ECLI:CY:EDLEF:2014:B40

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ.

 

                                                                       Αρ.Υπόθεσης:19484/2012

 

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας

-

Ανδρέας Στυλιανού Τσαγγαρίδης

Κατηγορουμένου

 

Ημερομηνία: 9 Απριλίου 2014

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου

Για τον Κατηγορούμενο: κα Τζ. Παπαδοπούλου

Κατηγορούμενος: Παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 22/5/2011 στη συμβολή της οδού Σουλίου με τη Λεωφόρο Στροβόλου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KKT387, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή.

 

Μαρτυρία

 

Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά 7 μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα.

 

Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο Α/Αστ. 714, Α. Σιακαλλής (Μ.Κ.1), ο οποίος υπηρετεί σήμερα στην Εισαγγελία Λευκωσίας, ενώ στις 22/5/20122 υπηρετούσε στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λευκωσίας. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 22/5/2011 και περί ώρα 17:15 ο Μ.Κ.1 επισκέφτηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στις 17:05 της ίδιας ημέρας στη συμβολή της Λεωφόρου Στροβόλου με την οδό Σουλίου στο Στρόβολο. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KKT387 (στο εξής «το Αυτοκίνητο Α»), το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής HYK337 (στο εξής «το Αυτοκίνητο Β»), το οποίο οδηγείτο από την Στέλλα Καλλίδου Ριρή, και η μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KWU280 (στο εξής «η Μοτοσυκλέτα»), η οποία οδηγείτο από τον Κώστα Ψαρά.

 

Κατά την άφιξή του στη σκηνή, ο Μ.Κ.1 βρήκε τον Λοχία 4721, Θ. Θεοκλέους, της Τροχαίας Λευκωσίας, ο οποίος απέκοψε το δρόμο. Όλα τα ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση και οι οδηγοί ήταν παρόντες. Οι οδηγοί του Αυτοκινήτου Β και της Μοτοσυκλέτας ήταν τραυματισμένοι και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Περί τις 17:30 έφτασαν στη σκηνή ο Α/Λοχίας 4741, Λ. Θεμιστοκλέους και ο Α/Αστ. 1144 Α. Ανδρέου. Περί τις 17:30 έφτασε, επίσης, ο Α/Αστ. 843, Μ. Αντωνίου, o οποίος βοήθησε τον Μ.Κ.1, στην παρουσία του Κατηγορουμένου, να πάρει διάφορα μέτρα και να ετοιμάσει πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο «3»). Ο Μ.Κ.1 σημείωσε με το γράμμα «Χ» το σημείο σύγκρουσης της Μοτοσυκλέτας με το Αυτοκίνητο Α, με το γράμμα
«Χ1» το σημείο σύγκρουσης της Μοτοσυκλέτας με το Αυτοκίνητο Β και με το γράμμα «Χ2» το σημείο σύγκρουσης του οδηγού της Μοτοσυκλέτας με πλαστικό κώνο τροχαίας.

Ακολούθως, ο Α/Αστ.1144, κατόπιν υποδείξεων του Μ.Κ.1, φωτογράφησε τη σκηνή του δυστυχήματος. Ο Λοχίας 4721 έλεγξε τις ζημιές των οχημάτων και έδωσε οδηγίες στον Α/Αστ.1144 να φωτογραφήσει τα τρία οχήματα.

 

Σύμφωνα, περαιτέρω, με το Τεκμήριο 1, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίες για κάθε κατεύθυνση. Οι κατευθύνσεις χωρίζονται από κτιστή νησίδα μήκους 1,2m. H ορατότητα, σύμφωνα με την πορεία του Αυτοκινήτου Α προς την κατεύθυνση που ερχόταν η Μοτοσυκλέτα ήταν πέραν των 40 μέτρων και σύμφωνα με την πορεία της Μοτοσυκλέτας ήταν πέραν των 50 μέτρων, αφού μπροστά τους και σύμφωνα με την πορεία τους δεν υπήρχε οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Στο ύψος της συμβολής από την μεριά της οδού Σουλίου υπάρχει πινακίδα με υποχρεωτική πορεία προς τα αριστερά και πινακίδα ΣΤΟΠ στο αριστερό πεζοδρόμιο.

 

Ακολούθως καταγράφεται πώς καθορίστηκε το σημείο σύγκρουσης μεταξύ της Μοτοσυκλέτας και του Αυτοκινήτου Α, το σημείο σύγκρουσης Χ1 και το σημείο σύγκρουσης Χ2.

 

Σύμφωνα, επίσης, με το Τεκμήριο 1, το Αυτοκίνητο Α υπέστη ζημιές στο δεξιό μέρος (πατήδι πόρτας οδηγού, δεξιό μπροστινό ελαστικό, πόρτα οδηγού). Το Αυτοκίνητο Β υπέστη εκτεταμένες ζημιές σε ολόκληρο το δεξιό μέρος (ανεμοθώρακας, πόρτα οδηγού, καμπίνα, πίσω πόρτα, πισινό φτερό). Η Μοτοσυκλέτα υπέστη εκτεταμένες ζημιές και καταστράφηκε ολοσχερώς αφού αποκόπηκαν οι σούστες, το τιμόνι και το ντεπόζιτο καυσίμων. Ο πλαστικός κώνος (pollard) αποκόπηκε από τη βάση του.

 

Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 έκανε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης στον Κατηγορούμενο με μηδενική ένδειξη. Στις 23/5/2011 και μεταξύ των ωρών 14:00-16:00 στο χώρο φύλαξης οχημάτων της πρώην Α.Δ.Ε. Λευκωσίας, ο Λοχίας 4721, στην παρουσία του Μ.Κ.1, προέβηκε σε μηχανικό έλεγχο των οχημάτων. Στις 28/5/2011 ο Μ.Κ.1 πήρε κατάθεση από την οδηγό του Αυτοκινήτου Β. Της έδειξε και επεξήγησε το Τεκμήριο 3, με το οποίο αυτή συμφώνησε. Στις 15/6/2011, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον οδηγό της Μοτοσυκλέτας. Του έδειξε και επεξήγησε, επίσης, το Τεκμήριο 3, με το οποίο συμφώνησε. Στις 23/6/2011 ο Μ.Κ.1 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα που αντιμετωπίζει στην παρούσα (Τεκμήριο «2»).

 

Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «4» το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε με βάση το Τεκμήριο 3 και ως Τεκμήριο «5» έντυπο που ετοίμασε σε σχέση με τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων. Η Μοτοσυκλέτα ανατράπηκε μετά τα ίχνη τροχοπέδησης και σύρθηκε με το πλευρό της και κτύπησε πάνω στο Αυτοκίνητο Α. Ανέφερε, επίσης, ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τόσο στην οδό Σουλίου όσο και στη Λεωφόρο Στροβόλου είναι 50 χ.α.ώ. Κατέθεσε ως Τεκμήρια «Α» και «Β» προς αναγνώριση δύο σετ φωτογραφιών.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος διερευνούσε τροχαία δυστυχήματα για 11 χρόνια και πως εκπαιδεύτηκε στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Οι μετρήσεις στη σκηνή έγιναν με μετροταινία. Ανέφερε, επίσης, ότι είναι λανθασμένη η αναφορά του σε σχέση με το πλάτος του δρόμου χωρίς τη νησίδα, δηλαδή είναι 12,4m και όχι 12,6m.

 

Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.1 ανέφερε πως μέτρησαν την ορατότητα τοποθετώντας ένα αυτοκίνητο στο ΑΛΤ της οδού Σουλίου και βάζοντας μια μοτοσυκλέτα να κινείται στη Λεωφόρο. Εξήγησε, επίσης, πώς καθορίστηκε το σημείο σύγκρουσης Χ1. Λόγω της σοβαρότητας του δυστυχήματος πήγαν άλλες 2-3 φορές στο χώρο, ίσως μια βδομάδα ή 10 ημέρες. Ακολούθως ρωτήθηκε και ανέφερε σε σχέση με διάφορες αποστάσεις και μετρήσεις, λέγοντας, μεταξύ άλλων, πως η απόσταση του σημείου Χ από τη διακεκομμένη γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας από Λευκωσία προς Στρόβολο είναι 1,20m. Δεν γνωρίζει ποιος από τους δύο τροχούς της Μοτοσυκλέτας άφησε ίχνη τροχοπέδησης, αλλά πιστεύει ότι το μαύρισμα προήλθε από το κλείδωμα και των δύο τροχών. Ανέφερε, περαιτέρω, πως δεν είχε στοιχεία για να υπολογίσει την ταχύτητα του Κατηγορουμένου. Δεν γνωρίζει, επίσης, την ταχύτητα του οδηγού της Μοτοσυκλέτας και εξήγησε γιατί δεν έκαναν μέτρηση της ταχύτητας της Μοτοσυκλέτας.

 

Ανέφερε, επίσης, ότι λόγω της κρισιμότητας του κατάστασης του οδηγού της Μοτοσυκλέτας, ο οποίος εισήχθη στην εντατική μονάδα, δεν μπορούσαν να παν να του κάνουν έλεγχο αλκοόλης. Μπορούσε να γίνει έλεγχος από το αίμα, αλλά δεν μπορούσαν να παν έγκαιρα στο νοσοκομείο.

 

Συμφώνησε ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν βίαιη. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ταχύτητα της Μοτοσυκλέτας, αλλά δεν γνωρίζει αν αυτή ήταν υπερβολική ή όχι.

 

Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο A/Αστυφύλακας 1144, A. Ανδρέου (Μ.Κ.2), ο οποίος στις 22/5/2011 υπηρετούσε στο Γραφείο Εξέτασης Σοβαρών Τροχαίων Υποθέσεων της Τροχαίας Αστυνομίας και ήταν εξουσιοδοτημένος φωτογράφος της Αστυνομίας. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο «6»), όπου καταγράφεται, μεταξύ άλλων, η εμπλοκή του στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος, η ενημέρωση που είχε όταν έφτασε στη σκηνή περί τις 17:25, ότι έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής καθ’ υπόδειξη του Μ.Κ.1, ως και αριθμό φωτογραφιών των ενεχόμενων οχημάτων καθ’ υπόδειξη του Λοχία, 4721. Καταγράφονται, επίσης, τα στοιχεία της υπηρεσιακής ψηφιακής μηχανής που χρησιμοποίησε για τη λήψη των φωτογραφιών και η διαδικασία και επεξεργασία που ακολούθησε για την ετοιμασία των 2 βιβλιαρίων φωτογραφιών.

 

Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση ως το βιβλιάριο των φωτογραφιών που λήφθηκαν καθ’ υπόδειξη του Μ.Κ.1, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο «7», και το Τεκμήριο Β προς Αναγνώριση ως το βιβλιάριο των φωτογραφιών που λήφθηκαν καθ’ υπόδειξη του Λοχία 4721, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο «8».

Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2, μεταξύ άλλων, υπέδειξε με αναφορά στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 τα ίχνη τροχοπέδησης και εκτροπής της Μοτοσυκλέτας, τα ίχνη εκτροπής του Αυτοκινήτου Α και το σημείο σύγκρουσης της Μοτοσυκλέτας με το Αυτοκίνητο Α.

 

Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο Λοχίας 843, Μ. Αντωνίου (Μ.Κ.3), ο οποίος είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Διερεύνησης Δυστυχημάτων της Τροχαίας από το 1998 και από το 2010 στο Γραφείο Εξέτασης Σοβαρών Υποθέσεων της Τροχαίας. Ο Μ.Κ.3 υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο «9»), όπου καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα Πιστοποιητικά του και η εμπλοκή του στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος, ήτοι ότι βοήθησε τον Μ.Κ.1 να ετοιμάσει πρόχειρο σχέδιο και στις 22/5/2011 και ώρα 18:45 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο.

 

Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 9, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ήταν στη σκηνή όταν έγιναν όλες οι μετρήσεις, αλλά ο ίδιος δεν κράτησε σημειώσεις, εφόσον αυτή είναι η δουλειά του εξεταστή. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «10» την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο. Παραθέτω αυτή αυτολεξεί:

 

«Ερώτηση 1: Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου KKT387; Απάντηση 1: Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου KKT387 είναι η σύζυγός μου Βιργινία Στυλιανού και μου επιτρέπει να το οδηγώ. Ερώτηση 2: Την 22/5/2011 και ώρα 17:05 που βρισκόσουν; Απάντηση 2: Περίπου η ώρα 16:55 έφυγα από το σπίτι μου στο Στρόβολο και η πρόθεσή μου ήταν να πάω στο κέντρο ΠΡΟΣΗΛΙΟ στη Μακεδονίτισσα. Περίπου η ώρα 17:05 οδηγούσα το αυτοκίνητο KKT387 στην οδό Σουλίου στο Στρόβολο με κατεύθυνση τη Λεωφ. Στροβόλου. Ερώτηση 3: Ήσουν μόνος σου στο αυτοκίνητο; Απάντηση 3: Ναι, ήμουν μόνος μου. Ερώτηση 4: Φορούσες τη ζώνη ασφαλείας σου; Απάντηση 4: Ναι. Ερώτηση 5: Ποια ήταν η ταχύτητά σου πριν φτάσεις στο αλτ; Απάντηση 5: Ήταν χαμηλή περίπου 15-20 χαω. Ερώτηση 6: Όταν έφτασες στο αλτ τι έκαμες; Απάντηση 6: Σταμάτησα στο αλτ και κοίταξα δεξιά και βεβαιώθηκα ότι δεν υπήρχε τροχαία κίνηση που να με εμποδίζει να βγω από το αλτ. Είδα ένα αυτοκίνητο να έρχεται από δεξιά και περίμενα μέχρι που πέρασε. Ερώτηση 7: Μετά τι έκαμες; Απάντηση 7: Ξανακοίταξα δεξιά και βεβαιώθηκα ότι δεν έρχονταν οχήματα από δεξιά. Ερώτηση 8: Σε πόση απόσταση μπορούσες να κοιτάξεις δεξιά; Απάντηση 8: Κοίταξα δεξιά και ο δρόμος ήταν καθαρός λίγο πιο πέρα από τα φώτα της διάβασης πεζών που βρίσκεται ανάμεσα στην οδό Σουλίου και τη Λεωφόρο Αθαλάσσας. Ερώτηση 9: Έδειξες με το τραφικέιτορ; Απάντηση 9: Έδειξα με το τραφικέιτορ όταν πλησίαζα στο αλτ. Ερώτηση 10: Βγαίνοντας από το αλτ που θα κατευθυνόσουν; Απάντηση 10: Αριστερά στη Λεωφ. Στροβόλου. Υπήρχαν σήματα υποχρεωτικής πορείας αριστερά και η Λεωφ. Στροβόλου χωρίζεται με κτιστή νησίδα. Ερώτηση 11: Πώς έγινε το δυστύχημα; Απάντηση 11: Βγήκα από το αλτ με κλίση αριστερά και εισήλθα διαγώνια απευθείας στη δεξιά λωρίδα της Λεωφ. Στροβόλου. Την ώρα που άρχισα να ισιώνω το αυτοκίνητό μου στη δεξιά λωρίδα ένιωσα βίαιο κτύπημα στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου μου. Από το κτύπημα το αυτοκίνητο μου σπρώχθηκε αριστερά και κτύπησε στο αριστερό πεζοδρόμιο και ακινητοποιήθηκε. Ερώτηση 12: Πριν τη σύγκρουση άκουσες κάποιο θόρυβο; Απάντηση 12: Όχι. Ερώτηση 13: Άκουσες θόρυβο από ήχο μοτοσυκλέτας να πλησιάζει ή ήχο από βίαιη τροχοπέδηση; Απάντηση 13: Όχι, δεν άκουσα οποιοδήποτε θόρυβο παρόλο που το παράθυρο του αυτοκινήτου ήταν ανοικτό. Είχα το ράδιο ανοικτό αλλά πολύ σιγά. Ερώτηση 14: Την ώρα της σύγκρουσης κατάλαβες με ποιο όχημα συγκρούστηκες; Απάντηση 14: Την ώρα της σύγκρουσης δεν είδα με τι αντικείμενο συγκρούστηκα. Μόλις ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητό μου είδα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ακινητοποιημένη μια μοτοσυκλέτα. Αμέσως αναζήτησα τον οδηγό της και τον είδα σε απόσταση περίπου είκοσι με τριάντα μέτρα από την μοτοσυκλέτα επίσης στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ξαπλωμένο στην άσφαλτο. Ερώτηση 15: Φορούσε το κράνος του; Απάντηση 15: Ναι το φορούσε και είχε τις αισθήσεις του. Νομίζω ότι τον είδα να βγάζει το κράνος μόνος του. Μαζεύτηκε αρκετός κόσμος κοντά στο μοτοσικλετιστή και προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν προτρέποντας τον να μείνει ακίνητος και ξαπλωμένος στην άσφαλτο μέχρι να φτάσει ασθενοφόρο. Ερώτηση 16: Τι έκαμες μετά; Απάντηση 16: Άκουσα από κάποιο παρευρισκόμενο ότι υπήρχε και άλλο αυτοκίνητο κτυπημένο και τότε παρατήρησα και είδα ένα άλλο αυτοκίνητο κτυπημένο στη δεξιά πλευρά. Ήταν ακινητοποιημένο στη δεξιά λωρίδα της Λεωφόρου Στροβόλου με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Παρέμεινα στην σκηνή του δυστυχήματος μέχρι που έφθασε ασθενοφόρο και παρέλαβε το μοτοσικλετιστή. Στη συνέχεια έφθασε Αστυνομία και στην παρουσία μου ο Α/Αστυφ. 714 Ανδρέας Σιακαλλής ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο. Σημείωσε σε αυτό την πορεία μου, τα ίχνη τροχοπέδησης και τριβής της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο, το σημείο σύγκρουσης στο αυτοκίνητό μου. Το σημείο σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας με το άλλο αυτοκίνητο και τα ίχνη τριβής της μοτοσικλετιστή στην κτιστή νησίδα και την άσφαλτο. Επίσης τις τελικές θέσεις των τριών οχημάτων και την θέση που βρέθηκε που ο μοτοσικλετιστής. Στη συνέχεια έλαβε τα αναγκαία μέτρα. Με το σχέδιο συμφώνησα πλήρως και το υπέγραψα. Στη συνέχεια και ώρα 18:40 στην τροχαία ο Α/Αστυφ. 714 μου έκανε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη μηδέν. Ερώτηση 17: Από το δυστύχημα τραυματίστηκες; Απάντηση 17: Όχι δεν τραυματίστηκα. Ερώτηση 18: Θέλεις να προσθέσεις κάτι άλλο σχετικά με το δυστύχημα; Απάντηση 18: Όχι δεν έχω να προσθέσω τίποτε.»

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πώς έγιναν οι μετρήσεις. Έχει εμπειρία σε αυτού του είδους τις μετρήσεις από το 1998. Εξήγησε, επίσης, πώς κατέληξαν στο σημείο σύγκρουσης. Δηλαδή, αυτό προσδιορίστηκε από το σημείο που τελειώνουν τα ίχνη τριβής της Μοτοσυκλέτας και αρχίζουν τα ίχνη εκτροπής του Αυτοκινήτου Α. Δηλαδή, μετά τα ίχνη τροχοπέδησης, η Μοτοσυκλέτα ανατράπηκε στην άσφαλτο και στη συνέχεια κτύπησε στη δεξιά πλευρά του Αυτοκινήτου Α, το οποίο έσπρωξε προς τα αριστερά. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν προέβησαν σε μέτρηση ταχύτητας της Μοτοσυκλέτας, εφόσον δεν υπήρχε ικανοποιητική απόσταση ιχνών τροχοπέδησης ή ιχνών τριβής. Ανέφερε, επίσης, ότι μετά τα ίχνη τροχοπέδησης, ο οδηγός της Μοτοσυκλέτας είτε άφησε τα φρένα είτε ανατράπηκε η Μοτοσυκλέτα κατά την τροχοπέδηση.

 

Ως τέταρτη μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε η κα Στέλλα Καλλίδου Ριρή (Μ.Κ.4), η οποία υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης τη γραπτή της κατάθεση στην Αστυνομία ημερομηνίας 28/5/2011 (Τεκμήριο «11»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 11, στις 22/5/2011 και περί ώρα 17:05 η Μ.Κ.4 οδηγούσε το Αυτοκίνητο Β στη Λεωφόρο Στροβόλου με κατεύθυνση από  Δημαρχείο Στροβόλου προς Λευκωσία. Κρατούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Η ταχύτητά της ήταν γύρω στα 40-50 χ.α.ώ. και δεν ακολουθούσε άλλα οχήματα. Αφού πέρασε το κατάστημα του Κύρου Χρυσάνθου που είναι στα δεξιά της, η Μ.Κ.4 άκουσε από απέναντί της θόρυβο από μοτοσυκλέτα. Πρόσεξε μια μοτοσυκλέτα να έρχεται από απέναντί της και νομίζει ότι κρατούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία της. Η Μ.Κ.4 έδωσε την προσοχή της στη δική της λωρίδα και ξαφνικά δέχθηκε κτύπημα στο δεξιό μέρος του Αυτοκινήτου Β, ψηλά στον ανεμοθώρακα και παράθυρο του οδηγού, το οποίο έσπασε και γέμισε το Αυτοκίνητο Β με γυαλιά. Η Μ.Κ.4 σταμάτησε ομαλά και προσπάθησε να κατέβει από τη μεριά της. Δεν άνοιγε, όμως, η πόρτα του οδηγού και κατέβηκε από την πόρτα του συνοδηγού και κάθισε στο πεζοδρόμιο. Αντιλήφθηκε ότι την είχε κτυπήσει μοτοσυκλέτα ή κομμάτια από μοτοσυκλέτα. Στη σκηνή πήγε ασθενοφόρο, το οποίο μετέφερε την Μ.Κ.4 και τον οδηγό της Μοτοσυκλέτας στο Νοσοκομείο. Αφού εξετάστηκε, η Μ.Κ.4 πήγε σπίτι. Στις 28/5/2011 και περί ώρα 13:45, ο Α/Αστ. 714 έδειξε και επεξήγησε στη Μ.Κ.4 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Η Μ.Κ.4 συμφώνησε με το σχέδιο και τα σημεία σύγκρουσης, αν και δεν αντιλήφθηκε ότι είχε προηγηθεί σύγκρουση της Μοτοσυκλέτας με το άλλο αυτοκίνητο. Δεν επιθυμούσε να πάει στη σκηνή και έχει εμπιστοσύνη στην Αστυνομία. Η Μ.Κ.4 έχει παράπονο για τον τραυματισμό της από το δυστύχημα.

 

Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι τα παράθυρα του Αυτοκινήτου Β δεν ήταν ανοικτά και η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Δεν μπορεί να ξέρει αν έτρεχε η Μοτοσυκλέτα. Έκανε θόρυβο το εξώστ, αλλά, όπως είπε η Αστυνομία, αυτό δεν σημαίνει κάτι. Η Μ.Κ.4 έπαθε σοκ μετά τη σύγκρουση. Δεν γνωρίζει, επίσης, σε ποιο σημείο του δρόμου συγκρούστηκε η Μοτοσυκλέτα με το Αυτοκίνητο Β.

 

Πέμπτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Κώστας Ψαράς (Μ.Κ.5), ήτοι ο οδηγός της Μοτοσυκλέτας, ο οποίος υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης την ανακριτική κατάθεσή του ημερομηνίας 15/6/2011 (Τεκμήριο «12»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 12, ο Μ.Κ.5 είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της Μοτοσυκλέτας, μάρκας YAMAHA. Στις 22/5/2011 και περί ώρα 17:00, ο Μ.Κ.5 οδηγούσε τη Μοτοσυκλέτα στη Λεωφόρο Στροβόλου με κατεύθυνση από φώτα Αγρότη προς Στρόβολο. Ήταν μόνος στη Μοτοσυκλέτα και φορούσε το κράνος του και ειδικό σακάκι. Πλησιάζοντας τα φώτα με τη Λεωφόρο Αθαλλάσσης, ο Μ.Κ.5 είδε ότι το φως της πορείας του ήταν πράσινο και προχώρησε με ευθεία πορεία προς Στρόβολο. Κρατούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, δεν υπήρχε αυτοκίνητο στη λωρίδα του να προπορεύεται, αλλά στην αριστερή λωρίδα κινείτο άλλο όχημα. Δεν θυμόταν πόση ήταν η ταχύτητά του, αλλά αφού πέρασε τα φώτα είχε περάσει και το αυτοκίνητο που ήταν στην αριστερή λωρίδα και ο δρόμος μπροστά του ήταν καθαρός. Πλησιάζοντας την πάροδο μετά το πρατήριο της Esso, ο Μ.Κ.5 είδε ένα σαλούν αυτοκίνητο χρώματος μπλε να είναι σε αναμονή περίπου 50 μέτρα. Μετρήθηκε η απόσταση που έδειξε στον Μ.Κ.1 και ήταν 45 μέτρα. Επειδή είχε και τα φώτα της Μοτοσυκλέτας αναμμένα, τα οποία ανάβουν με το που ξεκινά, ο Μ.Κ.5 πιστεύει ότι ο οδηγός τον είδε. Όταν πλησίαζε πιο κοντά, το εν λόγω αυτοκίνητο βγήκε από την πάροδο με κλίση αριστερά λοξά, αλλά μπήκε αμέσως στη λωρίδα του Μ.Κ.5, σχεδόν κάθετα. Αμέσως, ο Μ.Κ.5 πάτησε stopper, έχασε τον έλεγχο της Μοτοσυκλέτας, η οποία ανατράπηκε και κτύπησε στο Αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.5 τρίφτηκε σε απόσταση και βρέθηκε εντός του δρόμου έξω από πρακτορείο στοιχημάτων. Πήγε κόσμος κοντά του και σηκώθηκε αφού του έβγαλαν το κράνος όταν τους είπε ότι δεν ανέπνεε. Δεν μπορούσε, όμως, να στέκεται και ξάπλωσε κάτω. Αμέσως, πήγε η Αστυνομία και ασθενοφόρο, το οποίο μετέφερε τον Μ.Κ.5 και μια κοπέλα στο Νοσοκομείο. Εκεί εξετάστηκε και κρατήθηκε στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης για 48 ώρες και ακολούθως στο Χειρουργικό Ανδρών μέχρι τις 9/6/2011. Στις 15/6/2011 και περί ώρα 14:45 στην Τροχαία Λευκωσίας, ο Μ.Κ.1 έδειξε και επεξήγησε στον Μ.Κ.5 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Του εξήγησε, επίσης, ότι η Μοτοσυκλέτα, μετά που κτύπησε στο αυτοκίνητο που έβγαινε από την πάροδο, πέρασε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κτύπησε σε άλλο όχημα, το οποίο ερχόταν από απέναντι. Επίσης, του είπε και του έδειξε ότι κτύπησε με το σώμα σε Polar πάνω στη νησίδα. Ο Μ.Κ.5 δεν θυμόταν αυτά, θυμόταν την στιγμή που του έγινε η ανακοπή πορείας, τα stopper, το κτύπημα, το ότι τρίφτηκε κάτω στο δρόμο και ότι, όταν άνοιξε τα μάτια του, υπήρχε κόσμος γύρω του. Ο Μ.Κ.5 έχει εμπιστοσύνη στην Αστυνομία και συμφώνησε με το σχέδιο, το οποίο υπέγραψε. Δεν επιθυμούσε να πάει πίσω στη σκηνή. Ο Μ.Κ.5 έχει παράπονο για τον τραυματισμό του και τις ζημιές της Μοτοσυκλέτας από το δυστύχημα.

 

Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 12, ο Μ.Κ.5 αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως το πρόχειρο σχέδιο που υπέγραψε. 

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι είναι οδηγός μοτοσυκλέτας από το 1999-2000. Είχε αγοράσει τη Μοτοσυκλέτα έξι μήνες πριν το δυστύχημα. Τα φώτα του Αγρότη απέχουν από το σημείο της σύγκρουσης 700 μέτρα. H τροχαία κίνηση στο δρόμο ήταν αραιή. Προσπέρασε το αυτοκίνητο που ήταν στην αριστερή λωρίδα μετά τα φώτα που είναι ο Vassilopoulos. Ήταν μακριά όταν είδε τον Κατηγορούμενο. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει την απόσταση έστω στο περίπου. Δεν θυμόταν τη διάβαση που είναι μετά το πρατήριο. Αρνήθηκε ότι είπε στην κατάθεσή του για πρατήριο βενζίνης. Μπορεί να του είπε ο Αστυνομικός, αλλά δεν θυμάται. Θυμάται τα κτίρια της Σ.Ε.Κ. Ανέφερε, επίσης, ότι είδε καθαρά το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, αλλά δεν θυμάται το χρώμα του.

 

Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.5 ανέφερε πως η Μοτοσυκλέτα ήταν 10 αλόγων, είχε 6 ταχύτητες και είχε γρήγορη επιτάχυνση. Αυτός οδηγούσε με την τέταρτη ταχύτητα. Δεν θυμόταν την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε, αλλά μπορεί και να ήταν 70-80 χ.α.ώ. Πάτησε και τα δύο φρένα μαζί και τον έσυρε η Μοτοσυκλέτα. Μπλοκαρίστηκε εκείνη την ώρα. Ο ορθός τρόπος είναι να πατήσει κάποιος τα μπροστινά φρένα και να ρίξει ταχύτητα. Εκείνη τη στιγμή, όμως, μόλις που κατάφερε να αντιδράσει.

 

Ανέφερε, περαιτέρω, πως όταν κόντεψε στην πάροδο, ο Κατηγορούμενος έβγαινε. Ο Μ.Κ.5 τον είδε και θεώρησε ότι θα έμπαινε στην αριστερή λωρίδα και δεν ελάττωσε ταχύτητα. Είδε το Αυτοκίνητο Α να μπαίνει στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, μόλις το τελευταίο μπήκε στην αριστερή λωρίδα. Αρνήθηκε ότι ήταν απρόσεκτος και δεν λειτουργούσαν τα φρένα της Μοτοσυκλέτας, προσθέτοντας ότι η τελευταία ήταν καινούρια.

 

Έκτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Μάριος Αντωνίου (Μ.Κ.6), ο οποίος υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης την γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία ημερομηνίας 22/5/2011 (Τεκμήριο «13»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 13, στις 22/5/2011 και περί ώρα 17:00 ο Μ.Κ.6 οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Στροβόλου με κατεύθυνση από φώτα Αθαλάσσης προς Λακατάμεια. Πήγαινε κανονικά και παρά το κτίριο της ΣΕΚ τον προσπέρασε μια μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, ο οδηγός της οποίας φορούσε κράνος. Ενώ η μοτοσυκλέτα προχωρούσε ευθεία, ο Μ.Κ.6 πρόσεξε στο Αλτ της παρόδου στα αριστερά του ένα αυτοκίνητο να βρίσκεται σε αναμονή. Φθάνοντας στο πρατήριο βενζίνης και περνώντας το, ο Μ.Κ.6 είδε το αυτοκίνητο να βγαίνει από την πάροδο με κλίση λοξώς αριστερά ως η πορεία του και να μπαίνει απευθείας στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Έκοψε την πορεία της μοτοσυκλέτας, η οποία πάτησε stopper, κτύπησε στο αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο κινήθηκε προς αριστερά και η μοτοσυκλέτα κινήθηκε δεξιά, πέρασε πάνω από τη νησίδα και κτύπησε σε αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι. Ο Μ.Κ.6 βρισκόταν περίπου σε απόσταση 30 μέτρων από το αυτοκίνητο, όταν το τελευταίο βγήκε από την πάροδο.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι ο ίδιος οδηγούσε με ταχύτητα 45-50 χ.α.ώ. Η Μοτοσυκλέτα τον πέρασε στο μέσο του κτιρίου της Σ.Ε.Κ, το οποίο έχει μεγάλη έκταση. Δεν ήξερε πόσα μέτρα είναι η έκταση του εν λόγω κτιρίου. Σε ερώτηση αν έτρεχε η Μοτοσυκλέτα, ο Μ.Κ.6 απάντησε πως αν έτρεχε, τότε θα άκουγε τον μεγάλο θόρυβο. Για τον ίδιο, η Μοτοσυκλέτα δεν έτρεχε.

 

Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι δεν θυμάται πού είναι το πρατήριο της βενζίνης. Νομίζει ότι δεν έχει πρατήριο βενζίνης εκεί. Άκουσε τα stopper της Μοτοσυκλέτας. Ήταν πολύ κοντά όταν είδε τον οδηγό του Αυτοκινήτου Α να βγαίνει από την πάροδο.

 

Έβδομος και τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Λοχίας 4721, Θεοκλής Θεοκλέους (Μ.Κ.7), ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Λευκωσίας ως υπεύθυνος του Γραφείου Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων. Ο Μ.Κ.7 υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο «14»). Στο Τεκμήριο 14 καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Μ.Κ.7 είναι εξουσιοδοτημένος εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων και παρατίθενται τα πιστοποιητικά, των οποίων είναι κάτοχος. Επίσης, ότι στις 22/5/2011 και περί ώρα 17:10, ο Μ.Κ.7 άκουσε μέσω ασυρμάτου για σοβαρό τροχαίο δυστύχημα που έγινε στη Λεωφόρο Στροβόλου. Εκείνη την ώρα, ο Μ.Κ.7 βρισκόταν καθήκον και μετέβη στη σκηνή μετά πάροδο 5 λεπτών περίπου, κατόπιν οδηγιών που έλαβε. Εκεί απέκοψε το δρόμο και απομάκρυνε από το μέρος τους περίεργους. Σε πολύ λίγο διάστημα πήγε στη σκηνή ο Μ.Κ.1 μαζί με τα άλλα μέλη της Αστυνομίας. Ακολούθως, ο Μ.Κ.7 επικεντρώθηκε στις ζημιές των τριών ενεχόμενων οχημάτων. Αφού τέλειωσε με τον έλεγχο των ζημιών, ο Μ.Κ.7 ζήτησε από τον Μ.Κ.2 να του βγάλει κάποιες φωτογραφίες για να τις χρησιμοποιήσει κατά τον μηχανικό έλεγχο που θα έκανε.

 

Καταγράφεται, επίσης, ότι στις 23/5/2011 και μεταξύ των ωρών 14:00-16:00, ο Μ.Κ.7 προέβη σε τεχνικό έλεγχο των τριών ενεχόμενων οχημάτων στην παρουσία και καθ’ υπόδειξη του Μ.Κ.1.

 

Ακολούθως, καταγράφεται η πρώτη επαφή του Αυτοκίνητο Α, η οποία βρισκόταν στο πατήδι στα δεξιά του Αυτοκινήτου Α κάτω από την πόρτα του οδηγού, όπου με Ζημιά Άμεσης Επαφής (ΖΑΕ), έσκισε τη λαμαρίνα και τη μετακίνησε με φορά της ώθησης της ζημιάς προς τον μπροστινό δεξιό τροχό, τον οποίο αφού κτύπησε και αυτόν με την ίδια φορά, τον απέκοψε από την φούκτα και τον μετακίνησε. Το μπροστινό δεξιό ελαστικό άδειασε από αέρα αφού από τη σύγκρουση σκίστηκε. Η γωνιά του δεξιού μπροστινού προφυλακτήρα βγήκε από τη βάση της. Η πόρτα του οδηγού γδάρθηκε και βούλωσε κάτω χαμηλά, ενώ πιο ψηλά είχε μετακίνηση αποξηραμένης σκόνης. Κάτω από το πατήδι υπήρχε ένα πλαστικό διακοσμητικό, το οποίο βγήκε.

 

Τα ελαστικά ήταν σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ο Μ.Κ.7 έλεγξε τα συστήματα διεύθυνσης και πεδήσεως με το Αυτοκίνητο Α ακινητοποιημένο λόγω των ζημιών που επήλθαν σε αυτό. Δεν υπήρχε πρόβλημα μηχανικό σε αυτά.

 

Στη συνέχεια, καταγράφεται ότι η Μοτοσυκλέτα είναι κατασκευής YAMAHA, μοντέλο YZF-RI, χρώματος μπλε, 1000 cc. Η πρώτη επαφή βρισκόταν πάνω στον πήρο του μπροστινού τροχού στην αριστερή πλευρά, όπου αφού η Μοτοσυκλέτα σύρθηκε στην άσφαλτο με τη δεξιά πλευρά της, κτύπησε στο Αυτοκίνητο Α με τον πήρο. Αυτός εισήλθε στη λαμαρίνα του πατηδιού και με την πίεση αυτή έσκισε την λαμαρίνα. Ακολούθως, ο μπροστινός τροχός της Μοτοσυκλέτας κτύπησε στον μπροστινό δεξιό τροχό του Αυτοκινήτου Α, όπου λόγω της πίεσης που υπήρχε, το ριμς διπλώθηκε και το ελαστικό σκίστηκε ενώ αποκόπηκαν οι δύο μπροστινές σούστες της Μοτοσυκλέτας. Η δεξιά σούστα αποκόπηκε από το κάτω μέρος που ξεκινά από τον τροχό, ενώ η αριστερή σούστα αποκόπηκε από ψηλά αφού προηγουμένως αποκόπηκαν και οι δύο βάσεις στήριξης των σουστών. Ο τροχός μαζί με τις σούστες διπλώθηκε προς τα αριστερά και σφήνωσε πάνω στη μηχανή. Το τιμόνι αποκόπηκε και έφυγε από τη Μοτοσυκλέτα. Το ντεπόζιτο καυσίμων ήταν τριμμένο και βουλωμένο στα δεξιά, ενώ έφυγε από τη θέση του. Η Μοτοσυκλέτα έχει έξοδο με δύο βαρελάκια εξάτμισης. Το δεξιό βαρελάκι αφού δέχτηκε πίεση από πάνω προς τα κάτω από το σκελετό που τοποθετείται το κάθισμα, δίπλωσε η σωλήνα του προς τα κάτω, κάνοντας σχήμα «v» και πιέστηκε προς το ελαστικό. Ακολούθως, στράβωσε τον εξωτερικό γύρο του πίσω ριμς σε ίδιο σχήμα. Ακολούθως, το βαρελάκι με τη σωλήνα του έφυγε από το σημείο σύγκρουσης, το οποίο ο Μ.Κ.7 εντόπισε στη σκηνή του δυστυχήματος. Το πίσω ελαστικό άδειασε από αέρα, λόγω της προαναφερθείσας ζημιάς. Τα fearing της Μοτοσυκλέτας έσπασαν. Η βάση του πατηδιού των πίσω φρένων αποκόπηκε.

 

Τα ελαστικά της Μοτοσυκλέτας ήταν σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ο Μ.Κ.7 έλεγξε τη λάμπα της Μοτοσυκλέτας και ήταν αναμμένη στη χαμηλή στάση λόγω του ότι η ωμική αντίστασή της μπλέχτηκε και μαύρισε. Δεν κατέστη δυνατός ο έλεγχος του συστήματος πέδησης και διεύθυνσης της Μοτοσυκλέτας, λόγω των ζημιών της.

 

Καταγράφονται, επίσης, η πρώτη επαφή και οι ζημιές του Αυτοκινήτου Β, ως και ότι τα ελαστικά του ήταν σε άριστη χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Όλα τα συστήματα διεύθυνσης κα πέδησης του Αυτοκινήτου Β λειτουργούσαν κανονικά.

 

Καταληκτικά, στο Τεκμήριο 14 καταγράφεται ότι από τα ευρήματα κατά τον έλεγχο των οχημάτων, ο Μ.Κ.7 δεν εντόπισε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. Όλες οι ζημιές ήταν πρόσφατες και προκλήθηκαν κατά το δυστύχημα.

 

Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.7 ανέφερε ότι λειτουργούσαν τα φρένα του Αυτοκινήτου Α, τα οποία κόπηκαν από τη σύγκρουση. Από τα ευρήματά του προκύπτει ότι η Μοτοσυκλέτα είχε κάποια ταχύτητα. Δεν μπορούσε, όμως, να προσδιορίσει ακριβώς την ταχύτητά της. Η Μοτοσυκλέτα καταστράφηκε ολοσχερώς και ο Μ.Κ.7 δεν μπορούσε να κάνει περαιτέρω έλεγχο. Ανέφερε, επίσης, ότι υπήρχε πρατήριο στη σκηνή του δυστυχήματος.

 

Ο Κατηγορούμενος στην ανώμοτή του δήλωση ανέφερε πως αποδέχεται την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 22/5/2011, την ημέρα του δυστυχήματος.

 

Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η αμέλεια του Κατηγορουμένου ήταν ότι δεν εισήλθε στην πρώτη, αλλά στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας και ανέκοψε την πορεία της Μοτοσυκλέτας. Αδιαφόρησε για την κίνηση στο δρόμο και δη την Μοτοσυκλέτα που ήταν πολύ κοντά όταν ξεκίνησε να εισέρχεται εντός της Λεωφόρου Στροβόλου.

 

Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορουμένου με επιμελείς αγορεύσεις προέβη, με αναφορά σε νομολογία, σε ανάλυση της μαρτυρίας και εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η θέση του Κατηγορουμένου στην ανακριτική κατάθεση επιβεβαιώνεται από τους Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6. Επίσης, ότι ο Μ.Κ.1 δεν είναι εμπειρογνώμονας και δεν έχει τις απαιτούμενες γνώσεις και προσόντα να εξετάζει τέτοιου είδους δυστυχήματα, τα δε ευρήματά του στηρίζονταν σε πρόχειρη εξέταση, τοποθετήθηκαν αυθαίρετα και με προχειρότητα. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι οι μετρήσεις σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορουμένου και του Μ.Κ.5 δεν ήταν ακριβείς και παρέμειναν ατεκμηρίωτες, η δε μαρτυρία του έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 και των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6. Ήταν, επίσης, η θέση της πως δόθηκαν αντίθετοι ισχυρισμοί από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 και δεν επεξηγήθηκε ικανοποιητικά το σημείο σύγκρουσης. Περαιτέρω, ότι ήταν διακριτή η προσπάθεια του Μ.Κ.1 να βοηθήσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, εφόσον, μεταξύ άλλων, απέφευγε να απαντά σε διάφορες ερωτήσεις που αφορούσαν πιθανή ευθύνη του Μ.Κ.5. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.5 υπήρξε αμελής και δεν έλαβε μέτρα προφύλαξης. Κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και καμιά ενέργεια του Κατηγορουμένου δεν αποκαλύπτει αμέλεια. Ζήτησε, λοιπόν, την αθώωση του Κατηγορουμένου.

 

Αξιολόγηση-Ευρήματα

 

Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης.

 

Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.7, ήτοι τα μέλη της Αστυνομίας που έλαβαν μέρος στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος, μου έκαναν γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων της μαρτυρίας τους, για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, αυτοί κατέθεσαν με θετικό και σαφή τρόπο, αντικειμενικότητα και συνέπεια, η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή τους, σε σχέση με τις ενέργειες και διαπιστώσεις εκάστου. Δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθεσαν είτε σε αυτά που είπαν, από το οποίο να προκύπτει πρόθεση εκ μέρους έκαστου να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Μικροαντιφάσεις μπορεί να υπήρξαν μεταξύ τους και δη μεταξύ των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3, αυτές όμως δεν κρίνονται ικανές για να κλονίσουν τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα, αλλά κυρίως δεν έχουν συσκοτίσει την εικόνα ως προς τα αντικειμενικά ευρήματα από τη σκηνή του δυστυχήματος.  

 

Ο Μ.Κ.2 εκτελούσε ουσιαστικά καθήκοντα φωτογράφου και η μαρτυρία του ήταν κατά κάποιον τρόπο τυπικής μορφής, εφόσον αυτός περιορίστηκε στην κατάθεση των φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 7), τις οποίες έλαβε καθ’ υπόδειξη του εξεταστή της υπόθεσης, Μ.Κ.1, και των φωτογραφιών των ενεχόμενων οχημάτων, τις οποίες έλαβε καθ’ υπόδειξη του Μ.Κ.7, ο οποίος επιθεώρησε στη σκηνή τα οχήματα για σκοπούς μηχανικού ελέγχου.

 

Πέραν του ότι η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί, έχω ικανοποιηθεί με τις επεξηγήσεις που ο Μ.Κ.2 έδωσε ότι οι φωτογραφίες των Τεκμηρίων 7 και 8 απεικονίζουν τη σκηνή του δυστυχήματος και τα ενεχόμενα οχήματα την ημέρα αυτού. Ομολογουμένως, υπήρξε αρχικά κάποια σύγχυση όταν ζητήθηκε από το Μ.Κ.2 να υποδείξει τα ίχνη τροχοπέδησης και εκτροπής της Μοτοσυκλέτας και το σημείο σύγκρουσης της Μοτοσυκλέτας με το Αυτοκίνητο Α. Είναι προφανές, όμως, πως αυτή η αρχική σύγχυση οφείλονταν στο ότι κατά την ημερομηνία της ένορκης κατάθεσής του ο Μ.Κ.2 δεν υπηρετούσε πλέον στην Τροχαία Λευκωσίας και δεν είχε προετοιμαστεί για τη μαρτυρία του. Όταν, όμως, είχε το χρόνο, έστω στο ειδώλιο του μάρτυρα, να μελετήσει με προσοχή τα Τεκμήρια που κατέθεσε, αυτός ανασκεύασε την προηγούμενη σύγχυση και υπέδειξε τα ευρήματα στη σκηνή, για τα οποία ρωτήθηκε, ως και την περιοχή του σημείου σύγκρουσης, την οποία υπέδειξε ο Μ.Κ.1 και ο Μ.Κ.2 φωτογράφησε (βλ. φωτογραφίες 4 και 6 του Τεκμηρίου 7).

 

Χρήζει επισήμανσης ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 8 δεν λήφθηκαν κατά την μηχανική εξέταση των ενεχόμενων οχημάτων, όπως λανθασμένα αναγράφεται στο Τεκμήριο 8, η οποία διενεργήθηκε στις 23/5/2011.

 

Με τις διευκρινίσεις, λοιπόν, στις οποίες προβαίνω ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται αποδεκτή.

 

Συνεχίζω με τον Μ.Κ.7, η μαρτυρία του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί. Πέραν της γενικότερης καλής εικόνας που έχω σχηματίσει για τον εν λόγω μάρτυρα και της αποδοχής της μαρτυρίας του σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη από τη στιγμή που μετέβη πρώτος στη σκηνή του δυστυχήματος μέχρι και τον τεχνικό έλεγχο των ενεχόμενων οχημάτων που έλαβε χώρα στις 23/5/2011, έχοντας υπόψη τα προσόντα, την εκπαίδευση, τις γνώσεις και την πείρα του, ως και τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας (βλ., μεταξύ άλλων, Evangelou and another v. Ambizas (1982) 1 C.L.R. 41, 57), κρίνω ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας στην εξέταση μηχανοκίνητων οχημάτων. Επομένως, η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την προσέγγιση και την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων. Βλ. Vassiliko Cement Works v. Stavrou (1978) 1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου (1982) 1 Α.Α.Δ 746, Constantinides ν. Mavrogenis (1983) 1 C.L.R. 663,  Pouris v. R (1983) 2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1 και Καουρής ν. Δημητρίου κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 967.

 

Ο Μ.Κ.7 ήταν αρκούντος επεξηγηματικός και κατανοητός σε σχέση με την επιθεώρηση των ζημιών των ενεχόμενων οχημάτων που έκανε στη σκηνή του δυστυχήματος, ως και τις διαπιστώσεις του κατά τον μηχανικό έλεγχο τούτων την επομένη, από τους οποίους καθόρισε κατ’ αρχάς με περισσή ακρίβεια τις ζημιές τις οποίες αυτά υπέστησαν από το επίδικο δυστύχημα, οι οποίες ήταν πρόσφατες, συμπεριλαμβανομένης της πρώτης επαφής εκάστου. Τα ευρήματα του μάρτυρα ενισχύονται από το περιεχόμενο των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 8, στις οποίες ανέτρεξε κατά την ένορκη μαρτυρία του ώστε να γίνουν καλύτερα κατανοητές συγκεκριμένες αναφορές του. Το ίδιο ισχύει και για τις διαπιστώσεις του Μ.Κ.7 ως προς τη μηχανική κατάσταση των ενεχόμενων οχημάτων πριν τις επίδικες συγκρούσεις και την οδική συμπεριφορά των οδηγών (επί παραδείγματι, αν φορούσαν τις ζώνες ασφαλείας και αν ήταν αναμμένα τα φώτα πορείας της Μοτοσυκλέτας), οι οποίες στηρίζονται, μεταξύ άλλων, στα ευρήματά του στη σκηνή του δυστυχήματος. Επί παραδείγματι, το υγρό από τα φρένα του Αυτοκινήτου Α, ως και το ένα από τα δύο βαρελάκια εξάτμισης της Μοτοσυκλέτας με το σωλήνα του, τα οποία εντόπισε στη σκηνή.

 

Αποδέχομαι, λοιπόν, στην ολότητά της την έκθεση του Μ.Κ.7 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα και ορθή. Όσα δε καταγράφονται σε αυτή, συμπεριλαμβανομένης και της τελικής διαπίστωσής του, ότι δηλαδή δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα, καθίστανται και αντίστοιχα ευρήματά μου. Σημειώνω, βεβαίως, ότι δεν ήταν δυνατός ο έλεγχος στα συστήματα διεύθυνσης και πέδησης της Μοτοσυκλέτας λόγω των ζημιών που επήλθαν σε αυτή.

 

Δέχομαι, επίσης, ότι ο Μ.Κ.7, ως εκ της εμπειρογνωμοσύνης του, ήταν σε θέση να εκφέρει τη γνώμη πως, από τα ευρήματά του, προκύπτει ότι η Μοτοσυκλέτα είχε κάποια ταχύτητα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Βεβαίως, αυτός δεν προέβη σε εξειδικευμένες εξετάσεις για να διαπιστώσει τη ταχύτητα της Μοτοσυκλέτας στη βάση των ευρημάτων του, εξ ου και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τούτη.

 

Ο Μ.Κ.7 ήταν επίσης ο μόνος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος κατέθεσε με βεβαιότητα για την ύπαρξη πρατηρίου βενζίνης στην περιοχή της σκηνής του δυστυχήματος, η πινακίδα του οποίου ας σημειωθεί ότι διακρίνεται στη φωτογραφία 34 του Τεκμηρίου 7, ήτοι στα αριστερά της Λεωφόρου Στροβόλου ως η πορεία του Μ.Κ.5.

 

Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Κ.7 γίνεται αποδεκτή.

 

Συνεχίζοντας με τον Μ.Κ.1, έχω ικανοποιηθεί ότι ως εκ της 11χρονης πείρας του στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και της εκπαίδευσης που έτυχε στο Αρχηγείο Αστυνομίας, αυτός ήταν σε θέση, με τη βοήθεια του Μ.Κ.3, τα προσόντα, την εκπαίδευση και την μακρόχρονη πείρα του οποίου στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων επίσης αποδέχομαι, να προβεί στις μετρήσεις που προέβηκε, να αποτυπώσει αυτές σε πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 3, και ακολούθως, δυνάμει αυτού, να ετοιμάσει το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 4. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες διαπιστώσεις και μετρήσεις του, όπως μετέφερε αυτές στο Δικαστήριο και αποτυπώνονται κυρίως στα Τεκμήρια 1 και 5. Μπορεί ο μάρτυρας να μην παρέθεσε τα πιστοποιητικά που κατέχει. Ανέφερε, όμως, ότι αυτά βρίσκονται στο φάκελό του, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του.  

 

Ο Μ.Κ.1 επουδενί, όμως, ισχυρίστηκε ότι είναι εμπειρογνώμονας στη διερεύνηση σοβαρών τροχαίων δυστυχημάτων, όπως ο Μ.Κ.3. Είναι γι’ αυτό που το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να αγνοήσει την επεξήγηση που ο Μ.Κ.1 επιχείρησε κατά την αντεξέτασή του να δώσει στην απουσία οποιωνδήποτε ιχνών από τη Μοτοσυκλέτα για μια απόσταση 6,50 μέτρων μεταξύ του σημείου που τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης (Β1) μέχρι του σημείου που ξεκινούν τα πρώτα ίχνη τριβής της Μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο (Β2). Εξ άλλου δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής η εκδοχή ότι χρησιμοποιήθηκαν φρένα μετά το σημείο που τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης.

 

Η πιο πάνω παρατήρηση, όμως, δεν αφαιρεί ο,τιδήποτε από την ικανότητα του Μ.Κ.1 να προβεί στις μετρήσεις και διαπιστώσεις που προανέφερα. Ο Μ.Κ.1 ήταν, επίσης, ειλικρινής λέγοντας ότι δεν έχει την εκπαίδευση να προβαίνει σε υπολογισμούς ταχύτητας. Σε κάθε περίπτωση, κατά την αντεξέτασή του δεν υποστηρίχθηκε, ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την υπεράσπιση που να εισηγείται ότι θα μπορούσε να γίνει υπολογισμός ταχύτητας με βάση τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή. Πιο τεκμηριωμένη, βεβαίως, εξήγηση ως προς τους λόγους που δεν μπορούσε να γίνει υπολογισμός της ταχύτητας της Μοτοσυκλέτας δόθηκε από τον Μ.Κ.3, εξήγηση που δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, κατά την αντεξέταση του τελευταίου.

 

Χρήζει, επίσης, επισήμανσης ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκαν σοβαρά οποιαδήποτε από τα αντικειμενικά ευρήματά του, πλην της ορατότητας και της απόστασης από το Αλτ της οδού Σουλίου μέχρι το σημείο σύγκρουσης, παρά το ότι με τις επιμελείς αγορεύσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου υπεράσπισης επιχειρείται αμφισβήτηση αρκετών ευρημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του σημείου σύγκρουσης μεταξύ της Μοτοσυκλέτας και του Αυτοκινήτου Α.

 

Ομολογουμένως, υπήρξαν κάποιες ανακρίβειες και μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία του Μ.Κ.1. Είναι προφανές, όμως, πως η αναφορά στο Τεκμήριο 1 σε δρόμο πλάτους 12,6m αφορά καθαρά τυπογραφικό λάθος. Αυτό που έχει σημασία είναι πως το πλάτος του ασφάλτινου οδοστρώματος της Λεωφόρου Στροβόλου καθορίζεται ορθά στο Τεκμήριο 4, σύμφωνα με το οποίο, ως τελικά διόρθωσε και ο Μ.Κ.1, είναι 12,4m, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το πλάτος της κτιστής διαχωριστικής νησίδας. Δεν είναι, επίσης, ικανή να κλονίσει τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα για τον Μ.Κ.1 η αρχική του θέση ότι δεν μετρήθηκε η απόσταση μεταξύ του Αλτ της οδού Σουλίου μέχρι το σημείο σύγκρουσης, την οποία αναίρεσε όταν του υποδείχθηκε η σχετική μέτρηση που σημειώθηκε στο Τεκμήριο 4. Είναι προφανές πως ούτε και ο Μ.Κ.1 μελέτησε επαρκώς τα σχέδια που ετοίμασε πριν την ένορκη κατάθεσή του και είχε προς στιγμή ξεχάσει να αναφέρει ότι έγινε η εν λόγω μέτρηση σε κάποια από τις επόμενες επισκέψεις του στο χώρο, λόγω και της σοβαρότητας της υπόθεσης.

 

Θα αναμένονταν, επίσης, από τον Μ.Κ.1, ως εξεταστή του επίδικου δυστυχήματος, να έδινε οδηγίες για τη διενέργεια του προβλεπόμενου από το Νόμο ελέγχου αλκοόλης στο Μ.Κ.5, νοουμένου ότι θα εξασφάλιζε την συγκατάθεση του επιβλέποντος ιατρού, ανεξάρτητα του ότι ο Μ.Κ.5 κρατήθηκε για νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Αυτή η παράλειψη, όμως, εκ των υστέρων κρίνεται επουσιώδης για σκοπούς της παρούσας, εφόσον δεν τέθηκε ενώπιόν μου οποιοδήποτε στοιχείο ή έστω θέση που να εισηγείται ότι ο Μ.Κ.5 κατανάλωσε αλκοόλ πριν την οδήγηση. Ο Μ.Κ.1 έχει, επίσης, εξηγήσει με πειστικότητα και επάρκεια γιατί εκ πρώτης όψεως φαίνεται να υπάρχουν κάποιες διαφορές μεταξύ του Τεκμηρίου 3 και του Τεκμηρίου 4. Δεν πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαφεύγει της προσοχής μας πως το Τεκμήριο 4 είναι συμμετρικό σχέδιο και δεν σχεδιάστηκε επί κλίμακας, ως και ότι το πρόχειρο σχέδιο ετοιμάζεται στη σκηνή του δυστυχήματος και είναι αναμενόμενο να ακολουθήσουν διορθώσεις στην ορθή περιγραφή των αντικειμενικών ευρημάτων.

 

Θα ήταν, επίσης, βοηθητικό να γίνονταν κάποιες άλλες μετρήσεις, οι οποίες δεν έγιναν, όπως για παράδειγμα της απόστασης μεταξύ του Αλτ της οδού Σουλίου με τη διάβαση πεζών, την οποία ανέφερε ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, την οποία διάβαση δεν διακρίνω στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7. Το ίδιο ισχύει και για την απόσταση από το εν λόγω Αλτ μεταξύ του κτιρίου της Σ.Ε.Κ. και του πρατηρίου βενζίνης, στα οποία έγινε αναφορά από τους υπόλοιπους μάρτυρες. Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί με ανεπαρκή διερεύνηση, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση, και δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκη τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για τους σκοπούς της παρούσας.

 

Δεν θα συμφωνήσω, επίσης, με τη θέση της κας Παπαδοπούλου ότι διαφάνηκε οποιαδήποτε προκατάληψη από μέρους του Μ.Κ.1 με τις απαντήσεις που έδωσε στα διάφορα ερωτήματα κατά την αντεξέτασή του για να εκφέρει τη γνώμη του ως προς τα πιθανά αίτια πρόκλησης του δυστυχήματος, αναφορές οι οποίες εξ άλλου δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν εφόσον, ως ο ίδιος ανέφερε, δεν είναι εμπειρογνώμονας για να καθορίσει πιθανή αιτία του δυστυχήματος. Τουναντίον, η αντικειμενικότητα της εκδοχής του διαφαίνεται και από την αναφορά του ότι τα δεδομένα υποδηλώνουν ταχύτητα της Μοτοσυκλέτας.

 

Περαιτέρω, έχοντας υπόψη τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή και κυρίως τα ίχνη τριβής στην άσφαλτο κατά την ανατροπή της Μοτοσυκλέτας (Β2) και τα ίχνη εκτροπής του Αυτοκινήτου Α μετά τη σύγκρουση (Α1), κρίνεται ορθή και δικαιολογημένη η τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης αυτών στο σημείο Χ, έχοντας περαιτέρω υπόψη την πορεία των ιχνών τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας, σε συνδυασμό με τις πορείες των δύο οχημάτων και τις άμεσες ζημιές τους από τη σύγκρουση. Δηλαδή, το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σχεδόν στο μέσο της απόστασης μεταξύ του σημείου που τελειώνουν τα τελευταία ίχνη τριβής (Β2) και του σημείου που ξεκινούν τα ίχνη εκτροπής (Α1). Τα δεδομένα της παρούσας διαφοροποιούνται σημαντικά από τα γεγονότα της Ασπρής ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 694, όπου κρίθηκε λανθασμένος ο προσδιορισμός του σημείου σύγκρουσης με αναφορά και μόνο το σημείο που τέλειωναν τα ίχνη τροχοπέδησης.

 

Δεν συμμερίζομαι, επίσης, τη θέση ότι η μικρή απόκλιση που υπήρξε μεταξύ των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 ως προς τον τρόπο με τον οποίο μετρήθηκε η ορατότητα, δηλαδή το ότι ο δεύτερος δεν ανέφερε ότι χρησιμοποιήθηκε μοτοσυκλέτα που οδηγούνταν ως η πορεία του Μ.Κ.5, κλονίζει την αξιοπιστία έκαστου μάρτυρα ή είναι ικανή να δημιουργήσει σοβαρά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο που έγινε η εν λόγω μέτρηση. Ο Μ.Κ.3 δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, αλλά απλώς βοήθησε τον Μ.Κ.1 στη διενέργεια των μετρήσεων και στην ετοιμασία του πρόχειρου σχεδίου, Τεκμήριο 3, και κλήθηκε ουσιαστικά για να καταθέσει την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου, την οποία έλαβε. Ως εκ της εμπειρογνωμοσύνης του βεβαίως αυτός ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σε διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν κατά την αντεξέτασή του, με αναφορά κυρίως στο συμμετρικό σχέδιο, Τεκμήριο 4. Δεν θυμόταν, όμως, ποιά ήταν η ορατότητα, λέγοντας πως αυτός βοήθησε απλώς στις μετρήσεις και δεν πήρε σημειώσεις. Είναι προφανές, λοιπόν, πως του είχε διαφύγει κατά την ένορκη μαρτυρία του η χρήση μοτοσυκλέτας για σκοπούς μέτρησης. Κατά τα άλλα, βεβαίως, δεν παρατηρείται οποιαδήποτε ουσιαστική απόκλιση μεταξύ της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν συμφωνώ με τη θέση της υπεράσπισης ότι παρέμεινε ατεκμηρίωτη η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως προς τον τρόπο που μετρήθηκε η ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος από το Αλτ της οδού Σουλίου προς την κατεύθυνση που ερχόταν η Μοτοσυκλέτα και αντίστροφα. Δεν διαφώνησε τελικά ο Μ.Κ.1 με τη θέση της υπεράσπισης ότι υπάρχει διαφορά στην ορατότητα που έχει ένας μοτοσικλετιστής ανάλογα με το ύψος του και το ύψος της μοτοσυκλέτας, αλλά αυτή η διαφορά δεν είναι σημαντική. Σε κάθε περίπτωση, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να εισηγείται κάτι το διαφορετικό. Αυτό, βεβαίως, που πρωτίστως ενδιαφέρει στην παρούσα είναι η ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος από το Αλτ της οδού Σουλίου ως προς την κατεύθυνση που ερχόταν ο Μ.Κ.5, την οποία η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1. Προκύπτει, επίσης, ξεκάθαρα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι η μοτοσυκλέτα που χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς μετρήσεων κινείτο στην λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε ο Μ.Κ.5, εφόσον ρητά αναφέρθηκε στην ορατότητα του Κατηγορουμένου ως προς την κατεύθυνση που ερχόταν η Μοτοσυκλέτα. Ας σημειωθεί ότι η ορθότητα της θέσης του Μ.Κ.1 για τη μη ύπαρξη φυσικών ή τεχνητών εμποδίων στην ορατότητα που ο Κατηγορούμενος είχε ως προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Μ.Κ.5, η οποία μετρήθηκε να είναι πέραν των 40 μέτρων, διαπιστώνεται και από τις φωτογραφίες με αρ. 30, 31, 32 και 34 του Τεκμηρίου 7.

 

Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, που προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Σημειώνω, επίσης, ότι όσον αφορά τις ζημιές που υπέστησαν τα τρία ενεχόμενα οχήματα θα προτιμήσω τη λεπτομερή περιγραφή του Μ.Κ.7. 

 

Το συμμετρικό σχέδιο, λοιπόν, που ο Μ.Κ.1 κατέθεσε, Τεκμήριο 4, αποτελεί, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των φωτογραφιών, Τεκμήρια 7 και 8, και τις διαπιστώσεις και τα ευρήματα του Μ.Κ.7, την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 51.

 

Έχω ήδη προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 ανωτέρω, η μαρτυρία του οποίου εξ άλλου δεν έχει αμφισβητηθεί. Πέραν, λοιπόν, της διαφοροποίησης, στην οποία προβαίνω ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και της αποδοχής της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και όχι του Μ.Κ.3 σε σχέση με όσα έχουν αναφερθεί για το ζήτημα της ορατότητας, η υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.3 γίνεται αποδεκτή.

 

Η Μ.Κ.4, ήτοι η οδηγός του Αυτοκινήτου Β, μου έκανε επίσης γενικά καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστη μάρτυρας και δεν έχω διαπιστώσει πρόθεση εκ μέρους της να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Πέραν τούτου, το μόνο που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση είναι η αναφορά της ότι δεν μπορεί να ξέρει αν έτρεχε ή όχι η Μοτοσυκλέτα. Προκύπτει, όμως, πως η Μ.Κ.4 δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην παρουσία της Μοτοσυκλέτας στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, εφόσον δεν ήταν καν σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα κατά πόσον αυτή κινούνταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία της τελευταίας. Δεν άκουσε, επίσης, τίποτα άλλο παρά μόνο το θόρυβο από το εξώστ της Μοτοσυκλέτας και δεν αντιλήφθηκε καν την σύγκρουση της Μοτοσυκλέτας με το Αυτοκίνητο Α.

 

Παρά, λοιπόν, το ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, είναι προφανές ότι αυτή δεν μπορεί να ρίξει κάποιο φως στα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα.   

 

Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου σχημάτισα, επίσης, για τον Μ.Κ.5, ήτοι τον οδηγό της Μοτοσυκλέτας. Πέραν κάποιων σημείων, για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, αυτός κατέθεσε με αμεσότητα, απλότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα και η ένορκη εκδοχή του ήταν σταθερή τόσο κατά την κυρίως εξέτασή όσο και κατά την αντεξέτασή του. Μάλιστα, ο Μ.Κ.5 ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινής που ενόρκως δέχθηκε ότι οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, παρά το ότι στην γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 11, είχε πει ότι δεν θυμόταν τούτη, λέγοντας ότι μπορεί να ήταν 70-80 χ.ά.ω. Επίσης, δέχθηκε ότι η ορθή αντίδραση θα ήταν να πατήσει τα μπροστινά φρένα και να ρίξει ταχύτητα και όχι να πατήσει ταυτόχρονα τα πισινά και τα μπροστινά φρένα, όπως έπραξε.

 

Ομολογουμένως, η μαρτυρία του Μ.Κ.5 ως προς την απόσταση από την οποία είδε για πρώτη φορά το Αυτοκίνητο Α να βρίσκεται σε αναμονή στο Αλτ της οδού Σουλίου δεν ήταν σταθερή. Από την μια ανέφερε ότι είδε τούτο σε απόσταση 45-50 μέτρων και από την άλλη ότι είδε τούτο σε μακρινή απόσταση, την οποία, όμως, δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Επίσης, ενώ στο Τεκμήριο 12 ανέφερε ότι είδε το Αυτοκίνητο Α στο Αλτ όταν πλησίαζε την πάροδο μετά το πρατήριο της Esso, κατά την αντεξέταση μας είπε ότι δεν θυμάται καν την ύπαρξη τούτου ή αν είπε κάτι τέτοιο στην κατάθεσή του. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Μ.Κ.5 για να καθορίσει την εν λόγω απόσταση.

 

Η εν λόγω διαφοροποίηση της θέσης του Μ.Κ.5 δεν κρίνεται, όμως, ικανή για να κλονίσει τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα για την αξιοπιστία του σε σχέση με τα ουσιώδη της υπόθεσης ζητήματα, εφόσον κατά άλλα αποτέλεσε κοινό τόπο στην παρούσα πως ο Κατηγορούμενος είχε σταματήσει στο Αλτ της οδού Σουλίου προτού επιχειρήσει να εισέλθει εντός της Λεωφόρου Στροβόλου με κλίση αριστερά λοξά. Επίσης, δεν θα αναμένονταν από τον Μ.Κ.5 να θυμόταν και να προσδιορίσει το σημείο ή την απόσταση, από την οποία είδε σταματημένο το Αυτοκίνητο Α στο Αλτ, εφόσον προκύπτει πως η εν λόγω παρουσία δεν ήταν κάτι που του κέντρισε ιδιαίτερα την προσοχή ή τον ανησύχησε, εφόσον αυτός οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και θεώρησε ότι ο Κατηγορούμενος θα είχε αντιληφθεί την παρουσία της Μοτοσυκλέτας, της οποίας ήταν μάλιστα αναμμένα τα φώτα πορείας.

 

Η θέση του Μ.Κ.5 ότι, όταν πλησίαζε την πάροδο, είδε το Αυτοκίνητο Α να βγαίνει από αυτή και να εισέρχεται με διαγώνια κλίση αριστερά στη Λεωφόρο Στροβόλου και να μπαίνει απ’ ευθείας στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας, οπόταν πάτησε φρένα, ήταν σταθερή, πειστική και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Τουναντίον, αυτή είναι σύμφωνη με τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή και δη τα ίχνη τροχοπέδησης της Μοτοσυκλέτας, τα οποία κάλυψαν μια απόσταση 8,00m, με την αρχή τους να απέχει περί τα 20 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Δεν παραβλέπω, όπως έχει σχετικώς νομολογηθεί, ότι από την απόσταση των ιχνών τροχοπέδησης κάποιος μπορεί να εκλάβει ως δεδομένο ότι πριν τη χρήση φρένων προηγείται και μια απόσταση σκέψης, η οποία αυξάνει την απόσταση που ο οδηγός συνειδητοποίησε την ανάγκη να πατήσει φρένο. Η απόσταση, όμως, αυτή στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν μεγάλη. Λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη ότι το Αυτοκίνητο Α διένυσε μια απόσταση πέριξ των 11,50m από το Αλτ της οδού Σουλίου μέχρι το σημείο σύγκρουσης, είναι προφανές ότι ο Μ.Κ.5 είδε τη Αυτοκίνητο Α να εισέρχεται εντός της Λεωφόρου Στροβόλου και να μπαίνει αμέσως στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας όταν ο Μ.Κ.5 βρισκόταν πλησίον της παρόδου.

 

Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.5 γίνεται αποδεκτή.

 

Ο Μ.Κ.6, ήτοι ο αυτόπτης μάρτυρας, μου προξένησε μέτρια εντύπωση. Κατ’ αρχάς ήταν εμφανές ότι απάντησε με δισταγμό ότι η Μοτοσυκλέτα δεν έτρεχε, λέγοντας από τη μια ότι αν έτρεχε θα άκουγε τον μεγάλο θόρυβο και από την άλλη πως αυτή δεν έτρεχε για τον ίδιο. Δεν μπορώ, συνεπώς, να δεχθώ τη θέση του είτε σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Μ.Κ.5 είτε σε σχέση με την ταχύτητα που οδηγούσε ο ίδιος, εφόσον φαίνεται ότι αυτός έχει μια δική του ιδιάζουσα αντίληψη για το θέμα της ταχύτητας.

 

Δεν έχει, επίσης, τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου, από το οποίο να προκύπτει η ικανότητα του μάρτυρα να προσδιορίζει αποστάσεις ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας της απόστασης των 30 μέτρων, από την οποία, ως είπε, είδε το Αυτοκίνητο Α να βγαίνει από την πάροδο. Επίσης, δεν υπάρχει μαρτυρία από την οποία να μπορεί να υπολογιστεί η απόσταση μεταξύ του κτιρίου της Σ.Ε.Κ. και της συμβολής της Λεωφόρου Στροβόλου με την οδό Σουλίου, ώστε να υπολογιστεί σε πόση απόσταση πριν την εν λόγω συμβολή ο Μ.Κ.5 είχε προσπεράσει τον Μ.Κ.6.    

 

Πέραν, λοιπόν, του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του Μ.Κ.6, το οποίο συνάδει και είναι σύμφωνο με τη μαρτυρία που έχω ήδη αποδεχθεί, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.6 για να προβώ σε οποιαδήποτε περαιτέρω εύρημα αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος.

 

Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα, την οποία τα Δικαστήρια μπορεί να αποδώσουν σε αυτές. Βλ., μεταξύ άλλων, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω), στην οποία αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις.

 

Σύμφωνα, περαιτέρω, με την Αγγλική υπόθεση R v. Stovey [1968] 52 Cr. App. Rep. 334, όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη της συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα καταθέσει ενόρκως στη δίκη και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή, όπως η κατάθεσή του.

 

Από την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου σημειώνω ότι αυτός βγήκε από το Αλτ της οδού Σουλίου με κλίση αριστερά και εισήλθε διαγωνίως απ’ ευθείας στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Στροβόλου. Επίσης, ότι συνειδητοποίησε τη σύγκρουση την ώρα που άρχισε να ισιώνει το αυτοκίνητό του (Αυτοκίνητο Α) στη δεξιά λωρίδα και πως προηγουμένως δεν άκουσε θόρυβο από ήχο μοτοσυκλέτας να πλησιάζει ή ήχο από τροχοπέδηση, παρόλο που το παράθυρο του αυτοκινήτου του ήταν ανοικτό. Προκύπτει, επίσης, από την ανακριτική του κατάθεση ότι δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της Μοτοσυκλέτας στο δρόμο οποτεδήποτε πριν τη σύγκρουση.

 

Από την άλλη, η θέση του Κατηγορουμένου ότι, προτού εξέλθει από το Αλτ της παρόδου, βεβαιώθηκε πως δεν έρχονταν οχήματα από τα δεξιά του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δεδομένης της ορατότητάς του προς την πλευρά της πορείας της Μοτοσυκλέτας, η οποία ήταν πέραν των 40 μέτρων, και εφόσον ο Μ.Κ.5 βρισκόταν πλησίον της επίδικης συμβολής όταν ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να εισέρχεται στη Λεωφόρο Στροβόλου, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Μοτοσυκλέτα ήταν ορατή προτού ο Κατηγορούμενος αποπειραθεί να εισέλθει στη Λεωφόρο Στροβόλου. Ο Μ.Κ.5 οδηγούσε ναίμεν με κάποια ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου, αλλά δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου, από το οποίο να προκύπτει ότι η ταχύτητά του ήταν τέτοια που να έθετε εαυτόν εκτός του πεδίου ορατότητας του Κατηγορουμένου.

 

Νομική πτυχή και συμπεράσματα

 

Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία.

 

Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος.

 

Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73:

«Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (1982) 1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 202)».

 

Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4:

«Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί-

(α) η φύση του καθήκοντος και

(β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει.

 

Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.»

 

Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri (1975) 1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides (1963) 2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 378.

 

Περαιτέρω, στις υποθέσεις Κυριάκου ν. Κανάρη (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1696 σημειώθηκε ότι η ανακοπή πορείας, εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα, συνιστά αμέλεια. Δηλαδή, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με ανακοπή πορείας και η ανακοπή αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα, τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας. Πράξεις, οι οποίες δυνατόν να διακόψουν τούτη την αλυσίδα είναι η ορατότητα και η ταχύτητα του οδηγού, του οποίου η πορεία ανακόπτεται. Βλ., μεταξύ άλλων, τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Ζίκκου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 18. Είναι γι’ αυτό άλλωστε που στην υπόθεση Κανάρη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητα από τα αίτιά του.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, η κατάληξη περί ανακοπής της πορείας της Μοτοσυκλέτας από το Αυτοκίνητο Α που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος είναι αναπόφευκτη. Η εν λόγω ενέργεια συνδέεται ευθέως με το υπό εξέταση δυστύχημα και αποτελεί γενεσιουργό αιτία τούτου, εφόσον η απρόσμενη είσοδος του Κατηγορουμένου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο η Μοτοσυκλέτα, η οποία είσοδος παρεμπόδισε την ελεύθερη πορεία του Μ.Κ.5, είχε ως αποτέλεσμα ο τελευταίος να δράσει ενστικτωδώς πατώντας ταυτόχρονα τα πισινά και τα μπροστινά φρένα της Μοτοσυκλέτας και να χάσει τον έλεγχο αυτής, η οποία σύρθηκε στην άσφαλτο και ακολούθως συγκρούστηκε με το Αυτοκίνητο Α.

 

Το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είδε την Μοτοσυκλέτα όταν βρισκόταν στο ΑΛΤ και προτού ξεκινήσει να εισέλθει στη Λεωφόρο Στροβόλου δεν διαφοροποιεί το ζητούμενο. Με δεδομένο ότι η ορατότητα που ο Κατηγορούμενος είχε από το σημείο του ΑΛΤ στα δεξιά του προς την πλευρά της πορείας της Μοτοσυκλέτας ξεπερνούσε τα 40 μέτρα και με δεδομένο ότι ο Μ.Κ.5 βρισκόταν πλησίον της επίδικης συμβολής όταν ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να εισέρχεται στη Λεωφόρο Στροβόλου, ο Κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία της Μοτοσυκλέτας στο δρόμο και να μην επιχειρήσει να εισέλθει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας, όπου αυτή κινείτο, προτού βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο χωρίς να ανακόψει την ελεύθερη πορεία της.

 

Επαναλαμβάνω ότι δεν έχει τεθεί υπόψη μου μαρτυρία ή ο,τιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Μ.Κ.5 ήταν τέτοια που να διέκοπτε τούτη την αλυσίδα, δηλαδή ότι η ανακοπή της πορείας ήταν γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος.

 

Το ότι ο Μ.Κ.5 ενδεχομένως να μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση αν αντιδρούσε διαφορετικά όταν αντίκρισε μπροστά του το Αυτοκίνητο Α ή αν οδηγούσε με χαμηλότερη ταχύτητα, αυτό δεν απαλλάσσει τον Κατηγορούμενο από την ευθύνη του. Το κατά πόσον ο Μ.Κ.5 φέρει μερίδιο ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος και ποιό είναι αυτό δεν είναι θέμα που αφορά τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου.

 

Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου στην Κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Συνεπώς, βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

(Υπ.)  ……………………………..

Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο