ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. ΣΑΤΣΙΑ ΠΡΟΣ. Ε.Δ.  

                        Αρ. Υπόθεσης: 1652 / 2021

 

 

Χ. Σ.

Παραπονούμενος

και

 

1. ΙΠΚ ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ

2. Π.Κ.

Κατηγορούμενοι

 

 

Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου 2023

 

Για την Παραπονούμενο: κος Χ. Γαβριηλίδης για Χρίστος & Αντιγόνη Κων/νου Γαβριηλίδη Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Κατηγορούμενη: κα Ε. Παρασκευά  

Κατηγορούμενος 2: παρών

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Α. Εισαγωγή

 

1.    Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν εννέα κατηγορίες έκαστος για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(γ), 3(2) και 4(2) και (3) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008, Ν.60(1)/2008 (εν τοις εφεξής «Νόμος»), των άρθρων 2 και 90 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2).

 

2.    Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, η Κατηγορούμενη 1, ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στη Γενική Αίτηση υπ' αριθμό 243/2018, και ενώ στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης εκδόθηκε διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της με μηνιαίες δόσεις ύψους €500,00 εκάστη από την 01.03.2019 και ακολούθως την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους, η Κατηγορούμενη 1 προς καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για την περίοδο από 01.03.2019 – 01.11.2019, ήτοι 9 δόσεις, 8 εξ αυτών προς €500 εκάστη, ενώ η τελευταία δόση για €211.53, συνολικού ύψους €4.211,53. Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1,3,5,7,9,11,13,15 και 17 επί του κατηγορητηρίου.

 

3.    Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει εννέα κατηγορίες για παροχή συνδρομής και/ή βοήθειας στην Κατηγορούμενη 1 για καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή υπό την ιδιότητα του ως «διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας η οποία ήτο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους...». Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2,4,6,8,10,12,14,16 και 18 στο κατηγορητήριο.

 

Β. Η Μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε

 

4.    Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον παραπονούμενο (εφεξής «ΜΚ1» ή «Παραπονούμενος»). Αφού το Δικαστήριο κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του στις 20.09.2023 έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τους Κατηγορούμενους σε απολογία επεξηγώντας σε αυτούς τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Ήταν και  ο μοναδικός μάρτυρας των Κατηγορούμενων. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις.

 

5.    Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης. Η προσαχθείσα μαρτυρία μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί κατά τη δίκη έχει τύχει της δέουσας μελέτης και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους.

 

6.    Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και ως προανέφερα το λαμβάνω υπόψη (Χ. Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.)

 

7.    Θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα:

 

i.              ΜΚ1 – Παραπονούμενος

 

8.    Ο ΜΚ1 κατά την ακρόαση ανέφερε ότι την 24.01.2018 εκδόθηκε απόφαση σε σχέση με τα έξοδα της Ποινικής Έφεσης 121/2014, υπέρ του και εναντίον της Κατηγορούμενης 1, δυνάμει της οποίας τα έξοδα της έφεσης υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο  για το ποσό των €1.827, πλέον Φ.Π.Α. και €40. Αντίγραφο της συνταγμένης απόφασης του του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.01.2018 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.

 

9.    Ακολούθησε η καταχώριση αίτησης οικονομικής εξέτασης εναντίον της Κατηγορούμενης 1 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 04.07.2018. Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε αντίγραφο της ενδιάμεσης απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας στο πλαίσιο της γενικής αίτησης αρ. 243/2018, ημερομηνίας 01.03.2019.

 

10.  Με βάση το Τεκμήριο 2 η Κατηγορούμενη διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό των €500 μηνιαίως στον Παραπονούμενο, από την 01.03.2019 και ακολούθως την πρώτη μέρα εκάστου επόμενου μήνα, με 7 μέρες χάρη, μέχρι τέλειας εξόφλησης  του εξ αποφάσεως χρέους, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Τα έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ επιδικάστηκαν υπέρ του Αιτητή / Παραπονούμενου.

 

11.  Σημειώνεται ότι στην απόφαση – Τεκμήριο 2  αναφέρθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε δημιουργήσει μια νέα εταιρεία, την SUONO GATTO LTD (εφεξής «SG»), λόγω των οικονομικών προβλημάτων της Κατηγορούμενης 1  - εταιρείας η οποία στεγάζεται στην ίδια διεύθυνση με την Κατηγορούμενη. Η SG είχε έσοδα περίπου €7.000 - €8.000 μηνιαίως ενώ το κέρδος της ανέρχετο σε ποσό περίπου €1.500 μηνιαίως. Ο Κατηγορούμενος 2 είχε παραδεχθεί κατά την ακρόαση της αίτησης έρευνας ότι εκτελεί τις εργασίες του που προηγουμένως διεξήγαγε δια μέσου της Κατηγορούμενης 1,  υπό τον μανδύα της SG λόγω των οικονομικών προβλημάτων της Κατηγορούμενης 1.

 

12.  Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διεξαγωγή των εργασιών της Κατηγορούμενης 1 μέσω της SG  «στοιχειοθετεί και τη δυνατότητα της να αποπληρώσει το εξ’ αποφάσεως χρέος με δόσεις». Έκρινε το Δικαστήριο ότι τύγχανε εφαρμογής το ratio decidendi στην Σοφούλα Ιωάννου κ.ά. ν. Polly Frocks Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 398. [i]

 

13.  Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε το συνταγμένο διάταγμα (drawn up order) δια του οποίου η Κατηγορούμενη 1 διατασσόταν να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις στο πλαίσιο της Αίτησης αρ. 243/2018. Ως Τεκμήριο 4 κατατέθηκε αντίγραφο του καταλόγου εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν υπέρ του Παραπονούμενου στο πλαίσιο της Αίτησης αρ. 243/2018, το οποίο περιλαμβάνει και το ποσό το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο.

 

14.  Ο ΜΚ1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1.  Ο Κατηγορούμενος 2 εμφανιζόταν σε όλες τις μεταξύ τους διαδικασίες ως ο Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1. Όσες φορές και αν ο Παραπονούμενος προσέγγισε τον  Κατηγορούμενο 2 ζητώντας του να βρεθεί μια λύση σε σχέση με τη μη πληρωμή το εξ αποφάσεως χρέους, ο τελευταίος ήταν ανένδοτος αναφέροντας πως η εταιρεία το δεν έχει τίποτε να δώσει.

 

15.  Ως Τεκμήριο 5, κατατέθηκε εκτύπωση από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών κατόπιν έρευνας στα αρχεία του στην οποία φαίνονται οι διευθυντές και γραμματέας της Κατηγορούμενης 1.

 

16.  Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι από την ημέρα έκδοσης του Διατάγματος για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις η Κατηγορούμενη 1 δεν πλήρωσε καμία δόση μέχρι και σήμερα.

 

17.  Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον μάρτυρα από το συνήγορο των Κατηγορούμενων ότι το διάταγμα καταβολή του χρέους με μηνιαίες δόσεις δεν έχει επιδοθεί σε αυτούς. Σε ερώτηση αν γνώριζε πως η Κατηγορούμενη 1 είναι αδρανής εδώ και 10 σχεδόν χρόνια απάντησε ότι δεν γνωρίζει καθότι περνούσε από τα υποστατικά της εταιρείας του Κατηγορούμενου 2 και έβλεπε κίνηση. Συμπέρανε ο ΜΚ1 ότι πρέπει να διεξάγει εργασίες.

 

18.  Υποβλήθηκε στον Παραπονούμενο ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου διατάχθηκε η Κατηγορούμενη 1 να πληρώνει το χρέος της με μηνιαίες δόσεις είναι «λανθασμένο» και ότι έχει καταχωριστεί έφεση εναντίον της απόφασης αυτής. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει περί της έφεσης. Γνωρίζει ότι το Δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση για την οποία γνώριζε ο Κατηγορούμενος 2.  Διαφώνησε σε σχέση με το ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν λανθασμένη.

 

19.  Σε υποβολή ότι ούτε η SG ήταν σε θέση να πληρώνει το χρέος της Κατηγορούμενης 1 με μηνιαίες δόσεις, ο ΜΚ1 απάντησε ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις οικονομικές καταστάσεις της SG και με βάση αυτά που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος 2 αποφάσισε ότι μπορεί η Κατηγορούμενη 1 να πληρώνει €500 το μήνα.

 

20.  Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 διαφώνησε με υποβολή ότι εάν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις θα έπρεπε να την έχει η SG και όχι η Κατηγορούμενη. Ο ΜΚ1 υπεραμύνθηκε της απόφασης – Τεκμήριο 2 αναφέροντας ότι η SG στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με την Κατηγορούμενη 1, πως επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο και εξασκούσε το ίδιο επάγγελμα.  

 

21.  Σε υποβολή ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι σε αδράνεια και συνεπώς δεν έχει την ικανότητα να πληρώνει της μηνιαίες δόσεις με βάση την απόφαση Τεκμήριο 2 ο μάρτυρας απάντησε ότι έχει αποδειχθεί πως η Κατηγορούμενη 1 με την SG είναι συνδεδεμένες.

 

22.  Κατά την επανεξέταση διευκρίνισε πως ο Κατηγορούμενος 2 ήταν παρών σε όλες τις διαδικασίες, τόσο κατά την έκδοση της απόφασης Τεκμήριο 2  όσο και προηγουμένως.

 

ii.            ΜΥ1 – Κατηγορούμενος 2

 

23.  Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε πως είναι ο διευθυντής τόσο της Κατηγορούμενης 1 όσο και της SG. Το Τεκμήριο 3 (συνταγμένο διάταγμα για πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις) ουδέποτε του είχε επιδοθεί. Η Κατηγορούμενη 1 ποτέ δεν είχε τα εισοδήματα να αποπληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις. Από το 2010 είναι αδρανής και δεν έχει εισοδήματα.

 

24.  Η Κατηγορούμενη 1 μετά τα συμβάντα που έλαβαν χώρα το 2011 στα οποία ήταν «συνεργός» ο Παραπονούμενος έκλεισε αναγκαστικά και ανοίχθηκε από τον ΜΥ 1 άλλη εταιρεία λόγω οικονομικών δυσκολιών. Η SG ανέφερε ο ΜΥ1 εξακολουθεί να έχει εισοδήματα ύψους περίπου €8.000 μηνιαίως και κέρδος ποσοστό 15-20% επί του κύκλου εργασιών. Τα δε έξοδα της SG είναι περίπου €3.000 μηνιαίως.  Παρά ταύτα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η SG δεν είχε αρκετά εισοδήματα για να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις με βάση το Τεκμήριο 2.

 

25.  Ο ΜΥ1 κατέθεσε πιστοποιητικά σύστασης των εταιρειών PA&J ELECTRO AV SERVICES LTD και SG ως Τεκμήρια 6 και 7, αντίστοιχα.

 

26.  Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι για να υποβάλει έφεση εναντίον της απόφασης σημαίνει ότι έλαβε γνώση της απόφασης την οποία προσβάλλει. Παραδέχθηκε ότι γνώριζε πως έπρεπε να καταβάλλει το ποσό των €500 μηνιαίως και ότι ήταν παρών κατά την έκδοση της απόφασης εναντίον της Κατηγορούμενης 1 δια της οποία διατάχθηκε να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις.

 

27.  Παραδέχθηκε ότι από την 01.03.2019 όταν εκδόθηκε η απόφαση για μηνιαίες δόσεις δεν άλλαξε τίποτε όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1. Σε ερώτηση την οποία υπέβαλε ο συνήγορος της Παραπονούμενης:

 

«Ε. Συμφωνείς μαζί μου ότι εσύ κατηγορηματικά αρνείσαι σαν διευθυντής της εταιρείας Κατηγορούμενης 1 να πληρώσεις οποιοδήποτε ποσό έναντι των μηνιαίων δόσεων;»

 

ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε:

 

«Α. Αρνούμαι, διότι δεν έχω τη δυνατότητα και επίσης συμπληρωματικά με πνίγει το άδικο, το οποίο για εμένα το Δικαστήριο έκρινε λάθος, με πνίγει η αδικία, με πνίγει η όλη διαδικασία που έγινε, αυτή η υπόθεση έχει 12 – 13 χρόνια που ακόμα δεν μπόρεσα να βρω έστω και μια φορά το δίκαιο μου.»

 

28.  Ευθαρσώς δήλωσε ότι διαφωνεί με την απόφαση του Δικαστηρίου για πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις και παραδέχθηκε ότι δεν άλλαξε κάτι σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως είναι ο ίδιος ο οποίος χειρίζεται όλες τις υποθέσεις της Κατηγορούμενης 1.

 

29.  Κατά την αντεξέταση έγινε αναφορά από τον Κατηγορούμενο 2 στις προηγούμενες υποθέσεις τις οποίες είχαν με τον Παραπονούμενο.

 

30.  Κατά την επανεξέταση του ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν πληρώνει τις δόσεις όχι από πικρία αλλά από αδυναμία.

 

Γ. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας και Ευρήματα

 

31.  Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.

 

32.  Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.

 

33.  Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.) Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.)

 

34.  Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

35.  Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (βλ. Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45).

 

36.  Όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614 ).

 

37.  Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527).  Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720).  Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ’ εαυτού  δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).

 

38.   Ο ΜΚ1 - Παραπονούμενος προκάλεσε γενικώς θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με σαφήνεια και σταθερότητα και φαινόταν αυθόρμητος. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά, θεωρώ ότι συνάδει με τα  τεκμήρια τα οποία καταχωρήθηκαν. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του με το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αναφορικά με τα ζητήματα τα οποία γνωρίζει.

 

39.   Εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση η εκδοχή του Παραπονούμενου όσον αφορά τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, ήτοι το κατά πόσον είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, το ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, ότι εκδόθηκε διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις και ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν πλήρωσε τις δόσεις που περιγράφονται στις σχετικές κατηγορίες.

 

40.  Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι του είχε μιλήσει σε διάφορες περιπτώσεις και του ζήτησε να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος, ωστόσο ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ανένδοτος και το ανέφερε πως η Κατηγορούμενη 1 δεν έχει να δώσει τίποτε. Δεν αντεξέταστηκε επί αυτού του ισχυρισμού του ο Παραπονούμενος από τον συνήγορο Υπεράσπισης. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει πως υπάρχει αποδοχή της θέσης του αυτής από την Υπεράσπιση.

 

41.   Δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν ήταν βέβαιος σε σχέση με ορισμένα ζητήματα ή ότι δεν έχει γνώση, γεγονός το οποίο δείχνει την ειλικρίνεια του και την έλλειψη υπερβολής στη μαρτυρία του. Περιορίστηκε, δηλαδή, στα ζητήματα τα οποία γνώριζε, για παράδειγμα σε σχέση με τις άλλες εταιρείες τις οποίες ίδρυσε ο Κατηγορούμενος 2.

 

42.  Κατά την αντεξέταση δεν κλονίστηκε, δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του αν και στην ουσία ουδόλως αμφισβητήθηκε η εκδοχή του επί των ουσιωδών σε σχέση με την υπόθεση θεμάτων.

 

43.   Συνεπώς, καταλήγω στο ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στο σύνολο της.

 

44.  Η εντύπωση την οποία αποκόμισα από τον Κατηγορούμενο 2 δεν ήταν θετική. Η μαρτυρία του ως σύνολο φανερώνει αντιφατικότητα και μια τάση για υπερβολή η οποία φαίνεται ότι πήγαζε από τη συναισθηματική του φόρτιση. Σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης απέφευγε να απαντήσει τις ερωτήσεις οι οποίες τίθεντο από το συνήγορο του Παραπονούμενου, για παράδειγμα στη σελίδα 27 των πρακτικών, ημερ. 20.09.2023.

 

45.  Ο Κατηγορούμενος 2 επέμενε συνέχεια ότι έχει αδικηθεί και ότι τον ξεγέλασαν, τόσο ο συνήγορος του Παραπονούμενου, όσο και ο Παραπονούμενος. Επέρριψε, μεταξύ άλλων, ευθύνη σε Δικαστές οι οποίες εκδίκασαν αιτήσεις για καταβολή εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ότι δήθεν δεν του έδωσαν την ευκαιρία να τοποθετηθεί και να ακουστεί.

 

46.  Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι δεν καταχώρισε ένσταση σε καμία από τις δύο διαδικασίες που αντιμετώπισε για έκδοση διαταγμάτων για πληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Επίσης, από τις αποφάσεις – Τεκμήρια 2 και 8 προκύπτει ότι έδωσε μαρτυρία ο Κατηγορούμενος 2 και στις δύο περιπτώσεις. Ακολούθως, κατά κάποιον τρόπο, άλλαξε την εκδοχή του κατά την αντεξέταση και ανέφερε πως οι ερωτήσεις το δικηγόρου του Παραπονούμενου ήταν συγχυσμένες.

 

47.  Υπέπεσε σε διάφορες αντιφάσεις κατά τη μαρτυρία του. Ενδεικτικά αναφέρω ότι, αφενός ανέφερε πως η Κατηγορούμενη 1 δεν έχει την ικανότητα να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις. Αφετέρου δε, επιβεβαίωσε ότι δημιούργησε την SG, δραστηριοποιείται υπό τον μανδύα της SG, η οποία κάθε μήνα έχει κέρδη 20% επί του κύκλου εργασιών της και ο οποίος ανέρχεται σε €8.000. Στην ουσία, επιβεβαίωσε ότι η Κατηγορούμενη 1 η οποία δεν έχει εκκαθαριστεί ή να διαγραφεί από το μητρώο, συνεχίζει τη δραστηριοποίηση της μέσω της SG, η οποία SG έχει κέρδη και επομένως, έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώνει το χρέος της, αλλά αρνείται να το πράξει καθότι όπως ανέφερε διαφωνεί με την απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης έρευνας η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2.

 

48.  Άλλη αντίφαση ήταν το ότι στην κυρίως εξέταση του ανέφερε πως δεν του επιδόθηκε η απόφαση για πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις, θέλοντας να δείξει πως δεν είχε γνώση αυτής, ωστόσο κατά την αντεξέταση (σελ. 19 Πρακτικών ημερ. 20.09.2023) παραδέχθηκε ότι είχε πλήρη γνώση της απόφασης και μάλιστα καταχώρισε και έφεση εναντίον αυτής.

 

49.  Το Δικαστήριο συνεπώς δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του σε σχέση με την απόδειξη για τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Παρέθεσα πιο πάνω παραδείγματα των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, της αδυναμίας του να παράσχει σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλά ερωτήματα και καταλήγω στο ότι η μαρτυρία του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή.

 

50.  Από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 αποδέχομαι μόνο ότι δεν έχει καταχωρηθεί αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις ή αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης, ότι είναι το μοναδικό πρόσωπο – διευθυντής -  που ασχολείται με τη διοίκηση Κατηγορούμενης 1 και της SG, καθώς και τα όσα ανέφερε όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της SG δεδομένου ότι αυτά τα ζητήματα δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης από το συνήγορο του Παραπονούμενου.  Για τους λόγους τους οποίους έχω επεξηγήσει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να  βασιστεί στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής οποιωνδήποτε άλλων ευρημάτων σε σχέση με τα αμφισβητούμενα ζητήματα, ήτοι επί της κατ’ ισχυρισμόν αδυναμίας της Κατηγορούμενης 1 να πληρώνει με μηνιαίες δόσεις το εξ αποφάσεως χρέος της.

 

51.  Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:

 

51.1    Την 24.01.2018 εκδόθηκε απόφαση σε σχέση με τα έξοδα της Ποινικής Έφεσης 121/2014, υπέρ του Παραπονούμενου και εναντίον της Κατηγορούμενης 1, δυνάμει της οποίας τα έξοδα της έφεσης υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο  για το ποσό των €1827, πλέον Φ.Π.Α. και €40. Αντίγραφο της συνταγμένης απόφασης του του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.01.2018 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.

 

51.2    Ακολούθησε αίτηση οικονομικής εξέτασης εναντίον της Κατηγορούμενης 1 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 04.07.2018. Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε αντίγραφο της ενδιάμεσης απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας στο πλαίσιο της γενικής αίτησης αρ. 243/2018, ημερομηνίας 01.03.2019. Με βάση το Τεκμήριο 2 η Κατηγορούμενη διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό των €500 μηνιαίως στον Παραπονούμενο, από την 01.03.2019 και ακολούθως την πρώτη μέρα εκάστου επόμενου μήνα, με 7 μέρες χάρη, μέχρι τέλειας εξόφλησης  του εξ αποφάσεως χρέους, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Τα έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ επιδικάστηκαν υπέρ του Αιτητή / Παραπονούμενου.

 

51.3    ο Κατηγορούμενος 2 δημιούργησε μια νέα εταιρεία, την SUONO GATTO LTD (εφεξής «SG»), λόγω των οικονομικών προβλημάτων της Κατηγορούμενης 1  - εταιρείας η οποία στεγάζεται στην ίδια διεύθυνση με την Κατηγορούμενη 1.

 

51.4    Η SG είχε  και εξακολουθεί να έχει έσοδα περίπου €7.000 - €9.000 μηνιαίως ενώ το κέρδος της ανέρχετο και εξακολουθεί να ανέρχεται σε ποσό περίπου €1.500 μηνιαίως – 15 – 20% επί του κύκλου εργασιών. Ο Κατηγορούμενος 2 εκτελεί τις εργασίες του που προηγουμένως διεξήγαγε δια μέσου της Κατηγορούμενης 1, υπό τον μανδύα της SG λόγω των οικονομικών προβλημάτων της Κατηγορούμενης 1.

 

51.5    Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1.  Ο Κατηγορούμενος 2 εμφανιζόταν σε όλες τις μεταξύ τους διαδικασίες ως ο Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και έδωσε μαρτυρία στο πλαίσιο της αίτησης έρευνας η οποία οδήγησε στην απόφαση Τεκμήριο 2. Η σύζυγος του Κατηγορούμενου 2 η οποία επίσης είναι Διευθύντρια δεν ασχολείται με την επιχείρηση, την οποία διαχειρίζεται αποκλειστικά ο Κατηγορούμενος 2.

 

51.6    Όσες φορές και αν ο Παραπονούμενος προσέγγισε τον Κατηγορούμενο 2 ζητώντας του να βρεθεί μια λύση σε σχέση με τη μη πληρωμή το εξ αποφάσεως χρέους, ο τελευταίος ήταν ανένδοτος αναφέροντας πως η εταιρεία το δεν έχει τίποτε να δώσει.

 

51.7     Από την ημέρα έκδοσης του Διατάγματος για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις η Κατηγορούμενη 1 δεν πλήρωσε καμία δόση μέχρι και σήμερα.

 

51.8    Η Κατηγορούμενη 1 δεν έχει υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος – Τεκμήριο 2.

 

51.9    Η οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1 δεν έχει μεταβληθεί από τότε που εκδόθηκε το διάταγμα για πληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.

 

Δ. Νομική Πτυχή

 

52.  Τα άρθρα 3(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008,  Ν.60(1)/2008 προνοοεί τα ακόλουθα:

 

«3.(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους:

[....]

(γ)   παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.

 

53.  Προκύπτει από λεκτικό του άρθρου 3(1)(γ) ότι τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Ο κατηγορούμενος πρέπει να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους.

 

(β) Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.

 

(γ)  Εκδόθηκε διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.

 

(δ) Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες.

 

(ε) Η παράλειψη πληρωμής των δόσεων έλαβε χώρα για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.

 

54.  Οι υπερασπίσεις σε σχέση με το πιο πάνω αδίκημα καθορίζονται ρητώς από το Νόμο. Το άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:

 

«3(4) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1) αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο  αν αποδείξει: [...]

 

(γ) προκειµένου περί κατηγορίας δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ότι έχει συµµορφωθεί µε το διάταγµα πληρωµής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους µε δόσεις ή ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική του κατάσταση από την ηµεροµηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγµατος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγµατος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».

 

55.  Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει στη διάθεση του τις ακόλουθες υπερασπίσεις:

 

(α)   ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις,

(β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος,

(γ)   ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν.

 

56.  Τα συστατικά στοιχεία του εν προκειμένω αδικήματος καθώς και οι σχετικές υπερασπίσεις σε αυτό έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο στις αποφάσεις Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. ΠαρδάληΠοιν. έφ.153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποιν. εφ.160/14, ημερ. 20.12.2016, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ(2014) 2 Α.Α.Δ. 108, ΝΤΑΓΚΛΑΣ ν. ΚΥΛΙΛΗ, Ποινική Έφεση 76/19, 22/4/2020 και  ΧΧΧ Κεσίδης ν. Χαράλαμπου Παπανικόλα και Υιοί Λίμιτεδ Ποιν. Εφ. 39/2021 ECLI:CY:AD:2021:B586, ημερ. 22.12.2021

 

57.  Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd  (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου):

 

«Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο.  Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της  υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας.  Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16).  Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση  βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.  Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». 

 

58.  Το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

59.  Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.

 

60.  Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

61.  Ωστόσο, όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, με βάση τη Νικολάου (ανωτέρω) το βάρος απόδειξης σε σχέση με την ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το φέρει ο εξ αποφάσεως οφειλέτης στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δεδομένου ότι το ζήτημα εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη. Δεν μπορεί να αναμένεται από τον Παραπονούμενο να αποδείξει ότι δεν υπάρχει οικονομική ή φυσική αδυναμία από μέρους του οφειλέτη Κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται στη Νικολάου,  η υπεράσπιση αυτή μπορεί να πετύχει εάν ο Κατηγορούμενος αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος («...ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3(4)(γ)) είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση...»)

 

62.  Σημειώνεται επίσης ότι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προδρόμου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σε κατηγορίες δυνάμει Νόμου,  παρόμοιες με τις παρούσες, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο δεν ήταν το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημέρα της ακρόασης, αλλά το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί.  Το μόνο το οποίο ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους.  Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση.   

 

63.  Στην Ευαγγέλου Γιαννάκης ν. Κωστάκης Κουρέας & Υιός Λτδ (2005) 2 ΑΑΔ 415 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 91 του Κεφ. 6 και την υπεράσπιση της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη:

 

«Από τα πιο πάνω άρθρα [άρθρα 91Α(1)(α) και (β),  91Α(3), άρθρα 91Β(1) και 91Β(3)(α) και (β)] αναγιγνωσκόμενα στο σύνολό τους, και, ιδιαίτερα, από το συνδυασμό του άρθρου 91Α(3) με το άρθρο 91Β(3)(β) είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο ότι, εφόσον αποδειχθεί πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας ότι (α) εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, και (β) υπήρξε παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης θεωρείται ότι προέβη σε πράξη καταδολίευσης εκτός εάν αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση του άρθρου 91Β(3)(β). Η φράση "δύναται να θεωρείται" στο άρθρο 91Α(3) υποδηλώνει απλώς ότι η κατάταξη της παράλειψης πληρωμής ως αξιόποινης τελεί υπό την αίρεση της μη συνδρομής της υπεράσπισης του άρθρου 91Β(3)(β).

 

64.  Η απόφαση του Εφετείου στην Ποινική Έφεση αρ. 225/2021, ημερομηνίας 27.11.2023 στην Δώρος Ασιήκαλης ν. Στάυρου Μιχαήλ είναι επίσης ιδιαίτερα καθοδηγητική και πολύ ενδιαφέρουσα ως προς το κατά πόσον υπάρχει αυτόνομη υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Στην απόφαση της πλειοψηφίας κρίθηκε ότι η φυσική ή οικονομική αδυναμία πρέπει να συνδεθεί με μία εκ των υπερασπίσεων του αρ. 3(4) του Νόμου:

«Κρίνουμε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εντοπίσει ορθά ότι το βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ευρισκόταν στους ώμους του Εφεσίβλητου να αποδείξει φυσική ή οικονομική αδυναμία η οποία θα έπρεπε να αποδειχθεί ως προαπαιτούμενο και ότι αυτή η αδυναμία συνδέετο με τις υπερασπίσεις που καταγράφονται στο Άρθρο 3(4)(γ) δηλαδή «ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».

 

Με δεδομένο ότι ο Εφεσείων απέδειξε τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων, δηλαδή ότι ο Εφεσίβλητος εκ Δικαστικής απόφασης οφειλέτης, δεν εξόφλησε το χρέος του και στις 30.5.2018 αποδέχθηκε να το εξοφλήσει με διάταγμα μηνιαίων δόσεων ύψους €100, τις οποίες παρέλειψε να πληρώσει, ο Εφεσίβλητος απέτυχε να αποδείξει φυσική ή οικονομική αδυναμία η οποία συνδέετο με τις υπερασπίσεις οι οποίες μπορούσαν να προβληθούν στα πλαίσια του Άρθρου 3(4)(γ) του σχετικού Νόμου. Ο ισχυρισμός του Εφεσίβλητου ότι από 22.5.2013 μέχρι 8.3.2021 ήταν άνεργος, από μόνος του χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση που να οδηγεί σε εύρημα οικονομικής αδυναμίας και εν πάση περιπτώσει ασύνδετος με τη μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και η παράλειψη του να αποταθεί στο Δικαστήριο για μείωση του ποσού ή αναστολή του διατάγματος, δεν δικαιολογούσαν εύρημα ότι είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης για φυσική ή οικονομική αδυναμία να καταβάλει τις επίδικες μηνιαίες δόσεις

 

65.  Ο Δικαστής του Εφετείου Έντιμος κ. Χαραλάμπους στην Απόφασή του έκρινε ότι ο όρος «οικονομική αδυναμία» είναι ευρύτερος και αποτελεί αυτόνομη υπεράσπιση υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει να συνδεθεί με μια εκ των υπερασπίσεων του άρθρου 3(4)(γ) για να επιτύχει:

 

 «Έχω λοιπόν την άποψη πως ο όρος «οικονομική αδυναμία» είναι γενικότερος όρος, τον οποίο συνειδητά επέλεξε ο Νομοθέτης μη θέλοντας την καταδίκη οποιουδήποτε επιτύχει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να πείσει ότι ευρίσκετο σε αδυναμία να πληρώσει. Εξ ου και απαιτείται ερμηνεία από το Δικαστήριο και εφαρμογή στα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πράττοντας δε αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψιν το κατά πόσον υπήρξε μεταβολή της οικονομικής κατάστασης ή το κατά πόσον υπεβλήθη αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή.»

 

66.  Στην παρούσα υπόθεση στην ουσία προωθήθηκε η υπεράσπιση της οικονομικής αδυναμίας, χωρίς να συνδεθεί με οποιοδήποτε τρόπο με οποιαδήποτε μεταβολή οικονομικής κατάστασης. Αντιθέτως προσκομίστηκε μαρτυρία από τον Κατηγορούμενο 2 ως προς το ότι δεν υπήρξε μεταβολή της οικονομικής κατάστασης της Κατηγορούμενης 1.   

 

67.  Επαναλαμβάνεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 παρείχε συνδρομή ή και βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1 στην παράλειψη της τελευταίας να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με δόσεις.

 

68.  Tο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (εφεξής «ΠΚ») το οποίο έχει ως ακολούθως είναι σχετικό εν προκειμένω:

 

«20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα:

(α)   εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα

(β)   εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον

(γ)   εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος

(δ)   εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος.

Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος.

Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος.

Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.»

69.  Όπως και σε άλλα αδικήματα, έτσι και στην παρούσα περίπτωση, ένοχος δύναται να κριθεί και ο συμμέτοχος ή συνεργός στη διάπραξή του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρο 20 του ΠΚ. Βεβαίως, στις περιπτώσεις όπου ο αυτουργός ενός αδικήματος είναι κάποιο νομικό πρόσωπο, η ιδιότητα του διευθυντή ή άλλου αξιωματούχου του δεν δύναται από μόνη της να στοιχειοθετήσει την καταδίκη βάσει του εν λόγω άρθρου. Απαιτείται μαρτυρία για τη συγκεκριμένη δράση η οποία συνιστά συμμετοχή του φυσικού προσώπου στη διάπραξη του αδικήματος (Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 600,  Παντελή ν. Κωνσταντίνου (2001) 2 Α.Α.Δ. 708).

 

70.   Ένα από τα είδη συμμετοχής ή συνέργειας, ως καθορίζονται στο Π.Κ.20, είναι η παροχή συνδρομής (βοήθειας) σε άλλον ή η παρακίνηση άλλου να διαπράξει αδίκημα («aiding and abetting»). Η συγκεκριμένη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, ήτοι η δράση η οποία συνιστά τη συμμετοχή αυτή, είναι δυνατόν να αφορά είτε την προετοιμασία είτε οποιοδήποτε στάδιο της διάπραξης του αδικήματος.

 

71.  Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ashworth' Principles of Criminal Law, 2022, 10η έκδοση, σελ. 478:

 

«Αbetting involves some encouragement of the principal to commit the offence and this usually accompanies, or is implicit in, an act of aiding. Aid may be given by supplying an instrument to the principal, keeping a look‑out, doing preparatory acts, and many other forms of assistance given before or at the time of the offence».

 

72.  Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι η συνέργεια, συνδρομή ή βοήθεια δυνατόν να μην αφορά απλά μια μεμονωμένη στιγμιαία πράξη. Υπό τις κατάλληλες περιστάσεις γεγονότων και υποκειμενικής υπόστασης, είναι ενδεχόμενο να αποτελείται από σειρά ενεργειών ή από συνολική συμπεριφορά.

 

 

73.  Στην απόφαση στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd κ.α. ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ (2016) 2 Α.Α.Δ. 518  η πλειοψηφία ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Η συνέργεια κατά το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α v. Δημοκρατίας (1990), 2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε). Το Άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Militos Trading Ltd ν. Μαλέκκου (2012) 2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261), η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος».

 

74.  Αντλήθηκε επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edn, σελ. 177 υπό τον τίτλο Omission as a sufficient actus reus of secondary liability καθότι η παρούσα υπόθεση αφορά παράλειψη, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

“The law does not generally impose criminal liability for a failure to act … In the context of secondary liability, the question arises whether D’s omission to prevent P committing the crime is sufficient to trigger liability. […]

 

Secondly, there are circumstances in which D has a right to control the actions of another and he deliberately refrains from exercising it, his inactivity may be a positive encouragement to the other to perform an illegal act, and, therefore an aiding and abetting. If a licensee on a public house stands by and watches his customers drinking after hours, he is guilty of aiding them and abetting them in doing so”.

 

75.  Όσον αφορά το mens rea του συνεργού (secondary party) είναι σχετικά τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 179 – 190 του πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος. Υπό μορφή περίληψης αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 179:

 

“(1) the secondary party must intent to assist or encourage the principal’s act, or in the case of procuring, to bring the offence about;

(2) the secondary party must have knowledge as to the facts forming the essential elements of the principal’s offence, (incluiding any facts as to which the principal bears strict liability). This includes an awareness that the principal will act with mens rea”. 

 

76.  Άντλησα επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2015, παρ. Α4.5 και Α4.6. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το mens rea στις περιπτώσεις ενός συνεργού (accessory) είναι «στενότερο» από αυτό του αυτουργού (principal) καθότι χρειάζεται πρόθεση ή γνώση παρά αμέλεια ή απερισκεψία.

 

77.  Εν πρώτοις, λοιπόν,  αυτό το οποίο εξετάζεται, είναι το κατά πόσον εντοπίζεται συγκεκριμένη συμπεριφορά ή δράση, η οποία να συνιστά τη συμμετοχή κάποιου στο αδίκημα άλλου προσώπου. Αυτή η δράση, αν εντοπιστεί, αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση της συμμετοχής ή συνέργειας (actus reus).

 

78.  Η διάπραξη της πράξης ή η παράλειψη, ωστόσο, δεν είναι αφ’ εαυτής αρκετή για απόδειξη του αδικήματος επί τη βάσει του άρθρου 20 του Π.Κ., δεδομένου ότι ακόμα και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (strict liability), απαιτείται όσον αφορά το συνεργό να υφίσταται η αναγκαία γνώση ή πρόθεση, δηλαδή η υποκειμενική υπόσταση ή άλλως, η ένοχη διάνοια (mens rea). Εν ολίγοις, εάν κατά τη στιγμή της διενέργειας κάποιας πράξης (ή παράλειψης) δεν συνυπάρχει και το απαραίτητο για το συγκεκριμένο αδίκημα νοητικό στοιχείο, τότε δεν προκύπτει ποινική ευθύνη.

 

79.  Όπως περαιτέρω εξηγείται στο σύγγραμμα Archbold 2015, §17‑113 «… in general the mental element of a crime must exist at the time of the physical act .»

 

80.  Έπεται πως η ένοχη διάνοια θα πρέπει να υφίσταται κατά τη στιγμή της συγκεκριμένης ενέργειας η οποία συνιστά τη συνέργεια. Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (2003) 2 Α.Α.Δ. 261, η οποία αφορούσε σε αδίκημα της συνέργειας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του εδαφίου (γ) του άρθρου 20 του ΠΚ αναφέρθηκαν τα εξής:

«Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού.

 

Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» («.  aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances")».

 

81.  Ως προς την προαναφερθείσα γνώση ή πρόθεση, είναι καλώς θεμελιωμένο ότι σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία για την απόδειξή τους. Κατά κανόνα τα στοιχεία αυτά αποδεικνύονται εμμέσως, με περιστατική μαρτυρία (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 75) ή όπως αλλιώς έχει τεθεί, κατά κανόνα αυτά αναδύονται ως εξυπακουόμενα στοιχεία μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου και περαιτέρω εννοείται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του (Στυλιανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 646).

 

 

Ε. Υπαγωγή των γεγονότων στις εφαρμοστέες Νομικές Αρχές

 

82.  Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, την απόρριψη του μεγαλύτερου μέρους της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2, τη νομική πτυχή της υπόθεσης ως έχει παρατεθεί στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προσάπτεται στους Κατηγορούμενους.

 

83.  Όπως και στη Νικολάου προσκομίστηκε αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι η Κατηγορούμενη 1:

 

(α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή τον Παραπονούμενο,

(β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος της,

(γ) εκδόθηκε εναντίον της διάταγμα για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της με μηνιαίες δόσεις και

(δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο.

 

84.  Στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε το ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους του με δόσεις (Τεκμήριο 2 και Τεκμήριο 3). Δεν αμφισβητήθηκε ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης του Παραπονούμενου και ότι εκδόθηκε η απόφαση στο Τεκμήριο 2 και Τεκμήριο 3, αλλά ούτε και το ότι η Κατηγορούμενη δεν πλήρωσε το εξ αποφάσεως χρέος της.  

 

85.  Αντιθέτως, οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ότι δεν πλήρωσε το εξ αποφάσεως χρέος η Κατηγορούμενη 1 επικαλούμενοι οικονομική αδυναμία, ότι εσφαλμένα εκδόθηκε διάταγμα μηνιαίων δόσεων και ότι εσφαλμένα εκδόθηκε εναντίον της Κατηγορούμενης 1.  

 

86.  Περαιτέρω,  ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, κρίνω ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν απέσεισε το βάρος το οποίο είχε στους ώμους της ότι υπήρχε οικονομική αδυναμία ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική της κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν προβλήθηκε κανένας ισχυρισμός και δεν δόθηκε καμία μαρτυρία σε σχέση με αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος για πληρωμή του χρέους με δόσεις.

 

87.  Αυτό το οποίο πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο υπήρχε οικονομική αδυναμία από μέρους της Κατηγορούμενης 1 να πληρώσει τις οφειλόμενες δόσεις με βάση το κατηγορητήριο. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν μπορεί να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος επειδή από το 2010 είναι σε αδράνεια. Ταυτόχρονα ο Κατηγορούμενος 2 στην κυρίως εξέταση του καθώς και στην αντεξέταση του επιβεβαίωσε ότι δημιούργησε την SG, δραστηριοποιείται υπό τον μανδύα της SG, η οποία κάθε μήνα έχει κέρδη 20% επί του κύκλου εργασιών της ο οποίος ανέρχεται σε €8.000. Στην ουσία επιβεβαίωσε ότι η Κατηγορούμενη 1 έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώνει το χρέος της αλλά αρνείται να το πράξει.

 

88.  Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το διάταγμα (Τεκμήριο 3) για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις είχε κρίνει στην απόφαση του (Τεκμήριο 2) ότι η συνέχεια διεξαγωγής των εργασιών της Καθ’ ης η Αίτηση – Κατηγορούμενης 1 στην παρούσα διαδικασία – μέσω της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας (SG),στοιχειοθετεί και τη δυνατότητα της (της Κατηγορούμενης 1) να αποπληρώσει το εξ’ αποφάσεως χρέος της με δόσεις. Συνέχισε το Δικαστήριο καταλήγοντας «[κ]ρίνω ότι υπάρχει οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις».

 

89.  Συνεπακόλουθα, το ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι αδρανής δεν σημαίνει ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το χρέος της με μηνιαίες δόσεις εφόσον έχει κριθεί ότι συνεχίζει τις εργασίες της υπό τον μανδύα της SG και ότι η SG παρουσιάζει κέρδη κάθε μήνα, πράγμα που επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 κατά την ακρόαση.

 

90.  Με προβλημάτισε το ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν διεξάγει εργασίες και είναι στην ουσία αδρανής και χωρίς έσοδα. Παρά ταύτα, θεώρησα πως επειδή ακριβώς κρίθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση του Τεκμήριο 2  πως η Κατηγορούμενη 1 έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις επειδή λειτουργεί υπό τον μανδύα της SG η οποία, όπως εξάλλου επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2 – Διευθυντή της, έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει μηνιαίες δόσεις, η εξαγωγή αντίθετου συμπεράσματος θα αποτελούσε ανατροπή της απόφασης  - Τεκμήριο 2.  Σε κάθε περίπτωση, όπως προανέφερα, προσκομίστηκε αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι είναι η Κατηγορούμενη 1 ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή τον Παραπονούμενο, ότι εκδόθηκε εναντίον της και όχι εναντίον της SG η οποιουδήποτε άλλου προσώπου το διάταγμα για εξόφληση του χρέους με δόσεις και ότι δεν έχει εξοφλήσει το χρέος της.

 

91.  Προωθήθηκε η θέση ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αίτησης έρευνας ήταν εσφαλμένη καθώς και το ότι εναντίον της απόφασης (Τεκμήρια 2 και 3) εκκρεμεί έφεση. Σημειώνω ότι δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση οποιαδήποτε ειδοποίηση έφεσης. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν εφεσιβλήθηκε η απόφαση, αφ’ ης στιγμής δεν έχει ανασταλεί η υποχρέωση της Κατηγορούμενης 1 για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις και επειδή η καταχώριση έφεσης αφ’ εαυτής δεν έχει οποιοδήποτε ανασταλτικό αποτέλεσμα, η καταχώριση έφεσης εναντίον της απόφασης – Τεκμήριο 2 – δεν έχει καμία σημασία σε σχέση με την παρούσα υπόθεση.

 

92.  Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί του εσφαλμένου της απόφασης στην αίτηση έρευνας, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει ή να ανατρέψει απόφαση άλλου Δικαστηρίου καθότι δεν αποτελεί εφετείο ούτε και έχει τέτοια εξουσία. Τυχόν αποδοχή της θέσης των Κατηγορούμενων θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε μια ατραπό επανεξέτασης και αναθεώρησης της ορθότητας έκδοσης του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων ή κατά πόσον αυτό όφειλε όπως εκδοθεί δυνάμει της της οικονομικής κατάστασης της Κατηγορούμενης 1, πράγμα ανεπίτρεπτο στα πλαίσια της εξέτασης της παρούσης ποινικής διαδικασίας. Η ορθότητα της απόφασης ημερομηνίας 01.03.2019 – Τεκμήριο 2 – δεν επιδέχεται οποιασδήποτε αμφισβήτησης εν προκειμένω.

 

93.  Επομένως, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν η υπεράσπιση της οικονομικής αδυναμίας που προώθησε η Κατηγορούμενη 1 δεν έχει οποιαδήποτε περιθώρια επιτυχίας και απορρίπτεται. Ούτε και προωθήθηκε υπεράσπιση μεταβολής της οικονομικής κατάστασης της Κατηγορούμενης 1. Σε κάθε περίπτωση αυτό που διαφάνηκε από τη μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορούμενου 2 είναι ότι δεν επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή της ικανότητας της Κατηγορούμενης 1 να αποπληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις ως έχουν καθοριστεί από το Δικαστήριο στα Τεκμήρια 2 και 3. Δεν αποδείχθηκε καμία υπεράσπιση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων από την Κατηγορούμενη 1.

 

94.  Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, το actus reus προκύπτει από το ότι έχει τον έλεγχο και τη διεύθυνση της Κατηγορούμενης 1, πράγμα το οποίο ο ίδιος παραδέχτηκε, και παρέλειψε να προβεί σε πληρωμή των επίδικων δόσεων. Παραπέμπω στο απόσπασμα από το σύγγραμμα Smith & Hogan, πιο πάνω: «D has a right to control the actions of another and he deliberately refrains from exercising it, his inactivity may be a positive encouragement to the other to perform an illegal act, and, therefore an aiding and abetting.”

 

95.  Η απραξία του αποτελεί τη βοήθεια και/ή υποκίνηση προς την Κατηγορούμενη 1 να μην προβεί στην πληρωμή των μηνιαίων δόσεων.

 

96.  Η δε πρόθεση του (mens rea) προκύπτει από το ότι σαφώς είχε γνώση της κατάστασης πράγμα το οποίο σε κάθε περίπτωση παραδέχθηκε, γνωρίζει δηλαδή «τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα».  Κατά δεύτερον, ο ίδιος εξήγησε ότι δεν πλήρωσε τις επίδικες δόσεις λόγω, κατ’ ισχυρισμόν οικονομικής αδυναμίας της Κατηγορούμενης 1, πράγμα το οποίο ωστόσο, δεν ευσταθεί με βάση τους υπολογισμούς του ίδιου του Κατηγορούμενου 2 ως τους ανέφερε κατά την μαρτυρία του και συνεπώς ο ισχυρισμός του αυτός έχει απορριφθεί. Η δε μαρτυρία του Παραπονούμενου ότι τον προσέγγισε και του ζήτησε να πληρώσει τις δόσεις αλλά ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ανένδοτος στη ουσία παράμεινε αναντίλεκτη.

 

97.  Ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε επίσης ευθαρσώς ότι διαφωνεί με την απόφαση του Δικαστηρίου, Τεκμήρια 2 και 3, στην οποία κρίθηκε ότι η Κατηγορούμενη 1 έχει τη δυνατότητα να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της με δόσεις επειδή συνεχίζει τη λειτουργία της υπό το μανδύα της SG. Περαιτέρω, επιβεβαίωσε ότι είναι μόνο αυτός ο οποίος ασχολείται με τη διεύθυνση και τη διαχείριση των υποθέσεων της Κατηγορούμενης 1 και κανένας άλλος καθώς και ότι ήταν παρών και έδωσε μαρτυρία σε όλες τις προηγούμενες διαδικασίες. Επιβεβαίωσε επίσης ότι η SG – η διάδοχη κατάσταση δηλαδή της Κατηγορούμενης 1 – έχει την οικονομική ευχέρεια να συμμορφωθεί με το διάταγμα για καταβολή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις.  Επέλεξε να μην πληρώσει οποιαδήποτε δόση καθότι θεωρεί πως είναι λανθασμένη η απόφαση του Δικαστηρίου – Τεκμήριο 2 δεικνύοντας και την πρόθεση του να μην συμμορφωθεί με απόφαση Δικαστηρίου. Δεδομένης της γνώσης του περί των ζητημάτων τα οποία συνιστούν το αδίκημα όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, συνάγεται πως γνώριζε επίσης πως η απραξία του θα οδηγήσει στην διάπραξη του αδικήματος από την Κατηγορούμενη 1.

 

98.  Δεν παρέμεινε οποιοδήποτε κενό σε σχέση με την ευθύνη του Κατηγορούμενου 2 ως συνεργός. Κρίνω, κατά συνέπεια, ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος 2 παρείχε βοήθεια στην Κατηγορούμενη 1 στην παράλειψη πληρωμής των μηνιαίων δόσεων.

 

ΣΤ. Συμπέρασμα

 

99.          Υπό το φως των όσων προαναφέρθηκαν, δηλαδή με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, το βάρος απόδειξης, τη νομική πτυχή και την σχετική επί του ζητήματος Νομολογία, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας  τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι.

 

100.       Έχει συγκεκριμένα αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη 1 είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης και ο Παραπονούμενος εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής εν τη εννοία του Νόμου, ότι την 01.03.2019 εκδόθηκε εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Διάταγμα για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της δια μηνιαίων δόσεων με το οποίο η Κατηγορούμενη δεν έχει συμμορφωθεί, μη καταβάλλοντας καμία δόση μεταξύ των ημερομηνιών από 01.03.2019 – 01.11.2019, συνολικού ύψους €4.211,53.

 

101.       Έχει επίσης αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και ως το μοναδικό πρόσωπο το οποίο διηύθυνε την Κατηγορούμενη 1 παρείχε βοήθεια και συνδρομή στην Κατηγορουμένη 1 ώστε να παραλείψει να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις της  μεταξύ των ημερομηνιών από 01.03.2019 – 01.11.2019, ήτοι 9 δόσεις, 8 από αυτές προς €500 εκάστη και η 9η για το ποσόν των €211,53.

 

102.       Καταλήγω συνεπώς ότι, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των Κατηγορούμενων. Οι Κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν

 

 

(Υπ.)......................................

Χ. Σατσιάς,  Προσ. Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[i] «...Η προσπάθεια των εφεσειουσών να αποδείξουν ότι η εφεσίβλητη εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό το μανδύα της Paulisa δεν ξέφευγε των αιτουμένων, κατά της εφεσίβλητης, θεραπειών. Ούτε απέβλεπε στο να διαπιστωθεί η οικονομική ικανότητα της Paulisa να εξοφλήσει τα εξ αποφάσεως χρέη της εφεσίβλητης με απώτερο στόχο να εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον της, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε εις βάρος της δικαστική απόφαση και χωρίς να είναι διάδικος στις αιτήσεις. Η προσπάθεια των εφεσειουσών ήταν να αποδείξουν ότι η εφεσίβλητη, με σκοπό να αποφύγει την εξόφληση των εξ αποφάσεως χρεών της, δημιούργησε την Paulisa και, στην πραγματικότητα, εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό την κάλυψή της. Και ότι, επομένως, η οικονομική ικανότητα της Paulisa ήταν, στην πραγματικότητα, οικονομική ικανότητα της εφεσίβλητης, και, άρα, αυτή η ικανότητα έπρεπε να διερευνηθεί με σκοπό, αφού εξακριβωθεί, να εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων, όχι εναντίον της Paulisa, που ούτε εξ αποφάσεως χρεώστης ούτε διάδικος στις αιτήσεις ήταν, αλλά εναντίον της εφεσίβλητης. Οι εφεσείουσες, με τη μαρτυρία που προσκόμισαν, και στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, απέδειξαν ικανοποιητικά, κατά την κρίση μας, ότι η εφεσίβλητη εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό το μανδύα της Paulisa. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να προχωρήσει και, αφού διερευνούσε και διαπίστωνε την οικονομική ικανότητα της Paulisa, να καθορίσει το ποσό των μηνιαίων δόσεων που θα έπρεπε να καταβάλλει, όχι η Paulisa, αλλά η εφεσίβλητη, προς εξόφληση των εξ αποφάσεως χρεών της έναντι των εφεσειουσών.»

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο