ECLI:CY:EDPAF:2021:A144

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 1671/13

 

Μεταξύ:

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

Εναγόντων

-και-

 

1. [ ] ΦΑΕΘΩΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ

2. I.C.E DEVELOPERS LIMITED

Εναγομένων

 

20 Μαΐου 2021

Για την ενάγουσα: κος Ι. Τηλεμάχου

Για τον εναγόμενο 1: κος Α. Παπαχαραλάμπους

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Αρχικά η αξίωση των εναγόντων στρεφόταν εναντίον δύο εναγομένων. Εντούτοις πριν την ακρόαση ο συνήγορος των εναγόντων απέσυρε την αγωγή στην έκταση που αφορούσε την εναγομένη 2 εταιρεία (βλ. δήλωση ημερομηνίας 09/03/2021). Συνεπεία τούτου η υπόθεση συνεχίστηκε μόνο εναντίον του εναγομένου 1 (στη συνέχεια ο εναγόμενος).

 

Κρίνω πως δεν εξυπηρετεί ανάλυση των δικογράφων, δοθέντος ότι η ακροαματική διαδικασία αποκάλυψε ότι πλείστα τόσα θέματα που αμφισβητούντο με τα δικόγραφα, τελικώς κατέστησαν αποδεχτά και η υπεράσπιση περιορίστηκε σε δύο μόνο θεματικές ενότητες. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

 

Οι ενάγοντες συνιστούν τραπεζικό οργανισμό. Αυτό συνιστά παραδεχτό γεγονός και σχετική είναι η δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι «δεν αμφισβητείται η προσωπική οντότητα των εναγόντων». Ως εκ τούτου συνιστά γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες αποτελούσαν τραπεζικό οργανισμό και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο από τούδε και στο εξής θα καλούνται «η τράπεζα». Αναμφισβήτητο είναι ότι την 11/06/2008 η τράπεζα συμφώνησε με τον εναγόμενο να τον δανείσει το ποσό των €200.000. Η συμφωνία των διαδίκων είναι το τεκμήριο 2. Το περιεχόμενο τούτης, στην έκταση που ενδιαφέρει, εξετάζεται πιο κάτω. Γεγονός είναι ότι γι’ αυτόν τον λόγο η τράπεζα άνοιξε τον λογαριασμό [ ] (στη συνέχεια ο λογαριασμός). Το δε ποσό του δανείου κατατέθηκε στον εν λόγω λογαριασμό και εκταμιεύθηκε από αυτόν την 13/06/2008. Στη συνέχεια η συμφωνία 11/06/2008 θα καλείται ως η «αρχική συμφωνία».

 

Την 08/12/2009 οι διάδικοι συμφώνησαν να τροποποιήσουν τη μεταξύ τους συμφωνία. Η εν λόγω τροποποιητική συμφωνία είναι το τεκμήριο 3. Σχετικό είναι και το τεκμήριο 4, δηλαδή το έγγραφο που περικλείει την απόφαση της τράπεζας για έγκριση της τροποποίησης της συμφωνίας 11/06/2008 και το οποίο υπογράφηκε από τον εναγόμενο. Στη συνέχεια η συμφωνία ημερομηνίας 08/12/2009 θα καλείται ως η «α΄ τροποποιητική συμφωνία». Το περιεχόμενο τούτης εξετάζεται πιο κάτω. Την 08/06/2010 οι διάδικοι συμφώνησαν εκ νέου να τροποποιήσουν την αρχική συμφωνία που διείπε τη σχέση τους. Σχετικό έγγραφο τούτης της τροποποιητικής συμφωνίας, που στη συνέχεια θα καλείται ως η «β΄ τροποποιητική συμφωνία», είναι το τεκμήριο 5. Αντικείμενο της β΄ τροποποιητικής συμφωνίας ήταν η διαφοροποίηση των υφιστάμενων εξασφαλίσεων. Εν προκειμένω με την αρχική συμφωνία ο εναγόμενος εκχώρησε στην τράπεζα τα δικαιώματά του επί του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 25/01/2008 μεταξύ του ιδίου και κάποιας εταιρείας I.C.E Developers Ltd. Τούτο το αγοραπωλητήριο έγγραφο αφορούσε το διαμέρισμα 301 στο Block I στο έργο YerosKipou Riverside. Με τη β΄ τροποποιητική συμφωνία οι διάδικοι συμφώνησαν την ακύρωση τούτης της εκχώρησης έναντι είσπραξης ποσού €90.000, το οποίο θα κατατίθετο στον λογαριασμό προειδοποίησης με αριθμό [ ] επ’ ονόματι του εναγομένου και ο οποίος ακολούθως θα δεσμεύετο. Όπερ και εγένετο. Εν κατακλείδι, την 23/07/2010 τα μέρη προέβησαν σε νέα τροποποίηση. Η εν λόγω τροποποιητική συμφωνία, που στη συνέχεια θα καλείται ως η «γ΄ τροποποιητική συμφωνία » αποτυπώνεται στο τεκμήριο 7, ενώ σχετικό είναι και το τεκμήριο 8, δηλαδή έγγραφο της τράπεζας που αποδίδει την απόφασή της και τους όρους που έθεσε ώστε να εγκρίνει τη γ΄ τροποποιητική συμφωνία. Το περιεχόμενο της γ΄ τροποποιητικής συμφωνίας σχολιάζεται πιο κάτω.

 

Προς ολοκλήρωση της όλης εικόνας προστίθεται εδώ και το εξής σχετικό˙ με την αρχική συμφωνία τα μέρη συμφώνησαν ότι το δάνειο θα εξασφαλίζετο από τις ακόλουθες εξασφαλίσεις:

 

‑ Υ4659/05 για ποσό €234.078 επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ]. Τα σχετικά έγγραφα τούτης της υποθήκης είναι το τεκμήριο 10.

‑ Υ2681/08 για ποσό €847.000 επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ]. Σε αυτή την περίπτωση η σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως είναι το τεκμήριο 11.

‑ Εξασφάλιση συνιστούσε και η εκχώρηση του πωλητήριου εγγράφου ημερομηνίας 25/01/2008 που όπως αναφέρθηκε ακυρώθηκε με την β΄ τροποποιητική συμφωνία.

‑ Εκχώρηση των δικαιωμάτων του εναγόμενου επί του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 12/10/2005 και τέλος,

‑ εγγραφή υποθήκης στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/8010 στην Γεροσκήπου. Η εν λόγω υποθήκη είναι η Υ3389/08 και αφορά ποσό €220.000. Η σχετική σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως του εν λόγω ακινήτου είναι το τεκμήριο 12.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, από τις πάρα πάνω εξασφαλίσεις δεν υφίσταται πλέον η εκχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 25/01/2008, εφόσον ακυρώθηκε με τη β΄ τροποποιητική συμφωνία κατά τον τρόπο που έχει εξηγηθεί. Πέραν τούτου η αξίωση των εναγόντων δεν αφορά ούτε την εκχώρηση του άλλου πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 12/10/2005, καθ' ότι ο εναγόμενος ακύρωσε και απέσυρε το αγοραπωλητήριο έγγραφο και ακολούθως πώλησε και μεταβίβασε το διαμέρισμα σε τρίτο πρόσωπο. Μάλιστα η μαρτυρία σε σχέση με την τύχη που είχε το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Κατά τον ίδιο τρόπο αναμφισβήτητος παρέμεινε και ο ισχυρισμός  ότι όλα τα πιο πάνω έγιναν χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων, εξού και οι τελευταίοι δεν προωθούν ανάλογη αξίωση και επιφυλάσσουν τα δικαιώματά τους. Ούτε και η υποθήκη Υ4659/05 απασχολεί περαιτέρω. Αυτό γιατί το ακίνητο που αφορούσε αγοράστηκε από τους ενάγοντες δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου και στον λογαριασμό του εναγομένου πιστώθηκε το ποσό των €253.168,20 την 16/12/2019. Τέλος, η αξίωση δεν αφορά ούτε την υποθήκη Υ2681/08 για την οποία έχουν προωθηθεί και περατωθεί διαδικασίες εκποίησης, όπως δήλωσε η μάρτυρας των εναγόντων. Σε σχέση με αυτή την υποθήκη (Υ2681/08) δεν δόθηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες για την είσπραξη οιουδήποτε ποσού. Εν πάση περιπτώσει στο τέλος της ημέρας οι ενάγοντες δεν αξιώνουν οτιδήποτε σε σχέση με την Υ2681/08, συνεπώς αυτή η πτυχή της αξίωσης τους θεωρείται εγκαταληφθείσα. Εν ολίγοις, η μόνη εξασφάλιση για την οποία ζητείται διάταγμα εκποίησης προς ικανοποίηση του ποσού που αξιώνεται, είναι μόνο η Υ3389/08 (τεκμήριο 12).

 

Τελευταίο στοιχείο που ολοκληρώνει την εικόνα των αναμφισβήτητων γεγονότων είναι το γεγονός ότι οι προμνησθείσες συμφωνίες στο σύνολό τους, καθώς και οι αποφάσεις της τράπεζας, εν προκειμένω τα τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 7 και 8, υπογράφηκαν από τον εναγόμενο. Πέραν τούτου ο εναγόμενος υπέγραψε και το τεκμήριο 9, δηλαδή επιστολή που εξουσιοδοτούσε την τράπεζα να χρεώνει συγκεκριμένο λογαριασμό.

Όλα τα πιο πάνω συνιστούν αναμφισβήτητα και παραδεχτά γεγονότα και ως εκ τούτου υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. 

 

Προς απόδειξη της αξίωσης οι ενάγοντες κάλεσαν μια μάρτυρα. Τούτη είναι η [ ] Γεωργίου (στη συνέχεια ΜΕ1). Στον αντίποδα η υπεράσπιση κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρώτος ήταν ο [ ] Μιχαηλίδης (στη συνέχεια ο ΜΥ1) και δεύτερος ο εναγόμενος.

 

Ας δούμε τώρα εν συντομία τη μαρτυρία ενός εκάστου. Νοείται βεβαίως ότι από τη σύνοψη της μαρτυρίας παραλείπονται τα όσα έχουν ήδη διαπιστωθεί ως αναμφισβήτητα και αποδεχτά.

 

Η ΜΕ1 ανέφερε ό, τι σχετικό του λογαριασμού και προσκόμισε το σύνολο των τεκμηρίων που παρουσίασε η τράπεζα, δηλαδή τα τεκμήρια 1 μέχρι 19. Εξήγησε τις διάφορες τροποποιητικές συμφωνίες και τις εξασφαλίσεις που έθεσε ο εναγόμενος 1 και περιπλέον, ανέφερε ότι η ίδια είναι που εκτύπωσε την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 13Β και ακολούθως ετοίμασε και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 14. Τέλος εξήγησε τα επιτόκια που διείπον τη συμφωνία και προς τούτο παρουσίασε το τεκμήριο 15. Αμφισβητήθηκε για την αναδομημένη κατάσταση και συγκεκριμένα της υποβλήθηκε ότι είναι εσφαλμένη, περιέχει παράνομες χρεώσεις και τόκο υπερημερίας που η τράπεζα δεν δικαιούται, υποβολή που η ΜΕ1 αρνήθηκε. Επίσης της υποβλήθηκε ότι η τράπεζα δεν ενημέρωσε τον εναγόμενο για τις αλλαγές στα επιτόκια, θέση που και πάλι απέρριψε. Ζήτημα προέκυψε και με τη διεύθυνση του εναγόμενου κάτι για το οποίο η ΜΕ1 εξήγησε για ποιον λόγο η προειδοποιητική επιστολή (τεκμήριο 16) και η επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 17) στάληκαν σε άλλη διεύθυνση απ' εκείνη που αναφέρεται είτε στην αρχική συμφωνία είτε στις τροποποιητικές. Περισσότερα όμως σε σχέση με τα πιο πάνω παρατίθενται στο στάδιο αξιολόγησης.

Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είναι σύμβουλος για τραπεζικά θέματα, πτυχιούχος πανεπιστημίου της Γαλλίας στον κλάδο Οικονομικές Διευθύνσεις και κάτοχος Master από το ίδιο πανεπιστήμιο. Έχει πείρα στα τραπεζικά θέματα, εφόσον από το 1986 μέχρι το 2013 εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα και ακολούθως για 6 μήνες στην Τράπεζα Κύπρου, απ' όπου αφυπηρέτησε το 2013 δυνάμει σχεδίου εθελοντικής αφυπηρέτησης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στην τράπεζα εργάστηκε σε διάφορες θέσεις, μεταξύ άλλων και ως υπεύθυνος για τη χορήγηση δανείων. Έλαβε οδηγίες από τον εναγόμενο και προέβη σε μελέτη, υπολογισμούς και αναλύσεις σε σχέση με την αξίωση των εναγόντων. Σε αυτό το πλαίσιο έλαβε υπ' όψιν του το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2, 3, 5, 7, 13 Β, 14 και το έγγραφο Α, δηλαδή τη γραπτή δήλωση της ΜΕ1. Είναι η θέση του ότι τα επιτόκια που εφάρμοσαν οι ενάγοντες δεν συνάδουν με τις συμφωνίες των διαδίκων και ως εκ τούτου ο υπολογισμός είναι σε βάρος του εναγόμενου. Προς υποστήριξη τούτου ετοίμασε συγκριτικό πίνακα επιτοκίων τον οποίο παρουσίασε στο Δικαστήριο και στον οποίο φαίνονται ποια είναι τα επιτόκια που ο ίδιος θεωρεί ορθά. Είναι τούτο το τεκμήριο 21. Επίσης ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού βάσει των επιτοκίων που ο ίδιος υπολόγισε και θεωρεί ότι ανταποκρίνονται στα συμφωνηθέντα. Το εν λόγω έγγραφο είναι το τεκμήριο 20. Είναι η θέση του ότι ο εναγόμενος δεν οφείλει στην ενάγουσα το ποσό που εκτίθεται στις αναδομημένες καταστάσεις, αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο ποσό.

 

Η μαρτυρία του εναγομένου συνίσταται στο ότι από το 2008 η μόνιμη κατοικία του είναι στον Πωμό και πως αυτό ήταν σε γνώση της τράπεζας. Προς απόδειξη του ισχυρισμού ότι δεν διαμένει στη Γεροσκήπου, υπέδειξε ότι από το 2007 είναι σε διάσταση με την πρώην σύζυγο του και πως έκτοτε εκκρεμεί σε βάρος του διάταγμα το οποίο του απαγορεύει να διαμένει στην κατοικία που βρίσκεται στην οδό [ ] 9 στη Γεροσκήπου. Το εν λόγω διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης [ ]/07 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου στις 12/07/2008 και φέρει τη μορφή προσωρινού διατάγματος, προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και είναι το τεκμήριο 22. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ο εναγόμενος, δεν παρέλαβε τις επιστολές τεκμήρια 16 και 17 που η τράπεζα ισχυρίζεται ότι έστειλε. Πρόσθεσε δε ότι η διεύθυνση [ ] 9 που αναγράφεται σε κάποια εκ των τεκμηρίων της τράπεζας, είναι ανύπαρκτη. Όπως ανέφερε πληροφορήθηκε τούτο από τον Δήμο Γεροσκήπου με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικώς αφότου είχε ακούσει τη μαρτυρία της ΜΕ1.

 

Η άλλη πτυχή της μαρτυρίας του εναγόμενου έχει να κάνει με το τεκμήριο 7, δηλαδή την γ΄ τροποποιητική συμφωνία. Εν προκειμένω στην κυρίως εξέταση του ζητήθηκε να αναφέρει τι είναι αυτό που συμφώνησε με την τράπεζα όταν υπέγραψε την γ΄ τροποποιητική συμφωνία. Η απάντηση του ήταν ότι:

 

«Είχε συμφωνηθεί να επανέλθει το αρχικό, τα επιτόκια της αρχικής συμφωνίας, το Euribor 6 μηνών συν προσαύξηση 1.5%, αυτό ήταν το νόημα αυτής της συμφωνίας γι' αυτό έγινε, ένας από τους λόγους που έγινε αυτή η συμφωνία. Υπήρξε ένα επιτόκιο μειωμένο 1% από προηγούμενη τροποποιητική, από την Α' τροποποιητική, έγινε αυτή, η τροποποιητική Γ', συμπεριλήφθηκαν και κάποια άλλα πράγματα μέσα, δηλαδή είχε πωληθεί ένα διαμέρισμα και είχαμε πει, είχαμε συμφωνήσει μέρος του ποσού του διαμερίσματος να πάει προς όφελος του συγκεκριμένου δανείου, το [ ] και να γίνονται και διορθώσεις στα επιτόκια έτσι ώστε να είναι βιώσιμο το δάνειο και να είναι προς όφελος και των δύο πλευρών και συμφωνήθηκε και από τις δύο πλευρές και υπογράφτηκε και είναι πεντακάθαρο σε αυτήν τη συμφωνία ότι από 1% το περιθώριο της τράπεζας η προσαύξηση της γίνεται 1.5% και το επιτόκιο τράπεζας επέστρεψε πίσω στο Euribor και γι' αυτό η συμφωνία παραπέμπει στην αρχική συμφωνία. Αυτήν είχαμε συμφωνήσει, συμφωνώ με αυτά που έχει πει ο κύριος Μιχαηλίδης προηγουμένως. Αυτά λέει η συμφωνία ακριβώς και αυτό ήταν και το νόημα μιας συμφωνία, ήταν «στα πλαίσια» του δανείου μεταξύ των δύο μερών, μεταξύ της τράπεζα και του δανειολήπτη που ήμουν εγώ, ότι παραχωρεί το ένα ο ένας και ο άλλος το άλλο και αυτά τα δύο μέρη συμφώνησαν σε κάτι και συμφώνησαν σε αυτά τα δύο πράγματα, να επανέλθουμε στο Euribor και στο 1.5 προσαύξηση, αυτή ήταν η συμφωνία.»

 

Προτού υπεισέλθω σε οτιδήποτε άλλο, λίγα λόγια επιβάλλεται να ειπωθούν για τις αρχές αξιολόγησης. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ 339, επιβάλλεται η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο ουσιαστικής αξιολόγησης, δηλαδή από απόψεως περιεχομένου και να μην υιοθετείται ή απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Κατά τον ίδιο τρόπο στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 661, υπεδείχθη ότι η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια. Ζητούμενο παραμένει η εξεύρεση της αλήθειας όπως αυτή διαμορφώνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Εργαλεία που εξυπηρετούν αυτό τούτο τον στόχο είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της κρινόμενης μαρτυρίας, όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence,16 η έκδοση, σελίδα 333). Περιπλέον, οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά αντιπαραβάλλονται και συσχετίζονται στην αντικειμενική τους υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, με σκοπό την επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 και Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/18).

 

Όπως προκύπτει από τα όσα μέχρι στιγμής αναφέρθηκαν, η προσκομισθείσα μαρτυρία έχει δύο σκέλη. Το ένα αφορά αυτό τούτο το υπόλοιπο του λογαριασμού, εν προκειμένω τη διαμόρφωση τούτου ένεκα του εκάστοτε επιτοκίου που διείπε τον λογαριασμό και την επιβολή τόκου υπερημερίας και το άλλο έχει να κάνει με τη διεύθυνση του εναγόμενου, εφόσον οι δύο πλευρές συναρτούν αυτό το στοιχείο με την αλληλογραφία της τράπεζας και κυρίως το τεκμήριο 17 που είναι η επιστολή τερματισμού. Η μαρτυρία της ΜΕ1 άπτεται και των δύο αυτών ζητημάτων. Από την άλλη η μαρτυρία του ΜΥ1 αφορά αποκλειστικά το υπόλοιπο του λογαριασμού και δη το επιτόκιο τούτου, ενώ η μαρτυρία του εναγόμενου επικεντρώνεται σε αυτή τη διεύθυνση διαμονής του και περαιτέρω την γ΄ τροποποιητική συμφωνία. Αυτή πρόκειται να είναι και η προσέγγιση του Δικαστηρίου κατά τη διερεύνηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας.

 

Τώρα, η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ1, άφησε θετικές εντυπώσεις. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια, τόσο η μάρτυρας των εναγόντων όσο και ο μάρτυρας της υπεράσπισης, απαντούσαν με αυθορμητισμό και παρρησία, χωρίς να διστάσουν να αναδείξουν ακόμη και πτυχές της μαρτυρίας που δυνατό να μην ευνοούσε τη θέση τους. Η μαρτυρία και των δύο έχει συνοχή και είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων. Εν πάση περιπτώσει, πλην του επιτοκίου, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας και των δύο δεν αποτέλεσε αντικείμενο σθεναρής αντεξέτασης. Εν ολίγοις η μαρτυρία τους παρέμεινε αναμφισβήτητη σε σχέση με τα ποσά του λογαριασμού. Από την άλλη ο εναγόμενος άφησε αρνητικότατες εντυπώσεις. Δεν είναι μόνο η παρουσία του στο Δικαστήριο εκείνη η οποία χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του. Έτι χειρότερη είναι η ουσία της μαρτυρίας του, η οποία αποκαλύπτει ψεύδος και επιτηδειότητα. Αυτά όμως θα διαφανούν στη συνέχεια κατά τον σχολιασμό της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Για την ώρα αρκούμαι απλώς στο ότι η μαρτυρία του εναγόμενου δεν άφησε θετικές εντυπώσεις.

 

Ουδόλως διέλαθε την προσοχή μου ότι οι ισχυρισμοί των ΜΕ1 και ΜΥ1 που αφορούν το υπόλοιπο του λογαριασμού, καταλήγουν σε διαμετρικά αντίθετο αποτέλεσμα, γεγονός που δεν επιτρέπει την αποδοχή της μαρτυρίας και των δύο. Εν τούτοις υποδεικνύεται ότι ο ΜΥ1 υιοθέτησε τα ποσά που αναφέρονται στο τεκμήριο 14, δηλαδή την αναδομημένη κατάσταση που ετοίμασε η ΜΕ1 και πως η διαφοροποίηση τούτου έγκειται σε αυτό το επιτόκιο που σε κάθε περίπτωση εφαρμόστηκε (βλ. τεκμήριο 21). Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε για την ορθότητα του τεκμηρίου 20 και δικαίως, εφόσον η διαφορά των δύο πλευρών δεν είναι στον υπολογισμό ή τα ποσά, αλλά μόνο στο επιτόκιο συγκεκριμένων περιόδων. Τέλος, δεν αμφισβητήθηκε ότι τα επιτόκια που έλαβε υπόψιν του είναι αυτά που δημοσιεύτηκαν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ως Euribor. Από την άλλη ούτε η ΜΕ1 αμφισβητήθηκε ειδικά για κάποιο ποσό του λογαριασμού. Ούτε και αμφισβητήθηκε σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι σύγκρινε τις αρχικές καταχωρήσεις του αρχείου που διατηρεί η τράπεζα με εκείνες των καταστάσεων λογαριασμού και ότι είναι ορθές. Τέλος, δεν αμφισβητήθηκε ούτε για τον ισχυρισμό της ότι από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 14), αφαίρεσε τις χρεώσεις. Συνεπώς για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ1 παρέμεινε αναμφισβήτητη και περιπλέον, σε πλείστα εξ αυτών συμπίπτει. Εκεί όπου διαφέρει είναι το επιτόκιο που χρεωνόταν ο λογαριασμός ως απότοκο των διατάξεων της σύμβασης. Ακόμη και επ’ αυτού όμως ο ΜΥ1 ανέφερε ότι συμφωνεί με το επιτόκιο που χρεωνόταν μεταξύ των ημερομηνιών 11/06/2008 και 13/06/2009 και 09/12/2009 μέχρι και 23/07/2010. Διαφωνεί όμως με το επιτόκιο της ενδιάμεσης περιόδου και εκείνο που επιβλήθηκε από την 23/07/2010 και επέκεινα. Προς υποστήριξη της θέσης τους οι δύο μάρτυρες παρέπεμψαν στη συμφωνία και την ερμηνεία των όρων τούτης. Και είναι αυτό δείγμα της ειλικρινούς στάσης τόσο του ΜΥ1 όσο και της ΜΕ1. Και οι δύο αναγνώρισαν ότι το Δικαστήριο είναι εκείνο που θα ερμηνεύσει τη συμφωνία των διαδίκων, ώστε να διαπιστώσει ποιο είναι το ορθό επιτόκιο βάσει των συμφωνηθέντων.

 

Με δεδομένο λοιπόν ότι το ζήτημα που εδώ αναφύεται είναι κατά κύριο λόγο νομικό και συνυφασμένο με την ερμηνεία που θα δοθεί στη συμβατική σχέση των διαδίκων, λίγα λόγια είναι οφειλόμενα για τη δικανική διεργασία που άπτεται της ερμηνείας εγγράφων. Όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφου συνίσταται στην εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί. Εκλαμβάνεται εν προκειμένω ότι αυτές είναι που αποδίδουν και αποκαλύπτουν την πραγματική πρόθεση των μερών. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώνεται στη σύμβαση, υπερτερεί έναντι διαφορετικών αλλά μυχίων προθέσεων και προσδοκιών που τα μέρη είχαν αλλά ουδέποτε εξωτερίκευσαν. Όπως γλαφυρά εξηγείται στην υπόθεση Monypenny ν. Monypenny (1861) 9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου (1992) 1Α Α.Α.Δ. 168, 173:

 

«the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions».

Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι κρύφιες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες στην άλλη πλευρά σκέψεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα των όσων περιέχονται στη συμφωνία. Η εξακρίβωση τούτου επιτυγχάνεται μόνο από συμμετρικό έλεγχο του συνόλου της συμφωνίας και αποφυγή κατακερματισμού των διάφορων προνοιών της, εφόσον πιθανή είναι η αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση τούτων και επιπλέον, οι πραγματικές προθέσεις των μερών δυνατό να είναι διάχυτες στο κείμενο κατά τρόπο που ο αποσπασματικός έλεγχος να καθιστά την όλη διεργασία ημιτελή και τα όποια συμπεράσματα επίπλαστα και συνεπώς εσφαλμένα (βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ (1993) 1 Α.Α.Δ. 168, 176 – 177). Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στη Χ¨Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, (2012) 1Β Α.Α.Δ 989, η προσήλωση στα γραφόμενα της σύμβασης και ο αποκλεισμός εξωγενούς μαρτυρίας, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω κριτής του εγγράφου είναι το Δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν (βλ. Λαζούρας, πιο πάνω, σελ. 172). Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο είναι η αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1Α Α.Α.Δ. 407, 413).

 

Υπό το φως των ανωτέρω προκύπτει το εξής˙ καίτοι η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ1 σε σχέση με τον υπολογισμό του υπολοίπου του λογαριασμού κρίνεται ειλικρινής και γνήσια, η υιοθέτηση του αποτελέσματος οιουδήποτε εκ των δύο εξαρτάται από την ερμηνεία που το Δικαστήριο θα αποδώσει στους όρους της συμφωνίας που έχουν να κάνουν με το επιτόκιο που συμφωνήθηκε από τα μέρη.  Σε αυτό λοιπόν στρέφω ευθύς αμέσως την προσοχή μου.

 

Είναι με μεγάλη προσοχή που διεξήλθα το περιεχόμενο των σχετικών τεκμηρίων και δη των τεκμηρίων 2, 3 και 7. Όλες οι πλευρές συμφωνούν ότι αρχικά το επιτόκιο που έφερε το δάνειο ήταν κυμαινόμενο και συνίστατο σε 6 μηνών Euribor, προσαυξημένο κατά 1,5%. Όντως αυτό είναι που προκύπτει από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 2. Περιπλέον, κοινό τόπο συνιστά και το ότι η α΄ τροποποιητική συμφωνία διαφοροποίησε αυτό το σκέλος της αρχικής συμφωνίας και κατέστησε το επιτόκιο κυμαινόμενο, αποτελούμενο όμως από βασικό επιτόκιο, το οποίο κατ’ εκείνο τον χρόνο ανερχόταν σε 5,250%, πλέον προσαύξηση 1%.

 

Επί της ουσίας η θέση της υπεράσπισης είναι πως η γ΄ τροποποιητική συμφωνία επανέφερε το επιτόκιο σε 6 μηνών Euribor και περαιτέρω, αύξησε την προσαύξηση από 1% σε 1,5%. Προς υποστήριξη τούτου επικαλείται την 2η παράγραφο της γ΄ τροποποιητικής συμφωνίας (τεκμήριο 7), η οποία αναφέρει ότι:

 

«Στην παράγραφο 3 της συμφωνίας ημερ. 11/06/2008 της Αρχικής Συμφωνίας και σε οποιαδήποτε παράγραφο καθορίζει το επιτόκιο στην Απόφαση της τράπεζας ημερ. 06/06/2008 η Προσαύξηση, ως έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με τους όρους της Αρχικής Συμφωνίας, τροποποιείται περαιτέρω από 1,00% σε 1,50%.»

 

Με δεδομένο ότι τα εκεί αναφερόμενα παραπέμπουν στην αρχική συμφωνία, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι με την γ΄ τροποποιητική συμφωνία επανήλθαν στο προσκήνιο τα αναφερόμενα στην αρχική συμφωνία, με τη διαφορά ότι η προσαύξηση μετατράπηκε σε 1,5% από 1%. Η ουσία της εισήγησης είναι ότι με τα πιο πάνω η συμφωνία των μερών επανήλθε σε Euribor, δηλαδή όπως ήταν οι πρόνοιες της αρχικής συμφωνίας.

 

Εξ αρχής σημειώνεται πως η εισήγηση εδράζεται σε σαθρό πραγματικό υπόβαθρο, εφόσον παραγνωρίζει τις επιπτώσεις που επέφεραν τα αναφερόμενα στην α΄ τροποποιητική συμφωνία, τεκμήριο 3. Ό, τι εκεί αναφέρεται έχει ως εξής:

 

«Η πρώτη υποπαράγραφος της παραγράφου 3 της Συμφωνίας ημερ. 11/06/2008 της Αρχικής Συμφωνίας και οποιαδήποτε παράγραφος καθορίζει το επιτόκιο στην Απόφαση της Τράπεζας ημερ. 06/06/2008 αντικαθίστανται με την ακόλουθη:

«Το δάνειο θα χρεώνεται:

 

Με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,000%. Κατά την εκτύπωση/ετοιμασία της παρούσας συμφωνίας το επιτόκιο ανέρχεται σε:

 

Βασικό επιτόκιο     5,250% ετησίως

Προσαύξηση           1,000% ετησίως

Σύνολο                  6,250% ετησίως»

 

Η προσοχή επικεντρώνεται στη φράση «αντικαθίστανται με την ακόλουθη». Η σημασία τούτης έγκειται σε αυτό που υποδηλοί, εν προκειμένω την αντικατάσταση. Τι εστί αντικατάσταση είναι σαφές και αδιαφιλονίκητο. Δεν πρόκειται για νομικό ή τεχνικό όρο και ούτε χρήζει εξειδικευμένης ερμηνείας. Ό, τι εννοείται με αυτή τη φράση είναι πως η αναφερόμενη παράγραφος, δηλαδή η παράγραφος που μέχρι εκείνη τη στιγμή αναγράφετο στην αρχική συμφωνία (τεκμήριο 2), απαλείφεται και τη θέση της καταλαμβάνει εκείνη που ακολουθεί και είχε συμφωνηθεί από τα μέρη με την α΄ τροποποιητική συμφωνία (τεκμήριο 3). Υπό αυτή την έννοια καθίσταται πρόδηλο ότι από την αντικατάσταση και εντεύθεν η αρχική συμφωνία αναγιγνώσκεται mutatis mutandis του περιεχομένου του τεκμηρίου 3 στη θέση της παραγράφου 3 της αρχικής συμφωνίας, με αποτέλεσμα η αναφορά σε επιτόκιο να εννοεί πλέον βασικό επιτόκιο, που κατ’ εκείνο τον χρόνο ήταν ύψους 5,25% και προσαύξηση 1%. Κατ' επέκταση, όταν στη συνέχεια τα μέρη προχώρησαν στη συνομολόγηση της γ΄ τροποποιητικής συμφωνίας, πολύ ορθά έπραξαν και παρέπεμψαν στην αρχική συμφωνία. Αυτό γιατί σε κάθε ουσιώδη χρόνο η συμφωνία ήταν μια, εν προκειμένω η αρχική (τεκμήριο 2). Οι δε τροποποιητικές συμφωνίες απλώς επέφεραν διαφοροποιήσεις στους όρους ή στις εξασφαλίσεις της αρχικής συμφωνίας, χωρίς όμως να εξουδετερώνουν την αρχική συμφωνία που ανέκαθεν ήταν η βάση των μερών. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα αναφερόμενα στο προοίμιο της γ΄ τροποποιητικής συμφωνίας (τεκμήριο 7), τα οποία παραπέμπουν στην αρχική συμφωνία που έχει «κατά καιρούς τροποποιηθεί» και προστίθεται ότι τα μέρη˙ «επιθυμούν τώρα εκ νέου να τροποποιήσουν την Αρχική Συμφωνία». Στο προσκήνιο λοιπόν ανέκαθεν βρίσκετο η αρχική συμφωνία, της οποίας οι πρόνοιες εξελίσσοντο αναλόγως των εκδηλουμένων προθέσεων των μερών στις τροποποιητικές συμφωνίες.

 

Με δεδομένο το νομικό πλαίσιο που διέπει την ερμηνεία εγγράφων, αλλά και την ερμηνεία που εδώ αποδόθηκε στους όρους της επίδικης συμφωνίας, μνημονεύεται και η βασική αρχή του δίκαιου της απόδειξης, που θέλει την αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους ενός εγγράφου να είναι ανεπίτρεπτη (βλ. Θεοδούλου ν. Aqua Masters Ltd, Πολ. Εφ. 340/13 ημερομηνίας 25/02/2021, ECLI:CY:AD:2021:A65 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Η εν λόγω αναφορά δεν είναι άνευ αποχρώντος λόγου. Σχετίζεται με το γεγονός ότι ο εναγόμενος στη δια ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε πως με την γ΄ τροποποιητική συμφωνία τα μέρη συμφώνησαν να επανέλθει το επιτόκιο σε Euribor 6 μηνών. Κατ’ αρχάς, η προηγηθείσα ερμηνεία των σχετικών εγγράφων δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Κατά δεύτερο, η απάντησή του, η οποία πιο πάνω παρατίθεται αυτούσια, αφήνει να νοηθεί πως αυτό ήταν κοινή αντίληψη, ή έστω προφορική συμφωνία των μερών. Επ’ αυτού λοιπόν ευθέως αναφέρω πως τέτοια απάντηση αντίκειται στο δίκαιο της απόδειξης και εκφεύγει των ορίων του μάρτυρα. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ (1993) 1 Α.Α.Δ 168:

 

«Εξετάζοντας πρώτα την αναγκαιότητα εξωτερικής μαρτυρίας με τη μορφή της ερώτησης που τέθηκε στον κ. Δ. Φουτά παρατηρούμε ότι: όταν η εξακρίβωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων βρίσκει έκφραση στην εξωτερικευμένη δήλωση τους σε γραπτή συμφωνία, είναι κατά κανόνα επιτρεπτή μόνο η αντικειμενική ερμηνεία της δήλωσης μακρυά από κάθε υποκειμενική εκτίμηση. Ο εκδότης του Odgers "Construction of Deeds & Statutes" 5η έκδοση, σελ. 43, απαντά στο ερώτημα που ο ίδιος θέτει "when is extrinsic evidence admissible to translate the language" ως εξής:

 

"It is to be noticed that extrinsic evidence here does not mean evidence of the writer’s intention but evidence to enable the court to interpret the language used. It is only admissible, as so often with this subject of construction, when there is some doubt as to what the words mean or how they are to be applied to the circumstances of the writer."

 

Στη συνέχεια παραθέτει σχετικό απόσπασμα από τη Shore ν. Wilson [1842] 9 Cl. & F. 355:

 

"Where any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves, or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can the language of the instrument be made to speak the real mind of the party."

 

Βλέπουμε λοιπόν ότι το λεκτικό νόημα της σύμβασης, παρόλο που συνιστά βασικό κριτήριο, δε θέτει φραγμό στην εξακρίβωση της πρόθεσης των μερών με εξωγενή μαρτυρία όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών στην ερμηνευόμενη σύμβαση. Στην προκείμενη περίπτωση δεν παρουσιάζεται τέτοια ανάγκη. Η προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν δεν αφήνει κενά ούτε γεννά αμφιβολίες στο βαθμό που να χρειάζεται προφορική μαρτυρία. Πέρα απ’ αυτό η μαρτυρία που θα είχε εισάξει η ερώτηση θα προσέκρουε και στον κανόνα που αναθέτει το ρόλο του ερμηνευτή του δικαίου ή των δικαιοπραξιών στο δικαστή και όχι στο μάρτυρα (Βλέπε Nokes, ανωτέρω, σελ. 42)»

 

Εκ των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι η προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας επιτρέπεται μόνο κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει σε αυτές τις εξαιρέσεις, δεδομένου ότι όπως έχει φανεί οι όροι της σύμβασης είναι ξεκάθαροι ως προς το ποιο ήταν το επιτόκιο που συμφωνήθηκε από τα μέρη. Συνεπώς η απάντηση του εναγόμενου απολήγει να είναι ανεπίτρεπτη, εφόσον συνιστά εξωγενή μαρτυρία που επιχειρεί να διαφοροποιήσει το πλαίσιο έγγραφης και καθ’ όλα ξεκάθαρης συμφωνίας των μερών. Και όλα αυτά εις επίμετρον της αξιολογικής κρίσης της μαρτυρίας του εναγομένου, που όπως θα φανεί στη συνέχεια λαμβάνει αρνητικό πρόσημο και ως εκ τούτου δεν επιτρέπει υιοθέτηση οιουδήποτε μέρους της μαρτυρίας του.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2, 3 και 7, δεν αφήνει αμφιβολία ότι από την α΄ τροποποιητική συμφωνία και επέκεινα, το επιτόκιο του δανείου κατέστη κυμαινόμενο και συμποσούμενο σε βασικό πλέον προσαύξηση. Αυτή η προσαύξηση αρχικώς ήταν 1% και με τη γ΄ τροποποιητική συμφωνία αυξήθηκε σε 1,5%. Συνεπώς επ' αυτού ορθή κρίνεται η θέση που η τράπεζα απέδωσε στα συμφωνηθέντα.

 

Πέραν των ανωτέρω η άλλη εισήγηση της υπεράσπισης, εκφρασθείσα και πάλιν μέσω του ΜΥ1, πλήττει το εφαρμοσθέν από την τράπεζα επιτόκιο και επί ενός άλλου σημείου. Τούτο έχει να κάνει με τη μεταβολή της προσαύξησης από 1,5% σε 3,5% για την περίοδο 13/06/2009 μέχρι και 09/12/2009. Κατ’ αρχάς σημειώνεται πως δεδομένη είναι η μεταβολή αυτή από την τράπεζα, γεγονός που προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΕ1 (βλ. έγγραφο Α παράγραφο 28). Επίσης η προσκομισθείσα μαρτυρία, εν προκειμένω το τεκμήριο 15, αποκαλύπτει πως την 09/04/2009 η τράπεζα δημοσίευσε στον ημερήσιο τύπο ότι επίκειτο «αύξηση κατά 2% στο περιθώριο όλων των δανείων/τρεχούμενων, ασχέτως ημερομηνίας χορήγησης, που είναι συνδεδεμένα με το Euribor ή Libor». Όλα τα ανωτέρω, εν προκειμένω η δημοσίευση της τράπεζας, το ότι το επίδικο δάνειο ενέπιπτε στην κατηγορία που αφορούσε η δημοσίευση και τέλος, το ότι αυξήθηκε το περιθώριο του δανείου από 1,5% σε 3,5%, συνιστούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα και ως τέτοια υιοθετούνται από το Δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα στην πάρα πέρα πορεία διαδικασίας. Προστίθεται εν παρόδω πως το τεκμήριο 15, στο σύνολο του, δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και ως εκ τούτου τα εκεί αναφερόμενα επιτόκια υιοθετούνται πλήρως.

 

Τώρα, επί της ουσίας η εισήγηση της υπεράσπισης θέλει την εν λόγω μεταβολή του επιτοκίου να είναι μονομερής και ως τέτοια να αντίκειται στα συμφωνηθέντα. Ένεκα τούτου αντιληπτό είναι ότι η διερεύνηση φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο τους όρους της συμφωνίας των διαδίκων. Επ' αυτού καθ’ όλα σχετικά είναι τα αναφερόμενα στον όρο 3 της συμφωνίας. Αναφέρεται εκεί ότι:

 

«Η τράπεζα δικαιούται, κατά την κρίση της, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) οποτεδήποτε το Βασικό Επιτόκιο, το Περιθώριο, την προμήθεια και/ή τα Τραπεζικά δικαιώματα (και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας ή Τραπεζικά (ledger) και/ή άλλα δικαιώματα κατά τη κρίση της αν η Συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις) και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Χρεώστη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση αυτή.»

 

Τα πάρα πάνω δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας. Η συμφωνία των μερών όχι μόνο δεν απαγόρευε, αντιθέτως επέτρεπε στην τράπεζα να πράξει ως έπραξε, δηλαδή να προβεί σε μεταβολή του επιτοκίου με απλή γνωστοποίηση της επικείμενης ενέργειας μέσω του ημερήσιου τύπου. Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα αντισυμβατικής συμπεριφοράς. Περιπλέον, άξιο αναφοράς είναι και το γεγονός ότι η νομολογία αναγνωρίζει, έστω εμμέσως, ότι τέτοια ενημέρωση δεν είναι μεμπτή και δεν αντίκειται στο δίκαιο (βλ. σχετικά Φελλάς ν. Emporiki BankCyprus Limited, Πολ. Εφ. 17/13, 17/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A111 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γεωργίου Οικονόμου (2014) 1Γ Α.Α.Δ 2287). Ως εκ των ανωτέρω δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό στο γεγονός ότι η τράπεζα αύξησε το επιτόκιο κατά τον τρόπο που υπεδείχθη, εφόσον αυτό προβλέπετο στη συμφωνία των διαδίκων.

 

Με δεδομένο πλέον τον από μέρους της τράπεζας ορθό υπολογισμό και εφαρμογή του επιτοκίου, στο προσκήνιο υπεισέρχονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του Κεφαλαίου 9. Αντί άλλης επισήμανσης παρατίθενται τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.α, Πολ. Έφ. 149/13, ημερομηνίας 14/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A123, όπου εξηγήθηκε η επενέργεια του άρθρου 22. Αναφέρθηκε εκεί ότι:

 

«Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, μαρτυρία για τα πιο πάνω γίνεται δεκτή ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη καταχώρησης των «θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτό». Δηλαδή, το αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού και μαρτυρία προς τούτο δίδεται από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας, είτε προφορικά, είτε με ένορκη δήλωση. Η παρουσίαση, επομένως, και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε ένσταση, πέραν από τον αριθμό των ίδιων των λογαριασμών και των ημερομηνιών των δοσοληψίων, του λογαριασμού δανείου, τεκμήρια 16(α) και 16(β), (που έγινε όμως δεκτό από το Δικαστήριο ότι υπήρξε αλλαγή αριθμού), δημιούργησε εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας όλων των καταχωρήσεων.»

 

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 405/12, ημερομηνίας 27/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A540, στην οποία υποδείχθηκε ότι το βάρος απόδειξης του λανθασμένου των χρεοπιστώσεων το φέρει ο χρεώστης. Επίσης στην Christakis Ioannou Merkis Services Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 126/12, 10/07/2018, ECLI:CY:AD:2018:A345 υποδείχθηκε ότι ως μέρος τούτων των χρεοπιστώσεων είναι και ο ισχυριζόμενος ανατοκισμός.

 

Δεδομένου ότι πλην του επιτοκίου η πλευρά της υπεράσπισης δεν υπέδειξε οιαδήποτε άλλη πτυχή του λογαριασμού ως εσφαλμένη και ούτε προσκόμισε οιαδήποτε μαρτυρία που να πλήττει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον λογαριασμό της τράπεζας, καθίσταται σαφές ότι τα ανωτέρω αναδεικνύουν το τεκμήριο 14, δηλαδή την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, σε ικανοποιητική απόδειξη των όσων εκεί αναφέρονται. Βεβαίως απομένει να εξεταστεί η εισήγηση της υπεράσπισης σε σχέση με την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας. Παρ’ όλα ταύτα, διαπίστωση η οποία προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 14 είναι πως την 20/06/2012 ο λογαριασμός έφερε χρεωστικό υπόλοιπο €222.005,79.

 

Ζητούμενο πλέον είναι η διερεύνηση του άλλου σκέλους της υπεράσπισης και αφορά αυτή τούτη τη διεύθυνση διαμονής του εναγομένου. Εν προκειμένω η διερεύνηση συνίσταται, κυρίως, σε αντιπαραβολή της μαρτυρίας του εναγόμενου με εκείνο το σκέλος της μαρτυρίας της ΜΕ1 που έχει να κάνει με τη διεύθυνση τούτου, πάντα βεβαίως υπό το φως του συνόλου του μαρτυρικού υλικού. Ο λόγος που ενωρίτερα αναφέρθηκε ότι ο εναγόμενος δεν άφησε καλή εντύπωση έγκειται στο εξής: Η ουσία της μαρτυρίας του εναγόμενου συνίσταται στο ότι η διεύθυνση διαμονής του κατά τον χρόνο που αφορά η παρούσα διαδικασία, ήταν ο Πωμός και όχι η Γεροσκήπου. Εν τούτοις τα τεκμήρια 4, 5 και 8, τα οποία φέρουν την υπογραφή του, αναγράφουν ως διεύθυνση διαμονής πελάτη, εν προκειμένω του εναγόμενου, τη διεύθυνση [ ] 9 [ ] Γεροσκήπου. Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 9, δηλαδή επιστολή ημερομηνίας 23/07/2010 που ο εναγόμενος υπέγραψε και επίσης μαρτυρείται από υπάλληλο της τράπεζας και σκοπός τούτης ήταν η εξουσιοδότηση της τελευταίας να χρεώνει συγκεκριμένο λογαριασμό του εναγόμενου, ώστε μηνιαίως να εμβάζεται στο δάνειο ποσό που αντιστοιχεί στους δεδουλευμένους τόκους. Τούτη είναι η διεύθυνση που αναγράφεται και στην υποθήκη Υ2681/08, τεκμήριο 11. Παραλείπεται αναφορά στην υποθήκη Υ4659/05, εφόσον αυτή συστάθηκε και τα έγγραφά της συντάχθηκαν σε χρόνο πριν την διάσταση του εναγομένου, που όπως φαίνεται από το τεκμήριο 22 επήλθε το έτος 2007. Και αυτό χωρίς να παραγνωρίζεται ότι το διάταγμα του τεκμηρίου 22 είναι προσωρινής μορφής. Εν τούτοις ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε σχετικά και η πλευρά των εναγόντων εξέλαβε τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 22 ως τετελεσμένο γεγονός. Ένεκα τούτου το Δικαστήριο θεωρεί αναμφισβήτητο πως από τον χρόνο που εκεί αναφέρεται (τεκμήριο 22), ο εναγόμενος δεν διέμενε στην εκεί αναφερόμενη διεύθυνση. Επίσης, δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι σειρά άλλων τεκμηρίων, όπως είναι η αρχική συμφωνία (τεκμήριο 2), καθώς και το τεκμήριο 1 που συναρτάται με αυτήν (η απόφαση της τράπεζας), αλλά και η σύμβαση υποθήκης Υ3389/08 (τεκμήριο 12), αναγράφουν ως διεύθυνση τον Πωμό της επαρχίας Πάφου.

 

Εγείρεται εν τούτοις το ερώτημα˙ ποιος έδωσε στην τράπεζα τη διεύθυνση [ ], Γεροσκήπου; Εν ολίγοις, κάτω από ποιες περιστάσεις έφτασε η τράπεζα να χρησιμοποιεί μια διεύθυνση, για την οποία μάλιστα ο εναγόμενος δηλώνει ότι είναι ανύπαρκτη. Υποδεικνύεται μάλιστα ότι τα τεκμήρια 4, 5, 8, 9 και 11, φέρουν όλα διαφορετικές ημερομηνίες, συνεπώς υπογράφηκαν σε διαφορετικό χρόνο, παρέχοντας έτσι ευχέρεια διόρθωσης του ισχυριζόμενου σφάλματος. Είναι αυτή όμως η πτυχή της μαρτυρίας του εναγόμενου που κρίνεται άκρως αντιφατική και που καθ' ον χρόνο την εξιστορούσε άφησε τη χειρίστη εντύπωση. Το πιο πάνω ερώτημα τέθηκε ευθέως στον εναγόμενο (δηλαδή ποιος έδωσε τη διεύθυνση). Η απάντηση του όμως ήταν ότι το έγγραφο ετοιμάστηκε από την τράπεζα και όχι τον ίδιο και αυτό παρ’ ότι δέχεται πως του υπεδείχθησαν τα εν λόγω έγγραφα και τα υπέγραψε. Όταν όμως του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος είναι που έδωσε τα στοιχεία αυτά στην τράπεζα, η απάντηση του ήταν:

 

«Όχι, δεν τα ανέφερα εγώ στην τράπεζα, από μόνη της η τράπεζα έβαλε τη λανθασμένη διεύθυνση, εν πάση περιπτώσει, εγώ όταν υπέγραφα αυτά τα έντυπα που μου παρουσιάζετε εδώ με ενδιέφερε το αντικείμενο, η ουσία του εγγράφου και όχι η διεύθυνση και εν πάση περιπτώσει είχα πει πολλές φορές στην τράπεζα ότι δεν λαμβάνω αλληλογραφία και τους επισήμανα ότι χρησιμοποιούν λανθασμένη διεύθυνση και ειδικά αυτή η διεύθυνση δεν υπάρχει, δεν υπάρχει αυτή η διεύθυνση, αλλά οι υπογραφές μου δεν υπογράφω ότι εμένα σε αυτήν τη διεύθυνση, ότι υπάρχει αυτή η διεύθυνση, εγώ υπέγραφα το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων.»

 

Η εν λόγω απάντηση κρίνεται αντιφατική και αυτοαναιρούμενη. Υποδεικνύεται πως η ερώτηση δεν είχε να κάνει με το κατά πόσο ο εναγόμενος ελάμβανε λογαριασμούς. Ο ίδιος είναι που το επικαλέστηκε, προφανώς σε μια προσπάθεια εδραίωσης του ισχυρισμού του και πρόσθεσε πως κατ' επανάληψη παραπονέθηκε στην τράπεζα. Εν τούτοις η σχετική θέση, δεν δικαιολογείται στη λογική. Αν είχε παράπονο ότι δεν λάμβανε λογαριασμούς, κάτι που ευθέως συναρτάται με τη διεύθυνση αποστολής των λογαριασμών, όταν υπέγραψε τα διάφορα έγγραφα, πράξη που διενεργήθηκε σε διαφορετικούς χρόνους σύμφωνα με τα τεκμήρια 4, 5, 8, 9 και 11, λογικό είναι ότι θα εξέταζε και τη διεύθυνση και δεν θα περιορίζετο στο περιεχόμενο των εγγράφων, όπως επιτηδευμένα ισχυρίστηκε. Πώς αλλιώς θα ικανοποιούσε το πλειστάκις υποβληθέν παράπονό του. Βάσει των όσων ο ίδιος ισχυρίστηκε, δεν δικαιολογείτο να αδιαφορήσει για τη διεύθυνση, εφόσον όπως ανέφερε είχε παράπονο από τη μη παραλαβή αλληλογραφίας. Συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση η διεύθυνση δεν ήταν επουσιώδες ζήτημα, όπως στη συνέχεια επιχείρησε να το υποβαθμίσει. Αντιθέτως, για εκείνον ήταν μείζων, αφ’ ης στιγμής είχε παράπονο και το εξέφρασε κατ’ επανάληψη.

 

Τα ανωτέρω αποκαλύπτουν τον επιτήδειο χαρακτήρα της μαρτυρίας του εναγόμενου, εφόσον ο επαμφοτερίζων χαρακτήρας της και το ασυμβίβαστο περιεχόμενο των εν λόγω απαντήσεων με τη λογική, δεν αφήνουν περιθώριο άλλης κρίσης. Προστίθεται όμως και το εξής σχετικό˙ πώς βρέθηκε στα χέρια της τράπεζας μια διεύθυνση ([ ] 9, Γεροσκήπου) τόσο παραπλήσια με εκείνη που διέμενε ο εναγόμενος με τη τέως σύζυγό του πριν τη διάσταση ([ ] 9, Γεροσκήπου). Η λογική δεν αφήνει άλλη επιλογή, πλην ότι ο εναγόμενος είναι εκείνος που την έδωσε στην τράπεζα. Προς ολοκλήρωση της εικόνας του εναγομένου σημειώνεται ότι αόριστη και ασαφής ήταν και η πτυχή της μαρτυρίας του που κρίθηκε ως εξωγενής. Κανένα στοιχείο και καμία πληροφορία έδωσε σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό κοινή αντίληψη και αυτό παρ’ ότι η συμφωνία των μερών είναι ξεκάθαρη, ως έχει ήδη υποδειχθεί. Όλα τα ανωτέρω είναι οι λόγοι για τους οποίους ο εναγόμενος κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του ανίκανη να αποτελέσει βάση οικοδόμησης ευρημάτων.

 

Εν τούτοις η διερεύνηση της μαρτυρίας δεν τελειώνει εδώ, πρωτίστως εφόσον ο εναγόμενος δεν φέρει οιονδήποτε βάρος να αποδείξει την διεύθυνση διαμονής του για τον χρόνο που αφορά η αγωγή. Δεν μπορεί να μην επισημανθεί λοιπόν ότι επί του προκειμένου ούτε η μαρτυρία της ΜΕ1 ήταν βοηθητική. Εν πρώτοις γεγονός είναι ότι η ΜΕ1 δεν έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων, εφόσον όπως η ίδια δήλωσε ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης το 2019. Όπως ανέφερε περαιτέρω, τις οποίες πληροφορίες της άντλησε από το περιεχόμενο του φακέλου που έχει στην κατοχή της. Εν τούτοις οι απαντήσεις της φανερώνουν σύγχυση και αοριστία. Και εξηγώ: Ρωτήθηκε σε ποια διεύθυνση στάλθηκαν οι επιστολές και απάντησε στην τελευταία γνωστή διεύθυνση. Ρωτήθηκε ποια ήταν αυτή και αντί απάντησης σε σχέση με τις επιστολές, ανέφερε πως οι καταστάσεις αποστέλλοντο στην [ ] 9 στη Γεροσκήπου. Υποστήριξε εν προκειμένω ότι αυτή ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση του εναγόμενου μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια διεύθυνση ([ ] 9) διαφώνησε και ανέφερε ότι ο ίδιος, δηλαδή ο εναγόμενος, είναι εκείνος που έδωσε τη νέα διεύθυνση και πως η τράπεζα δεν την αλλάζει από μόνη της. Όταν όμως της ζητήθηκε να υποδείξει τέτοιο έντυπο, ανέφερε ότι δεν έχει κάτι μαζί της. Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα, πώς τότε η τράπεζα άλλαξε τη διεύθυνση αποστολής της αλληλογραφίας του εναγόμενου. Εν ολίγοις, πως ο Πωμός, που αναγράφεται στην αρχική συμφωνία, μετατράπηκε σε Κυριάκου Παρτασίδη 9;

 

Η ουσία του πράγματος δεν περιορίζεται στα ανωτέρω, χωρίς αυτό να υποβαθμίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ασάφεια που αποκαλύπτουν. Πλέον σημαντικό είναι αυτό που η υπεράσπιση ανέδειξε στην πορεία της διερεύνησης. Υπεδείχθη στην ΜΕ1 ότι τα τεκμήρια 16 και 17, δηλαδή οι δύο επιστολές, προειδοποιητική και τερματισμού, στάλθηκαν στη διεύθυνση [ ]. Επ' αυτού ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι είχαν ενημέρωση από τον εναγόμενο ότι η διεύθυνση του ήταν [ ] και ακολούθως κατά τον τερματισμό ήταν [ ] και σχετική είναι και η έρευνα μέσω του Κτηματολογίου που επιβεβαιώνει την τελευταία διεύθυνση.

 

Ομολογώ ότι δεν βρίσκω λογικό έρεισμα στη θέση αυτή. Κατ' αρχάς η έρευνα στο κτηματολόγιο, η οποία είναι το τεκμήριο 18, αναγράφει ως ημερομηνία διεξαγωγής της την 02/03/2021. Ως εκ τούτου είναι χρονικά ασύνδετη με τις επιστολές τεκμήρια 16 και 17, τα οποία φέρουν ημερομηνία 30/05/2012 και 20/06/2012, αντίστοιχα. Συνεπώς το τεκμήριο 18 δεν απαντά την ερώτηση. Από την άλλη η ΜΕ1 δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο οιοδήποτε έντυπο που να αποδεικνύει την αλλαγή διεύθυνσης του εναγόμενου από [ ] 9 σε [ ] 9, παρά τις επίμονες υποβολές της υπεράσπισης. Εν ολίγοις άγνωστο παρέμεινε γιατί τα τεκμήρια 16 και 17 στάληκαν στη διεύθυνση [ ] και όχι σε οιαδήποτε εκ των δύο που αναγράφονται στη συμφωνία των διαδίκων, ως έχει τροποποιηθεί.

 

Ως εκ των ανωτέρω δέχομαι πως η διεύθυνση που ο εναγόμενος έδωσε στην τράπεζα είναι αυτή που αναγράφεται στο τεκμήριο 2, εν προκειμένω Πωμός, εν τούτοις στην πορεία του πράγματος, δηλαδή με το τεκμήριο 4 το οποίο συναρτάται με την α' τροποποιητική συμφωνία και ακολούθως με το τεκμήριο 5 που είναι η β΄ τροποποιητική συμφωνία, η εν λόγω διεύθυνση άλλαξε από Πωμός σε [ ] 9, Γεροσκήπου. Σχετικό είναι και το τεκμήριο 9. Τέλος, αποτελεί διαπίστωσή μου ότι τουλάχιστον από την ημερομηνία που αναγράφεται στο τεκμήριο 22 (12/07/2007), ο εναγόμενος δεν διέμενε στη συζυγική οικία στη διεύθυνση [ ] 9 στη Γεροσκήπου.

 

Βάσει όλων των ανωτέρω είναι αντιληπτό πως οι επιστολές τεκμήρια 16 και 17 δεν ταχυδρομήθηκαν στη διεύθυνση της συμφωνίας, είτε την αρχική είτε εκείνη που την αντικατέστησε, όπως ούτε σε διεύθυνση που διέμενε ο εναγόμενος. Ένεκα τούτου, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί της νομολογιακής αρχής που θέλει επιστολή η οποία ταχυδρομείται και δεν επιστρέφεται ως μη παραληφθείσα, να συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο στάληκε, παρ' ότι και η επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 2) εμπεριέχει ανάλογη πρόνοια (όρος 9). (βλ. Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004) 1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 479, 491 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd, Πολ. Έφ. 84/09, ημερομηνίας 02/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A648).

 

Παρά την εξαντλητική ενασχόληση των συνηγόρων με ό, τι έχει να κάνει με τον τερματισμό της συμφωνίας και το κατά πόσο ορθά επιτεύχθηκε, το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο τέτοιος τερματισμός είναι επιβεβλημένος. Αντί άλλης απάντησης παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Lombard Natwest ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη (1999) 1Β Α.Α.Δ 1465, 1672. Αναφέρθηκε εκεί ότι:

 

«Σύμφωνα με την πρωτόδικο Δικαστή τόσο ο τερματισμός όσο και η αξίωση αποπληρωμής του χρέους από τον εφεσίβλητο συνιστούσαν προϋποθέσεις για την ανάκτησή του.  Δικαίωμα ανάκτησης θα αναφυόταν εάν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις αυτές.  Κατά την εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η υποβολή αξίωσης για την καταβολή του χρέους προς τον πρωτοφειλέτη αποτελούσε προϋπόθεση προς στοιχειοθέτηση δικαιώματος για την ανάκτησή του.  Η θέση αυτή δε φαίνεται να υποστηρίζεται από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει. Στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe γίνεται επιδοκιμαστικά παραπομπή στην In re Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300 ότι συμβατική πρόνοια για την αποπληρωμή χρέους άμα ζητηθεί (upon demand) δεν καθιστά την αξίωση προϋπόθεση για τη γένεση δικαιώματος για την ανάκτησή του.  Όπως αναφέρει ο Scrutton L.J. στην απόφασή του στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe:

"Even if the word "demand" is used in the case of a present debt, it is meaningless, and express demand is not necessary, as in the case of a promissory note payable on demand:  Norton v. Ellam. (5)"

Ανάλογη θέση υιοθετείται από τον Goff J. στην Thomas v. Notts Inc Football Club [1972] 1 All E.R. 1176.  Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα:

".... and it is well settled that in the case of a direct creditor-debtor relationship, as distinct from a surety, the provision that the money shall be payable on demand does not import the necessity of giving a demand before action."

Θεώρηση του κειμένου του όρου 3 της συμφωνίας μεταξύ εφεσειόντων και πρωτοφειλέτη αποκαλύπτει ότι το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.»

 

Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά σε σχέση με τον λόγο της υπόθεσης Lombard. Όπως γίνεται αντιληπτό ο τερματισμός και η απαίτηση δεν είναι πράξεις αναγκαίες στο δάνειο σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη. Δεν παραγνωρίζεται πως στην προκείμενη περίπτωση η αρχική συμφωνία εμπεριέχει τον όρο «μόλις το προαναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο τούτου ήθελε απαιτηθεί από την τράπεζα» (βλ. όρο 5 τεκμήριο 2). Εν τούτοις αυτό δεν διαφοροποιεί τον λόγο της υπόθεσης Lombard, ανωτέρω. Όπως εκεί υποδεικνύεται˙ τέτοιος όρος είναι ανίσχυρος και δεν αλλοιώνει τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Στην περίπτωση άμεσης σχέσης πιστωτή‑οφειλέτη, όπως είναι η περίπτωση των διαδίκων, ο όρος αυτός δεν θέτει υποχρέωση ειδοποίησης.

 

Πέραν των ανωτέρω, που ούτως ή άλλως καθορίζουν την έκβαση της σχετικής πτυχής της υπόθεσης, υποδεικνύεται πως στο σύγγραμμα Paget' s Law of Banking, 13η έκδοση, σελίδα 715, αναφέρεται ότι:

 

«29.16 The basic rule is that a bank may combine two current accounts at any time without notice to the customer, even though the accounts are maintained at different branches. It was so held in Garnett v McKewan, which was approved by the Privy Council in Prince v Oriental Bank Corpn. In Garnett v McKewan Kelly CB said:

‘ In general it might be proper or considerate to give notice to that effect, but there is no legal obligation on the blankers to do so, arising either from express contract or the course of dealing between the parties. The customer must be taken to know the state of each account and if the balance on the whole is against him or does not equal the cheques he draws, he has no right to expect more cheques to be cashed.’

The rule was affirmed in the Halesowen case. In the Court of Appeal, Lord Denning posed the question whether a banker has a right to combine two accounts so that he can set off the debit against the credit and be liable only for the balance, and gave the following answer:

‘ The answer to this question is: Yes, the banker has a right to combine the two accounts whenever he pleases, and to set off one against the other, unless he has made some agreement, express or implied, to keep them separate. This principle was stated and applied in two cases decided on the same day – November 8, 1872. One was In re European Bank, Agra Bank Claim (1872) 8 Ch App 41 in the Court of Appeal in Chancery, The other was Garnett v McKewan (1872) LR 8 Exch 10 in the Court of Exchequer. It has been applied several times since, such as T& H Greenwood Teale v William Williams, Brown & Co (1894) 11 TLR 56 and In re Keever (a bankrupt) [1967] Ch 182’.»

 

Ανάλογες πρόνοιες διαπιστώνονται και στην υπό κρίση σύμβαση. Εν προκειμένω στον ο όρο 6 της σύμβασης (τεκμήριο 2), αναφέρεται ότι:

 

«Νοείται ότι καθ' όλη την διάρκεια των δοσοληψιών του Χρεώστη με την Τράπεζα και μέχρι πλήρους και τέλειας εξόφλησης όλων των ποσών που οφείλονται στην Τράπεζα, η Τράπεζα θα έχει κατά προτεραιότητα οπουδήποτε άλλου, γενικό δικαίωμα επισχέσεως (General Preferential Lien) πάνω σε όλα και οποιαδήποτε ποσά χρημάτων, διαπραγματεύσιμων εγγράφων καθώς και πάνω σε ενεργητικό κάθε φύσης, που ανήκουν στον Χρεώστη, τα οποία σε οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να περιέλθουν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Τράπεζας ή οποιουδήποτε από τα Καταστήματα της, στη χώρα αυτή ή στο εξωτερικό, προς εξασφάλιση ή εγγύηση οποιωνδήποτε χρημάτων και υποχρεώσεων που οφείλονται σήμερα ή δυνατό να οφείλονται στο μέλλον από τον Χρεώστη προς την Τράπεζα ή οποιοδήποτε Κατάστημα της τράπεζας ή για τα οποία ο χρεώστης δυνατόν να είναι ή να καταστεί υπόχρεος στην Τράπεζα, υπό οποιαδήποτε μορφή (είτε προσωπικά είτε από κοινού με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και με οποιαδήποτε ονομασία ή οίκο).»

 

Στον δε όρο 7 της αρχικής συμφωνίας (τεκμήριο 2), αναφέρεται ότι:

 

«Νοείται ότι η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου αυτού, οπότε το προαναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό»

 

Τα πιο πάνω δεν συμβιβάζονται με υποχρέωση ειδοποίησης. Όπως αναφέρεται στο Paget και επιβεβαιώνουν οι προαναφερθέντες όροι, η τράπεζα δεν έχει υποχρέωση να ειδοποιήσει τον χρεώστη. Τέτοια υποχρέωση θα εξουδετέρωνε το δικαίωμα της για άμεσο και γενικό δικαίωμα επισχέσεως.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να αποστείλει επιστολή τερματισμού στον εναγόμενο και ως εκ τούτου αδιάφορη είναι η κατάληξη των τεκμηρίων 16 και 17. Εκείνο που έχει σημασία και στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνω ότι εκπληρώθηκε, είναι ο τερματισμός της συμφωνίας από μέρους της τράπεζας και όχι η ενημέρωση του χρεώστη περί αυτού. Εδώ έχει ήδη διαπιστωθεί ότι την 20/06/2012 ο λογαριασμός βρίσκετο σε υπερημερία, εφόσον ο λογαριασμός είχε υπόλοιπο €222.005,79. Συνεπώς δικαίως η τράπεζα τερμάτισε τον λογαριασμό, γεγονός που προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1. Άλλωστε και το τεκμήριο 17 αυτό είναι που φανερώνει, δηλαδή ότι η τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία την 20/06/2012, ασχέτως ότι απέτυχε να ειδοποιήσει τον εναγόμενο περί αυτού. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία την 20/06/2012, εφόσον κατ’ εκείνο τον χρόνο ο λογαριασμός του εναγομένου δείκνυε οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €222.005,79.  

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω ένα είναι το ζήτημα που απομένει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και αυτό έχει να κάνει με το επιτόκιο υπερημερίας. Εσχάτως είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ τη νομιμότητα τέτοιου επιτοκίου υπερημερίας στην αγωγή 3961/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 19/03/2021. Όπως εκεί αναφέρθηκε˙

 

«Ας δούμε τώρα την ουσία του πράγματος η οποία είναι ριζωμένη στο εξής ερώτημα˙ είναι νόμιμη και επιτρεπτή η επιβολή τόκου υπερημερίας επί του οφειλόμενου ποσού και αν ναι μέχρι ποιο ποσοστό; Επ’ αυτού η θέση της υπεράσπισης είναι πως η τράπεζα δεν δικαιούται οιονδήποτε τόκο υπερημερίας.

 

Το ζήτημα δεν είναι απαλλαγμένο νομοθετικής ρύθμισης. Εν προκειμένω σχετικές είναι οι διατάξεις του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν.160(Ι)/99 ως έχει τροποποιηθεί, τις οποίες επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές. Σχετική διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 3(1β), το οποίο με τη σημερινή του μορφή εισήχθη στο νόμο με τον τροποποιητικό  Ν.66(Ι)/2015. Ποια η σημασία του άρθρου αυτού στο νομικό στερέωμα και ο αντίκτυπος που έχει στην επίδικη σύμβαση, προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα του Χαραλάμπους Π.Ε.Δ στην αγωγή Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σιαμπτάνη, υπ’ αριθμό 10027/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ημερομηνίας 22/05/2020, το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και ως εκ τούτου υιοθετείται. Αναφέρθηκε εκεί ότι:

 

«(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.»

 

Πέραν της δυσκολονόητης έως ακατανόητης αναφοράς σε μαχητό τεκμήριο για το ίδρυμα με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το εδάφιο είναι πιθανόν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως με τον όρο «αυξημένος τόκος» εννοείται τόκος πέραν του 2% αλλά η προσεκτικότερη μελέτη καταδεικνύει πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Νομοθέτη, ούτε και το νόημα του άρθρου. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον εξ αντιδιαστολής από το ότι υπήρχε τέτοια επεξήγηση στον προηγούμενο τροποποιητικό Ν.141(1)/14 («… αυξημένου τόκου από την υπερημερία … ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες …»), η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στον μεταγενέστερο Ν.66(1)/15 και δεύτερον από την επιφύλαξη του υφιστάμενου εδ.(1β) ως πιο πάνω.

 

Έχω την άποψη πως οι δύο φράσεις «αυξημένου τόκου από την υπερημερία» και πιο κάτω «ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας» δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως να σημαίνουν τον τόκο υπερημερίας ο οποίος υπερβαίνει το 2%. Αυτό επιβεβαιώνεται τελειωτικά από την επιφύλαξη του εδ.(1β) η οποία και πάλι αναφέρει γενικά πως «πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις» (στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος).»

 

Κατάληξη του ευπαιδεύτου Προέδρου ήταν ότι:

 

«Έχει τη σημασία του πως η πρόνοια αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύει ή τερματίστηκαν πριν από τον Ν.66(1)/15 και όχι για τις μεταγενέστερες (νέες) συμβάσεις, καθότι απαγορεύοντας με το εδ.(1α) την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% ο Νομοθέτης δεν απαίτησε την απόδειξη ότι τέτοιο επιτόκιο σε νέες συμβάσεις αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά. Κάτι τέτοιο όμως απαιτείται ρητώς για τις παλαιές συμβάσεις οποτεδήποτε επιβλήθηκε αυξημένος τόκος από την υπερημερία και ανεξαρτήτως ποσοστού.

 

Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να παράσχει έστω κάποια ένδειξη και πολύ περισσότερο να αποδείξει ότι ο επιβληθείς ή έστω ο διεκδικούμενος τόκος «αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Ενάγουσας». Κατά συνέπειαν η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το οφειλόμενο κεφάλαιο στις 24.8.10 με τόκο 5% και όχι με τον αυξημένο τόκο που επέβαλε λόγω της υπερημερίας.»

 

Τα πιο πάνω με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο. Κρίνω όμως σκόπιμο να προσθέσω και τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2014) 1Β Α.Α.Δ 1491, 1499, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, στην οποία επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας ύψους 3%. Καίτοι βάσει αποτελέσματος θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας είναι νόμιμη και εύλογη, υποδεικνύεται πως σε εκείνη την περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση είχε εκδοθεί την 08/11/2009, δηλαδή πολύ πριν τη θέσπιση των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών (Ν.141(Ι)/2014 και Ν.66(Ι)/2015) και συνεπώς αντιληπτό είναι πως δεν τύγχανε εφαρμογής αυτό που σήμερα απασχολεί, εξού και δεν συζητήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Αυτό συνάγεται, έστω εμμέσως, από τα λεχθέντα στις υποθέσεις Arredos Style Furnishing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. Ε119/2014, ημερομηνίας 15/11/2019 και Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 386/10 ημερομηνίας 15/11/2016, ECLI:CY:AD:2016:A522. Στην τελευταία εκ των δύο υποδείχθηκε ότι:

 

«Οι τροποποιήσεις αυτές στο βασικό Νόμο δεν έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στα γεγονότα της πρωτόδικης αγωγής, η οποία είχε καταχωρηθεί το 2006, με απόφαση που εκδόθηκε στις 12.11.2010, πριν δηλαδή τις τροποποιήσεις.  Θα τύχουν αναφοράς στο βαθμό που είναι αναγκαίο ως προς τον καθορισμό της αναδρομικότητας του Νόμου.»

 

Πέραν των πιο πάνω στην υπόθεση Ξιούρουππας το Ανώτατο Δικαστήριο διερεύνησε το κατά πόσο ο Ν.141(Ι)/2014 τυγχάνει αναδρομικής εφαρμογής. Κατέληξε συναφώς ότι:

 

«Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης (2002) 1 Α.Α.Δ. 245).  Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο.  Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd (1990) 1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας(2002) 3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται  εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο.  Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.  Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Νόμος δεν είχε οποιαδήποτε αναδρομική ισχύ σε προηγηθείεσες συμβάσεις.  Αυτό καθίσταται φανερό και από το γεγονός ότι με την τροποποίηση που επήλθε με το Νόμο αρ. 141(Ι)/14, καθορίστηκε (έστω εκ των υστέρων), με το άρθρο 2Α ο σκοπός αυτού, που είναι η προστασία των δικαιωμάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων με απαγόρευση πρόσθετης επιβάρυνσης μετά από μονομερή άσκηση από πιστωτικό ίδρυμα τυχόν συμβατικού δικαιώματος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου.  Με το άρθρο 2Β, καθορίστηκε το πεδίο εφαρμογής του Νόμου για να ισχύει σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης του τροποποιητικού Νόμου, καθώς και για όλες τις νέες συμβάσεις μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου που ήταν η 9.9.2014, ημερομηνία δημοσίευσης.  Έτσι στο βαθμό που ο νομοθέτης ήθελε να καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις και να διαφοροποιήσει ενδεχομένως την  υφιστάμενη νομολογία, το έπραξε για όλες τις συμφωνίες μετά τις 9.9.2014 ή σε αυτές που βρίσκονταν ακόμη σε ισχύ έστω και αν είχαν συνομολογηθεί προηγουμένως.  Συνεπώς δεν εφαρμόζεται η τροποποίηση στα επίδικα γεγονότα εφόσον οι προαναφερθείσες συμφωνίες τερματίστηκαν με σχετικές ειδοποιήσεις της τράπεζας στις 2.4.2003.»

 

Το πιο πάνω δεν παρατίθενται άνευ αποχρώντος λόγου και αυτό γιατί σηματοδοτούν και προδιαγράφουν εκείνο που χρειάζεται να εξεταστεί εδώ σε σχέση με τον έτερο τροποποιητικό νόμο, δηλαδή το Ν.66(Ι)/2015. Η εξέταση αναδεικνύει μια ιδιαίτερη και σοβαρή πτυχή του θέματος, δηλαδή ότι ο τροποποιητικός νόμος που ακολούθησε, ήτοι ο Ν.66(Ι)/2015, σκοπούσε ακριβώς στο να προσδώσει στα εκεί αναφερόμενα αναδρομική ισχύ, ώστε να «καλύψει προηγηθείσες συμβάσεις» κατά το λόγο της υπόθεσης Ξιούρουππας και αυτό γιατί σκοπός της θέσπισης και των δύο τροποποιητικών νομοθεσιών ήταν η προστασία των οφειλετών από πρόσθετη επιβάρυνση ένεκα μονομερούς αυξήσεως περιθωρίου, πράγμα όμως που επιβεβαιωμένα δεν κατόρθωσε να επιτύχει η προηγηθείσα τροποποίηση. Ο Ν.66(Ι)/2015 από την άλλη,  ρητά αναφέρει ότι αφορά κάθε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης που «ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν την ημερομηνία έναρξης» του νόμου, δηλαδή του νόμου του 2015. Συνεπώς το γεγονός ότι καλύπτει και συμβάσεις που έχουν τερματιστεί δηλώνεται ρητώς και απεριφράστως στο άρθρο 3(1β), γλώσσα η οποία διατυμπανίζει με γλαφυρότητα την αναδρομική ισχύ τούτου. Εν ολίγοις, το λεκτικό του Ν.66(Ι)/2015 είναι προφανές ότι σκοπούσε στο να επιφέρει αυτό που δεν κατόρθωσε να επιφέρει ο προηγούμενος τροποποιητικός νόμος (Ν.141(Ι)/2014), όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Ξιούρουππας. Σήμερα με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο τόσο το άρθρο 3(1β), όσο και το άρθρο 2Β(γ) του Ν.160(Ι)/1999, αναδεικνύουν τούτη την αναδρομική ισχύ.

 

Παρεμβάλλεται περαιτέρω ότι ουδεμία απόκλιση διαπιστώνω μεταξύ των διαλαμβανομένων στα άρθρα 2Β(γ) και 3(1β) του Ν.160(Ι)/1999.  Αν όμως ήθελε κριθεί ότι υφίσταται διάσταση στο σκοπό που έκαστο εξ αυτών εξυπηρετεί, προχωρώ λέγοντας ότι και αυτή είναι και η κατάληξή μου, πως το ζήτημα που εδώ εξετάζεται διέπεται ευθέως από το τελευταίο άρθρο [3(1β)], εφόσον άπτεται αυτών τούτων των παλαιών συμβάσεων κατά τρόπο ευρύτερο του προηγηθέντος άρθρου και αυτό είναι το καθοριστικό στοιχείο στην όλη διερεύνηση, καθ’ ότι αναδεικνύει και ως εκ τούτου καθιστά την εν λόγω διάταξη ως ειδική και καθοριστική. Εν προκειμένω υποστήριξη αντλείται από το ακόλουθο απόσπασμα στους Halsburys Laws of England, 3rd edition, vol 36, κάτω από τον τίτλο «Statute to be construed as a whole»:

 

«For the purposes of construction, the context (s) of words which are to be construed includes not only the particular phrase (t) or section in which they occur, but also the other parts of statute (u).

Thus a statute should be construed as a whole so as, so far as possible, to avoid any inconsistency or repugnancy either within the section to be construed or as between that section and other parts of the statute (a). The literal meaning of a particular section may in this way be extended (b) or restricted (c) by reference to other sections and to the general purview of the statute (d). Where the meaning of sweeping general word is in dispute, and it is found that similar expressions in other parts of the statute have all to be subjected to a particular limitation or qualification, it is a strong argument for subjecting the expression in dispute to the same limitation or qualification (e).

It is sometimes said that where there is an irreconcilable inconsistency between two provisions in the same statute, the later prevails (f), but this is doubtful (g), and the better view appears to be that the courts must determine which is the leading provisions and which the subordinate provision, and which must give way to the other (h).»

 

Στη δεδομένη περίπτωση η ειδική και καθοριστική διάταξη είναι το άρθρο 3(1β) και τα εκεί αναφερόμενα καθορίζουν την ερμηνεία που αρμόζει να αποδοθεί και στο άρθρο 2Β(γ). Και όλα αυτά αν ήθελε κριθεί πως ο σκοπός των δύο άρθρων διαφέρει, πράγμα που κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν ισχύει, εφόσον τα δύο άρθρα φανερώνουν την περί ης ο λόγος αναδρομική ισχύ τούτων. Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ακριβώς όπως και ο Χαραλάμπους Π.Ε.Δ, ότι η νομοθεσία, εν προκειμένω ο Ν.66(Ι)/2015, δεν επιτρέπει την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας, εκτός αν η τράπεζα καταφέρει να αποδείξει ότι τέτοια αξίωση, όχι όμως πέραν του 2%, συνιστά ειδική ζημιά που υπέστη. Στη δεδομένη περίπτωση ορθή είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η τράπεζα δεν προσκόμισε τέτοια μαρτυρία και ως εκ τούτου κατάληξή μου είναι ότι δεν απέδειξε ότι υπέστη αντίστοιχη ειδική ζημία και συνεπώς δεν δικαιούται σε επιτόκιο υπερημερίας.»

 

Τα ανωτέρω υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται στην ολότητά τους. Το επιτόκιο υπερημερίας που επιβλήθηκε στο οφειλόμενο υπόλοιπο αντίκειται της σχετικής νομοθεσίας και δεν δικαιολογείται, εφόσον οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία ότι υπέστησαν οιαδήποτε ζημιά. Συνεπώς το επιτόκιο που δικαιούται η τράπεζα είναι αυτό που ίσχυε κατά τον χρόνο αποκρυστάλλωσης των υποχρεώσεων των μερών. Όπως έχει νομολογηθεί τούτος ο χρόνος συμπίπτει με τον τερματισμό της συμφωνίας, τότε είναι που αποκρυσταλλώνονται αμφότερες οι υποχρεώσεις (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2012) 1Γ Α.Α.Δ 2486, 2494). Στην προκείμενη περίπτωση αυτή η ημερομηνία είναι η 20/06/2012. Το δε επιτόκιο που τότε διείπε τη συμφωνία των μερών ανέρχετο σε 7,25%. Αυτό κρίνω ότι είναι το επιτόκιο που δικαιούνται οι ενάγοντες.

 

Βάσει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η τράπεζα απέδειξε κάθε τι που όφειλε να αποδείξει. Εν κατακλείδι, όπως έχει υποδειχθεί αναμφισβήτητο παρέμεινε πως η υποθήκη Υ3389/08 (τεκμήριο 12) εξασφαλίζει το επίδικο δάνειο.

 

Δυνάμει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι η τράπεζα απέδειξε την αξίωσή της εις βάρος του εναγόμενου 1. Συνεπώς υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγόμενου 1 εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €222.005,79 πλέον τόκο προς 7,25% από την 20/06/2012 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Από τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσού, αφαιρετέο είναι το ποσό των €253.168,20 που πιστώθηκε στον λογαριασμό του εναγομένου 1 την 16/12/2019 μετά από εκποίηση υποθήκης. Περαιτέρω, υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγόμενου 1 εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 12.1.Ε της έκθεσης απαιτήσεως. Τέλος υπέρ των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου 1 επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

( Υπ.).........................................

  Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο