ECLI:CY:EDLEM:2021:A127
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 843/16
Μεταξύ:
XXX LEBEDEV, εκ Ρωσίας
Ενάγοντα
Και
1) Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία
2) Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία
Εναγομένων
Αίτηση ημερομηνίας 14/11/2019
Ημερομηνία: 9/4/2021
Για την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κ. Μ. Δημοσθένους για κ.κ. Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Ενάγοντα/Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Α. Κυπρίζογλου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Εναγόμενη 1 με την υπό εξέταση Αίτηση της αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Ενάγοντας όπως παράσχει ασφάλεια για τα έξοδα της. Επιπρόσθετα αξιώνει την αναστολή (stay) της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση από τον Ενάγοντα των εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν προς όφελος της στην αγωγή υπ’ αρ. XXX/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.
Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Λ. Μ. Κωστακόπουλου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 1, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, οι ίδιοι διάδικοι, δηλαδή ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη 1, ήταν αντίδικοι στην αγωγή υπ’ αρ. XXX/2016 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία καταχωρήθηκε στις 6/9/2016 και αφορούσε κοινά και όμοια πραγματικά και νομικά ζητήματα με αυτά της παρούσας αγωγής. Η πολλαπλότητα των διαδικασιών και η προώθηση παράλληλης αγωγής οδήγησε, κατόπιν σχετικού ενδιάμεσου διαβήματος της Εναγόμενης 1, στην απόσυρση της ανωτέρω αγωγής. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της απόφασης του την οποία εξέδωσε στην ανωτέρω αγωγή, καταδίκασε τον Ενάγοντα όπως καταβάλει στην Εναγόμενη 1 τα έξοδα της, τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €1.243,21 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού €1.189. Αντίγραφο της διαταγής εξόδων με τα εγκριθέντα από το Δικαστήριο έξοδα επιδόθηκε στον δικηγόρο του Ενάγοντα στις 23/4/2018 χωρίς να υπάρξει όμως οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους του Ενάγοντα. Συνεπεία της παράλειψης του Ενάγοντα να καταβάλει στην Εναγόμενη 1 τα ανωτέρω έξοδα της, κατά την 9/9/2019 στάληκε δεύτερη επιστολή προς τον δικηγόρο του Ενάγοντα, με την οποία αξιωνόταν εκ νέου η καταβολή των ανωτέρω επιδικασθέντων εξόδων, χωρίς να υπάρξει και πάλι οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους του Ενάγοντα.
Ο Ενάγοντας διαμένει στη Ρωσία και δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο προς εκτέλεση της ληφθείσας ήδη απόφασης στην αγωγή υπ’ αρ. XXX/2016 και της τυχόν θετικής απόφασης που μπορεί να εκδοθεί προς όφελος της Εναγόμενης 1 στην παρούσα αγωγή. Ενόψει της μη συμμόρφωσης του Ενάγοντα με τις μέχρι σήμερα οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι της Εναγόμενης 1 στο πλαίσιο της αγωγής υπ’ αρ. XXX/2016, δημιουργείται εύλογα η πεποίθηση ότι θα πράξει το ίδιο στην περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην παρούσα αγωγή.
Πέραν των εξόδων που επιδικάστηκαν προς όφελος της Εναγόμενης 1 στην αγωγή υπ’ αρ. XXX/2016, έχουν ήδη επιδικαστεί έξοδα προς όφελος της και στην παρούσα αγωγή στη βάση ενδιάμεσων δικονομικών διαβημάτων. Η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του Ενάγοντα καθιστά αμφίβολη την είσπραξη από την Εναγόμενη 1 των ανωτέρω πρόσθετων προς όφελος της επιδικασθέντων εξόδων, γι’ αυτό και καθίσταται αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ/ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ
Ο Ενάγοντας με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης την οποία καταχώρησε προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
(1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιτυχία της Αίτησης.
(2) Είναι Ρωσικής εθνικότητας και ως εκ τούτου δεν δύναται να εκδοθεί εις βάρος του διάταγμα ασφάλειας εξόδων και αναστολής της δικαστικής διαδικασίας.
(3) Η Αίτηση προωθείται κακόπιστα.
Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μ. Γάκια, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, στην οποία αναλύονται οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή εξόδων εναντίον του Ενάγοντα.
ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ
Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.15 θ.θ.1-4, Δ.30 θ.θ.3(α)(β), 4, 9, Δ.39, Δ.60 θ.θ.1, 2, 5, 6, Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 7, 8, 9(f), (g), (t), Δ.59, Δ.63, Δ.64 θ.θ.1, 2, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 1-20, 29(1)(γ), 31, 32, 41-44, 47, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης, του Κοινοδικαίου και του Δικαίου της Επιείκειας (Equity Law), στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην ακολουθούμενη πρακτική και στη νομολογία.
Η Δ.60 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει τα ακόλουθα:
«1. Ένας Ενάγοντας (και, εν σχέσει με ανταπαίτηση, ένας Εναγόμενος) που διαμένει μόνιμα εκτός Κύπρου ή Κράτους – Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί, σε οιονδήποτε στάδιο, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για τα έξοδα, αν και μπορεί να διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε Κράτος – Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, (2011) 1 Α.Α.Δ. 1314, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας, κάτι το οποίο πρωτίστως φαίνεται από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (Δέστε Ebrand v. Gassier [1891] 1 Ch. 1).
Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία.»
Στην υπόθεση Studland Holdings Limited κ.ά. ν. Ευσταθίου κ.ά. (2003) 1 Α.Α.Δ. 1809, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα της υπόθεσης Alahrami v. Alia The Royal Jordanian Airline (1990) 1 Α.Α.Δ. 434:
«Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα ο,ποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος “may” (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsbury’s Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp. 384-385)».
Στην ίδια πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν επίσης τα εξής:
«Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του. Οι ίδιοι λόγοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της ίδιας εξουσίας στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας με την εξής επιφύλαξη: Το βάρος για την τεκμηρίωση εκ μέρους του ενάγοντα (εφεσείοντα) ισχυρής υπόθεσης είναι πολύ μεγαλύτερο ενόψει της ετυμηγορίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου.»
Έχω εξετάσει με προσοχή ολόκληρο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών διαφαίνεται ότι αποτελεί κοινό τόπο το ότι ο Ενάγοντας κατοικεί στη Ρωσική Ομοσπονδία. Το ανωτέρω δεδομένο έχει θέσει το θεμέλιο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση ή την άρνηση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ασφάλειας για τα έξοδα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα βασιζόμενος, αφενός στις πρόνοιες της Συνθήκης η οποία υπεγράφη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου η οποία κυρώθηκε με τον Ν.172/86, αφετέρου στα όσα νομολογήθηκαν στην υπόθεση Monitoring v. MB Romir Holdings Ltd (2008) 1 ΑΑΔ 106), υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα εναντίον του Ενάγοντα.
Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Borisovich (2000) 1 ΑΑΔ 1899 αναφέρθηκε ότι μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης η Συνθήκη η οποία υπεγράφη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της τότε Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και κυρώθηκε με τον Ν.172/1986 παρέμεινε σε ισχύ μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν έχει τεθεί από πλευράς Αιτήτριας ζήτημα μη ισχύος της ανωτέρω Συνθήκης. Το άρθρο 17 αυτής προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα:
«17. Οι πολίτες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους οι οποοίοι εμφανίζονται ενώπιον των Δικαστηρίων του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν μπορούν να διαταχθούν να παράσχουν εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα αποκλειστικά για τον λόγο ότι είναι αλλοδαποί ή ότι δεν έχουν την μόνιμη ή προσωρινή διαμονή τους στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους ενώπιον των Δικαστηρίων, του οποίου εμφανίζονται.»
Τα όσα αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο καθιστούν σαφές ότι οι πολίτες των συμβαλλομένων μερών, στην προκείμενη περίπτωση οι πολίτες της Ρωσικής Ομοσπονδίας οι οποίοι είναι διάδικοι σε υποθέσεις ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, δεν μπορούν να διαταχθούν να παράσχουν ασφάλεια για τα έξοδα εκ μόνου του λόγου ότι είναι αλλοδαποί ή ότι δεν έχουν τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας υποστηρίζεται ότι οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η έκδοση του διατάγματος παροχής ασφάλειας για τα έξοδα δεν είναι το ότι ο Ενάγοντας είναι αλλοδαπός, αλλά η αποδεδειγμένη αφερεγγυότητα του, η άρνηση του να καταβάλει τα ήδη επιδικασθέντα εναντίον του δικηγορικά έξοδα αλλά και η μη ύπαρξη οποιασδήποτε περιουσίας του στην Κύπρο, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για ικανοποίηση των ήδη επιδικασθέντων προς όφελος της Αιτήτριας εξόδων καθώς και αυτών που τυχόν επιδικαστούν προς όφελος της στην παρούσα αγωγή.
Μελέτησα με προσοχή την επιχειρηματολογία η οποία αναπτύχθηκε ενώπιον μου από τις εκατέρωθεν πλευρές. Είμαι της άποψης ότι κανένας από τους λόγους τους οποίους επικαλούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας θα μπορούσε να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πρωτίστως, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία στην Κύπρο προς εκτέλεση της ληφθείσας ήδη εναντίον του απόφασης στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αρ. XXX/2016 καθώς και της τυχόν απόφασης που εκδοθεί προς όφελος της Αιτήτριας στην παρούσα αγωγή, έχω να αναφέρω ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση, κατά την άποψη μου, η κατοχή οποιασδήποτε περιουσίας από τον Ενάγοντα στην Κύπρο, ώστε να απαλλαγεί από την καταβολή εγγυοδοσίας για τα δικαστικά έξοδα. Τυχόν αντίθετη προσέγγιση του ζητήματος θα ματαίωνε στην πράξη τον σκοπό της θέσπισης του άρθρου 17 της ανωτέρω Συνθήκης που ήταν η απαλλαγή των πολιτών των συμβαλλομένων κρατών από την παραχώρηση εγγυοδοσίας κάθε φορά που εμφανίζονται ενώπιον των Δικαστηρίων του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου δεν είναι πολίτες. Θα πρέπει εξάλλου να αναφερθεί ότι η Αιτήτρια, με βάση το άρθρο 30[1] του Ν.172/1986, έχει το δικαίωμα να αποταθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και να αιτηθεί την ανάκτηση των εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν προς όφελος της και εναντίον του Ενάγοντα. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του κ. Κωστακόπουλου, δεν κατέβαλε τα ήδη επιδικασθέντα εναντίον του δικηγορικά έξοδα, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Αιτήτρια έχει στη διάθεση της το δικαστικό μέτρο, στη βάση των προνοιών του άρθρου 30 του Ν.172/1986, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει για είσπραξη των εξόδων της.
Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να προσθέσω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε η θέση της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας ότι ο Ενάγοντας αποδεδειγμένα είναι αφερέγγυο πρόσωπο. Το γεγονός ότι δεν διαθέτει περιουσία στην Κύπρο δεν τον καθιστά αφερέγγυο, καθότι, πολύ πιθανόν, να έχει περιουσιακά στοιχεία εντός της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης ως προς τα έξοδα. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο μαρτυρικό υλικό που παρουσίασε η Αιτήτρια καμιά αναφορά γίνεται στην περιουσία του και γενικά στην οικονομική του κατάσταση, πέραν φυσικά του ότι δεν διαθέτει περιουσία εντός της Κυπριακής Επικράτειας.
Αξίζει ακόμα να αναφερθεί ότι, όπως νομολογήθηκε στην υπόθεση Monitoring v. MB Romir Holdings Ltd (ανωτέρω), ότι από τη στιγμή που η ανωτέρω περιγραφόμενη Συνθήκη εξακολουθεί να ισχύει, το άρθρο 17 δεν επιτρέπει την έκδοση διατάγματος για παροχή εγγύησης για τα δικαστικά έξοδα εναντίον πολιτών των συμβαλλομένων μερών.
Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο η Αιτήτρια ζητά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι το ότι η παρούσα αγωγή, όπως ισχυρίζεται, δεν έχει προοπτική επιτυχίας εναντίον της. Τόσο στην ένορκη δήλωση του κ. Κωστακόπουλου, όσο και στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας, γίνεται εκτενής αναφορά στις θέσεις της υπεράσπισης της Αιτήτριας. Είμαι της άποψης ότι στη βάση του περιεχομένου των δικογράφων των εκατέρωθεν πλευρών, που είναι και το μόνο υλικό που υπάρχει αυτή τη στιγμή ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν θα μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε πρόβλεψη για την ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Θα θεωρούσα εξάλλου παρακινδυνευμένο να γίνει από το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόβλεψη για την πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας της υπόθεσης του. Θεωρώ δε πολύ διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Porzelack K. Q. N. Porzelack (UK) Ltd, (1987) 1 W.L.R. 420:
«Undoubtedly, if it can clearly be demonstrated that the plaintiff is likely to succeed, in the sense that there is a very high probability of success, then that is a matter that can properly be weighed in the balance. Similarly, if it can be shown that there is a very high probability that the defendant will succeed, that is a matter that can be weighed. But for myself I deplore the attempt to go into the merits of the case, unless it can clearly be demonstrated one way or another that there is a high degree of probability of success or failure.»
(Η υπογράμμιση είναι δική μου)
Αξιώνεται επίσης από την Αιτήτρια, πέραν του αιτήματος για παροχή ασφάλειας εξόδων, η αναστολή της παρούσας αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση των εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν προς όφελος της και εναντίον του Ενάγοντα στην αγωγή υπ’ αρ. XXX/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Κωστακόπουλου, ο Ενάγοντας και η Αιτήτρια ήταν διάδικοι στην ανωτέρω αναφερόμενη αγωγή η οποία αφορούσε όμοια πραγματικά και νομικά ζητήματα με αυτά της παρούσας αγωγής. Η πολλαπλότητα διαδικασιών και η προώθηση παράλληλης αγωγής οδήγησε στην απόσυρση της ανωτέρω περιγραφόμενης αγωγής με επιδικασθέντα προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον του Ενάγοντα έξοδα, τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €1.243,21 πλέον ΦΠΑ. Τα υπό αναφορά έξοδα εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτα από τον Ενάγοντα, παρά το ότι στάληκαν δύο επιστολές στο γραφείο του δικηγόρου του, με τις οποίες ζητείτο η πληρωμή τους.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας στη γραπτή τους αγόρευση διευκρινίζουν ότι δεν στηρίζουν το αίτημα τους στη Δ.15 θ.4[2] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζουν όμως ότι το Δικαστήριο κέκτηται συμφυούς εξουσίας για έκδοση τέτοιου διατάγματος.
Ορθά, κατά την άποψη μου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας δεν στηρίζουν το αίτημα τους στη Δ.15 θ.4 για τον λόγο ότι η παρούσα αγωγή δεν αποτελεί “subsequent action” της αγωγής υπ’ αρ. XXX/2016 στην οποία εκδόθηκε η ανωτέρω διαταγή εξόδων. Αντίθετα, αυτό το οποίο διαφαίνεται είναι ότι η παρούσα αγωγή κατεχωρήθη σε ημερομηνία πολύ προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής XXX/2016. Από την άλλη όμως, ούτε τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου μπορούν να επικαλούνται για να δικαιολογήσουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σύμφωνα με όσα νομολογήθηκαν στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου) (1997) 1 Α.Α.Δ. 724, οι «εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου» δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του, ούτε έχουν ως λόγο την επέκταση τους. Οι σύμφυτες εξουσίες είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών (Αναφορικά με την Αίτηση του Περέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217).
Το Δικαστήριο, κατά την άποψη μου, δεν έχει την εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Από τη στιγμή που αυτό δεν καλύπτεται από τη Δ.15 θ.4 δεν θα μπορούσε να εκδοθεί κατ’ επίκληση των εγγενών εξουσιών του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, δεν εγείρεται ζήτημα καταχρηστικής προώθησης της παρούσας αγωγής από τον Ενάγοντα, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επέμβαση του Δικαστηρίου, ώστε να ανακόψει την κατάχρηση. Όπως εξάλλου έχει αναφερθεί, το άρθρο 30 της ανωτέρω Συνθήκης παρέχει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να αποταθεί στα αρμόδια Δικαστήρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας για ανάκτηση του ανωτέρω ποσού των εξόδων της. Επισημαίνεται δε ότι δεν διευκρινίζεται από την Αιτήτρια κατά πόσο έκαμε χρήση του ανωτέρω δικαιώματος το οποίο της παρέχει η Συνθήκη.
ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας.
Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς θα επιδικαστούν υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση/Ενάγοντα.
Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα/Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.
Η Αγωγή επαναορίζεται για Οδηγίες την 28/5/21 και ώρα 09:00.
(Υπ.) .........................................
Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
ΘΘ/ΑΧ
[1]«Αν πολίτες, οι οποίοι έχουν απαλλαχθεί της εγγυοδοσίας για τα δικαστικά έξοδα δυνάμει του Άρθρου 17, διαταχθούν στο έδαφος ενός Συμβαλλόμενου Μέρους να καταβάλουν δικαστικά έξοδα, το αρμόδιο δικαστήριο στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους θα επιτρέπει, κατ’ αίτηση, την ανάκτηση των εξόδων αυτών δωρεάν.»
[2] 4. If any subsequent action shall he brought before payment of the costs of a discontinued action, for the same, or substantially the same, cause of action, the Court or a Judge may, if they or he think fit, order a stay of such subsequent action, until such costs shall have been paid.