ECLI:CY:KDLAR:2005:5

ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ.

                      Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ.

                       Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης: 13575/03

 

Δημοκρατία

 

ν.

 

        Μάριος Κάππελος

Κατηγορούμενου

 

 

Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου, 2005 

    

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δήμητρα Παπαμιλτιάδους

Για τον Κατηγορούμενο:κος Αντρέας Μαθηκολώνης

 Κατηγορούμενος:  Παρών.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ

 

          Απόπειρα της κατηγορούσας αρχής να καταθέσει μέσω του αστυφύλακα 1011 Λ. Λοίζου (ΜΚ3) ως Τεκμήρια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας και μία ζυγαριά ακριβείας, προσέκρουσε σε ένσταση της Υπεράσπισης.  Προβλήθηκε ότι τα εν λόγω αντικείμενα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως στοιχεία μαρτυρίας διότι λήφθηκαν από την αστυνομία ως αποτέλεσμα παράνομων και αντισυνταγματικών ενεργειών της.  Ειδικότερα τέθηκε θέμα παράνομης κράτησης του κατηγορούμενου ως και παράνομης έρευνας.

 

          Η κατηγορούσα αρχή απέρριψε την ένσταση και για να καταδείξει ότι η ανεύρεση των πιο πάνω αντικειμένων από την αστυνομία ήταν καθόλα νόμιμη και αυτά θα πρέπει να κατατεθούν ως Τεκμήρια, κάλεσε στη δίκη εντός δίκης - που επακολούθησε προκειμένου να διαπιστωθούν οι συνθήκες ανεύρεσης τους-  τέσσερις μάρτυρες.  ΄Οσον αφορά τον κατηγορούμενο και αυτός κατάθεσε για υποστήριξη των ισχυρισμών του ενόρκως, χωρίς να καλέσει άλλους μάρτυρες.

 

          Οι τέσσερις μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής που κατέθεσαν στην δίκη εντός δίκης είναι ο λοχίας 1094 Ανδρέας Νικολάου, ο Υπαστυνόμος Σόλων Σολομωνίδης, ο αστυφύλακας 1011 Λοίζος Λοίζου και ο αστυφύλακας 2733 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου. 

 

          Αποτελεί κοινή θέση και των τεσσάρων μαρτύρων ότι στις 18.12.2003 και γύρω στις 5:00 μ.μ. ο Υπαστυνόμος Σολομωνίδης αφού επικοινώνησε αρχικά τηλεφωνικώς με τον λοχία 1094 Α. Νικολάου, επισκέφθηκε μαζί με τους αστυφύλακες 1011, 2733 και 826 τον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου, όπου ζήτησε από τον λοχία 1094 να καλέσει τον κατηγορούμενο μέσω τηλεφώνου για να έρθει στο σταθμό, όπως και έπραξε.   Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι θα επισκέπτετο τον σταθμό μετά πάροδο μιας ώρας γι΄ αυτό και ο Υπαστυνόμος Σολομωνίδης μαζί με τους άνδρες του αποχώρησαν για να εκτελέσουν ένταλμα έρευνας οικίας στη περιοχή Κόκκινες.  ΄Οπως εξήγησε ο Υπαστυνόμος Σολομωνίδης, επέλεξε αυτό τον τρόπο προκειμένου να βρίσκεται μαζί τους ο κατηγορούμενος όταν θα εκτελούσαν ένταλμα έρευνας της οικίας του, το οποίο είχε εκδοθεί από τις 2.12.03 (Τεκμ. Ω1 και Ω2).  Και τούτο γιατί λόγω της εμπειρίας του στην ΥΚΑΝ Λάρνακας, ήθελε να αποκλείσει όσο ήταν δυνατόν, την πιθανότητα καταστροφής ή απόκρυψης ναρκωτικών ουσιών που τυχόν θα ανευρίσκοντο στην οικία του κατηγορούμενου.  Επέστρεψαν στον σταθμό μετά πάροδο μιας ώρας όπου ο Υπαστυνόμος Σολομωνίδης συνάντησε τον κατηγορούμενο στο προαύλιο.  Αφού του συστήθηκε, εισήλθε με τον κατηγορούμενος σε γραφείο του σταθμού.  Τον ρώτησε κατά πόσο ασχολείται με ναρκωτικά και η απάντηση του κατηγορούμενου ήταν αρνητική.  Τότε ο Υπαστυνόμος Σολομωνίδης, του εξήγησε ότι είχε στην κατοχή του ένταλμα έρευνας και ότι ήθελε να ερευνήσει την οικία και τα υποστατικά του.  Του έδειξε το ένταλμα έρευνας και αυτός είπε: «να πάμε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα». 

 

Βγαίνοντας από τον προθάλαμο του αστυνομικού σταθμού με σκοπό να μεταβούν στην οικία του κατηγορούμενου ο Υπαστυνόμος Σολομωνίδης τον ρώτησε πού βρίσκεται το αυτοκίνητο του και του ζήτησε αν ήθελε να έρθει μαζί τους με αστυνομικό όχημα στο σπίτι του ή να έρθει με το δικό του όχημα.  Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι προτιμούσε να μεταβεί στο σπίτι του με αστυνομικό όχημα, γι΄ αυτό και ο υπαστυνόμος τον προέτρεψε να κλειδώσει το αυτοκίνητο του.  Ο κατηγορούμενος μπήκε με τους αστυνομικούς 2733 και 826 σε αστυνομικό όχημα και ο υπαστυνόμος με τον αστυφύλακα 1011 σε άλλο αστυνομικό όχημα.  Με τα δύο οχήματα μετέβηκαν στην οικία του κατηγορούμενου.  Πρώτος προχώρησε ο κατηγορούμενος, άνοιξε μια πλαϊνή είσοδο της οικίας του και εισήλθε εντός της αυλής της.  Ο Υπαστυνόμος τον ρώτησε κατά πόσο είχε οτιδήποτε το παράνομο, δηλαδή αν είχε ναρκωτικά να τα παραδώσει πριν ξεκινήσει η έρευνα και του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο.  Τότε ο κατηγορούμενος υποδεικνύοντας ένα μοτοποδήλατο που βρισκόταν σταθμευμένο στην αυλή της κατοικίας του ανέφερε:  «εν δαμέσα που έχω το χόρτο».  Ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι είναι δικό του το μοτοποδήλατο.  Αμέσως ο αστυφύλακας 1011 του επέστησε τη προσοχή του στον Νόμο αλλά δεν απάντησε οτιδήποτε.  Μπήκε στην κουζίνα της οικίας του, πήρε τα κλειδιά και επέστρεψε στο μοτοποδήλατο, άνοιξε τη θήκη του, έβγαλε μια τσάντα νάιλον και την παρέδωσε στον αστυφύλακα 1011.  Μέσα στην τσάντα ευρίσκετο η κάνναβης και η ζυγαριά ακριβείας.  Ο αστυφύλακας 1011 παρέλαβε την τσάντα, του επέστησε τη προσοχή του στον Νόμο και απάντησε «εγόρασα το πριν καμιά ώρα, μόνο τούτο έχω».  ΄Οταν του υπέδειξε τη ζυγαριά και του επέστησε τη προσοχή του στον Νόμο απάντησε: «Εν την χρησιμοποίησα, έχω του εμπιστοσύνη τζιείνου που μου το έδωκεν, εν ακριβώς μισόν κιλό».  Τότε τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα.  ΄Ολοι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής σταθερά δήλωσαν ότι ο κατηγορούμενος δεν πιέστηκε, δεν εξαναγκάστηκε, ούτε αρνήθηκε να μεταβεί με αστυνομικό όχημα στο σπίτι του και δεν ήταν υπό σύλληψη κατά τον χρόνο εκείνο. Δεν πληροφόρησαν τον κατηγορούμενο ότι δεν είναι υπό σύλληψη ούτε ότι δεν ήταν υπό κράτηση.   

 

          Η σχετική επί του εξεταζόμενου θέματος μαρτυρία του κατηγορούμενου έχει ως ακολούθως:

 

          Ο λοχίας 1094 Ανδρέας Νικολάου στις 18.12.2003 του τηλεφώνησε και του ζήτησε να μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου σε μια ώρα και παρόλο που ζήτησε το λόγο ο λοχίας δεν του ανέφερε ο,τιδήποτε προς τον σκοπό αυτό.   ΄Ετσι και έπραξε.  Εκεί συνάντησε τον υπαστυνόμο Σολομωνίδη και μαζί μπήκαν σε γραφείο του σταθμού.  Αφού απάντησε σε σχετικές ερωτήσεις του Σολομωνίδη ότι δεν ασχολείται με ναρκωτικά και δεν είναι χρήστης, ο Σολομωνίδης του είπε: «έχω αυτό το ένταλμα έρευνας, έλα μαζί μας, έμπα στο αυτοκίνητο της αστυνομίας να πάμε να ερευνήσουμε».  Στον προθάλαμο του σταθμού, ο Σολομωνίδης είπε στον αστυφύλακα 2733 Κωνσταντίνου - τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως - «πάρτε τον μαζί σας και θα έρτουμε και εμείς με το άλλο αυτοκίνητο πίσω σας».  Ο αστυφύλακας 2733 τον πήρε από το μπράτσο του δεξιού χεριού του και τον κατεύθυνε προς το αυτοκίνητο της αστυνομίας.  Δεν του έδωσαν την ευκαιρία να πάει με το δικό του όχημα αν ήθελε και ο Σολομωνίδης τον προέτρεψε να κλειδώσει το αυτοκίνητο του.  Δεν ήταν φοβισμένος γιατί δεν έκρυβε ναρκωτικά στο σπίτι του, διερωτάτο όμως γιατί η αστυνομία ήθελε να ερευνήσει το σπίτι του.  Οι αστυνομικοί του είπαν «πρέπει να έρτεις μαζί μας».  Μόλις έφτασαν στο σπίτι του, ο Σολομωνίδης τον ρώτησε ποιου είναι το μοτοποδήλατο, απάντησε ότι είναι δικό του  και τον ρώτησε αν κρύβει σε αυτό τα ναρκωτικά.  Του απάντησε ότι δεν έχει ναρκωτικά και τότε ο Σολομωνίδης άνοιξε από μόνος του τη θήκη του μοτοποδηλάτου που δεν ήταν κλειδωμένη. Πλησίασε και ο αστυφύλακας 1011 Λοϊζου, πήρε μια τσάντα νάιλον με ναρκωτικά και τον οδήγησαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ.

 

          Ο συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος από την άφιξη του στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου μέχρι και την μεταφορά του στο σπίτι του με αστυνομικό όχημα, για σκοπούς της έρευνας, τελούσε υπό παράνομη κράτηση.    Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η έρευνα που επακολούθησε, ως αποτέλεσμα της οποίας ανευρέθηκαν τα προαναφερθέντα αντικείμενα, ήταν παράνομη για τους λόγους που θα αναφερθούν αναλυτικότερα πιο κάτω. 

 

          Αντίθετα, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος  δεν τελούσε υπό παράνομη κράτηση, τα δε ανευρεθέντα αντικείμενα, ήταν αποτέλεσμα καθόλα νόμιμης έρευνας. 

 

Είναι θεμελιώδης αρχή ότι είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει θετικά και πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι τα ανευρεθέντα αντικείμενα, τα οποία επιχειρεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο ως στοιχεία μαρτυρίας, δεν είναι μαρτυρία που λήφθηκε ή εξασφαλίσθηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα  (βλ. Police v. Georghiades (1983) 2 CLR, 33, 36) ή ακόμα ότι δεν πρόκειται για μαρτυρία που λήφθηκε κατόπιν παράνομης ή επιλήψιμης ενέργειας ή παράλειψης της αστυνομίας. 

 

Θα προσεγγίσουμε την προσκομισθείσα μαρτυρία στην δίκη εντός δίκης προκειμένου να αποφασίσουμε τα εγερθέντα επίδικα θέματα, έχοντας κατά νού ότι είναι επιτακτική ανάγκη να περιορίζεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε όσο το  δυνατό στενότερα πλαίσια δεδομένου πάντοτε ότι καλύπτονται οι ανάγκες των θεμάτων που εξετάζονται.  Η μαρτυρία πάντοτε πρέπει να προσεγγίζεται με προσοχή προκειμένου να αφεθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων  και ιδιαίτερα του κατηγορουμένου και έτσι θα αντικρίσουμε τη μαρτυρία και θα διατυπώσουμε ευρήματα. 

 

΄Εχουμε εξετάσει με προσοχή την προσκομισθείσα μαρτυρία και τις εισηγήσεις των δύο παραγόντων της δίκης.  ΄Οπως έκδηλα προκύπτει δύο είναι τα ζητήματα που προβάλλουν προς εξέταση.  Το πρώτο είναι κατά πόσο αυτή καθ΄ εαυτή η έρευνα έγινε νομότυπα και το δεύτερο, κατά πόσο το αποτέλεσμα της δηλαδή η ανεύρεση της κάνναβης και της ζυγαριάς ακριβείας, είναι προϊόντα επιλήψιμων ενεργειών της αστυνομίας και πιο συγκεκριμένα προϊόντα παρανομίας στη βάση της θέσης της υπεράσπισης ότι προηγήθηκε παράνομη κράτηση του κατηγορούμενου.  

 

Τονίζεται στο σημείο αυτό ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση της Αστυνομίας ότι τα ναρκωτικά ανευρέθηκαν μέσα στα πλαίσια εκτέλεσης του Εντάλματος ΄Ερευνας.  Και αυτό αφού στο ίδιο το ΄Ενταλμα αναγράφεται ότι η έρευνα άρχισε στις 18:26 της 18/12/03, ενώ τα ναρκωτικά ανευρέθηκαν 4 λεπτά αργότερα στις 18:30.  ΄Ηταν δε σαφής η θέση της Αστυνομίας ότι η έρευνα άρχισε με την είσοδο της στην κατοικία του κατηγορούμενου.  Το ότι οι Αστυνομικοί ρώτησαν τον κατηγορούμενο “προτού ξεκινήσει η έρευνα” κατά πόσο απέκρυπτε ναρκωτικά, αναφέρεται, όχι στην έναρξη της εκτέλεσης του Εντάλματος ΄Ερευνας, αλλά στις πρακτικές ενέργειες που θα έκαναν οι Αστυνομικοί για να ερευνήσουν την κατοικία δηλαδή την αναζήτηση και το ψάξιμο. Επομένως τυχόν ισχυρισμοί ότι τα ναρκωτικά ανευρέθηκαν πριν καν αρχίσει η ενεργοποίηση του Εντάλματος ΄Ερευνας δεν μπορεί να ευσταθούν. 

 

Το πρώτο ζήτημα δεν παρουσιάζει κατά την άποψη μας οποιανδήποτε δυσκολία.  Είναι κατηγορηματική μας θέση ότι η έρευνα που έγινε αυτή καθ΄ εαυτή ήταν καθόλα νόμιμη ως συνακόλουθη νομότυπα εκδοθέντος εντάλματος έρευνας, και οι εισηγήσεις της υπεράσπισης δεν γίνονται αποδεκτές και απορρίπτονται.  Πιο συγκεκριμένα:

 

(α)      ΄Εγινε εισήγηση από την Υπεράσπιση ότι το ένταλμα έρευνας καλούσε την αστυνομία να το εκτελέσει “αμέσως”.  Η παράλειψη της αστυνομίας να το πράξει, είχε σαν αποτέλεσμα η ισχύς του εντάλματος να εκπνεύσει και ως εκ τούτου κατέστη άκυρο με ανάλογες επιπτώσεις στη νομιμότητα της έρευνας.  Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση για τους ακόλουθους λόγους.      

 

Η αποστολή της ΥΚΑΝ είναι από τη φύση της λεπτή και δύσκολη.  Οι εξηγήσεις στις οποίες προέβηκε ο Υπαστυνόμος Σολομωνίδης δικαιολογούν κατά τρόπο πέραν του ικανοποιητικού την “καθυστέρηση” των 16 ημερών στην εκτέλεση του εντάλματος.  Συγκεκριμένα επεξήγησε ότι η αστυνομία χρειάστηκε το χρόνο αυτό για να διερευνήσει και διασταυρώσει τις πληροφορίες που είχε για τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν ήταν γνωστός στην ΥΚΑΝ, να παρακολουθήσει τις κινήσεις του κατηγορούμενου και στη συνέχεια να προβεί στην εκτέλεση του εντάλματος έρευνας. Πέραν τούτου κρίνουμε ότι η έννοια του όρου “αμέσως” δεν μπορεί να ερμηνεύεται με την στενή έννοια του όρου όπως την ανέλυσε ο συνήγορος Υπεράσπισης.  Η ερμηνεία αυτή δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο άρθρο 29 3(β) Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, ούτε και στο άρθρο 28 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.  Αυτό γιατί με τις πρόνοιες του αρ. 29(3)(β) ανωτέρω, το ένταλμα έρευνας ισχύει για ένα μήνα από την ημερομηνία έκδοσης του, ενώ με τις πρόνοιες του αρ. 28 ανωτέρω, η ισχύς του είναι απεριόριστη δηλαδή μέχρι να εκτελεστεί ή ακυρωθεί από Δικαστή.   Εξάλλου στον Τύπο του Εντάλματος ΄Ερευνας  όπως αυτός προνοείται στους Θεσμούς Ποινικής Δικονομίας, στο λεκτικό που πρέπει να χρησιμοποιείται, δεν φαίνεται να περιλαμβάνεται η λέξη “αμέσως”.  Η χρήση της στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να κατανικά και να περιορίζει τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας.  Επιπρόσθετα στο ΄Ενταλμα ΄Ερευνας η Αστυνομίας καλείται, δεν διατάζεται, επομένως το λεκτικό δεν είναι επιτακτικό.  Στη βάση αυτών των διατάξεων έχουμε την άποψη ότι η έννοια του όρου “αμέσως” σημαίνει  εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο συναρτάται με τα περιστατικά και τη φύση της κάθε υπόθεσης.  Υπό τα περιστατικά και τη φύση της παρούσας υπόθεση και στη βάση των εξηγήσεων που έδωσε ο Υπαστυνόμος Σολομωνίδης, που ήδη κρίναμε ότι ήταν πέραν του ικανοποιητικού, κρίνουμε ότι η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί. 

 

(β)      ΄Εγινε περαιτέρω εισήγηση από την Υπεράσπιση ότι το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε για συγκεκριμένα ναρκωτικά και υπάρχει πιθανότητα  τα ανευρεθέντα, να μην είναι αυτά για τα οποία στη βάση πληροφοριών της αστυνομίας, εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας.  Προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Χαράλαμπου Σιακαλλή (2001) 1 ΑΑΔ, σελ. 282.

 

Καταρχήν θα πρέπει να επισημανθεί ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε αίτηση Certiorary προκειμένου να ελεγχθεί η νομιμότητα και η ορθή έκδοση εντάλματος έρευνας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που πρέπει να συνοδεύει την αίτηση της αστυνομίας για έκδοση εντάλματος έρευνας.  Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι το Κακουργιοδικείο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την εγκυρότητα του επίδικου εντάλματος έρευνας.  (βλ. AlHamad & ΄Αλλων ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 117).  Με βάση την ένορκη δήλωση που συνοδεύει το επίδικο ένταλμα έρευνας, σύμφωνα με πληροφοριοδότη της ΥΚΑΝ, ο κατηγορούμενος αποκρύπτει στην οικία του μεγάλες ποσότητες κάνναβης την οποία προμηθεύει σε νεαρά άτομα.  Ο πληροφοριοδότης είδε τα ναρκωτικά στην οικία του κατηγορούμενου και ο κατηγορούμενος του πρότεινε και τον προμήθευσε με ναρκωτικά. 

 

Είναι έκδηλο ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένη ποσότητα κάνναβης.  Απεναντίας αποδίδει στον κατηγορούμενο μια συνεχόμενη εγκληματική δραστηριότητα, χωρίς να απομονώνει ούτε ποσότητα ούτε χρονικό προσδιορισμό της απόκρυψης ναρκωτικών.  Επομένως η εισήγηση ότι το ένταλμα έρευνας αφορούσε συγκεκριμένα ναρκωτικά  που ευρίσκοντο στην κατοχή του κατηγορούμενου κατά το χρόνο έκδοσης του εντάλματος, δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης.  Θα προσθέταμε περαιτέρω ότι δεν αντέχει τον έλεγχο οποιασδήποτε λογικής ούτε και συνάδει με την αποστολή των διωκτικών αρχών να προβάλλεται η θέση ότι  εκδόθηκε ένταλμα έρευνας για συγκεκριμένα παράνομα αντικείμενα και επειδή τα ανευρεθέντα επίσης παράνομα αντικείμενα είναι διαφορετικά από τα προσδιοριζόμενα στο ένταλμα -που δεν είναι η περίπτωση που εδώ εξετάζεται- τότε η αστυνομία εμποδίζεται να τα παραλάβει και να τα χρησιμοποιήσει περαιτέρω για οποιαδήποτε ποινική δίωξη ήθελε να ακολουθήσει στη βάση των ανευρεθέντων.  Η διακίνηση  ναρκωτικών είναι συνεχόμενο αδίκημα, το ίδιο και η εμπορία  η οποία γίνεται τμηματικά.  Ο έμπορος ναρκωτικών μπορεί να προμηθεύεται μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και να τις εμπορεύεται σε μικρότερες δόσεις και με πολλές παράνομες πράξεις. 

 

(γ)      Είναι επιπρόσθετα, θέση της Υπεράσπισης ότι η αστυνομία παρέλειψε να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα ανευρεθέντα και κατασχεθέντα τεκμήρια, όπως το ένταλμα έρευνας την εξουσιοδοτούσε, κατά παράβαση του αρ. 32 του Περί Ποινική δικονομίας Νόμου Κεφ. 155.  Ούτε αυτή η εισήγηση μας βρίσκει σύμφωνους. Οι πρόνοιες του αρ. 32 είναι σαφείς.  Εφαρμόζονται στην περίπτωση που από την φύση των αντικειμένων χρειάζεται να οριστεί από το Δικαστήριο πρόσωπο να κατακρατεί τα κατασχεθέντα αντικείμενα, το οποίο και θα λαμβάνει εύλογη φροντίδα για την διατήρηση τους μέχρι να αποπερατωθεί η ποινική διαδικασία, ή αντικείμενα που υπόκεινται σε φθορά ή είναι επιβλαβή και θα πρέπει να διατεθούν. Ακόμα, στην περίπτωση που τα αντικείμενα δεν απαιτούνται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία και διατάσσεται η επιστροφή τους στο νόμιμο δικαιούχο τους. 

 

Καμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις δεν εφαρμόζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση.  Η παρούσα υπόθεση αφορά ανεύρεση και κατάσχεση παράνομων ναρκωτικών ουσιών που δεν απαιτείτο να παρουσιασθούν σε Δικαστήριο για να εκδώσει οποιαδήποτε  σχετική διαταγή.  Η αστυνομία είχε κάθε εξουσία να τα κατακρατεί για να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο όπως και είναι η προσπάθεια της στην παρούσα διαδικασία.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν εντοπίζεται στην έρευνα που έχει γίνει, αυτή καθ΄ εαυτή, οποιοδήποτε στοιχείο που να θίγει την εγκυρότητα της. 

         

Προτού προχωρήσουμε με το δεύτερο ζήτημα, κρίνουμε ότι χρήζει απάντησης ακόμα μια εισήγηση της Υπεράσπισης που αποτελεί προέκταση  της εισήγησης (α) ανωτέρω.  Συγκεκριμένα, είναι η θέση της ότι στο χρονικό διάστημα των 16 ημερών από την έκδοση του εντάλματος έρευνας, μέχρι την εκτέλεση του, η αστυνομία, όπως ανέφερε ο Υπαστυνόμος Σολομωνίδης, παρακολουθούσε τις κινήσεις του κατηγορούμενου στην προσπάθεια της να διερευνήσει και διασταυρώσει την πληροφορία που είχε ότι ο κατηγορούμενος απέκρυπτε και διακινούσε ναρκωτικά.  Αυτή η ενέργεια της αστυνομίας, κατά τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης παραβίασε το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορούμενου της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται στο αρ. 15 του Συντάγματος. 

 

Είναι έκδηλο κατά την άποψη μας ότι η εισήγηση στερείται κάθε ερείσματος.  Αποδοχή της θα οδηγούσε σε εξουδετέρωση του ρόλου της αστυνομίας σε κάθε περίπτωση που τούτη ενεργεί για διερεύνηση πληροφοριών της φύσεως που είχε στην συγκεκριμένη περίπτωση.  Θα ήταν δε εκ περισσού να αναφερθεί ότι αποτελεί καθήκον της αστυνομίας να προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες που εντάσσονται στο πλαίσιο της αποστολής της και δεν εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς.  Πρέπει επιπρόσθετα να τονιστεί ότι στο ΄Ενταλμα ΄Ερευνας περιλαμβάνεται και ένα όχημα για το οποίο θα πρέπει να γίνονταν σχετικές ενέργειες για τον εντοπισμό του, επομένως διακριτική παρακολούθηση του κατηγορούμενου προς το σκοπό αυτό εντάσσεται μέσα στα νόμιμα πλαίσια. 

 

Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω προχωρούμε στην εξέταση του δεύτερου ζητήματος.

 

ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΚΡΑΤΗΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ

 

Αποτελεί ισχυρισμό της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος τελούσε ουσιαστικά υπό παράνομη κράτηση από τη στιγμή της άφιξης του στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου μέχρι και τη στιγμή της ανεύρεσης των ναρκωτικών και της ζυγαριάς ακριβείας.

 

Ο κύριος Μαθηκολώνης έθεσε ακόμη ένα παράλληλο θέμα, ότι δηλαδή η Αστυνομία χρησιμοποίησε “τέχνασμα” για να ξεγελάσει τον κατηγορούμενο να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό.  Είναι παραδεκτό ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Λοχίας 1094 με τον κατηγορούμενο, δεν του ανέφερε τον λόγο που τον ήθελε να πάει στο Σταθμό.  ΄Οσον αφορά τη κλήση του κατηγορούμενου στον αστυνομικό σταθμό προκύπτει, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ότι η αστυνομια δεν την συνόδευσε με οποιεσδήποτε αναφορές για συνέπειες στη περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν θα ανταποκρινόταν θετικά.  Η κλήση αυτή καθ΄ εαυτή άφηνε επιλογή στον κατηγορούμενο είτε να ανταποκριθεί θετικά είτε όχι.  Επέλεξε, για δικούς του σκοπούς να ανταποκριθεί θετικά και μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό οικειοθελώς.  Επομένως οι οποιεσδήποτε αιτιάσεις για εξαναγκασμό του να μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό δεν ευσταθούν.  Ούτε κατά την άποψη μας εντοπίζεται οτιδήποτε το επιλήψιμο στις αστυνομικές ενέργειες να τον καλέσουν στο σταθμό προκειμένου να διασφαλίσουν την οποιανδήποτε επέμβαση, στο μεταξύ, στις ναρκωτικές ουσίες που πιθανόν να απέκρυπτε στο σπίτι του, όπως ήταν οι σχετικές πληροφορίες της αστυνομίας.

 

Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο κατηγορούμενος, με την άφιξη του στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, δεν συνελήφθη με τις νενομισμένες διαδικασίες που προνοεί το ΄Αρθρο 9, του Κεφ. 155.   Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που έστω και αν δεν ακολουθηθεί η νενομισμένη διαδικασία σύλληψης, μπορεί να θεωρηθεί ότι κάποιο άτομο τελεί υπό σύλληψη ή κράτηση, η οποία ανάλογα με τις περιπτώσεις δύναται να είναι νόμιμη ή παράνομη.  Οι περιπτώσεις αυτές καλύπτουν και γεγονότα όπως αυτά της παρούσας, που κάποιο άτομο μεταβαίνει οικειοθελώς στον Αστυνομικό Σταθμό και εκεί τυγχάνει τέτοιας συμπεριφοράς που να μεταδίδεται η εντύπωση ότι βρίσκεται υπό σύλληψη, κράτηση ή περιορισμό.

 

Στο σύγγραμμα του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Α. Λοϊζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας στη σελ. 62 αναφέρεται ότι η συμπεριφορά της Αστυνομίας πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά.  Αυτό συνάδει με την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και την προστασία από την κατάχρηση εξουσίας από την Αστυνομία.  Αν, παρά το γεγονός ότι σε ένα άτομο δεν τέθηκε κανονικός περιορισμός στην ελευθερία διακίνησης του, φανεί ότι η Αστυνομία είχε σκοπό να το κρατήσει κάτω από τον έλεγχο της αν αποπειράτο, ασκώντας το δικαίωμα του εκείνο, να αρνηθεί συνεργασία ή να φύγει, η αστυνομική ενέργεια συνιστά σύλληψη. 

 

Η ίδια αρχή πηγάζει από την υπόθεση Δημητράκης Χ”Σάββας ν. Δημοκρατίας (1988) 2 ΑΑΔ 37,  σελ. 42-43.  Ο Εφεσείων, αφού κλήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό, μετέβηκε εκεί με τη θέληση του, όπου και παρέμεινε για 5 ολόκληρες ώρες.  Η μαρτυρία που υπήρχε ήταν ότι ήταν πλήρως συνεργάσιμος, ότι δεν υπήρξε οιαδήποτε πίεση σ΄ αυτόν κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, αλλά ούτε και φυσικός περιορισμός των κινήσεων του.  Το Κακουργιοδικείο βρήκε ότι δεν τελούσε υπό παράνομη κράτηση και αυτό επικυρώθηκε από το  Ανώτατο Δικαστήριο.  Αναφέρει ο Πικής, Δ. Όπως ήταν τότε στη σελ. 42:

 

 

 “(1)    The conduct of the police in pursuing the investigation of a crime must be examined objectively; a position compatible with the  effective sustenance of the rights of the citizen and protection from abuse of police power.  The fact that the police did not seek to put the appellant under arrest or their claim that they had no intention, at that stage, to arrest him, are not decisive.  If, despite formal constraints of appellant´s freedom of movement, the police intended to keep him under control, if he attempted to leave or if he refused cooperation, the conclusion would be that he was under arrest without warrant in breach of Art. 11.2(c) of the Constitution.”

 

Είναι ξεκάθαρο ότι και σε περιπτώσεις που η Αστυνομία δεν έχει σκοπό να θέσει κάποιον υπό σύλληψη ή κράτηση, εάν η συμπεριφορά της κρινόμενη αντικειμενικά προκαλεί τέτοια εντύπωση, τότε το Δικαστήριο θα θεωρήσει ότι το άτομο αυτό τελεί υπό περιορισμό.

 

   Στην υπόθεση Gavris v. The Republic, Vol. 1, R.S.C.C (1961) η Αστυνομία είχε στόχο να μεταφέρει τον Αιτητή στον Αστυνομικό Σταθμό για να έχει συνομιλία με κάποιον Αξιωματικό αναφορικά με προσβλητική συμπεριφορά του.  Προς τον σκοπό αυτό, Αστυνομικοί μετέβησαν στην οικία του στις 7:00 π.μ., τον ξύπνησαν, τον περίμεναν να ετοιμασθεί και τον μετέφεραν με αστυνομικό όχημα στο Αρχηγείο Αστυνομίας.  Παρέμεινε εκεί μέχρι τις 10:00 π.μ. όταν συνελήφθη ως ψυχασθενής κατόπιν Δικαστικού Εντάλματος.  Το τότε Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο θεώρησε ότι ο Αιτητής τελούσε υπό παράνομη κράτηση καθόλο το διάστημα μέχρι τη στιγμή της εκτέλεσης του Δικαστικού Εντάλματος. 

 

Στην Αγγλική υπόθεση R v. Inwood (1973)  2 All E.R 645, ο Κατηγορούμενος πήγε εθελοντικά στον Αστυνομικό Σταθμό για ανάκριση.  Στη διάρκεια της ανάκρισης του λέχθηκε ότι θα κατηγορείτο για αδίκημα και του έγινε σωματική έρευνα, ενώ του λήφθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα.  Τότε ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε πλέον να παραμείνει στον Αστυνομικό Σταθμό και προσπάθησε να φύγει αλλά οι Αστυνομικοί τον σταμάτησαν ασκώντας βία.  Το Court of Appeal θεώρησε ότι τα γεγονότα δεν ήταν τόσο καθαρά που να οδηγούν στο σαφές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος τελούσε υπό σύλληψη. 

 

Σε τέτοιες περιπτώσεις τα γεγονότα μπορεί να αναδεικνύουν τόσο λεπτές και μικρές διαφορές και ισορροπίες που να είναι δύσκολο να αποφασίσει κάποιος προς τα πού οδηγούν οι ενέργειες της Αστυνομίας.  Μάλιστα σε 2 άρθρα που δημοσιεύτηκαν το 1978, τέτοιες περιπτώσεις παρουσιάζονται ως λαβύρινθος βλ. Arrest and Detention - The Conceptual Maze, by David Telling (1954) Crim. L.R. 320, A Maze in Law, by K.W. Lidstone (1954) Crim. L.R. 332.

 

O γνωστός ακαδημαϊκός Glanville Williams, δημοσίευσε το άρθρο Requisites of a Valid Arrest” (1954) Crim. L.R. 6, στο οποίο μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα:

 

“The foregoing remarks do not mean that every request by a police constable to a suspect to accompany him, followed by acquiescence, amounts to an arrest.  One has to face the very difficult distinction between a command and a request.  If the officer merely makes a request to the suspect, giving him to understand that he is at liberty to come or refuse, there is no imprisonment and no arrest.  If, however, the impression is conveyed that there is no such option and that suspect is compelled to come, it is an arrest.  The distinction does not turn merely on the words used but on the way in which thay are spoken and on all the circumstances.  All manner of ambiguous expressions may be used by the officer, as if he says: ´ I think it would be better if you come with me´; or ´ I suggest that we both go to the police station where you can tell your story to the superintendent.´  The question ´ Will you come with me?´ may look in print like a request; but it is capable of being intended as an imperative instead of as a question, and will then be a command.  A court would probably incline to hold that all expressions of this sort, coming from a person known to be a police officer, are commands and not requests, unless they clearly leave the suspect with a choice.  The proper practice is for the officer to tell the suspect expressly that he is not bound to come, where a choice is intended to be left to him.”

 

          H τελική κατάληξη των πιο πάνω νομικών θέσεων είναι ότι τέτοια θέματα είναι συνδυασμός νόμου και γεγονότων και κατά συνέπεια η  κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα.  Εξάλλου αυτό λέχθηκε ρητά και στην υπόθεση R v. Inwood (1973) πιο πάνω.

 

          Στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτό ότι ο κατηγορούμενος δεν έκαμε οιαδήποτε προσπάθεια να φύγει, ούτε αρνήθηκε να συνεργαστεί με την αστυνομία.  ΄Οσον αφορά τις διαφορετικές εκδοχές των δύο πλευρών αναφορικά με τα γεγονότα, προτιμούμε τη θέση που παρέθεσαν οι μάρτυρες της Αστυνομίας. 

 

          Εξετάζοντας τον ισχυρισμό που προέβαλε ο κατηγορούμενος ότι ουσιαστικά εξαναγκάστηκε να μεταβεί στην οικία του με αστυνομικό όχημα, κάτι που ισοδυναμεί, όπως είναι η θέση της Υπεράσπισης, με παράνομη κράτηση, αδυνατούμε να δεχθούμε  τη θέση αυτή.  Αυτό γιατί η αστυνομία με το να απομακρύνει τον κατηγορούμενο από την οικία του, την οποία θα ερευνούσε με δικαστικό ένταλμα είχε ήδη διασφαλίσει ότι δεν θα εγίνετο οποιαδήποτε επέμβαση στα ναρκωτικά που πιθανόν να αποκρύπτοντο σ΄ αυτό.    Επομένως για σκοπούς της έρευνας που θα επακολουθούσε, δεν απαιτείτο οποιαδήποτε ενέργεια περιορισμού των κινήσεων του κατηγορούμενου. 

 

          Δεχόμαστε επομένως ότι η αστυνομία δεν τον εξανάγκασε με οποιοδήποτε τρόπο να εισέλθει στο αστυνομικό όχημα, στο οποίο μπήκε με τη δική του θέληση - παρόλο  που του δόθηκε η επιλογή να πράξει διαφορετικά αν το επιθυμούσε - ενόψει της πληροφόρησης που έτυχε για την ύπαρξη του εντάλματος έρευνας.  Η αστυνομία με κανένα τρόπο δημιούργησε συνθήκες παράνομης κράτησης τους κατηγορούμενου.  Προφανώς ο κατηγορούμενος με την επίδειξη του εντάλματος έρευνας αποφάσισε να συνεργαστεί με την αστυνομία και αυτό έπραξε.  ΄Ολες οι ενέργειες της αστυνομίας καταδεικνύουν ότι δεν διατηρούσε οποιαδήποτε πρόθεση και δεν στόχευε στην κράτηση του κατηγορούμενου εάν αυτός επιχειρούσε να φύγει με το δικό του όχημα.

 

          Δεχόμαστε ότι, με αντικειμενικά κριτήρια, δεν υπήρξε οιαδήποτε άμεση ή έμμεση άσκηση εξουσίας στον κατηγορούμενο.  Τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης διαχωρίζονται από αυτά της Κόκκινος ν. Αστυνομίας (1967) 2 ΑΑΔ 217 αφού σε εκείνη την περίπτωση από τη στιγμή που ο Εφεσείων κλήθηκε να ακολουθήσει τον Αστυνομικό στο Σταθμό, επεβλήθη σ΄ αυτόν έλεγχος και δικαιολογημένα νόμισε ότι συνελήφθη κάτι που τυπικά έγινε αργότερα στο Σταθμό. 

 

          Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτουμε τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό παράνομη κράτηση.

 

          Υπάρχουν ακόμη δύο παράμετροι στην υπόθεση.  Η πρώτη αφορά τη θέση του κατηγορούμενου ότι στον αστυνομικό σταθμό δεν ένιωσε κανένα φόβο, γιατί δεν έκρυβε ναρκωτικά στο σπίτι του και γνώριζε τον Μ4 αστυφύλακα 2733 Κώστα Κωνσταντίνου από προηγουμένως.  Στη βάση της θέσης αυτής δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε τη θέση του ότι του υποβλήθηκε ενέργεια από πρόσωπο εξουσίας, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν είχε καμιά σχέση με ναρκωτικά. 

 

          Η δεύτερη είναι η θέση του κατηγορούμενου ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά και η ζυγαριά ακριβείας δεν ήταν δικά του - κάτι βεβαίως που δεν θα εξεταστεί σ΄ αυτό το στάδιο - και ότι αυτά ανευρέθηκαν κατά την έρευνα που έγινε, χωρίς τη δική του υπόδειξη.  Η θέση όμως αυτή εκθεμελιώνει κάθε βάση ότι η ανεύρεση των ναρκωτικών ήταν αποτέλεσμα προηγηθείσας παράνομης κράτησης.  Με άλλα λόγια η ανεύρεση των ναρκωτικών και της ζυγαριάς ακριβείας ήταν, κατά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, αποτέλεσμα της έρευνας της αστυνομίας, που όπως ήδη κρίθηκε ήταν καθόλα νόμιμη και ασύνδετη με στέρηση ή όχι της προσωπικής του ελευθερίας.

 

          Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά και η ζυγαριά ακριβείας ανευρέθηκαν ως αποτέλεσμα νόμιμης έρευνας και επομένως μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως Τεκμήρια.  Σ΄ ό,τι αφορά τη θέση του κατηγορούμενου ότι αυτά δεν του ανήκουν ούτε και τα υπέδειξε στην αστυνομία, είναι θέματα τα οποία θα εξεταστούν σε μεταγενέστερο στάδιο και όχι στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. 

 

(Υπ.) .................................

Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ.

 

 

(Υπ.) ...............................

Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ.

/ΓΚ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο