ECLI:CY:EDLEF:2015:B19
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ:30157/2014
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ
και
Στυλιανός Στυλιανού
Κατηγορουμένου
11 Φεβρουαρίου, 2015
Για Παραπονούμενους: κα Παπαδοπούλου για κ.κ. Ανδρέας Θ. Σοφοκλέους ΔΕΠΕ
Για Κατηγορούμενο: Καμία Εμφάνιση
Κατηγορούμενος: Απών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο κατηγορούμενος κλήθηκε να αντιμετωπίσει 5 κατηγορίες για το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 90(1), 91Α(3), 91(Β) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 ως τούτου έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 3(1), (2) και 4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60(Ι)/2008 (από τούδε και στο εξής «Ν.60(Ι)/2008»).
Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος, κατηγορείτο ότι, ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εξεδόθη στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 651/2008 παρέλειψε να καταβάλει προς τους εκ Δικαστικής αποφάσεως πιστωτές μεταξύ των ημερομηνιών 01/11/12 μέχρι και την 01/03/13, το ποσό δόσης ύψους €200.- που είχε διαταχθεί να καταβάλλει μηνιαίως δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 11/12/2009. Το κατηγορητήριο επεδόθη συμφώνα με την ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη, στον Κατηγορούμενο στις 04/11/14 /14 ωστόσο ο τελευταίος παρέλειψε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου την 01/12/14 που η υπόθεση είχε οριστεί από το Πρωτοκολλητείο. Συνεπεία της παράλειψης εμφάνισης του, η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη. Στις 14/01/15 οι συνήγοροι των παραπονουμένων εμφανίστηκαν και προσκόμισαν έγγραφη μαρτυρία ήτοι την Ένορκη Δήλωση της κας Ελένης Νικολάου ημερομηνίας 06/11/14
Πέραν των όσων αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η ομνύουσα, στην παράγραφο 10 της Ένορκης Δήλωσης της, ζητεί εκ μέρους των παραπονουμένων όπως εκδοθεί εναντίον του Κατηγορουμένου διάταγμα είσπραξης των επίδικων δόσεων που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €1000.- Ζητεί επίσης την καταδίκη του κατηγορούμενου στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας πλέον ΦΠΑ πλέον €13.- έξοδα επίδοσης.
Με βάση την ενώπιον μου τεθείσα, μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και έγινε αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη, κρίθηκε ότι είχαν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων με αποτέλεσμα o κατηγορούμενος να κριθεί ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.
Μετά την κατάληξη τούτη και πριν την επιβολή ποινής, η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων στηριζόμενη στο άρθρο 4(3) του Ν.60(Ι)/2008 εξαιτήθηκε την έκδοση διατάγματος εναντίον του κατηγορούμενου για το ποσό των €1.000.- που αντιστοιχεί στις οφειλόμενες δόσεις των μηνών από 01/11/14 μέχρι 01/03/13 αμφότερων περιλαμβανομένων.
.
Έχοντας κατά νου αυτό καθ’ αυτό το γράμμα και πνεύμα του Νόμου ως επίσης και τα λεχθέντα στην υπόθεση Ποινική Έφεση αρ. 25/2012 Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.02.2014, κλήθηκε η συνήγορος των παραπονουμένων να αγορεύσει προς υποστήριξη του προφορικού αιτήματος για έκδοση διατάγματος εν τη απουσία του κατηγορούμενου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του παραπονούμενου υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην αγόρευση της στα πλαίσια της υπόθεσης 29933/14 όπου ηγέρθη το ίδιο ζήτημα με την παρούσα και την οποία ετοίμασε γραπτώς. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις της έχουν στο σύνολο τους σημειωθεί και ληφθεί υπόψη για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Επιγραμματικά αναφέρω τις βασικότερες των εισηγήσεων της:
1. Στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας «οι αιτήσεις» υποβάλλονται προφορικά σε αντίθεση με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς δυνάμει των οποίων (Δ.48)
2. Δεν προκύπτει από την απόφαση Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου σαφώς ότι το αίτημα πρέπει να τεθεί γραπτώς αφού δεν προκύπτει από το κείμενο αυτής ότι υποβλήθηκε καν αίτημα.
3. Αν η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να υποβάλλεται γραπτώς αίτηση, θα το διευκρίνιζε ρητώς και σαφώς.
4. Υπήρξε θέση της ότι το Δικαστήριο έχει μεν εξουσία δυνάμει του άρθρου 175 του ΚΕφ. 155 να ζητήσει εάν το επιθυμεί οι αιτήσεις να υποβάλλονται γραπτώς κάτι τέτοιο όμως θα αντέβαινε «στη συνήθη πρακτική του Δικαστηρίου, θα απέβαινε σε βάρος του αποτυχόντα διάδικου γιατί θα αυξάνονταν τα δικηγορικά έξοδα, θα ήταν πιο χρονοβόρο καθότι κατά την άποψη μας είναι πιο πρακτικό το αίτημα να υποβάλλεται προφορικώς με αποτέλεσμα και την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου».
5. Η παράλειψη του κατηγορουμένου να εμφανιστεί μέχρι και σήμερα παρά του ότι το επεδόθη το κατηγορητήριο συνηγορεί «υπέρ του ότι παραιτήθηκε οικειοθελώς του δικαιώματος να υπερασπισθεί του δικαιώματος του και να φέρει οιανδήποτε ένσταση θα μπορούσε να υποβάλει εάν ήταν παρών».
Θεωρώ σκόπιμο προτού υπεισέλθω στην ουσία του θέματος με το οποίο καταπιάνεται η παρούσα, να αναφερθώ στις υποθέσεις Αριστοδήμου ν. Κ.Ο.Τ. (2007) 2 Α.Α.Δ. ως επίσης και στην υπόθεση Απόστολος Ποταμός ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 197/2010, 27 Μαρτίου 2012 οι οποίες καταπιάνονται με το άρθρο 89(1) του Κεφ. 155 και το δικαίωμα παρουσίας του κατηγορουμένου σε συνοπτική διαδικασία
Ως επισημάνθηκε στην υπόθεση ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ (ανωτέρω):
«Είναι καλά νομολογημένη αρχή ότι κατηγορούμενος σε ποινική υπόθεση έχει δικαίωμα να είναι παρών κατά τη δίκη του και να ακούεται, γι' αυτό, άλλωστε, κλητεύεται. Σε περιπτώσεις συνοπτικής δίκης, το ζήτημα της παρουσίας ή μη κατηγορουμένου διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 89(1)[3] του Νόμου. Κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο θα προχωρήσει στην απουσία κατηγορουμένου να ακούσει την υπόθεση και να επιβάλει ποινή ή να εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι αυτός παρών, επαφίεται στη διακριτική του εξουσία, η οποία ασκείται δικαστικά. Κατά την άσκησή της, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση και η σοβαρότητα των κατηγοριών, κατά πόσο αυτές ενέχουν το στίγμα της ανεντιμότητας, το είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλεται για τέτοιου είδους κατηγορίες, εάν ο κατηγορούμενος βαρύνεται ή όχι με προηγούμενες καταδίκες - (βλ. Niazi Ahmed v. Police 19 C.L.R. 127· Michael and Others v. Police (1987) 2 C.L.R. 78 και Αριστοδήμου ν. Κ.Ο.Τ. (2007) 2 Α.Α.Δ. 193) - κατά πόσο αυτός έχει παραιτηθεί οικειοθελώς του δικαιώματος να είναι παρών, ή καίτοι απών, εκπροσωπείται από συνήγορο και δηλώνει ότι επιθυμεί να είναι παρών.»
Στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Κ.Ο.Τ. (2007) 2 Α.Α.Δ. 193 το θέμα προώθησης υπόθεσης εν τη απουσία του κατηγορουμένου και δη όταν πρόκειται να ζητηθεί η έκδοση διατάγματος δυνάμει προνοιών Νόμου, τέθηκε ως ακολούθως:
«Η ουσία της πιο πάνω υπόθεσης είναι ότι, παρόλο που το όλο θέμα αν θα προχωρήσει δηλαδή το πρωτόδικο δικαστήριο να ακούσει την υπόθεση και επιβάλει ποινή στην απουσία του κατηγορουμένου ή αν θα εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι αυτός παρών, είναι στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, σε υποθέσεις που ενέχουν το στοιχείο της ανεντιμότητας (dishonesty) και η ποινή είναι φυλάκιση, είναι ορθό όπως το δικαστήριο εκδίδει ένταλμα σύλληψης για να είναι παρών ο κατηγορούμενος.»
Στην Αριστοδήμου (ανωτέρω) εφεσιβλήθηκε η ποινή και το διάταγμα που εξεδόθη εν τη απουσία του κατηγορουμένου. Εξετάζοντας το Εφετείο, κατά πόσο το Δικαστήριο έπρεπε να εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι παρών ο εφεσείων και να ακουστεί στο θέμα της ποινής, ιδιαίτερα στην έκταση που θα εκδιδόταν διάταγμα τερματισμού της λειτουργίας του κέντρου, ποινή που χαρακτηρίστηκε ως «δραστικής μορφής», με αναφορά στη Michael and Others v. Police (1987) 2 C.L.R. 78, κατέληξε ότι, σε περιπτώσεις «που εκτός από χρηματική ποινή το δικαστήριο σκοπεύει να εκδώσει και κάποιο διάταγμα εναντίον ενός κατηγορουμένου, όπως για παράδειγμα διάταγμα κατεδάφισης μιας οικοδομής ή τερματισμού λειτουργίας ενός κέντρου αναψυχής, η απονομή της δικαιοσύνης επιτυγχάνεται καλύτερα με το να είναι ο κατηγορούμενος παρών και να ακούεται επί του θέματος».
Επανερχόμενοι στα γεγονότα που αφορούν στην υπό κρίση υπόθεση και τη σχετική Νομοθετική πρόνοια για έκδοση διατάγματος καταβολής των οφειλομένων δόσεων, στο άρθρο 4(3) του N.60(I)/2008 προνοούνται τα ακόλουθα:
«(3) Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες»
Ας σημειωθεί από τώρα ότι, αναφορικά με την ανάγκη εκδόσεως εντάλματος σύλληψης σε περίπτωση μη παρουσίας του Κατηγορουμένου στο Δικαστήριο κατά την ημέρα ορισμού της υπόθεσης θεωρώ ότι, η περίπτωση έκδοσης διατάγματος δυνάμει του N.60(I)/2008 διαφοροποιείται των περιπτώσεων στις οποίες αναφέρονται οι πιο πάνω υποθέσεις καθ’ ήν έκταση τέτοιο διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο παρά μόνο, ως ο Νόμος ρητά ορίζει ήτοι κατόπιν αιτήσεως ενώ «αίτηση», για έκδοση διατάγματος υποβάλλεται μόνον εφόσον και αφού «καταδικαστεί» ο κατηγορούμενος.
Πέραν των αρχών που καθιερώνουν οι ανωτέρω αναφερόμενες υποθέσεις, ειδικότερη εξέταση του υπό κρίση άρθρου, έλαβε χώρα στα πλαίσια της υπόθεσης Ποινική Έφεση αρ. 25/2012 Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.02.2014.
Στην υπόθεση εκείνη, ως προκύπτει από το κείμενο αυτής, εξεδόθη πρωτόδικα διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων συμποσούμενο σε €18.794,62, δυνάμει του άρθρου 4(3) του Νόμου. Υπήρξε θέση του εφεσείοντα ότι, κακώς το Δικαστήριο εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα διότι τούτο, δεν εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή υποχρεωτικώς παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως, και αίτηση δεν είχε υποβληθεί. Το Δικαστήριο αναφερόμενο στο συγκεκριμένο άρθρο αυτό διατύπωσε τα ακόλουθα:
«Δεν υπάρχει τρόπος να υπερβούμε την σαφή πρόνοια του νόμου με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει έχει δικαίωμα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Εδώ το θέμα ρυθμίζεται ρητώς και σαφώς διά νόμου και οι πρόνοιες του νόμου πρέπει να τηρηθούν. Εφόσον δεν είχε υπάρξει αίτηση προς είσπραξη των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει το διάταγμα.»
Ως το Δικαστήριο εμφαντικά αναφέρει:
«Δεν είναι τυπικής φύσεως η πρόνοια αυτή αλλά ουσιαστική, εφόσον η αίτηση, η οποία μπορεί να υποβληθεί θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση. Πέραν τούτου, και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων που πρέπει να σταθμισθούν, υπάρχει και το θέμα της ενδεχόμενης αναστολής εκτελέσεως που προβλέπεται στο νόμο. Όλα αυτά μπορούν να εξετασθούν μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση.» (η έμφαση και οι υπογραμμίσεις για τους σκοπούς της παρούσας)
Το Δικαστήριο, με αυτή την τοποθέτηση παραμέρισε το διάταγμα για είσπραξης των οφειλομένων δόσεων υπό μορφή χρηματικής ποινής.
Αυτό που θεωρώ ότι, αβίαστα προκύπτει από τα λεχθέντα στην Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου (ανωτέρω) είναι ότι, μόνον κατόπιν υποβολής αίτησης το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει διάταγμα δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4(3) του Νόμου. Ενώ ό,τι σε κάθε περίπτωση συνάγεται είναι ότι, το Δικαστήριο, πρέπει να ασκεί δικαστική κρίση κατά την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος («…θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής.»). Για να ασκηθεί ωστόσο δικαστική κρίση, θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του γεγονότα και «συνθήκες». Γεγονότα για σκοπούς έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, δεν έχουν τεθεί στην υπό κρίση υπόθεση. Ο μόνος τρόπος να τεθούν, εν τη απουσία μάλιστα του κατηγορούμενου, θα ήταν με γραπτή αίτηση. Κατά συνέπεια και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων ανωτέρω αναφέρονται θεωρώ ότι, η αίτηση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4(3) του Νόμου θα πρέπει να είναι γραπτή. Ο Νόμος άλλωστε αναφέρεται σε «αίτηση» και όχι «αίτημα»[1].
Σε κάθε περίπτωση είναι νομολογημένη αρχή ότι, σε περίπτωση ύπαρξης αμφιβολίας, αυτή δεν μπορεί να αφήνεται να βαρύνει τον κατηγορούμενο. Σχετικά, με το θέμα ερμηνείας ποινικού Νόμου, είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Ευσταθίου, (2009) 2 Α.Α.Δ. 501:
«Θέλουμε όμως να υπογραμμίσουμε ότι η βεβαιότητα για το δίκαιο αποτελεί ένα από τα εχέγγυα του κράτους δικαίου. Ο κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να ενεργεί και να προγραμματίζει με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας όπως είναι διατυπωμένη στους Νόμους της Πολιτείας· ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους ποινικούς Νόμους, αυστηρή προσήλωση στο κείμενο της νομοθεσίας αποτελεί ένα από τους θεμελιώδεις κανόνες ερμηνείας και όταν το κείμενο αφήνει αμφιβολίες ως προς τις επιπτώσεις της νομοθεσίας, οι αμφιβολίες αυτές δεν αφήνονται να βαρύνουν τον κατηγορούμενο.»[2]
Ό,τι άλλο θα πρέπει να αναφερθεί και αποτελεί και συνέχεια των όσων αναφέρονται αμέσως ανωτέρω είναι ότι, ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνει γνώση της αίτησης αφού σαφώς στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται ότι, «προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση» ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης ενός δραστικού, κατά τα άλλα διατάγματος, που αφορά την είσπραξη οφειλομένου ποσού ως χρηματικής ποινής με τις όποιες συνέπειες ενέχει τούτο σε περίπτωση αδυναμίας καταβολής της.
Δεν μπορώ να συμμεριστώ την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των παραπονουμένων ότι ο κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικαιώματος του. Παραίτηση από δικαίωμα μπορεί να χωρέσει μόνο σε δικαίωμα που έχει γεννηθεί ή υφίσταται. Με την κλήση ο κατηγορούμενος, κλήθηκε να αντικρούσει τις κατηγορίες που του προσάπτονταν. Δεν το έπραξε. Παραιτήθηκε του δικαιώματος του τούτου. Το δικαίωμα του ωστόσο να ενστεί σε τυχόν αίτηση που ο κατήγορος του θα επέλεγε να υποβάλει για έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλομένων δόσεων, δεν υφίστατο κατά τη στιγμή της επίδοσης αφού δεν υπήρχε καν καταδίκη τη στιγμή που του επεδόθη η κλήση για να μπορεί να προωθηθεί αίτηση για έκδοση διατάγματος καταβολής των οφειλομένων δόσεων.
Τα όσα αναφέρονται και αναλύονται ανωτέρω θεωρώ ότι, καλύπτουν τις εισηγήσεις της συνηγόρου των παραπονουμένων όπως τούτες απαριθμούνται ανωτέρω υπό 1, 2, 3 και 5.
Τέλος, αναφερόμενη στις εισηγήσεις της συνηγόρου ως τούτες παρατίθενται ανωτέρω υπό τον αρ. 4, περιορίζομαι να αναφέρω ότι τα θέματα που τέθηκαν και από την κα Παπαδοπούλου, προκάλεσαν έντονο προβληματισμό στο Δικαστήριο και σε αριθμό άλλων υποθέσεων που καταπιάστηκε με το αντικείμενο της παρούσας. Καταλήγω ωστόσο ότι, τούτα δεν είναι ικανά ούτε υπέχουν τέτοια δύναμη ώστε να υπερφαλαγγίσουν το γράμμα και την ερμηνεία του Νόμου ως τούτη δόθηκε στα πλαίσια της απόφασης Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου (ανωτέρω), ιδιαίτερα όταν το αίτημα υποβάλλεται στην απουσία του κατηγορούμενου αλλά και αυτών των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ή διάδικου να ακούεται.
Έχοντας κατά νου παν ότι ελέχθη, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή προστίμου ύψους €100.- επί του κατηγορητηρίου ενώ επιδικάζονται περεταίρω υπέρ των παραπονουμένων και εναντίον του κατηγορουμένου €150.- δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον €13 έξοδα επίδοσης.
(Υπ.) ..............................................
Ν. Οικονόμου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. αντίθετα άρθρο 46(1Α) Κεφ.155,
[2] (Βλέπε, DIAGORAS DEVELOPMENT ν NATIONAL BANK (1985) 1 CLR 581