξία της οποίας ξεπερνά τις €800.000. Όπως αναφέρει ο ΔΜ, σε συνομιλία του με τον αδελφό της Καθ΄ ης, ΔΕ, διεφάνη η δόλια πρόθεση μη συμπερίληψης της Αιτήτριας ως κληρονόμου με μοναδικό σκοπό αυτή να καρπωθεί ολόκληρη την περιουσία του αποβιώσαντος.
Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
1) Δεν συντρέχουν λόγοι για την παροχή των αιτούμενων θεραπειών.
2) Η Αίτηση πάσχει τόσο νομικά όσο και πραγματικά.
3) Η Αιτήτρια δεν παρουσίασε επαρκή γεγονότα που να υποστηρίζουν την επικαλούμενη συγγένεια της με τον αποβιώσαντα.
Η ένσταση στηρίζεται στην ίδια νομική βάση ως η Αίτηση και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΔΕ (εφεξής «ο ΔΕ»), ο οποίος ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια δεν παρουσίασε τέτοια γεγονότα που να την καθιστούν θεία του αποβιώσαντος και αναφέρεται στα γεγονότα από τη γέννηση της μητέρας του αποβιώσαντος το 1917 μέχρι και τον γάμο της το 1947 προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού του.
Κατόπιν προφορικού αιτήματος και με τη σύμφωνη γνώμη της Καθ΄ ης, η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προερχόμενη από την ίδια την Αιτήτρια στην οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του ΔΕ προβάλλοντας τις δικές της θέσεις αναφορικά με τη μητέρα του αποβιώσαντος.
Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και παραδεκτών γεγονότων τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές. Οι δικηγόροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους.
Ι. Νομότυπο Καταχώρισης Αίτησης
Σύμφωνα με το άρθρο 29(1) του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, οποιοσδήποτε κληρονόμος αποθανόντος προσώπου δύναται με αίτηση να ζητήσει από τον Πρωτοκολλητή επικύρωσης διαθηκών της επαρχίας στην οποία ο αποθανών είχε τον τελευταίο ή συνήθη τόπο διαμονής του, την έκδοση πιστοποιητικού, η οποία (αίτηση) πρέπει να συνοδεύεται από δήλωση με το ονόματα των κληρονόμων και πλήρη απογραφή της περιουσίας του και της αξίας αυτής. Αφού ο Πρωτοκολλητής ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 29(3), τότε εκδίδει πιστοποιητικό το οποίο κατονομάζει τους κληρονόμους.
Το άρθρο 29(6) του Κεφ. 189 παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον να ανακαλέσει ή τροποποιήσει πιστοποιητικό το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του εν λόγω άρθρου «… αν ικανοποιείται ότι οποιαδήποτε από τα θέματα που εκτίθενται στα έγγραφα που καταχωρίστηκαν από τον αιτητή είναι ανακριβή…». Σαφώς η Αιτήτρια, ως η κατ΄ ισχυρισμό κληρονόμος του αποβιώσαντος, έχει συμφέρον να αιτηθεί την τροποποίηση ή ανάκληση του πιστοποιητικού που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης υπ΄ αρ. 186/17 επικαλούμενη ότι σε αυτό η καταγραφή των κληρονόμων δεν είναι ορθή και ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η ίδια. Επομένως, το άρθρο 29(6) καλύπτει την υπό κρίση περίπτωση εξ ου και ορθώς περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης.
Η διαδικασία για την επίλυση του υπό κρίση ζητήματος εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 53 του Κεφ. 189, το οποίο επίσης αναφέρεται στη νομική βάση της Αίτησης και προνοεί τα εξής:
«(1) Προσωπικοί αντιπρόσωποι ή οποιοσδήποτε από αυτούς, πιστωτές, κληροδόχοι ή οι πλησιέστεροι συγγενείς, ή πρόσωπα που αξιώνουν µέσω των εν λόγω πιστωτών ή δικαιούχων µε εκχώρηση ή µε άλλο τρόπο, δύνανται να ζητήσουν από το Δικαστήριο µε εναρκτήρια κλήση (originating summons) την επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρονοµιάς σε Δικαστήριο, οποιουδήποτε από τα πιο κάτω ζητήµατα ή θέµατα:
(α) οποιοδήποτε ζήτηµα που επηρεάζει τα δικαιώµατα ή τα συµφέροντα του προσώπου που αξιώνει ότι είναι πιστωτής, κληροδόχος, ο πλησιέστερος συγγενής ή εκ του νόµου κληρονόµος·
(β) τη διακρίβωση οποιασδήποτε τάξης πιστωτών, κληροδόχων, πλησιέστερων συγγενών ή άλλων·»
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, του Α. Κ. Αιμιλιανίδη, 3η έκδοση, σελ. 222-223:
«Η εναρκτήρια κλήση δεν συνιστά αίτημα για διαχείριση της κληρονομιάς και δεν συνιστά ορθό δικονομικό μέτρο όταν υπάρχει σε εξέλιξη διαχείριση της κληρονομιάς. Συνιστά απλώς μέθοδο για την επίλυση συγκεκριμένων ζητημάτων που αφορούν την κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος, ανεξάρτητα από τη διαχείριση της κληρονομιάς και τυχόν αγωγή για διαχείριση της κληρονομιάς ή και την ύπαρξη διαχειριστών ή εκτελεστών.
…
Η εναρκτήρια κλήση μπορεί επομένως να χρησιμοποιηθεί, είτε κατά το στάδιο πριν την αγωγή για διαχείριση της κληρονομιάς, είτε και κατά το στάδιο μετά την αγωγή για διαχείριση της κληρονομιάς, είτε και μετά την παραχώρηση παραχωρητηρίου διαθήκης ή εγγράφων διαχείρισης.»
Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς την εφαρμογή του άρθρου 53 του Κεφ. 189 προσφέρει η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Νικόλα Σιδέρη κ.ά (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1390, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:
«Η καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 53 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189 σαφώς δεν στοχεύει στην επίλυση διαφορών αναφορικά με τις οποίες υπάρχει έντονη αμφισβήτηση είτε πρόκειται για υποχρεώσεις της περιουσίας απορρέουσες από χρέη προς τρίτους ή αντιστρόφως κλπ.. Το άρθρο 53 του νόμου και οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας στους οποίους το άρθρο τούτο παραπέμπει, τυγχάνουν εφαρμογής αποκλειστικά για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου. Το θέμα της διαφοράς, δηλαδή κατά πόσο η περιουσία της αποβιώσασας είναι υπόλογη ή όχι στην πληρωμή του χρέους η ύπαρξη του οποίου έντονα αμφισβητείται από τους αιτητές, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι βρίσκεται εκτός της εμβέλειας τόσο των προνοιών του άρθρου 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου όσο και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στους οποίους η διάταξη παραπέμπει.»
Όσον αφορά τη διαδικασία σε πρωτογενείς αιτήσεις εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 35(2) του Κεφ. 189, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα η Δ.55, η οποία επίσης περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Wortham κ.ά. v. Τσίμον κ.ά. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1442. Ως προς την εμβέλεια της Δ.55, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Junport International Ltd κ.ά., Πολ. Αίτηση αρ. 115/17, ημ. 15.9.17, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:
«Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield (1886) 32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα.
…
Στην απόφαση του το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην εμβέλεια της Δ.55 με αναφορά σε νομολογία, (In re E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd (1984) 1 C.L.R. 716 και Consortia Estates Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014), θεωρώντας ότι θα πρέπει για τη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου να υπάρχει ειδική πρόνοια. Κατά το Δικαστήριο, η ίδια η Δ.55 θ. 1 προνοεί πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η διαδικασία, ενώ η χρήση της καθίσταται επιβεβλημένη και όταν ρητώς μνημονεύεται σε νομοθετική διάταξη, όπως τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189.
Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου.»
Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί το ορθό εναρκτήριο μέσο για τις αιτούμενες θεραπείες και στηρίζεται στην ορθή νομική βάση.
ΙΙ. Γεγονότα
Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αρχικά τα παραδεκτά γεγονότα και το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο. Επομένως, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, τα ακόλουθα αποτελούν παραδεκτά γεγονότα:
1. Ο … Αναστασίου, αποβιώσας, απεβίωσε στις …2017, στη …, χωρίς να αφήσει τέκνα. Η Καθ΄ ης ήταν η σύζυγος του.
2. Ο αποβιώσας ήταν το τέκνο του ζεύγους … Αναστασίου και MΛ.
3. Σε Πιστοποιητικό Γεννήσεως του Έπαρχου … ημ. 9.3.1995, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΔΕ, αναγράφονται ως πατέρας της Μ ο ΚΧ και μητέρα της η ΡΝ και ως ημερομηνία γέννησης της …1917.
4. Η Ρ συνήψε γάμο με τον ΚΧ στον Ιερό Ναό … στις …1917, σύμφωνα με το Πιστοποιητικό Γάμου της Ιεράς Μητρόπολης … ημ. 27.10.2017, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΔΕ.
5. Ο ΚΧ έλαβε διαζύγιο από τη ΡΝ, παντρεύτηκε ξανά και απέκτησε από τον δεύτερο αυτό γάμο την … Κωνσταντή (Αιτήτρια).
6. Στις 30.3.17 εκδόθηκε πιστοποιητικό κληρονόμων του αποβιώσαντος από τον Κοινοτάρχη …, κ. … Πιτάλλη, και ακολούθως η Καθ΄ ης καταχώρισε την Αίτηση Διαχείρισης 186/2017 ΕΔ Λεμεσού, μέσω δικηγόρου. Στο Πιστοποιητικό Κληρονόμων συμπεριλήφθηκε μόνο η Καθ΄ ης. Στις 6.6.2017 στα πλαίσια της Αίτησης, ο Πρωτοκολλητής Επικύρωσης Διαθηκών εξέδωσε διαχειριστικό διάταγμα με το οποίο ορίστηκε ως διαχειρίστρια η Καθ΄ ης.
7. Στα πλαίσια της Διαχείρισης, περιουσιακό στοιχείο το οποίο καταλείπει ο αποβιώσας είναι ακίνητο στην ενορία του …, τεμ. 487, αρ. εγγραφής …249, εντός του οποίου υπάρχουν δύο ημιανεξάρτητες κατοικίες.
8. Με επιστολή ημ. 12.7.17, του δικηγορικού γραφείου Δημήτρη Μιχαήλ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, η Αιτήτρια κάλεσε την Καθ΄ ης να σταματήσει οποιεσδήποτε ενέργειες στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης και όπως εντός 24 ωρών από τη λήψη της επιστολής επικοινωνήσει με τους δικηγόρους για διευθέτηση του ζητήματος. Η επιστολή επιδόθηκε στην Αιτήτρια με ιδιώτη επιδότη στις 12.7.17 και τόσο η επιστολή όσο και η ένορκη δήλωση επίδοσης αποτελούν το Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΔΜ. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση ούτε και απάντηση από την Καθ΄ ης στην εν λόγω επιστολή.
Ο ισχυρισμός του ΔΕ πως ο αποβιώσας γεννήθηκε στις 7.7.1959 και ήταν το βιολογικό παιδί της … Ηλία, καθώς επίσης και πως υιοθετήθηκε από το ζεύγος … Αναστασίου και … Λουκά, δυνάμει διατάγματος υιοθεσίας του ΕΔ Λεμεσού ημ. …1960, παρέμεινε αναντίλεκτος και ως τέτοιος γίνεται πλήρως αποδεκτός από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα με τον ΔΕ, η Μ κατά τον χρόνο γέννησης της ήταν το εξώγαμο τέκνο της ΡΝ και σύμφωνα με όσα του διηγήθηκε η Μ, ο παππούς της Μ, πατέρας της Ρ, « «έπιασε» τη Ρ να κάνει σεξ με τον Κ κάτω από ένα γεφύρι και ανάγκασαν τον Κ να την παντρευτεί». Σύμφωνα με τον ΔΕ, ο γάμος τους ήταν όλο καβγάδες λόγω του ότι ο Κ είχε αμφιβολίες κατά πόσο αυτός ήταν ο πατέρας της Μ και συχνά έλεγε στη σύζυγο του ότι η Μ δεν μοιάζει καθόλου στους γονείς της.
Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο πατέρας της, Κ, αναγκάστηκε να παντρευτεί τη Ρ, λόγω του ότι αυτή είχε μείνει έγκυος και έτσι ξεκίνησαν να διαμένουν μαζί, και μετά τη γέννηση της αδελφής της (Μ) παντρεύτηκαν. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, σε καμία περίπτωση ο πατέρας της είχε αμφιβολίες κατά πόσο ήταν ο πατέρας της Μ, ισχυριζόμενη πως τέτοιος ισχυρισμός εκ μέρους του ΔΕ δεν ευσταθεί και αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του ιδίου και της αδελφής του, Καθ΄ ης, ειδικότερα εφόσον και η Καθ΄ ης γνώριζε πολύ καλά τη στενή σχέση της Αιτήτριας με την αδελφή της και με τον αποβιώσαντα καθώς επίσης και ότι ο Κ ήταν ο πατέρας της Μ. Σύμφωνα επίσης με την Αιτήτρια, η Μ έλαβε το όνομα της από τη γιαγιά της, μητέρα του Κ, αφού ονομαζόταν και αυτή Μ και έμοιαζε πάρα πολύ στον Κ, τόσο στο σχήμα και χρώμα προσώπου, άσπρο, όσο και στο ιδιαίτερο χρώμα ματιών, μπλε, σε αντίθεση με την ίδια (την Αιτήτρια) που δεν του έμοιαζε καθόλου.
Οι ως άνω ισχυρισμοί του ΔΕ δεν δεικνύουν τίποτε περισσότερο από ισχυριζόμενες αμφιβολίες του Κ κατά πόσο αυτός ήταν ο πατέρας της Μ, βασιζόμενες κυρίως και στα όσα τού είχε αναφέρει τρίτο πρόσωπο, οι οποίοι όμως ισχυρισμοί εν πάση περιπτώσει αντικρούονται επαρκώς από την Αιτήτρια η οποία σημειώνεται πως έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και επομένως είναι σε καλύτερη θέση να αναφερθεί σε αυτά, και η δική της μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη.
Ο ΔΕ ισχυρίζεται περαιτέρω ότι λόγω των καβγάδων, παρόλο που η Μ ήταν το πρώτο τους παιδί, σε ηλικία δύο ετών, ο Κ και η Ρ την έδωσαν για υιοθεσία στο ζεύγος … και … Πολεμίτη από τη Λεμεσό. Η Ρ, μητέρα της Μ, η οποία δεν ήταν σύμφωνη για την υιοθεσία, εγκατέλειψε τον σύζυγο της και μετέβη στη Λεμεσό για να βλέπει έστω και διακριτικά την κόρη της. Παρόλο που το ζεύγος Πολεμίτη τελικά δεν υιοθέτησε επίσημα τη Μ, αφού στο μεταξύ απέκτησε δικά του παιδιά, την κράτησε κοντά του ως ψυχοκόρη, την πάντρεψε και της έδωσε προίκα το σπίτι το οποίο ακολούθως δωρήθηκε στον αποβιώσαντα και για το οποίο γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση του ΔΜ.
Η Αιτήτρια με τη σειρά της δέχεται ότι η οικογένεια Πολεμίτη πήρε τη Μ, με σκοπό να την έχει παιδί της, όμως λόγω του ότι μετά απέκτησαν τέκνα, είχαν τη Μ ως υπηρέτρια για τις καθημερινές δουλειές του σπιτιού. Η οικογένεια Πολεμίτη έδωσε στη Μ ακίνητο-χωράφι, και όχι οικία ως ισχυρίζεται ο ΔΕ, εντός του οποίου αυτή με τον σύζυγο της Λ, έκτισαν τις δύο προαναφερόμενες οικίες. Και αυτοί οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας και πάλι γίνονται δεκτοί από το Δικαστήριο καθότι αφενός αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών και αφετέρου συνάδουν με τα παραδεκτά γεγονότα αναφορικά με το ακίνητο και τις εκεί ανεγερθείσες οικίες.
Ο ισχυρισμός του ΔΕ ότι ο Κ, μετά την εγκατάλειψη από τη Ρ, πήρε διαζύγιο, παντρεύτηκε ξανά και απέκτησε την Αιτήτρια από τον δεύτερο του γάμο γίνεται επίσης δεκτός εφόσον και αυτός αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών.
Σύμφωνα με τον ΔΕ, η Ρ δεν ξαναπαντρεύτηκε όμως γέννησε άλλες τρεις κόρες από άγνωστους πατέρες. Όταν μεγάλωσε η Μ, ζήτησε να μάθει από τη μητέρα της αν οι υποψίες του Κ ήταν βάσιμες και αυτή περιορίστηκε να της πει «ήταν δύσκολοι τζιαιροί τότε κόρη μου όπου φτωχός τζιαι η μοίρα του. Όποιου πήγαινες να δουλέψεις έπρεπε να κοιμηθείς τζιαι μαζί του». Και αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται με επάρκεια από την Αιτήτρια η οποία αρνείται ότι η Ρ ανέφερε στη Μ τα πιο πάνω, καθότι η Ρ και ο Κ είχαν σχέσεις πολύ πριν η Ρ αρχίσει να εργάζεται και είχε γνωρίσει τον Κ σε πολύ μικρή ηλικία. Γίνεται επίσης δεκτός ο ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι έκτοτε συζούσαν, παντρεύτηκαν και πριν χωρίσουν, η Ρ δεν είχε εργαστεί ποτέ αφού ήταν στο σπίτι με την ανήλικη τότε Μ.
Όπως συνεχίζει ο ΔΕ, η Μ θεωρούσε το ζεύγος Πολεμίτη ως γονείς της και οι σχέσεις της με τη βιολογική της μητέρα και τον Κ ήταν πολύ περιορισμένες, όπως και οι σχέσεις της με τα υπόλοιπα παιδιά του Κ και της Ρ. Μετά που η Μ παντρεύτηκε, προσπάθησε να έρθει σε πιο στενή επαφή με τον Κ, τον οποίο μέχρι το τέλος της ζωής της θεωρούσε ως τον βιολογικό της πατέρα, αλλά δεν κατόρθωσε και πολλά. Ο Κ πέθανε με την υποψία ότι η Μ δεν ήταν δικό του παιδί. Όταν παντρεύτηκε η Μ το 1947, ο … Πολεμίτης επικοινώνησε με τον Κ και του ζήτησε να της δώσει προίκα και ο Κ υποσχέθηκε και της δώρισε ένα κτήμα στη …, χωριό καταγωγής του. Κατά τη μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο ο Κ της είπε «χαλάλι έστω τζιαι αν δεν είσαι κόρη μου». Ο ΔΕ συμπληρώνει ότι σύμφωνα με έρευνες των δικηγόρων του στο ΕΔ Πάφου, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία για υιοθεσία ή αναγνώριση της Μ από τον Κ.
Η Αιτήτρια με τη σειρά της αρνείται ότι η Μ θεωρούσε γονείς την οικογένεια Πολεμίτη αφού γνώριζε πολύ καλά, όπως και η ίδια (η Αιτήτρια), ότι ο πατέρας της ήταν ο Κ. Αρνείται ότι οι σχέσεις τους ήταν ανύπαρκτες, καθότι όποτε μετέβαινε είτε η ίδια είτε η μητέρα της στη Μ στη Λεμεσό, τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο, της έπαιρναν χαλούμια, κρασί και άλλα πράγματα ακόμα και όταν αυτή ήταν με την οικογένεια Πολεμίτη.
Η Αιτήτρια προσθέτει ότι οι σχέσεις της κόρης της, Ρ, και της Μ ήταν πολύ στενές. Η Ρ, μητέρα του ΔΜ, γνώρισε τον σύζυγο της από τον σύζυγο της Μ, Λ, αφού η μητέρα του συζύγου της Χ ήταν πρώτα ξαδέλφια με τον Λ. Η πρώτη συνάντηση έγινε στο σπίτι της Μ. Ο Χ ήταν ο πρώτος κουμπάρος του αποβιώσαντος στον πρώτο του γάμο με την Α. Η Ρ, σχεδόν κάθε Κυριακή, μετέφερε τη Μ και τον σύζυγο της στην εκκλησία. Και επειδή η ίδια εργαζόταν, της έπαιρνε τον τότε ανήλικο ΔΜ, όταν αυτός ήταν νηπιαγωγείο και δημοτικό, και τον πρόσεχε. Ο ΔΜ αποκαλούσε τη Μαρία «η γιαγιά μου η Μαρία», κάτι το οποίο γνώριζαν πολύ καλά η Καθ΄ ης και ο αδελφός της αφού η Μ τον μεγάλωσε και αγαπούσε σαν παιδί της. Μάλιστα η Καθ΄ ης και ο αδελφός της γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο αποβιώσας περηφανευόταν ότι ήταν βαφτιστικός τους, ενώ κάτι τέτοιο δεν ευσταθούσε, λέγοντας ότι τον ένιωθε τον πιο στενό συγγενή του και λόγω του επαγγέλματος του. Όταν ο Κ απεβίωσε στις 13.6.1974, η Αιτήρια και η Μ έλαβαν από τον λογαριασμό του στη Συνεργατική … £100 εκάστη.
Θεωρώ πως και πάλι η Αιτήτρια αντέκρουσε με επάρκεια τους ισχυρισμούς του ΔΕ, προβάλλοντας τους δικούς της ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα και δίδοντας λεπτομέρειες, προερχόμενες από τη δική της γνώση. Οι ισχυρισμοί της γίνονται πλήρως δεκτοί από το Δικαστήριο εφόσον μάλιστα αυτοί παρέμειναν αδιαμφισβήτητοι, καθότι η Καθ΄ ης δεν καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε και ζήτησε την αντεξέταση της Αιτήτριας. Με δεδομένη τη φύση της Αίτησης και του τρόπου προσκόμισης μαρτυρίας, ικανοποιούμαι ότι η Αιτήτρια, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης της δήλωσης, αντέκρουσε τους ισχυρισμούς του ΔΕ, καθιστώντας έτσι τις δικές της θέσεις αποδεκτές από το Δικαστήριο.
ΙΙΙ. Νομική Ανάλυση
Κατά τον χρόνο θανάτου του αποβιώσαντος, στις 15.2.17, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195:
«Όταv πρόσωπo απoβιώσει αφήvovτας σύζυγo, η σύζυγoς αυτή ή o σύζυγoς αυτός δικαιoύvται, μετά τηv απoπληρωμή τωv χρεώv και υπoχρεώσεωv με τα oπoία βαρύvεται η κληρovoμιά, σε μερίδα βάσει τoυ vόμoυ στo μη διαθέσιμo μέρoς της κληρovoμιάς και στo τυχόv αδιάθετo μέρoς της κληρovoμιάς ως ακoλoύθως, δηλαδή-
Αv αυτός πoυ απεβίωσε ή αυτή πoυ απεβίωσε, εκτός από τo σύζυγo ή από τη σύζυγo-
…
(β) δεv άφησε τέκvo, oύτε κατιόvτα τoυ αλλά άφησε αvιόvτα ή κατιόvτα τoυ μέχρι και τoυ τρίτoυ βαθμoύ συγγέvειας με τo πρόσωπo πoυ απεβίωσε, η μερίδα αυτή είvαι τo ήμισυ βάσει τoυ vόμoυ τoυ μη διαθέσιμoυ μέρoυς της κληρovoμιάς και τoυ αδιάθετoυ μέρoυς της κληρovoμιάς…»
Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως κατά τον θάνατο του ο αποβιώσας άφησε σύζυγο, δεν άφησε τέκνο ούτε κατιόντα του, εξ ου και η Αιτήτρια επιζητά να συμπεριληφθεί ως κληρονόμος ως ανιούσα συγγενής τρίτου βαθμού, ήτοι θεία. Αυτό άλλωστε προκύπτει με βάση τον Πίνακα Βαθμών Συγγενείας στο Δεύτερο Παράρτημα, δυνάμει του άρθρου 48(2) του Κεφ. 195. Η Καθ΄ ης δεν αμφισβητεί τον βαθμό συγγένειας, πλην όμως αμφισβητεί τη νομιμοποίηση της σχέσης συγγένειας της Αιτήτριας με τον αποβιώσαντα λόγω της κατάστασης της μητέρας του αποβιώσαντος επειδή αυτή γεννήθηκε εκτός γάμου.
Αποτελεί βασική θέση της Αιτήτριας πως κατά τον ουσιώδη χρόνο γέννησης της Μ και με βάση το τότε ισχύον δίκαιο, η Μ θεωρείται το γνήσιο τέκνο του Κ και της Ρ και επομένως η Αιτήτρια θεωρείται νόμιμα (ετεροθαλής) αδελφή της και συνακόλουθα θεία του αποβιώσαντος. Αντίθετη θέση προβάλλει η Καθ΄ ης, ήτοι πως με βάση το Αγγλικό τότε εν ισχύι δίκαιο, η Μ κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν νόθο και μη αναγνωρισμένο παιδί και επομένως, ο Κ δεν μπορούσε να αφήσει συγγενείς αυτής και συνακόλουθα του αποβιώσαντος. Σύμφωνα με την Καθ΄ ης, τότε ίσχυε το Αγγλικό κοινοδίκαιο μέχρι και το 1945.
Βασικό αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών αποτελεί το ποιο νομικό καθεστώς εφαρμόζεται για σκοπούς καθορισμού του καθεστώτος της Μ σε σχέση με τον Κ, ήτοι κατά πόσο αυτή θεωρείται κόρη του. Παρόλο που και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι το καθεστώς της Μ θα πρέπει να αποφασιστεί με βάση το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, εντούτοις διαφωνούν ως προς το ποιο νομικό καθεστώς ίσχυε τότε στην Κύπρο.
Εδώ κρίνεται σκόπιμο να παρεμβληθεί πως παρόλο που δεν έχει τεθεί μαρτυρία ως προς την ημερομηνία γέννησης της Αιτήτριας, εντούτοις, με βάση τον ισχυρισμό του ΔΜ στην ένορκη του δήλωση πως κατά τις … (ημερομηνία της ένορκης δήλωσης) αυτή ήταν πέραν των … ετών, διαφαίνεται πως γεννήθηκε γύρω στο 1932. Η Μ γεννήθηκε στις …1917. Όπως έχει ήδη λεχθεί, και επί τούτου οι δύο πλευρές είναι σύμφωνες, το καθεστώς της Μ σε σχέση με τον Κ θα πρέπει να κριθεί κατά τον χρόνο γέννησης της Μ. Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στο ισχύον νομικό καθεστώς κατά το 1917.
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 5, σελ. 544, παρ. 1180, κάτω από τον τίτλο «Conquest or cession» (κατάκτηση ή εκχώρηση), η Κύπρος προσαρτήθηκε το 1914 και αναγνωρίστηκε ως Αγγλική από την Τουρκία το 1923. Στη σελ. 633, παρ. 1365, αναφέρεται πως η Κύπρος είχε αρχικά ανατεθεί στο Στέμμα (the Crown) από την Τουρκία το 1878, και προσαρτήθηκε με Διάταγμα εν Συμβουλίω (Order in Council) το 1914. Αναφορικά με το ισχύον νομικό καθεστώς των αποικιών, οι οποίες κατακτήθηκαν ή εκχωρήθηκαν, ως η Κύπρος, στη σελ. 692, παρ. 1479, αναφέρεται ότι γι΄ αυτές τις χώρες, οι οποίες κατά τον χρόνο κατάκτησης ή εκχώρησης είχαν δικούς τους νόμους και μέχρι την τροποποίηση αυτών από το Στέμμα, οι παλαιότεροι (υφιστάμενοι) νόμοι της κάθε χώρας εξακολουθούσαν να παραμένουν σε ισχύ.
Χρήσιμη και καθοδηγητική ιστορική αναδρομή ως προς το τότε ισχύον κληρονομικό δίκαιο προσφέρει το σύγγραμμα Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο (ανωτέρω) όπου στις σελ. 15-18 γίνεται μια εισαγωγή στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι μέχρι το 1878 η Κύπρος βρισκόταν υπό Τουρκική κυριαρχία, η περίοδος μετά το Τανζιμάτ (1839-1878) χαρακτηρίστηκε από προσπάθειες εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίες συμπεριλάμβαναν την εξαγγελία ευνοϊκών μεταρρυθμίσεων προς όφελος των υπόδουλων χριστιανικών πληθυσμών, ως διατυπώθηκαν στη Χάρτα του Χουμαγιούν της 18ης Φεβρουαρίου 1856. Έτσι οι υποθέσεις κληρονομικής διαδοχής εξακολουθούσαν να διέπονται από το μουσουλμανικό ιερό δίκαιο (Sheri Law). Μετά την υπογραφή της συνθήκης της 4ης Ιουνίου 1878 μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βρετανίας και την έναρξη της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο, το μουσουλμανικό ιερό δίκαιο έπαψε να εφαρμόζεται επί Χριστιανών και μη Μουσουλμάνων στο νησί ενόψει της ψήφισης του Ν.8/1884, ενώ για τους Μουσουλμάνους τέθηκε σε ισχύ ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Ν.20/1895ο οποίος παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1946. Είναι ενδιαφέρουσα η ακόλουθη περικοπή από τις σελ. 16-17:
«Ο ν.20/1895συνιστούσε ένα περίεργο μείγμα σύνθεσης στοιχείων όχι μόνο από το αγγλικό και το οθωμανικό δίκαιο, αλλά και από το Ρωμαϊκό δίκαιο και ιδιαίτερα το Ιταλικό δίκαιο. Τα άρθρα 72-0-1049 του ιταλικού αστικού κώδικα μεταφράστηκαν πρώτα στα ελληνικά και ακολούθως στα αγγλικά και αποτέλεσαν τη βάση για ένα πρωτότυπο κυπριακό νομοθετικό δημιούργημα, στο οποίο: ‘τα αγγλικά του μέρη δεν είναι πλήρως αγγλικά, τα ιταλικά του μέρη έχουν μεταβληθεί κατά τρόπο ώστε να είναι αγνώριστα σε ορισμένες περιπτώσεις και τα τουρκικά του μέρη να έχουν υποστεί τροποποιήσεις άγνωστες στην Τουρκία’.
Το μουσουλμανικό ιερό δίκαιο εξακολούθησε όμως να διέπει την κληρονομική διαδοχή των μουσουλμάνων. Το άρθρο 20 του περί Δικαστηρίων Διατάγματος εν Συμβουλίω του 1882 εξαίρεσε από την αρμοδιότητα των νεοϊδρυθέντων πολιτειακών δικαστηρίων τις θρησκευτικές υποθέσεις των Μουσουλμάνων …. η φράση ‘θρησκευτικές υποθέσεις’ ... σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, τα ζητήματα που σχετίζονται με το γάμο, τις διαθήκες και την κληρονομική διαδοχή. Το εύρος της έννοιας των ‘θρησκευτικών υποθέσεων’ καθορίστηκε νομοθετικά με το άρθρο 17 του περί Δικαστηρίων Διατάγματος εν Συμβουλίω του 1927, σύμφωνα με το οποίο ο πιο πάνω όρος κάλυπτε τις υποθέσεις: α) γάμου, β) διαζυγίου, …δ) κληρονομικής διαδοχής, ε) διαθηκών και εγγραφής διαθηκών…»
Η ερμηνεία και ο τρόπος εφαρμογής του Οθωμανικού δικαίου απασχόλησε αρχικώς το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Parapano and others v. Happaz and others (1893) (V3) 1 C.L.R. 69, η οποία αποφασίστηκε δυνάμει του παλαιού Νόμου του 1884. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε στην κληρονομική διαδοχή του αποθανόντος Happaz, ο οποίος ήταν Κύπριος, Οθωμανός υπήκοος, μέλος της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, και απέκτησε τέσσερα εξώγαμα τέκνα από παράνομη ένωση με την Εναγομένη. Το Ανακτοσυμβούλιο (Privy Council) ανέτρεψε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου αποφασίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας όλα τα ζητήματα των μη μουσουλμάνων που σχετίζονταν με τη θρησκεία και την οικογενειακή ζωή, όπως ο γάμος, το διαζύγιο, η διατροφή και η προίκα, διέπονταν από το δίκαιο της θρησκευτικής κοινότητας στην οποία ανήκουν τα μέρη. Επομένως, η νομιμοποίηση των τέκνων ενός Κύπριου Οθωμανού Ρωμαιοκαθολικού διέπεται από το Κανονικό δίκαιο της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και όχι από το Sheri Law. Σύμφωνα δε με εκείνο το δίκαιο, τα τέκνα του αποβιώσαντος νομιμοποιήθηκαν από τη γέννηση τους με τον μετέπειτα γάμο των γονέων τους και επομένως είχαν δικαίωμα στην κληρονομιά του αποβιώσαντος.
Η εν λόγω απόφαση έτυχε αποσαφήνισης στην υπόθεση Tano v. Tano and others (1910) (V9) 1 C.L.R. 100, η οποία αποφασίστηκε με βάση τον Ν.20/1895. Στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκε ότι το εύρος των ζητημάτων που σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο διέπονται από το δίκαιο της θρησκευτικής κοινότητας στην οποία ανήκουν τα μέρη περιλαμβάνει σε γενικές γραμμές τα ζητήματα που σχετίζονται με τον γάμο και τις οικογενειακές υποθέσεις. Αξίζει να σημειωθεί πως στην εν λόγω απόφαση γίνεται μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του Ν.20/1895, με αναφορά στο Ιταλικό δίκαιο το οποίο είναι ενσωματωμένο στον εν λόγω Νόμο. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, το Ιταλικό δίκαιο βασίζεται κυρίως στο Ρωμαϊκό, δυνάμει του οποίου αναγνωρίζονται οι ακόλουθες κατηγορίες τέκνων, (1) νόμιμα, ήτοι αυτά που γεννιούνται εντός γάμου, (2) νομιμοποιημένα, ήτοι αυτά που γεννιούνται εκτός γάμου όμως νομιμοποιούνται με τον μετέπειτα γάμο των γονέων τους, (3) θετά και (4) φυσικά, πλην όμως η Κυπριακή Νομοθεσία, ήτοι ο Ν.20/1895, δεν φαίνεται να περιλαμβάνει όλες αυτές τις κατηγορίες. Αφού γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Parapano (ανωτέρω), στην οποία αναγνωρίστηκε ότι η αναφορά στον Νόμο σε «νόμιμα τέκνα» (lawful children), και ειδικότερα στο άρθρο 43, είναι τόσο ευρεία που περιλαμβάνει και παιδιά τα οποία απέκτησαν το καθεστώς της νομιμοποίησης με τον μετέπειτα γάμο των γονέων τους, αποφασίστηκε ότι ο Νόμος δεν καλύπτει τα υιοθετημένα παιδιά.
Οι ίδιες αρχές που αναγνωρίστηκαν στην υπόθεση Parapano υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε μεταγενέστερες αποφάσεις αναφορικά και με τη νομιμοποίηση των Κυπρίων Ορθοδόξων τέκνων. Στην υπόθεση The heirs of Nikola. Hadji Dimitri, deceased v. Hadji Nikolaki and others (1894) (V3) 1 C.L.R. 1, αποφασίστηκε ότι η νομιμοποίηση των τέκνων ενός Κύπριου Ορθόδοξου διέπεται από το Κανονικό δίκαιο της Ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας, με βάση το οποίο τέκνα θεωρούνται νόμιμα με τον μετέπειτα γάμο των γονέων τους και επομένως, στην προκειμένη περίπτωση είχαν δικαίωμα στην κληρονομιά του αδελφού του πατέρα, θείου, τους.
Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση Sava Christodoulou and others v. Michael Christinas and others (1921) (V11) 1 C.L.R. 42. Σε εκείνη την υπόθεση οι Ενάγοντες διεκδικούσαν ως νόμιμοι κληρονόμοι του Α την εγγραφή επ΄ ονόματι τους των περιουσιών οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα του Α. Οι Εναγόμενοι είχαν ένσταση στη βάση του ότι εκείνοι ήταν οι νόμιμοι κληρονόμοι του C ως νόμιμου τέκνου του Α. Οι Ενάγοντες αρνούντο ότι ο C ήταν νόμιμο τέκνο και το μόνο ζήτημα προς απόφαση ήταν κατά πόσο ο C ήταν νόμιμο τέκνο του Α. Το Δικαστήριο κατέληξε ως εξής:
«Where a man and a woman have cohabited together and during that period a child was born and subsequently these people have married, there is a presumption that the child was the child of the husband and therefore by Canon Law became legitimate by the subsequent marriage; and anybody who seeks to gain a benefit from the supposed illegitimacy of such child, must assume the burden of proving such illegitimacy and adduce the clearest evidence of denial of parentage on the part of the husband, which alone can rebut the presumption. In this case the burden of proving legitimacy was wrongly placed on the Defendants, and notwithstanding two documents which were produced to support their case, the District Court found they were not satisfied that legitimacy had been proved, and they gave judgment for Plaintiffs. We, therefore, reverse the decision of the District Court and enter judgment for the Defendants (Appellants) with costs.»
Τέλος, στην υπόθεση Della and others v. Sava Haji Michaeli and others (1902) (V6) 1 C.L.R. 22, το Δικαστήριο εφάρμοσε το Κανονικό δίκαιο της Ορθόδοξης εκκλησίας ώστε να διαπιστώσει ότι τα τέκνα που γεννήθηκαν από γονείς που ήταν συγγενείς μέχρι πέμπτου βαθμού δεν μπορούσαν να νομιμοποιηθούν, εφόσον υφίσταται κώλυμα λόγω συγγενείας για τέλεση παρόμοιου γάμου. Είναι χρήσιμη η παρατήρηση του Δικαστηρίου πως στην υπό κρίση περίπτωση το Κανονικό δίκαιο δεν παρουσίαζε διαφορές με το Τουρκικό, και πως σύμφωνα με το Κανονικό δίκαιο τέκνο το οποίο γεννήθηκε εκτός γάμου έχει σε κάποιες περιπτώσεις δικαίωμα κληρονομιάς από τον πατέρα του, ενώ αν επρόκειτο για μουσουλμάνους, κάτω από το Οθωμανικό δίκαιο δεν έχει.
Όπως επισημαίνεται από τον Δρα Α. Αιμιλιανίδη στη Διδακτορική Διατριβή του Το Κυπριακό Δίκαιο του Γάμου και του Διαζυγίου στη Διελκυνστίνδα Εκκλησίας και Πολιτείας, Θεσσαλονίκη, 2005, σελ. 69:
«Το καθεστώς αναφορικά με το εφαρμοστέο από τα πολιτειακά δικαστήρια δίκαιο παρέμεινε το ίδιο κατά τη ψήφιση του περί Δικαστηρίων Νόμου 38/1935 και των τροποποιητικών του νόμων. Το άρθρο 34(c) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Κεφάλαιο 8 προβλέπει ότι καμιά διάταξη του νόμου δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο που να καταργεί τις αρχές του Οθωμανικού δικαίου, οι οποίες ίσχυαν στην αποικία της Κύπρου πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου, σύμφωνα με την οποία τα ζητήματα του γάμου και των οικογενειακών θεσμών διέπονται από το δίκαιο της θρησκευτικής κοινότητας στην οποία ανήκουν τα μέρη. Ως αποτέλεσμα τα επαρχιακά δικαστήρια εξακολούθησαν να εφαρμόζουν το κανονικό δίκαιο της Ορθόδοξης εκκλησίας κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας τους αναφορικά με οικογενειακά ζητήματα των Κυπρίων Ορθοδόξων, όπως η νομιμοποίηση, η κηδεμονία των τέκνων και η διατροφή.»
Σημειώνεται πως το άρθρο 34(c) αντικατέστησε το άρθρο 29(c) του Κεφαλαίου 11 στην έκδοση του 1949 και το άρθρο 50 παρ. 3 του Ν.38/1935 με μόνη διαφορά τη χρήση του όρου «ζητήματα γάμου και οικογενειακών θεσμών» αντί του όρου «ζητήματα οικογενειακού δικαίου».
Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της γέννησης της Μ, ήτοι το 1917, το εφαρμοστέο δίκαιο για οικογενειακά ζητήματα ήταν το Κανονικό δίκαιο της Ανατολικής Ορθόδοξης εκκλησίας αναφορικά με την αναγνώριση τέκνου, και όχι το κοινοδίκαιο που εφαρμόζετο στην Αγγλία ως η εισήγηση της Καθ΄ ης. Με βάση το Κανονικό δίκαιο, παιδί εκτός γάμου καθίστατο νόμιμο με τον μετέπειτα γάμο των γονέων του και θεωρείτο νόμιμο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.20/1895.
Στην παρούσα περίπτωση, με βάση τη μαρτυρία της Αιτήτριας η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, η Μ είναι παιδί της Ρ και του Κ, οι οποίοι είχαν σχέσεις και ζούσαν τόσο κατά την εγκυμοσύνη της Ρ όσο και κατά τον χρόνο γέννησης της, ενώ τρεις μήνες μετά τη γέννηση της τέλεσαν γάμο. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, ο Κ πάντοτε αναγνώριζε τη Μ ως τέκνο του και παρόλο που η Μ δόθηκε σε κάποιο στάδιο για υιοθεσία, αυτή ουδέποτε από νομικής πλευράς υιοθετήθηκε από το ζεύγος Πολεμίτη. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, η Μ ως τέκνο της Ρ και του Κ, κατέστη νόμιμο τέκνο από γεννήσεως της με τον μετέπειτα γάμο των γονέων της.
Σύμφωνα με την ως άνω νομολογία, το βάρος απόδειξης μη νομιμοποίησης τέκνου το φέρει αυτός που το επικαλείται, ήτοι στην παρούσα η Καθ΄ ης, και με βάση τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης η Καθ΄ ης δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που είχε αλλά αντιθέτως οι ισχυρισμοί του ΔΕ αντικρούστηκαν με επάρκεια από την πλευρά της Αιτήτριας.
Δεν μου διαφεύγει ακόμα ότι στο Πιστοποιητικό Γεννήσεως, Τεκμήριο 1, αναγράφεται ως πατέρας της Μ, ο Κ. Αυτό αποτελεί δημόσιο έγγραφο ως μέρος αρχείου δημόσιας αρχής και δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη, σύμφωνα με το άρθρο 35(1) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.
Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 2 του τότε εν ισχύι Births and Deaths Registration Law 16/1895:
«In the case of every child born alive in Cyprus, it shall be the duty of the father or the mother of the child, and in default of the father or mother, of the occupier of the house or premises in which the child is born, to give to the Registrar, within thirty-one days next after the birth, information of the particulars required concering the birth, and in the presence of the Registrar to sign the Register.»
Θεωρώ πως με βάση το σύνολο της τεθείσας μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και την αποδοχή της μαρτυρίας της Αιτήτριας, η εγγραφή στο Πιστοποιητικό του Κ ως πατέρα της Μ δεν έχει ανατραπεί ή τεθεί υπό οποιαδήποτε αμφισβήτηση ούτως ώστε να τίθεται ζήτημα αντίκρουσης του περιεχόμενου του Πιστοποιητικού με άλλη μαρτυρία. Η δε παραπομπή του δικηγόρου της Καθ΄ ης σε Αγγλική νομολογία ως προς την αποδεικτική αξία τέτοιου πιστοποιητικού δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Στην μεν πρώτη υπόθεση Re Jenion (deceased) (1952) 1 All ER 1228, το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστη την προφορική μαρτυρία πως ο φερόμενος ως πατέρας του τέκνου στο πιστοποιητικό γεννήσεως δεν ήταν ο βιολογικός του πατέρας, μαρτυρία η οποία σαφώς ελλείπει στην υπό κρίση περίπτωση. Στην υπόθεση Stollery, Re, Weir, v. Treasury Solicitor (1926) All ER 67, αποφασίστηκε ότι πιστοποιητικό γεννήσεως αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι το τέκνο προήλθε από την τέλεση νόμιμου γάμου μεταξύ των φερομένων ως γονέων, πλην όμως δεν αποτελούσε από μόνη της ικανοποιητικη μαρτυρία ως προς τούτο και επομένως είναι δεκτή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Και αυτή διαφοροποιείται από τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης εφόσον εδώ είναι δεδομένο και αδιαμφισβήτητο ότι ο γάμος τελέστηκε τρεις μήνες μετά τη γέννηση της Μ.
Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι, όλη η μετέπειτα νομοθεσία η οποία εισήχθη στην Κύπρο επί Αγγλοκρατίας και ενόσω πλέον η Κύπρος ήταν αναγνωρισμένη αποικία, υιοθετεί την ίδια αρχή αναφορικά με την νομιμοποίηση εκ γεννήσεως τέκνου το οποίο γεννήθηκε εκτός γάμου με τη μεταγενέστερη τέλεση γάμου των γονέων του, τόσο στο κληρονομικό όσο και στο δίκαιο των εξωγάμων παιδιών.
Ειδικότερα, όπως ανέφερε και ο δικηγόρος της Καθ΄ ης, στην Κύπρο εισήχθη για πρώτη φορά νομοθεσία για τη διαδοχή και κληρονομιά το 1945 με τον περί Διαθηκών και Διαδοχής Ν.25/1945 (Wills and Succesion Law 25/1945) το άρθρο 53(1) του οποίου προνοεί ότι όταν οι γονείς ενός νόθου παιδιού παντρευτούν τότε το παιδί αποκτά από τη μέρα της γεννήσεως του το καθεστώς νόμιμου παιδιού τόσο έναντι του πατέρα όσο και της μητέρας και των εξ αίματος συγγνενών του. Ακολούθησε η θέσπιση του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 220 το 1949 (Wills and Succesion Law, Cap. 220, 1949) ο οποίος διατήρησε την ίδια πρόνοια στο άρθρο 53 και του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 το 1959 (Wills and Succesion Law, Cap. 195, 1959) στον οποίο δεν υπήρχε πλέον τέτοια πρόνοια. Και τούτο, καθότι από το 1955 θεσπίστηκε ο περί Εξωγάμων Τέκνων Ν.15/55 (Illegitimate Children Law 15/55) ο οποίος περιέχει την ίδια ακριβώς πρόνοια στο άρθρο 4, καταργώντας μεν (με το άρθρο 16) τα άρθρα 52-54 του Κεφ. 220 του 1949 αλλά διατηρώντας την όποια νομιμοποίηση είχε ήδη επέλθει δυνάμει του Κεφ. 220. Μετά τον N.15/55 ακολούθησε η θέσπιση του περί Εξωγάμων Τέκνων Νόμου, Κεφ. 278 (Illegitimate Children Act, Cap. 278), το άρθρο 16 του οποίου επίσης διατηρεί κάθε ολοκληρωθείσα νομιμοποίηση δυνάμει του Κεφ. 220 το οποίο καταργήθηκε με το Κεφ. 278. Η ίδια πρόνοια παρέμεινε και με τη θέσπιση του περί Τέκνων (Συγγενεία και Νομική Υπόσταση) Ν.187/91, άρθρο 13, καταργώντας τον προγενέστερο περί Εξωγάμων Τέκνων Νόμο, Κεφ. 278 αλλά διατηρώντας (με το άρθρο 26) την όποια νομιμοποίηση έγινε δυνάμει αυτού. Επομένως, η κατάσταση πραγμάτων ως ίσχυε πριν τη θέσπιση αυτών των Νόμων στην Κύπρο εξακολούθησε να ισχύει μέχρι και σήμερα. Με άλλα λόγια, η νομιμοποίηση τέκνου με βάση το τότε ισχύον καθεστώς του 1917 ουδόλως έχει διαφοροποιηθεί από τότε αλλά αντιθέτως κωδικοποιήθηκε στους Νόμους της Κύπρου. Η απόφαση στην υπόθεση Πλέιμπελ κ.ά. v. Φυτίδη κ.ά. (1996) 1(B) Α.Α.Δ. 1102, δεν προσφέρει καθοδήγηση καθότι εκείνη αποφασίστηκε στη βάση του άρθρου 9 του περί της Συμβάσεως επί της Νομικής Καταστάσεως Εξωγάμων Τέκνων (Κυρωτικού) Ν. 50/79.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Μ είναι νόμιμο παιδί της Ρκαι του Κ, οι οποίοι ζούσαν μαζί πριν τη γέννηση της και τέλεσαν γάμο λίγους μήνες μετά τη γέννηση της. Με τον γάμο τους η Μ κατέστη το νόμιμο παιδί τους, σύμφωνα με το τότε εν ισχύι νομικό καθεστώς, το οποίο εξακολούθησε να ισχύει και με τη θέσπιση του Κυπριακού Νόμου. Συνακόλουθα, κατά τον χρόνο γέννησης της και μετέπειτα η Αιτήτρια ήταν και είναι ετεροθαλής αδελφή της Μ και επομένως θεία του αποβιώσαντος, ως ανιούσα συγγενής τρίτου βαθμού, και νόμιμη κληρονόμος της περιουσίας του.
ΙV. Κατάληξη
Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει ως προς το πρώτο αιτητικό.
Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο τροποποιείται το πιστοποιητικό κληρονόμων το οποίο εκδόθηκε στις 30.3.2017, στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης υπ΄ αρ. 186/17 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την προσθήκη του ονόματος της … Κωνσταντή με Α.Δ.Τ. …, ως κληρονόμου, θείας του αποβιώσαντος. Δίδονται οδηγίες όπως ο Πρωτοκολλητής προβεί σε ανάλογη τροποποίηση.
Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……………………
΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Ε.Ε./Α.Λ.