ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. ΣΑΤΣΙΑ ΠΡΟΣ. Ε.Δ.   

Υπόθεση Αρ.: 4208/2019

 

1.             GLOBTIME COMMERCIAL SERVICES LTD

2.             ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΡΤΙΔΗΣ

Παραπονούμενη

και

 

1.             ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

2.             ΧΑΤΖΗΚΑΛΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

 

Κατηγορούμενοι

 

 

Ημερομηνία: 04 Ιουλίου 2024

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Δ. Παυλίδης για ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

Για τους Κατηγορούμενους: κος Π. Μακρίδης για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ – ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.    Η Κατηγορούμενη 1 με βάση το κατηγορητήριο ως διαμορφώθηκε στις 16.12.2022 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 20 και 29 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 9 και 11), της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 198, 20 και 29 του Κεφ. 154 (κατηγορία 3), της απάτης κατά παράβαση των άρθρων 300, 301, 20 και 29 του Κεφ. 154 (κατηγορία 5) και της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α), 335, 20 και 29 του Κεφ.154.

 

2.    Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε τις κατηγορίες με ζυγούς αριθμούς από την 2 μέχρι την 12 υπό ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή επικεφαλής και/ή υπάλληλος του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών και/ή υπηρέτης της Κατηγορούμενης 1 και κατηγορείτο ότι παρείχε συνδρομή, και/ή παρακίνησε, και/ή βοήθησε την Κατηγορούμενη να διαπράξει τα αδικήματα τα οποία παρατίθενται στις κατηγορίες με μονούς αριθμούς.

 

3.    Κατ’ αρχάς θα πρέπει να υπομνησθεί ότι σε σχέση με τον Παραπονούμενο 2 το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, έκρινε στο πλαίσιο προδικαστικής ένστασης ότι δεν είχε το απαραίτητο έννομο συμφέρον να προωθεί την παρούσα δίωξη. Κατά συνέπεια, η υπόθεση σε ότι αφορά τον Παραπονούμενο 2 απορρίφθηκε στις 08.11.2019.

 

4.    Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης και συγκεκριμένα στις 08.12.2023, ο πρώτος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, κ. Γιώργος Λαρτίδης ο οποίος είναι και διευθυντής της Παραπονούμενης, ανέφερε ότι δεν διατηρεί οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου 2 και ο μόνος λόγος για τον οποίο προωθούσε την υπόθεση εναντίον του ήταν για να αναγκαστεί ο Κατηγορούμενος 2 να δώσει μαρτυρία σε σχέση με το τι διαμείφθηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Παραπονούμενης σε εκείνο το στάδιο δήλωσε ότι δεν θα προωθήσει την υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2. Επομένως, η υπόθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 τερματίστηκε σε εκείνο το στάδιο λόγω κατάχρησης διαδικασίας και ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε.

 

5.    Αφού η Κατηγορούσα Αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της μαρτυρίας της, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης 1 (εφεξής «Κατηγορούμενη») υπέβαλε εισήγηση με βάση το άρθρο 74(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εξ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης επαρκώς, ώστε να υποχρεωθεί να προβάλει την υπεράσπιση της.

 

6.    Ήγειρε επίσης ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας λόγω καθυστέρησης καθώς και ζήτημα δικαιοδοσίας ή/και εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου να αποφασίσει επί ζητημάτων τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο εκ συμφώνου απόφασης ομοιόβαθμου Δικαστηρίου.  Στην ουσία, το επιχείρημα το οποίο προβλήθηκε είναι ότι εάν το παρών Δικαστήριο προχωρήσει με την έκδοση απόφασης στην παρούσα υπόθεση θα είναι σαν να αναθεωρεί απόφαση ομοιόβαθμου Δικαστηρίου.

 

Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

7.    Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης κατέθεσαν  δύο μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. Γιώργος Λαρτίδης (πρώην Παραπονούμενος 2, εφεξής «ΜΚ1») και ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. Δημήτρης Χατζηκαλλής (πρώην Κατηγορούμενος 2, εφεξής «ΜΚ2»).

 

8.    Η πλήρης μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω σε αυτό το σημείο. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε μέχρι στιγμής έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και την έχω υπόψιν μου. Θα επικεντρωθώ σε ορισμένα σημαντικά σημεία από τη μαρτυρία για την Παραπονούμενη.

Ι. ΜΚ1 – Γιώργος Λαρτίδης

 

9.    Ο ΜΚ1 στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του ανέγνωσε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία ετοίμασε.

 

i.              Μαρτυρία σε σχέση με την Κατηγορία αρ.  9: Κλοπή ποσού Λ.Κ. 50.000

 

10.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη κατά ή περί την 13.03.1986 προέβη στην κατάθεση της επιταγής της Παραπονούμενης για το ποσό των ΛΚ 50.000 σε άγνωστο λογαριασμό ενώ η συγκεκριμένη επιταγή ήταν δίγραμμη και έπρεπε να κατατεθεί σε λογαριασμό που διατηρούσε ο ΜΚ1 στην Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη παράνομα και χωρίς λόγο προέβη με δόλιο τρόπο στον σφετερισμό του πιο πάνω ποσού αποστερώντας το από το νόμιμο ιδιοκτήτη της ήτοι την Παραπονούμενη.

 

11.  Ο ΜΚ1 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 13.03.1986 η Παραπονούμενη εξέδωσε δίγραμμη επιταγή με αρ. [ ] (Τεκμήριο 2) την οποία υπέγραψε ο ίδιος ως Διευθυντής από τον λογαριασμό αρ. [ ] τον οποίο διατηρούσε η Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη για το ποσό των £50.000. Δικαιούχος ήταν ο ίδιος. Κατέθεσε την επιταγή στον προσωπικό του λογαριασμό με αρ. [ ] ωστόσο ο λογαριασμός του δεν πιστώθηκε με το εν λόγω ποσό. Ταυτόχρονα ο λογαριασμός της Παραπονούμενης χρεώθηκε με το ποσό των £50.000.

 

12.  Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 υποβλήθηκε ότι τα χρήματα ανήκαν στον ΜΚ1 και όχι στην Παραπονούμενη και συνεπώς τη ζημιά την υπέστη ο ΜΚ1. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι η απαίτηση είναι της Παραπονούμενης καθότι είναι αυτή που έχασε τα χρήματα δεδομένου του ότι χρεώθηκε ο λογαριασμός της.

 

13.  Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΚ1 ότι ο ίδιος κατέθεσε τα χρήματα της επιταγής σε προθεσμιακή κατάθεση στις 14.03.1986 στο όνομα του ΜΚ1. Συνεπώς, υποβλήθηκε η θέση ότι η επιταγή πράγματι κατατέθηκε σε προσωπικό του λογαριασμό και δεν μπορεί να έχει παράπονο η Παραπονούμενη.  Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 («ΤπΑ1») που αποτελεί αντίγραφο της μερίδας κατάθεσης προθεσμίας για το ποσό των £50.000 (το ποσό της επιταγής). Η διάρκεια της κατάθεσης ήταν για ένα έτος, ήτοι από 13.03.1986 μέχρι 14.03.1987 και ο τόκος 7% ετησίως. Στο κάτω μέρος του εγγράφου στις παρατηρήσεις αναφέρεται ο αριθμός της επιταγής.

 

14.  Ο ΜΚ1 αρνήθηκε τη σχετικότητα του προαναφερόμενου εγγράφου με την επιταγή (Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, επέμεινε πως η επιταγή ήταν δίγραμμη και κατά συνέπεια δεν επιτρεπόταν να γίνει αυτό και έπρεπε να γίνει κατάθεση. Ωστόσο, του υποβλήθηκε από το συνήγορο της Κατηγορούμενης πως αυτό ακριβώς έγινε καθότι η προθεσμιακή κατάθεση ήταν στο όνομα του. Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι η επιταγή ήτο δίγραμμη και πίσω την οπισθογράφησε κάποιο άλλο πρόσωπο που δεν είναι ο ίδιος και η Κατηγορούμενη δεν είχε κανένα δικαίωμα να πράξει κάτι τέτοιο.

 

15.  Σε ερώτηση αν ξέρει που πήγαν αυτά τα χρήματα ο ΜΚ1 απάντησε ότι «αυτές οι 50 χιλιάδες με ένα εκατομμύριο άλλο τα πήραν εκεί που τα επήραν με οδηγίες πρακτόρων και κυβερνήσεων. Είναι καθαρό αυτό που έγινε είναι γνωστά αυτά τα πράγματα».

 

16.  Υποδείχθηκε επίσης στον ΜΚ1 ένα έγγραφο με τίτλο «Δέσμευση Καταθέσεως Προθεσμίας» ημερομηνίας 13.03.1986. Δηλαδή η συμφωνία για δέσμευση της κατάθεσης φέρει την ίδια ημερομηνία με την επιταγή (Τεκμήριο 2). Το έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 2 («ΤπΑ2»)  καθότι ο ΜΚ1 αν και παραδέχθηκε πως προσομοιάζει η υπογραφή στο έγγραφο με τη δική του, δεν θυμάται να το υπέγραψε.

 

17.  Επίσης το ΤπΑ2 αναφέρει πως δεσμεύεται η κατάθεση του ΜΚ1 με αρ. 164098. Δηλαδή πάνω στο ΤπΑ1 και στο ΤπΑ2 αναφέρεται ο ίδιος αριθμός κατάθεσης.  Δια του ΤπΑ2 φαίνεται  να δεσμεύεται η προθεσμιακή κατάθεση στο ΤπΑ1 προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις άλλης εταιρείας συμφερόντων του ΜΚ1 ήτοι της Evershine Enterprises Ltd.

 

18.  Ο ΜΚ1 ήταν απόλυτος ότι κάποιος υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου οπισθογράφησε παράνομα την επιταγή, άρα διέπραξε πλαστογραφία και κατέθεσε τα χρήματα αλλού.

 

19.  Υποβλήθηκε επίσης πως επειδή η Παραπονούμενη και ο ίδιος προσωπικά δέχθηκαν εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 1605/1991 η οποία αφορά τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό, ως εξάλλου αναφέρει και ο ίδιος ο ΜΚ1 στη γραπτή του δήλωση, παρ. 10,  δεν μπορεί να έχει η Παραπονούμενη οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της Κατηγορούμενης. Ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι πλήρωσε το ποσό της απόφασης και το πλήρωσε ξανά άλλες 2 φορές.

 

ii.            Μαρτυρία σε σχέση με την Κατηγορία αρ. 7: Πλαστογραφία Εντάλματος Πληρωμής για £25.000

 

20.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος για την έβδομη κατηγορία η Κατηγορούμενη κατά ή περί την 25.04.1986 προέβη στον καταρτισμό πλαστού ανυπόγραφου εντάλματος πληρωμής με σκοπό την καταδολίευση και απέσπασαν το ποσό των Λ.Κ. 25.000 από το λογαριασμό [ ] της Παραπονούμενης.

 

21.  Ο ΜΚ1 αναφέρει στις παραγράφους 5 και 23(β) της γραπτής του δήλωσης ότι μέσω πλαστού και ανυπόγραφου εντάλματος πληρωμής οι Κατηγορούμενοι αφαίρεσαν και χρέωσαν το ποσό των ΛΚ 25.000 στο λογαριασμό της Παραπονούμενης με αρ. [ ]. Σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 3 αναφέρεται ότι χρεώνεται ο λογαριασμός με αρ. [ ]. Ο ΜΚ1 αναφέρει ότι είναι αδύνατο να υπέγραψε εκείνη την ημέρα το ένταλμα πληρωμής καθότι εκείνη την ημέρα βρισκόταν στη Μόσχα. Προς τούτο παρουσίασε αντίγραφο σύμβασης ως Τεκμήριο 4 η οποία αναφέρει πως καταρτίστηκε την 25.04.1986, δηλαδή την ίδια ημέρα με την ημερομηνία που φέρει το ένταλμα πληρωμής.

 

22.  Αναφέρει επίσης ο ΜΚ1 ότι κατήγγειλε την υπόθεση στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Μέχρι και σήμερα δεν ανευρέθηκε το ποσό  των ΛΚ 25.000.  Επιπρόσθετα, αναφέρει ο ΜΚ1 ότι ο τότε δικηγόρος του απέστειλε επιστολή προς την Κατηγορούμενη και ζήτησε να δικαιολογήσουν την χρέωση του λογαριασμού της Παραπονούμενης και η Κατηγορούμενη του απάντησε λέγοντας του ότι το ένταλμα δεν ανευρέθηκε (Τεκμήρια 5 και 6).

 

23.  Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι τι ποσό των Λ.Κ. 25.000 το εισέπραξε είτε ο ίδιος είτε κάποιος εκπρόσωπος του σε μετρητά. 

 

24.  Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ. 25.000 ο ΜΚ1 ήγειρε την αγωγή αρ 4187/2016. Ο ΜΚ1 ωστόσο ανέφερε πως το ποσό των Λ.Κ. 25.000 του το έκλεψε η Κατηγορούμενη τρεις φορές και για αυτό το λόγο υπάρχουν διαφορετικές αγωγές. Το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 3  που είναι γραπτή δήλωση του ΜΚ1 στο πλαίσιο της αγωγής αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 25.04.1986 η Κατηγορούμενη αφαίρεσε από το λογαριασμό της Παραπονούμενης το ποσό των Λ.Κ. 25.000.

 

25.  Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι είχε εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 26.05.1989 και του δόθηκε εξοφλητική κατάσταση λογαριασμού. Δύο μέρες μετά εμφανίστηκε ξανά το υπόλοιπο λογαριασμού παρά την εξόφληση.

 

26.  Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΚ1 ότι κανένα παράπονο δεν μπορεί να έχει η Παραπονούμενη καθότι  για όλα τα οφειλόμενα από την Παραπονούμενη ποσά η Παραπονούμενη δέχθηκε εκ συμφώνου απόφαση, εναντίον της στο πλαίσιο της αγωγής 1605/1991. Λόγω της απόφασης στην Αγωγή αρ. 1605/1991 τα οφειλόμενα ποσά προς την Κατηγορούμενη από την Παραπονούμενη αποκρυσταλλώθηκαν. Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι τα ποσά στα οποία αναφέρθηκε ο συνήγορος της Κατηγορούμενης είναι ποσά τα οποία του έκλεψε η Τράπεζα.

 

27.  Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι από το 1986 είχε γνώση των γεγονότων ενώ το Τεκμήριο 3 έλαβε αντίγραφο αυτού το 1998. Το δε 2005 καταχώρισε αγωγή σε σχέση με το ποσό αυτό καθώς και ποινική υπόθεση τις οποίες εν τέλει απέσυρε.

iii.           Μαρτυρία σε σχέση με την Κατηγορία αρ. 11: Κλοπή £33.315

 

28.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της ενδέκατης κατηγορίας.  η Κατηγορούμενη κατά ή περί την 11.03.1986 αντί να προχωρήσει με την κατάθεση επιταγής της Παραπονούμενης Εταιρείας εκ ποσού Λ.Κ. 33.315 σε λογαριασμό της εταιρείας Evershine Enterprises Ltd ενώ η συγκεκριμένη επιταγή της Παραπονούμενης ήτο δίγραμμη και έπρεπε να κατατεθεί στο λογαριασμό που διατηρούσε [η Evershine] στην Κατηγορούμενη, η τελευταία «παράνομα και χωρίς λόγο προέβη με δόλιο τρόπο στον σφετερισμό του πιο πάνω ποσού από τον Νόμιμο ιδιοκτήτη τους, ήτοι την Παραπονούμενη εταιρεία».

 

29.  Στη γραπτή του δήλωση (παρ. 7 και 23 (γ)), ο ΜΚ1 αναφέρει ότι η Παραπονούμενη εταιρεία εξέδωσε μια επιταγή (Τεκμήριο 7) με άρ. [ ] της Τράπεζας Κύπρου με δικαιούχο την Evershine για το προαναφερόμενο ποσό. Η εν λόγω επιταγή ήταν δίγραμμη. Η επιταγή δεν κατατέθηκε ποτέ στο λογαριασμό της Evershine αλλά εξαργυρώθηκε σε μετρητά στο ταμείο του υποκαταστήματος Φανερωμένης της Κατηγορούμενης.  Ο τραπεζικός λογαριασμός της Παραπονούμενης με αρ. [ ] χρεώθηκε για το εν λόγω ποσό χωρίς όμως να πιστωθεί ο λογαριασμός της Evershine. O MK1 προσθέτει στην παράγραφο 23(γ) της Δήλωσης του ότι τα χρήματα λήφθηκαν από τον Βάσο Αντωνίου «χωρίς να δικαιούται προς τούτο», χωρίς να δίδονται οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες.

 

30.  O MK1 κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως ήταν μέτοχος της Evershine κατά 50% καθώς και διευθυντής και γραμματέας. Την επιταγή την υπέγραψε ο ίδιος. Υποβλήθηκε ότι επειδή ο δικαιούχος του ποσού των Λ.Κ. 33.315 ήταν η Evershine, η Παραπονούμενη δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε παράπονο. Κανονικά η Παραπονούμενη θα έπρεπε να ήταν η Evershine.

 

31.  Ο ΜΚ1 απάντησε ότι ο ίδιος πλήρωσε την Evershine από λογαριασμό της Παραπονούμενης για συμμετοχή του /  το μερίδιο του στην εταιρεία κατά 50%. «Αυτό το ποσό, ουδέποτε κατατέθηκε η επιταγή εις τον λογαριασμό της Evershine, την αλλάξατε παράνομα, over the counter, πρωτάκουστο, crossed επιταγή να αλλαχθεί σε μετρητά και μετά εκείνα τα μετρητά τα κατέθεσε ο συνέταιρός μου και αντί να πιστωθώ εγώ, απώλεσα εγώ τα λεφτά και πιστώθηκε ο συνέταιρός μου με τα λεφτά αυτά, αργότερα.»

 

32.  Ο κος Μακρίδης ανέφερε ότι δεν το αναφέρει πουθενά στη δήλωση του ότι το ποσό αυτό το επωφελήθηκε ο συνέταιρος του. Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι  αυτό που αναφέρει ξεκάθαρα είναι ότι η επιταγή αυτή ήταν διγραμμισμένη ήτοι για κατάθεση στην εταιρεία Evershine και ουδέποτε κατατέθηκε στην εταιρεία Εvershine,  αλλά αλλάχθηκε σε μετρητά (over the counter) από την Κατηγορούμενη και η επιταγή εξαφανίστηκε.

 

33.  Σε ερώτηση εάν ο ΜΚ1 έχει κάποιο έντυπο πληρωμής να δείξει για την εξαργύρωση σε μετρητά ο ΜΚ1 παρέπεμψε στην σφραγίδα που φέρει η επιταγή.  Σημειώνω ότι δεν διευκρινίζεται επί της επιταγής ότι εξαργυρώθηκε σε μετρητά. Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι επειδή υπάρχει οπισθογράφηση σημαίνει ότι αλλάχθηκε σε μετρητά κάτι το οποίο δεν έπρεπε να είχε γίνει καθότι η επιταγή είναι δίγραμμη.

 

34.  Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 μια κατάσταση λογαριασμού της Evershine την οποία ο ΜΚ1 αναγνώρισε και συνεπώς αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού της Evershine  με αριθμό λογαριασμού 010‑01‑153583 ημερομηνίας 14/03/1986 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25. Στο Τεκμήριο 25 φαίνεται ότι στις 14.03.1986 κατατέθηκε στο λογαριασμό της Evershine το ποσό των  Λ.Κ. 33.315.

 

35.  Υποβλήθηκε ότι δεδομένου του ότι το ποσό πιστώθηκε στο λογαριασμό της Evershine, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ο ΜΚ1 ότι η Κατηγορούμενη οικειοποιήθηκε το ποσό. Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι το ποσό το οικειοποιήθηκε κάποιος δύο μέρες πριν την κατάθεση στο λογαριασμό της Evershine καθότι πάνω στην επιταγή υπάρχει σφραγίδα με ημερομηνία 12.03.1986. Σε ερώτηση ποιος το οικειοποιήθηκε το ποσό ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ήταν ο συνέταιρος του μαζί με υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου χωρίς να μπορεί να γνωρίζει την ταυτότητα του.

 

36.  Σε ερώτηση για το κατά πόσον η Evershine διαμαρτυρήθηκε προς την Παραπονούμενη ο ΜΚ1 απάντησε στην ουσία ότι δε γνωρίζει. Έδωσε την εξήγηση ότι ήταν υπόχρεος να αποχωρήσει από όλες τις εταιρείες στις οποίες ήταν μέτοχος καθότι επιβλήθηκαν εναντίον του κυρώσεις από τις Η.Π.Α. καθότι είχε πωλήσει τεχνολογία στη Σοβιετική Ένωση. Ο συνήγορος της Κατηγορούμενης του υπέβαλε ότι αυτό έγινε το 1989 και παρουσίασε επιστολή ημερομηνίας 16 Μαΐου 1989 στην οποία ο ΜΚ1 ανέφερε ότι θα εξοφλήσει  τον συγκεκριμένο τρεχούμενο λογαριασμό και παραπονείται για το ότι η Κατηγορούμενη έδωσε στοιχεία για τον ΜΚ1 σε πράκτορες των Η.Π.Α. την οποία επιστολή ο ΜΚ1 αναγνώρισε (Τεκμήριο 26). Ο ΜΚ1 ανέφερε πως η διαδικασία είχε διάρκεια περί τα τρία έτη καθότι οι Η.Π.Α. δεν είχαν πειστεί ότι αποχώρησε και έπρεπε να γίνουν ένορκες δηλώσεις από συνεταίρους του. Επίσης, έπρεπε να πληρωθούν χρήματα και η όλη διαδικασία καθυστέρησε.

 

iv.           Μαρτυρία σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 3 και 5 αναφορικά με το ποσό των €1.217.333

 

37.  Η πρώτη κατηγορία αφορά κλοπή του ποσού των €1.217.333. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας η Κατηγορούμενη κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 ως θεματοφύλακας του προαναφερόμενου ποσού της Παραπονούμενης χωρίς τη συναίνεση της, παράνομα και χωρίς αξίωση δικαιώματος προέβη με δόλιο τρόπο σε σφετερισμό του πιο πάνω ποσού αποστερώντας τα οριστικά από το νόμιμο ιδιοκτήτη τους, γεγονός το οποίο περιήλθε στη γνώση της Παραπονούμενης το Σεπτέμβριο του 2017. Πιο συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι εξόφλησαν overdraft  της Παραπονούμενης στο λογαριασμό αρ. [ ] χωρίς να υφίσταται τέτοιο overdraft αφού είχε εξοφληθεί από την Παραπονούμενη προηγουμένως με άλλη πράξη.

 

38.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας η Κατηγορούμενη κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 απέσπασε δια ψευδών παραστάσεων, το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό από κατάθεση που έγινε στον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. [ ] που η Παραπονούμενη διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Κατηγορούμενη

 

39.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 προέβη στη με δόλιο τρόπο απόκτηση του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού ιδιοκτησίας της Παραπονούμενης.

 

40.  Ο ΜΚ1 αναφέρει στη γραπτή του δήλωση ότι την 24.05.1989 πλήρωσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 335.213,60 προς πλήρη εξόφληση του λογαριασμού της Παραπονούμενης με αρ. [ ] καθότι του είχαν επιβληθεί κυρώσεις από τις Η.Π.Α. λόγω των εμπορικών σχέσεων του με τη Σοβιετική Ένωση. Αναγκάστηκε να αποχωρήσει από όλες τις εταιρείες στις οποίες συμμετείχε. Παρουσίασε το Τεκμήριο 8 για να δείξει ότι είχε εξοφληθεί το ποσό το οποίο οφειλόταν. Ωστόσο, αναφέρει ο ΜΚ1, την 31.05.1989 οι Κατηγορούμενοι χωρίς κανένα δικαιολογητικό χρέωσαν τον λογαριασμό ο οποίος κατά τον ΜΚ1 ήταν ήδη εξοφλημένος με το ποσό των Λ.Κ. 144.093,04 (Τεκμήριο 9).

 

41.  Την 29.05.1991 μετά από άρνηση της Παραπονούμενης να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ. 144.093,04  καθότι σύμφωνα με τον ΜΚ1 το ποσό είχε ήδη πληρωθεί και περιλάμβανε τα ποσά των Λ.Κ. 50.000, 25.000 και 33.315 τα οποία είχαν κλαπεί προηγουμένως από την Παραπονούμενη, πλέον τόκους, η Κατηγορούμενη εξασφάλισε δικαστική απόφαση στην Αγωγή αρ. 1605/1991 εναντίον της Παραπονούμενης σε σχέση με τον λογαριασμό [ ].

 

42.  Σημειώνει ο ΜΚ1 ότι το 1998 καταχώρισε αγωγή εναντίον της Κατηγορούμενης η οποία το 2005 αποσύρθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του μετά από υπόσχεση της Κατηγορούμενης για συμβιβασμό μεταξύ τους, πράγμα το οποίο δεν τηρήθηκε.

 

43.  Στις 18.01.2005 μετά από άρνηση της Κατηγορούμενης να διαγράψει το κατά τον ΜΚ1 παράνομο χρεωστικό υπόλοιπο, υπέβαλε καταγγελία στην Κεντρική Τράπεζα. Έλαβε ως απάντηση το Τεκμήριο 10 το οποίο ο ΜΚ1 αναφέρει πως αποτελεί «γραπτή βεβαίωση από την Κεντρική Τράπεζα ότι η Κατηγορούμενη ... έλυσε το ζήτημα και διέγραψε το ποσό που προήλθε από παράνομες χρεώσεις και κλοπές». Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 10 το μόνο που αναφέρει είναι ότι διερευνήθηκε το ζήτημα με την Τράπεζα Κύπρου και «έχουμε ενημερωθεί ότι αυτό έχει επιλυθεί. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, σας πληροφορούμε ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν έχει την εξουσία να παρεμβαίνει σε σχέσεις μεταξύ πελατών και τραπεζών...». Τη θέση αυτή την υπέβαλε και ο συνήγορος της Κατηγορούμενης στον ΜΚ1.

 

44.  Ακολούθως αναφέρει ο ΜΚ1 ότι η Κατηγορούμενη «κατά παράβαση της δικαστικής απόφασης στην Αγωγή αρ. 6201/2008 για απάλειψη του ΜΕΜΟ 583/2007 για το ΠΩΕ1225/06, παρουσίασε στην Εταιρεία Χαρίλαος Αποστολίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ, 4 εσωτερικούς λογαριασμούς» της Παραπονούμενης (Τεκμήρια 11 – 14) οι οποίοι έδειχναν υπόλοιπα, περιλαμβανομένου και του υπολοίπου ύψους Λ.Κ. 144.093,94 που είχε κλαπεί παλαιότερα και παρανόμως εισέπραξε τα ποσά που αναφέρονται στα Τεκμήρια 11 – 14, «αφού το τεμάχιο του ΠΩΕ 1225/06, σύμφωνα και με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή υπ’ αρ. 6201/2008, είχε μόνο ένα ΜΕΜΟ, ήτοι το 583/2007 και αφορούσε τον εσωτερικό λογαριασμό [ ] συν τόκους (Λ.Κ. 144.094,04 στο οποίο περιλαμβάνονται τα ήδη εξοφληθέντα και παράνομα οικειοποιηθέντα ποσά...)».

 

45.  Σημειώνω ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ούτε σε σχέση με το ΜΕΜΟ 583/2007 αλλά ούτε και οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο. Εξήγησε όμως ο ΜΚ1 ότι προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Παραπονούμενης έναντι της Κατηγορούμενης εγγράφηκε υποθήκη επί ενός ακινήτου το οποίο ήταν το αντικείμενο της αγωγής αρ. 6201/2008. Παρουσιάστηκε συμφωνία μεταξύ της Lartides Brothers Ltd και της Χαρίλαος Αποστολίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερομηνίας 01.06.2010 (Τεκμήριο 15) δια της οποία συμφωνήθηκε ότι η Lartides θα δεχθεί την ειδική εκτέλεση του ΠΩΕ 1225/06 και η Αποστολίδης θα δεχθεί απόφαση για το ποσό των €3.950.000 προς όφελος της Lartides. Η Lartides εξουσιοδότησε την Αποστολίδης όπως εξ ονόματος, κατ΄ εντολή και για λογαριασμό της προβεί σε διάφορες πληρωμές  προς πιστωτές της Lartides με σκοπό την απάλειψη υποθηκών και άλλων επιβαρύνσεων, περιλαμβανομένης και πληρωμής προς την Κατηγορούμενη ύψους €1.300.000. Το Τεκμήριο 15 υπογράφεται και από τον ΜΚ1 ως μάρτυρα.

 

46.  Συμπληρώνει ο ΜΚ1 ότι ενόψει των προαναφερόμενων η Παραπονούμενη και ο ίδιος υπέστησαν ζημία ύψους €1.217.333 (Τεκμήριο 16) ενώ η Παραπονούμενη δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό.

 

47.  Ο ΜΚ1 μεταξύ της 01.06.2010 και το τέλος του 2018 ζητούσε εξηγήσεις και υπέβαλλε παράπονα σε σχέση με  τα προαναφερόμενα γεγονότα ενώ η Κατηγορούμενη αρνείτο να παράσχει οποιαδήποτε πληροφόρηση σε σχέση με την «διάθεση του ποσού που απέσπασε από την εταιρεία Χαρίλαος Αποστολίδης Λτδ δήθεν για λογαριασμό» της Παραπονούμενης. Μεγάλος αριθμός επιστολών τις οποίες απέστειλε είτε ο ίδιος είτε οι ελεγκτές της Παραπονούμενης σε σχέση με το ποσό που κατακρατήθηκε παρέμειναν αναπάντητες (Τεκμήρια 17 και 18).

 

48.  Το 2017 ο ΜΚ1 πληροφορήθηκε από τον τότε δικηγόρο του ο οποίος έτυχε ενημέρωσης από την Κατηγορούμενη ότι η Κατηγορούμενη πληρώθηκε το ποσό των €1.217.333 για «4 εσωτερικούς λογαριασμούς της Τράπεζας Κύπρου που αφορούσαν δικαστικές αποφάσεις εναντίον της [Παραπονούμενης]».

 

49.  Ως Τεκμήριο 19 κατατέθηκε αλληλογραφία μεταξύ του ΜΚ1 και της Κατηγορούμενης. Περαιτέρω, αναφέρει ο ΜΚ1 στην παράγραφο 22 της δήλωσης του ότι τότε διαπίστωσε για πρώτη φορά την κλοπή και καταχώρησε τόσο την παρούσα υπόθεση καθώς και την αγωγή αρ. 2701/2019 το Σεπτέμβριο του 2019.

 

50.  Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 αναγνώρισε μια επιστολή προς την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 23) στην οποία γίνεται αναφορά σε 9 αγωγές της Κατηγορούμενης εναντίον του και στην οποία αναφέρει πως θα δεχθεί αποφάσεις σε όλες τις αγωγές και πως θα πληρώνει το ποσό των £5.000 μηνιαίως προς εξόφληση των χρεών του.

 

51.  Αντίγραφο της απόφασης στην αγωγή αρ. 1605/1991 ως είχε συνταχθεί αναγνωρίστηκε από τον ΜΚ1 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 24. Ο μάρτυρας είχε παραδεχθεί επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δικηγόρος του ήταν ο κ. Χατζηνικολάου ο οποίος με βάση το Τεκμήριο 24 φαίνεται να είχε εμφανιστεί εκ μέρους του και να έδωσε τη συγκατάθεση του για την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης. Ο ΜΚ1 ερωτήθηκε σε σχέση με το ότι δεδομένου πως ισχυριζόταν πως η Κατηγορούμενη του έκλεψε διάφορα ποσά από τον τρεχούμενο λογαριασμό της Παραπονούμενης τότε γιατί εξέφρασε την πρόθεση του να δεχθεί αποφάσεις και γιατί δέχθηκε απόφαση σε σχέση με το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού της Παραπονούμενης. Από τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 προκύπτει ότι η απόφαση Τεκμήριο 24  αφορά τον λογαριασμό της Παραπονούμενης με αρ. 11070738. Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι η αγωγή 1605/1991 αφορά την παράνομη χρέωση  - επαναχρέωση του ποσού των £144.093,04 .

 

52.  Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι οποιαδήποτε αξίωση ή παράπονο διατηρούσε σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό τα έχει απεμπολήσει καθότι δέχθηκε απόφαση εκ συμφώνου και ουδέποτε την αμφισβήτησε:

 

E.    Τότε κύριε Λαρτίδη, σας ξαναρωτώ, αφού δεν χρωστούσατε οποιοδήποτε ποσό, από τον τρεχούμενο, γιατί δεχτήκατε εκ συμφώνου απόφαση στην 1605;

A.    Να σας εξηγήσω. Ο λόγος που δέχτηκα ήταν διότι υπέστη έμφραγμα καρδιάς και ήμουν στο Ισραήλ, ήρθα πίσω, μου είχαν δώσει σημεία ζωής, είπε μου ο γιατρός ο Νικολαΐδης που ήταν στο Γενικό Νοσοκομείο, ο Πάμπης, μου είπε έχεις περίπου 1 χρόνο, αν δεν πας να κάνεις ανοιχτή καρδιά στο εξωτερικό, τότε δεν υπήρχαν... είπα i will take my chances, εκείνη την περίοδο εσείς προχωρήσατε και βγάλατε την απόφαση. Αυτήν την απόφαση που βγάλατε, για τα παράνομα λεφτά που μου κλέψατε τα πλήρωσα.

                    (σελ. 16 πρακτικών 02.02.2024).

 

53.  Ο ΜΚ1 παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι ήταν στην παρουσία του δικηγόρου του που εκδόθηκε η απόφαση και εν πάση περιπτώσει αναγνώρισε και την απόφαση (Τεκμήριο 24):

 

      E.         Είπατε βγάλαμε και εγώ σας λέω, ήταν στην παρουσία του δικηγόρου σας. 

      A.         Μάλιστα, του Χ'Νικολάου του μακαρίτη.

   (σελ. 16 πρακτικών 02.02.2024)

 

54.  Περαιτέρω προκύπτει πως η απόφαση Τεκμήριο 24 αφορά τον επίδικο λογαριασμό. Μεταξύ άλλων ο ΜΚ1 ανέφερε ότι πλήρωσε το υπόλοιπο του λογαριασμού 11070738 ή 11070732 τρεις φορές.

 

55.  Όσον αφορά το Τεκμήριο 15 ήτοι τη συμφωνία πώλησης μεταξύ της Lartides Brothers και της CHAPO ο συνήγορος της Κατηγορούμενης υπέβαλε στο μάρτυρα πως ο δικαιούχος των χρημάτων από την πώληση του ακινήτου ήταν η Lartides Brothers και όχι η Παραπονούμενη. Ο ΜΚ1 στην ουσία ανέφερε πως το περιεχόμενο της Συμφωνίας Τεκμήριο 15  μιλά απο μόνο του.

 

56.  Ο κύριος Μακρίδης υπέβαλε ότι το Τεκμήριο 24 (εκ συμφώνου απόφαση) εκδόθηκε και εναντίον της Lartides Brothers και συνεπώς δεσμευόταν από την απόφαση. Ο δικηγόρος κ. Χατζηνικολάου εμφανίστηκε και δήλωσε εκ συμφώνου απόφαση σε σχέση με όλους τους Εναγόμενους στην αγωγή 1605/1991.

 

57.  Υποδείχθηκαν επίσης στον ΜΚ1 τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 27 και 28 αφού αναγνωρίστηκαν από τον ΜΚ1. Το Τεκμήριο 27 είναι επιστολή από τον ΜΚ1 προς την Κατηγορούμενη ημερ. 15.04.2010 στην οποία αναφέρεται ότι στις 24.05.2005 επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των μερών για τι διευθέτηση των χρεών της Παραπονούμενης, της G. Lartides και της JLM Trade. Η συμφωνία ήταν να πληρωθεί το ποσόν των Λ.Κ. 370.000 από την πώληση ενός ακινήτου. Περαιτέρω, η συμφωνία προέβλεπε την απόσυρση 2 αγωγών και μιας ποινικής υπόθεσης ήτοι της 20525/2002 εναντίον της Κατηγορούμενης. Το δε Τεκμήριο 28 είναι επιστολή από τους δικηγόρους του ΜΚ1 προς την Κατηγορούμενη στην οποία καταγράφονται οι όροι της συμφωνίας που επιτεύχθηκε (ημερ. 24.03.2005). Στην επιστολή αναφέρεται ότι όρος της συμφωνίας είναι η πώληση του ακινήτου της Lartides Brothers, όπως και έγινε δηλαδή. 

 

58.  Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι στις επιστολές αυτές αναφέρεται ότι η Παραπονούμενη είχε οφειλές προς την Κατηγορούμενη και συνεπώς είναι αντιφατικό να ισχυρίζεται ότι η Κατηγορούμενη έκλεψε τα χρήματα.  Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι είχε εξοφλήσει όλες τις οφειλές της Παραπονούμενης από το 1989 και εξήγησε γιατί κατά τη θέση του η Κατηγορούμενη ήθελε την καταστροφή του.

 

59.  Υποβλήθηκε επίσης από τον κύριο Μακρίδη πως τα όσα αναφέρει ο ΜΚ1 περί εξαπάτησης δεν ευσταθούν ενόψει του ότι το ποσό που εισπράχθηκε από την Κατηγορούμενη το 2010 αφορούσε εξόφληση εξ αποφάσεως χρέους.  Περαιτέρω, υποβλήθηκε πως το ποσό των €1.217.333 εισπράχθηκε νόμιμα από την Κατηγορούμενη, σύμφωνα με τη συμφωνία Τεκμήριο 15, για απάλειψη εμπράγματων βαρών που βάρυναν το ακίνητο, βάρη που προέρχονταν από εξ αποφάσεως οφειλές, τόσο της Lartides όσο και της Globtime

 

 

60.  Κατατέθηκε επίσης επιστολή της Τράπεζας Κύπρου προς την Παραπονούμενη εταιρεία, ημερομηνίας 26/11/18 (Τεκμήριο 29) στην οποία επεξηγείται πως προέκυψε το ποσό των €1.217.333.

 

II. ΜΚ2 – Μιχάλης Χατζηκαλλής

 

61.  Ο ΜΚ2 είναι ο Κατηγορούμενος 2 στο κατηγορητήριο εναντίον του οποίου η υπόθεση τερματίστηκε όταν έδιδε μαρτυρία ο ΜΚ1 για τους λόγους οι οποίοι επεξηγήθηκαν προηγουμένως. Εργοδοτήθηκε στην Κατηγορούμενη το 1981 και εργαζόταν μέχρι τα μέσα του 2013. Από το 1990 μέχρι και το 2010 ήταν στην υπηρεσία η οποία χειρίζετο τα εκ δικαστικών αποφάσεων χρέη. Το 2005 εργαζόταν στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών για την οποία ήταν υπεύθυνος από το 1995 – 1996 μέχρι και το 2010.  ανέλαβε υπεύθυνος - επικεφαλής μέχρι και τις αρχές Ιανουαρίου 2010.

 

62.  Κατέθεσε το Τεκμήριο 30 ήτοι την επιστολή από τον ίδιο προς τον δικηγόρο της Παραπονούμενης ημερομηνίας 25.06.1997 δια της οποίας τον ενημερώνει ότι ανευρέθηκε το ένταλμα για την ανάληψη μετρητών για το ποσό των £25.0000 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3.  

 

63.  Σε ερώτηση για το κατά πόσον έπρεπε το Τεκμήριο 3  να φέρει την υπογραφή του κ. Λαρτίδη ο ΜΚ2 απάντησε ότι «[σ]ίγουρα, οι οδηγίες της τράπεζας είναι να είναι όλα υπογραμμένα, όμως, εάν θα απαντήσω γενικά, όχι για το συγκεκριμένο, γενικά είχε συμβεί σε αρκετές περιπτώσεις που γνώριζα, όπου να γινόταν κάποιο λάθος να έφευγε ο πελάτης ή να ερχόταν εκ των υστέρων και να υπόγραφε ή να μην εντοπιζόταν, μέσα στα πλαίσια του λάθους φυσικά.»

 

64.  Ο ΜΚ2 είχε διάφορες συναντήσεις με τον ΜΚ1 στο πλαίσιο προσπαθειών που έγιναν για διευθέτηση των οφειλών που είχε η Παραπονούμενη και ο ΜΚ1 προς την Κατηγορούμενη. Οι συναντήσεις και διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν πουθενά. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι δεν υλοποιήθηκε οποιαδήποτε συμφωνία. Ακόμα και αν κατέληξαν σε συμφωνία πράγμα το οποίο δεν θυμάται σίγουρα δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία. Είναι πιθανό να συμφώνησαν αλλά να μην εγκρίθηκε η συμφωνία είτε από την Ανωτέρα Αρχή είτε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας.

 

65.  Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι σε μια διαδικασία για recovery πρώτα γίνεται ρευστοποίηση καταθέσεων και ασφαλειών και μετά προχωρούσαν με τη λήψη δικαστικών μέτρων, όπως είχε γίνει και εν προκειμένω.

 

66.  Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 ο ΜΚ2 ανέφερε ότι υπάρχουν 4 υπογραφές πάνω στο ένταλμα και πρόσθεσε ότι αν υπάρχει το ένταλμα πληρωμής  τότε δοθήκαν τα χρήματα και δεν θα υπήρχε τέτοιο ένταλμα αν δεν εδίδοντο τα χρήματα στον δικαιούχο.

 

Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Ι. Εκ πρώτης όψεως

 

67.  Σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ. 155), ως έχει τροποποιηθεί, μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο κατηγορούμενος δύναται να υποβάλει ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, κατά τρόπο επαρκή ώστε να υποχρεούται να προβάλει την υπεράσπιση του. Εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί την εισήγηση, αθωώνει τον κατηγορούμενο.

 

68.  Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο, το να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία, δικαιολογείται μόνο ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία ορώμενη εξ όψεως και όχι σε βάθος εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορούμενου.

 

69.  Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (In Re Kakos (1985) 1 CLR 250, Fowles v. Λ.M.G. κ.ά.Ποιν. Έφεση Αρ. 57/2022, ημερ. 8/5/2023, ECLI:CY:AD:2023:B152, ECLI:CY:AD:2023:B152)

 

70.  Το βάρος απόδειξης στους ώμους της κατηγορούσας αρχής σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό σε σύγκριση με το βάρος απόδειξης με το οποίο επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Είναι αρκετό να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (ίδετε Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9).

 

71.   Το στάδιο του εκ πρώτης όψεως αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης το οποίο προστατεύει τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Αν η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό (απόφαση Δικαστή Ναθαναήλ στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου κ.ά. (2012) 2 Α.Α.Δ.851).

 

72.   Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133, αναλύθηκε με πληρότητα ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση».  Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα:

 

«To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police, (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,

 

(α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και

 

(β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

 

Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azina (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex ν. Mustafa Kara Mehmed 16 C.L.R. 46  συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσής της, δηλαδή των Άρθρων 143 και 144 της περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη.  Οι διατάξεις του Άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων:  (α)  Wiseman & Another v. Bomeman &  Others (1967) 3 All E.R. 1045, (b) Cozens v. Brutus (1972) 2 All E.R. 1, (c) Ellis v. Jones (1973) 2 All E.R. 893, (d) R. v. Galbraith (1981) 2 All E. R. 1061, (e) R. v. Barker (Note (1975) 65 Cr. App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.

 

Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας.  Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης.  Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης.  Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.»

 

73.   Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου κ.ά. (2012) 2 Α.Α.Δ.851 (απόφαση πλειοψηφίας της Ολομέλειας) το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε τα εξής όσον αφορά τις αρχές οι οποίες διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως:

 

«Επακριβέστερη διατύπωση των αρχών βρίσκεται στην R. v. Galbraith [1981] 2 All ER 1060 (σελ. 1062), η οποία συνιστά και την κλασσική θέση τους:

 

«How then should be judge approach a submission of ´no case´? (1) If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case. (2) The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (a) Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (b) Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury.»

 

Η υιοθέτηση της Galbraith στην Κυπριακή νομολογία (Azinas a.o. v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 191) την καθιστά και εδώ την κατ' εξοχή καθοδηγητική αυθεντία. Να τονίσουμε τα λεχθέντα στη Χριστοδούλου (σ. 145):

 

«Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.»

 

Και τα λεχθέντα στην Παναγιώτου (σ. 196):

 

«Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.»

 

74.   Παρατίθεται επίσης απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη (1993) 2 ΑΑΔ 82 σε σχέση  με το ορθό κριτήριο στον στάδιο του εκ πρώτης όψεως:

 

«Όπως επίσης και εσφαλμένα καθοδήγησε τον εαυτό του ότι στο στάδιο εκείνο έπρεπε να ικανοποιηθεί "ότι τα γεγονότα είναι τέτοια που να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμβιβασμό, εκτός από το συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου". Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας

 

75.   Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση τη σχετική νομολογία αποτελεί συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, όταν ικανοποιηθούν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση να αιτιολογούν συνοπτικά την απόφασή τους, αποφεύγοντας έτσι να υπεισέλθουν σε πρόωρη ανάλυση της μαρτυρίας, ενόψει της συνέχισης της δίκης (ίδετε Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ.191, Mariano κ.ά. ν. Αστυνομίας (2015) 2(Β) Α.Α.Δ.808).  

 

 

 

 

 

 

ΙΙ. Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις

 

76.   Ο όρος «ψευδής παράσταση» ορίζεται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154 ως ακολούθως:

«Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.»

77.   Το άρθρο 298 με πλαγιότιτλο «εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις» προνοεί τα ακόλουθα:

«(1) Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.»

78.   Από τα πιο πάνω άρθρα προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις είναι τα ακόλουθα:  

 

i.           η ψευδής παράσταση, δηλαδή η παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής,

ii.         η γνώση του προσώπου που προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,

iii.        η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης και 

iv.        ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης, ο κατηγορούμενος να αποκτήσει από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υποκινήσει άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα.

 

79.   Το λεκτικό του άρθρου 298(1) του Κεφ. 154 είναι παρόμοιο με το άρθρο 32 του  Larceny Act 1916 και η Κυπριακή Νομολογία φαίνεται να υιοθετεί την Αγγλική νομολογία επί του θέματος. Συνεπώς, αντλήθηκε καθοδήγηση από το σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 36th edition, 1966, παράγραφοι 1935 – 1970.

 

Ψευδής παράσταση

 

80.   Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις προϋποθέτει, κατά πρώτον, την ύπαρξη «ψευδών παραστάσεων», όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154, με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει τις ψευδείς παραστάσεις όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο.

 

81.   Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται (Archbold, ανωτέρω, παρ. 1945: “...a person fraudulently represents as an existing fact that which is not an existing fact…”).

 

82.   Δεν είναι απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια αλλά η συμπεριφορά και οι πράξεις του δράστη, χωρίς οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή παράσταση, αρκούν (Archbold, παρ. 1956 – “Form of pretence: It is not necessary that the pretence should be by words; the conduct and acts of the party will be sufficient, without any verbal or written representation.”)

 

83.   Ένα παράδειγμα ψευδούς παράστασης με συμπεριφορά είναι η R v. Barnard (1837) 7 C&P 784 στην οποία τέθηκε ως obiter dictum ότι, ο κατηγορούμενος ο οποίος έπεισε ένα καταστηματάρχη να του πωλήσει εμπορεύματα επί πιστώσει αφού προέβη σε παράσταση ότι είναι φοιτητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης (με λόγια και κατά τρόπο ρητό), θα κρινόταν ένοχος ακόμη και αν δεν προέβαινε σε παράσταση με λόγια, επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτο ενδεδυμένος με τη χαρακτηριστική τήβεννο και το καπέλο το οποίο φορούσαν οι φοιτητές της Οξφόρδης τον τότε καιρό (Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edn., σελ. 743).

 

84.   Μια παράσταση ότι ο κατηγορούμενος θα προβεί σε μια πράξη στο μέλλον δεν θεωρείται ψευδείς παράσταση. Ούτε και η έκφραση άποψης (opinion, untrue praise) μπορεί να θεωρηθεί ως ψευδής παράσταση.  Ωστόσο, μια παράσταση η οποία εμπεριέχει ψευδή δήλωση σε σχέση με το παρόν σε συνάρτηση με παράσταση για μελλοντική συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ψευδείς παράσταση εν τη εννοία του αρ. 297.

 

85.   Μια δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός, είτε γίνεται προφορικά, είτε γραπτά, δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη, αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου το γεγονός ότι η δήλωση εύλογα και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο με τον οποίο έγινε. Είναι, όμως, αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής και να έχει την πρόθεση ο παραπονούμενος να προσδώσει σε αυτή τη δήλωση το νόημα που υποστηρίζει τις παραστάσεις για τις οποίες κατηγορείται (Archbold, ανωτέρω, παρ. 1956, σελ. 716).  

 

86.   Στην Κύπρος Κυπριανού ν. ΑστυνομίαςΠοιν. Έφεση 318/2015, ECLI:CY:AD:2017:B285, 07.09.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 861 παρατήρησε ότι:

 

«Μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής». 

 

87.   Επιπλέον, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα κ.ά ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 417, παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση».

 

88.   Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας (1995) 2 ΑΑΔ. 65, κρίθηκε ότι  παράσταση, η οποία συνίστατο στο γεγονός πως οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν δύο διαμερίσματα σε ανεγειρόμενη πολυκατοικία τους, ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί, ενέπιπτε στην έννοια του όρου ψευδής παράσταση. Επίσης, στην υπόθεση Κυπριανού (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η παράσταση του εφεσείοντα προς τους ΜΚ 5 και 6, ότι η μεζονέτα αρ. 6 ήταν ελεύθερη προς πώληση, συνεπώς υποκείμενη προς αγορά και σύναψη αγοραπωλητηρίου, με σκοπό να τους πείσει να προβούν στην εν λόγω πράξη, ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι αυτή του η παράσταση ήταν ψευδής, καθότι η συγκεκριμένη μεζονέτα ανήκε ήδη σε άλλο πρόσωπο, ενέπιπτε στην έννοια του όρου της ψευδούς παράστασης.

 

Γνώση του προσώπου που προβαίνει στην παράσταση

 

89.   Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής (Κύπρος Κυπριανού, ανωτέρω).

 

90.   Στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2015, αναφέρονται στη σελίδα 2313 τα ακόλουθα:

 

«The representation must be untrue or misleading. There is no express requirement of materiality in this respect in which it is untrue or misleading, either objectively or subjectively to the defendant».

 

 Και στη σελίδα 2314:

 

«The definition of "false" incorporated the requirement that the person making the representation knows that the representation is, or might be untrue or misleading. It is the defendant's actual knowledge that matters, not what he ought to have known, or what a reasonable person would have known».

 

 

 

 

 

Ο Παραπονούμενος θα πρέπει να βασιστεί στη ψευδή παράσταση

 

91.   Δεν είναι αρκετό να υπάρχει μια ψευδής παράσταση. Θα πρέπει  η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του θύματος κατά τρόπο με τον οποίο τον έπεισε να αποξενωθεί τα αγαθά του. Θα πρέπει η μαρτυρία να καταδεικνύει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του εξαπατημένου και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε, είτε πλήρως, είτε μερικώς, να αποξενωθεί την περιουσία του. Εάν ο παραπονούμενος στηρίχθηκε στη δική του κρίση και όχι στην παράσταση τότε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί.

 

92.   Τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος έχουν αναλυθεί στην απόφαση Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ v. Σιεγγέρη κ.ά., Ποινική Έφεση 121/2014, ημερομηνίας 16.12.2016, στην οποία αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η απόκτηση αντικειμένου δυναμένου να κλαπεί, δια ψευδούς παραστάσεως, και με πρόθεση καταδολίευσης.  Παρατήρησε ότι, για να αποδειχθεί το αδίκημα, θα πρέπει να διαφανεί ότι η απόσπαση έγινε επειδή η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος, στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση, πείστηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του

 

93.   Είναι σχετικό με αυτό το θέμα επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από τον Archbold, παρ. 1960, σελ. 717:

 

The inducement. It must be proved that the goods, etc. (a), named in the indictment, or some part of them… were obtained by means of the pretences alleged; in other words, the prosecution must prove that the alleged false pretence(s) operated on the mind of the person alleged to have been defrauded and induced him either wholly or in part to part with his money or property. … but proof that the false pretence operated on the mind of the prosecutor need not in every case be afforded by the direct evidence of a witness to that effect, if the facts are such that the alleged false pretence is the only reason which could be suggested as having been the operative inducement.”

 

Η πρόθεση καταδολίευσης του Παραπονούμενου

 

94.   Εκτός από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298  του Κεφ. 154 προϋποθέτει την απόκτηση οποιουδήποτε πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα με πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud).  

 

95.   Στην Ευθυμίου (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του κατηγορούμενου να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις στις οποίες προβαίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση.  Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Εδώ δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων, μη τήρησης των υποσχέσεων του Εφεσείοντα και των διαβεβαιώσεων του ότι θα διευθετούσε το θέμα, συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης.»

 

96.   Όπως προκύπτει από την Ευθυμίου (ανωτέρω), κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του κατηγορούμενου για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο αυτός προβαίνει στην εν λόγω παράσταση.

 

97.   Αναφορικά με το στοιχείο της πρόθεσης ή του σκοπού καταδολίευσης, επειδή αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός προσώπου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως αναφέρεται στον Archbold, παρ. 1961, η πρόθεση καταδολίευσης σε πολλές περιπτώσεις εξυπακούεται από τα γεγονότα: “ ... in many cases it may be inferred from the facts of the caseWhere money is obtained by pretences that are, prima facie, false there is an intent to defraud … And prima facie everyone must be taken to intend the consequences of his acts…”

 

98.   Ωστόσο αναφέρεται επίσης στην παράγραφο 1961, σελ. 717 στον Archbold : “But unless the intent is clear from the facts, the jury should be directed on the point, and told that an important element in the case is an intent to defraud”.

 

99.    Όπου η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψεύδους, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης.

 

100.   Περαιτέρω, σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης με βάση τη σχετική αγγλική νομολογία, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην υπόθεση Welham v. D.P.P. (1961) A.C.103, H.L. «πρόθεση καταδολίευσης» (intent to defraud) σημαίνει πρόθεση πρόκλησης ή κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα εξαπάτησης. Στη Welham (ανωτέρω) αποσαφηνίσθηκε ότι η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση ή στον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς στο θύμα της απάτης, αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως (it extends generally to the purpose of fraud and deceit). Ο όρος πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud) αναλύεται επίσης στην Ioannou v. The Police (1985) 2 C.L.R. 14, όπου επιδοκιμάσθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου με αναφορά, μεταξύ άλλων αποφάσεων, και στη Welham (ανωτέρω). 

 

101.   Γίνεται παραπομπή στην Welham  και στην απόφαση του Λόρδου Denning με την οποία συμφώνησαν τα υπόλοιπα μέλη της Βουλής των Λόρδων και παρατίθεται, μεταξύ άλλων, το ακόλουθο απόσπασμα:

 

Put shortly, 'with intent to defraud' means, 'with intent to practise a fraud' on someone or other. It need not be anyone in particular someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough".

 

102.    Σε σχέση με την πρόθεση καταδολίευσης παραπέμπω επίσης και στην Georghiou v Republic (1984) 2 CLR 65, όπου επίσης γίνεται παραπομπή στην Welham.

 

103.   Στο σύγγραμμα Archbold 2015 criminal pleadingevidence and practice αναφέρονται και τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» στην παράγραφο 1762 σελ. 1979 με τίτλο «with intent to defraud or fraudulently» :

 

«"To defraud" or to act "fraudulently" is dishonestly to prejudice or to take the risk of prejudicing another's right, knowing that you have no right to do so: Welham v. DPP 1961 A.C. 103 HL.»

 

 

 

 

 

ΙΙΙ. Κλοπή

 

104.   Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί προνοεί ως ακολούθως:

 

(1)  Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:

 

Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.

(2) (α) Ο όρος “αποκτά κατοχή” περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-

(i) με τέχνασμα

(ii) με εκφοβισμό

(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο

(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα

(β)   ο όρος “αποκομίζει” περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.

(γ)   ο όρος “ιδιοκτήτης” περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.

(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.

105.   Η νομολογία επί του αδικήματος έχει συνοψισθεί, με αναφορά και σε σχετική Αγγλική νομολογία, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 486.

 

106.   Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος με βάση την Ανδρονίκου είναι τα ακόλουθα:

 

i.      Η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση πράγματος.

ii.     Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση.

iii.    Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη.

iv.   Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής.

v.     Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας.

 

107.   Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής.[i]

 

108.   Στην R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466  λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι (1) η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (2) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (3) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Αποτελεί δε συστατικό στοιχείο του αδικήματος η κλαπείσα περιουσία, όχι όμως και η αξία της ή το ύψος του κλαπέντος ποσού (βλ. Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας (2015) 2Β Α.Α.Δ. 700).

 

Απόκτηση Κατοχής ή Αποκόμιση Πράγματος Χωρίς τη Συγκατάθεση του Ιδιοκτήτη

 

109.   Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής θα πρέπει να υπάρξει απόκτηση κατοχής της περιουσίας χωρίς συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η απόκτηση χωρίς συγκατάθεση είναι και η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του αδικήματος της κλοπής και αυτού της εξασφάλισης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και της απάτης.

 

110.   Με βάση τον Archbold, παρ. 1478 η κλοπή περιλαμβάνει το στοιχείο της επέμβασης – trespass. Στην παρ. 1479 αναφέρεται ότι: "[w]here the owner, of his own free will, parts not only with the possession but also with the property in the goods taken, the person taking the goods cannot be guilty of larceny, however fraudulent were the means by which the delivery of the goods was procured…” . Όταν δηλαδή ο Παραπονούμενος με την συναίνεση του δίδει την περιουσία  σε κάποιον άλλο δεν μπορεί ο δεύτερος να καταδικαστεί για κλοπή έστω και αν εξαπάτησε τον Παραπονούμενο.

 

111.   Σχετική είναι η παράγραφος 1480 στον Archbold: “No subsequent conversion by the person in whom the property has thus vested can be construed into larceny, whatever the intent of the party may be.” Παρατίθενται και διάφορα παραδείγματα περιπτώσεων όπου ο δράστης με τη συγκατάθεση του Παραπονούμενου ανέλαβε κατοχή ορισμένου πράγματος, είπε ότι θα επιστρέψει για να το πληρώσει και δεν επέστρεψε. Θεωρήθηκε πως δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της κλοπής καθότι τόσο η περιουσία όσο και η κατοχή είχαν εγκαταλειφθεί από τον Παραπονούμενο – the property as well as the possession was parted with”.

 

112.   Πρέπει να αναφερθεί ότι για να αποδειχθεί το αδίκημα της κλοπής στην Κύπρο, απαιτείται η απόδειξη της λήψης κατοχής από το δράστη και η απουσία συγκατάθεσης του ιδιοκτήτη να αποχωριστεί της περιουσίας του (Ανδρονίκου, ανωτέρω). Για να αποδειχθούν τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων, απαιτείται να αποδειχτεί η παρακίνηση (inducement) του θύματος με ψευδείς παραστάσεις να συγκατατεθεί να αποχωριστεί τα χρήματα του ή την περιουσία του (ίδετε μεταξύ άλλων Archbold 36th ed. par. 1960). Το πρόβλημα το οποίο δημιουργείται είναι ότι κατά κάποιον τρόπο τα δύο αδικήματα είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα ή αντιφατικά (mutually exclusive) υπό την έννοια ότι εάν υφίσταται το ένα δεν μπορεί να υφίσταται και το άλλο (Smith & Hogan’s, Criminal Law, 13th edn., p.783).

 

113.   Βεβαίως υπάρχει και η απόκτηση κατοχής με «τέχνασμα» - by trickery (ίδετε Archbold, par. 1483), ωστόσο ξεκαθαρίζεται ότι για να θεωρείται απόκτηση κατοχής με τέχνασμα πρέπει το θύμα να παραδίδει προσωρινά την κατοχή και όχι ολόκληρο το περιουσιακό δικαίωμα, ήτοι ολοκληρωτική αποχώριση της περιουσίας του. Η διαφορά μεταξύ απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και κλοπής - απόκτησης κατοχής με τέχνασμα επεξηγείται στην παρ. 1497 του Archbold: The most intelligible distinction seems to be this: in larceny the owner of the thing stolen has no intention to part with his property  therein to the person taking it, although he may intend to part with the possession; in false pretences the owner does intend to part with his property in the money or chattel, but it is obtained from him by fraud.”

 

114.   Για να λυθεί το πιο πάνω ζήτημα στην Αγγλία είχε θεσπιστεί το  άρθρο 44 του Larceny Act 1916.[ii] Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια, όταν κάποιος κατηγορείται για απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, μπορεί να καταδικαστεί για το εν λόγω αδίκημα έστω και αν αποδειχτεί ότι στην πραγματικότητα «έκλεψε» την περιουσία. Ταυτόχρονα, κάποιος ο οποίος κατηγορείται ότι «έκλεψε περιουσία», μπορεί να αθωωθεί για το αδίκημα της κλοπής και να καταδικαστεί για το αδίκημα της «απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις» αν αποδειχτεί ότι τελικά είχε πείσει τον ιδιοκτήτη να αποχωριστεί την περιουσία του. Στην Κύπρο βεβαίως δεν υπάρχει παρόμοια πρόνοια.

 

115.   Σε σχέση με την απόκτηση κατοχής συνεπεία πλάνης (mistake) χρειάζεται να αποδειχθεί κάποιου είδους πλάνη ή λάθος από μέρους του παραπονούμενου ενώ να είναι σε γνώση του δράστη ότι η κατοχή αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η R v. Middleton (1873) L.R. 2 C.C.R. 38 (ίδετε Archbold,par. 1500). 

 

 

Επιφύλαξη του αρ. 255(1) Fraudulent conversion -  Σφετερισμός από πρόσωπο το οποίο είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης, με δόλιο τρόπο για χρήση από τον ίδιο

 

116.   Θεματοφύλακας (bailee) με βάση τον Archbold (παρ. 1515) είναι πρόσωπο το οποίο τα αγαθά παραδίδονται για ένα συγκεκριμένο σκοπό χωρίς πρόθεση μεταβίβασης της ιδιοκτησίας (“a person to whom goods are entrusted for a specific purpose without any intention of transferring the ownership to such a person.

 

117.   Στην Platritis v. Police (1967) 2 C.L.R. 174 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την επιφύλαξη του άρθρου 255(1) και την κλοπή από πρόσωπο το οποίο κατέχει νόμιμα την περιουσία:

 

“In my opinion, under the sections charging he accused, it is essential that three things should be proved by the prosecution to the satisfaction of the Court; first, that the money was entrusted to the accused person for a particular purpose; secondly, that he used it for some other purpose; and thirdly that such misuse of the money was fraudulent and dishonest.”

 

Σε μετάφραση (ανεπίσημη)

 

«Κατά την γνώμη μου, δυνάμει των διατάξεων με βάση τις οποίες κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, είναι απαραίτητο να αποδειχθούν τρία συστατικά στοιχεία προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου. Πρώτον, τα χρήματα θα πρέπει να εμπιστευθούν στον κατηγορούμενο (να δοθούν δυνάμει κάποιας σχέση εμπιστοσύνης) για ένα συγκεκριμένο σκοπό, δεύτερον, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να τα χρησιμοποιήσει για κάποιον άλλο σκοπό και τρίτον η χρήση για άλλο σκοπό από τον προοριζόμενο έγινε δολίως και με ανέντιμο τρόπο.»

 

118.   Στην περίπτωση της ιδιοποίησης – σφετερισμού κατά την ιδιοποίηση θα πρέπει να αποδειχθεί η πρόθεση της μόνιμης αποστέρησης της περιουσίας από τον ιδιοκτήτη της. Σχετική είναι η παράγραφος 1518 στον Archbold:

 

In order to bring a bailee within the Larceny Act, 1916, s. 1, there must be a taking or conversion by him with the intention permanently to deprive the owner of his property. If he pledges the goods wrongfully, yet with the intention of redeeming them and restoring them to the owner , such a conversion by him does not come within this section …”.

 

Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη

 

119.  Η λέξη «fraudulently» -  με δόλιο τρόπο δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση και με γνώση ότι ο δράστης αποκομίζει την περιουσία κάποιου άλλου προσώπου (Archbold, par. 1470).

120.  Στην απόφαση του Ανωάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 14, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το συστατικό στοιχείο του ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε δολίως:

 

«Κρίνουμε όμως ορθή και την καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το Νόμο. Θεώρησε πως ήταν ερμηνευτικές του Κυπριακού Νόμου οι υποθέσεις Costas Michael Platritis vThe Police (1967) 2 CLR 174 και Azinas and Another vThe Police (1981) 2 CLR σελ. 9. Στην πρώτη αποφασίστηκε πως ο όρος "δολίως" (fraudulently) σήμαινε μόνο "σκόπιμα και εκ προθέσεως" δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. (Rex vWilliams and Another [1953] 1 All E.R. 1068). Στη δεύτερη, που ακολούθησε πλέον τη θέσπιση του αγγλικού Theft Act του 1968 αλλά και τις υποθέσεις Feely και Zisimides (ανωτέρω), επαναβεβαιώθηκε η υπόθεση PlatritisΑποφασίστηκε ότι η υπόθεση Feely αφορούσε στο νέο αγγλικό νόμο οι πρόνοιες του οποίου ήταν διαφορετικές τόσο από Larceny Act του 1916 όσο και από τον Κυπριακό Νόμο. Επαναλήφθηκε, όπως και στην Platritis (Βλ. και Charalambos Soteriou (PambosvRepublic (1962) CLR 188), ότι είναι ασφαλέστερο να προσεγγίζεται η υπόθεση έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του δικού μας Κώδικα αντί να ανατρέχουμε στο αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο δεν αποτελεί ευθέως το πρωτότυπο του. Κρίθηκε πως οι αποφάσεις αναφορικά με την έννοια του όρου "ανεντιμότητα" στον Theft Act του 1968 δεν έχουν άμεση σχετικότητα κατά την ερμηνεία του Κυπριακού Νόμου. Υιοθετούμε αυτή την προσέγγιση.»

 

Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας

 

121.  Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του.

 

122.  Με βάση την παράγραφο 1471, σελ. 545 στον Archbold: “the intent permanently to deprive the owner (animus furandi) must be formed at the time at which the taking away occurs”.

 

123.  Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης είχε την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της όχι προσωρινά, αλλά μόνιμα. Εάν επιστραφεί η περιουσία δεν μπορεί να αποδειχθεί η κλοπή αλλά ενδεχόμενα  η προσωρινή αποστέρηση περιουσίας να αποτελεί μόνο παράνομη επέμβαση.

 

Μπορεί να στοιχειοθετηθεί κλοπή χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό;

 

124.  Τίθεται και ένα άλλο ζήτημα σε σχέση τη φύση της κατάθεσης χρημάτων σε τραπεζικό ίδρυμα και την μεταφορά χρημάτων από τον λογαριασμό της Παραπονούμενης στην Κατηγορούμενη. Η κατάθεση σε λογαριασμό αποτελεί thing/chose in action – ένα δικαίωμα δυνάμει σύμβασης μεταξύ του καταθέτη και του τραπεζικού οργανισμού το οποίο δίδει στον καταθέτη την ευχέρεια να ζητήσει τα χρήματα του τα οποία είναι εκεί κατατεθειμένα, εν ολίγοις ένα δικαίωμα πληρωμής.

 

125.  Το ζήτημα αυτό τέθηκε και στην R v Preddy [1996] 3 W.L.R. 255. Το αποτέλεσμα όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 797-798, είναι ότι “D[efendant] has reduced or extinguished V[ictim’s] right to that payment from the bank … it is crucial to note that the particular thing in action obtained by D is not an item of property that previously belonged to V; the thing in action D obtains is his right to sue V’s bank”.

 

126.  Αναφέρεται επίσης σε υποσημείωση στην σελίδα 798 του πιο πάνω συγγράμματος ότι prior to the Fraud Act coming into force, D committed no offence of obtaining property by deception because D’s increased credit balance (a thing in action belonging to D – his right to sue his bank) was neverproperty belonging to another’, Burke [2000] Crim LR 413, applying Preddy.” Κατ’ ουσίαν αυτό το οποίο αποκτά το πρόσωπο που κλέβει είναι ένα chose in action το οποίο πριν από την κλοπή δεν υπήρχε. Επομένως, δεν μπορεί κάτω από αυτές τις περιστάσεις να αποδειχθεί ότι επρόκειτο περί περιουσίας ενός άλλου προσώπου καθότι το άλλο πρόσωπο δεν είχε το ίδιο chose in action. Δεν μπορεί να υπάρξει και να στοιχειοθετηθεί το συστατικό στοιχείο της απόκτησης περιουσίας η οποία ανήκει σε άλλον. Στην ουσία δεν μπορούν να κλαπούν χρήματα τα οποία είναι κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό καθότι στην πραγματικότητα πρόκειται περί ενός δικαιώματος  για πληρωμή (chose in action).

 

ΙV. Πλαστογραφία

 

127.  Σύμφωνα με το άρθρο 331 πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Στις λεπτομέρειες του αδικήματος αναφέρεται το εδάφιο (α) του άρθρου 333 το οποίο προνοεί ότι  καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος «(α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα».

 

128.  Επομένως σύμφωνα με το άρθρο 331, τα  συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:

(α)     καταρτισμός πλαστού εγγράφου,

(β)     με σκοπό την καταδολίευση.

 

129.  Πρόκειται συνεπώς περί αδικήματος πρόθεσης. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό του νοητικού στοιχείου στην πλαστογραφία είναι η πρόθεση να παρακινηθεί άλλος να αποδεχθεί το πλαστό έγγραφο ως γνήσιο και, ως εκ τούτου, να προβεί σε μια πράξη ή να απέχει από κάποια πράξη (βλ. Law Commission, 'Criminal Law Report on Forgery and Counterfeit Currency' (Law Com No 55, 1973), [32] σελ. 16 - The essential feature of the mental element in forgery is an intention to induce another to accept the forged instrument as genuine and, by reason of that, to do or refrain from doing some act).

 

130.  Το άρθρο 334 καθορίζει πότε τεκμαίρεται η «πρόθεση καταδολίευσης», η οποία αποτελεί με βάση το άρθρο 331, συστατικό στοιχείο για το αδίκημα της πλαστογραφίας.  Παρά ταύτα, η διατύπωση του άρθρου 334 του Κεφ. 154 δεν ερμηνεύει την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» αλλά παρέχει μόνο κάποιες ενδείξεις ως προς την ερμηνεία του σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας.

 

131.  Η κορυφαία Αγγλική απόφαση με βάση το Forgery Act 1913 ήταν η Welham vD.P.P. [1960] 1 All E.R. 805 (HL). Η εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Petri vThe Police (1968) 2 CLR 40 και ακολούθως στη Georghiou vRepublic (1984) 2 CLR 65. Στη Georghiou, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε εκτενώς την Αγγλική νομολογία επί του θέματος. Η Georghiou, υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων: Ioannou vPolice (1985) 2 CLR 14,  Τσιέλεπος v Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 457, και πιο πρόσφατα στην Λεωνίδου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 85/2020, 28.6.2021), ECLI:CY:AD:2021:B284.

 

132.  Στη Welham, ο Λόρδος Denning υιοθετεί την άποψη ότι η «πρόθεση καταδολίευσης» δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οποιαδήποτε άλλη βλάβη, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης:

 

«Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice.  If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough.»

 

133.  Το αδίκημα της πλαστογραφίας μπορεί να αποδειχθεί και σε περιπτώσεις όπου η πρόθεση καταδολίευσης απευθύνεται σε πρόσωπα που κατέχουν δημόσιες θέσεις και τα οποία λόγω της φύσης της θέσης τους δεν μπορούν να υποστούν προσωπικά καμιά οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη.

 

 

 

 

134.  Όπως έχει θέσει το θέμα ο Λόρδος Radcliffe στην Welham, στην σελ. 808:

 

«Of course, as I have said, in ninety-nine cases out of a hundred the intent to deceive one person to his prejudice merely connotes the deceivers intention of obtaining an advantage for himself by inflicting a corresponding loss on the person deceived. In all such cases the economic explanation is sufficient. But in that special line of cases where the person deceived is a public authority or a person holding a public office deceit may secure an advantage for the deceiver without causing anything that can be fairly be called either a pecuniary or an economic injury to a person deceived. If there could be no intent to defraud in the eyes of the law without an intent to inflict a pecuniary or economic injury, such cases aw these could have been punished as forgeries at common law, in which an intent to defraud is an essential element of the offence, yet I am satisfied that they were regularly so treated.»

 

135.  Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση δεν υπάρχει θέμα διαχωρισμού μεταξύ οικονομικής και άλλης ζημιάς και ο Νόμος εξακολουθεί να είναι ότι η πλαστογραφία στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται ότι η πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να εξαπατήσει με τρόπο που ήταν δυνατό να επιφέρει οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη, όχι απαραίτητα οικονομική.

 

136.  Σύμφωνα, επομένως, με την αγγλική νομολογία τεκμαίρεται πρόθεση καταδολίευσης συγκεκριμένου προσώπου, παρόλο που η αρχική πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να καταδολιευθεί οποιοδήποτε πρόσωπο θα λάμβανε γνώση του πλαστογραφημένου εγγράφου (βλ. Welham, ανωτέρω, σελ. 815, per Lord Denning).

 

137.  Στην υπόθεση Petri, ανωτέρω, η οποία, όπως αναφέρθηκε, επίσης υιοθέτησε την υπόθεση Welham, η έννοια του όρου «δόλος» αναλύθηκε διεξοδικά, στο πλαίσιο των προνοιών του άρθρου 113 του Κεφ. 154, αναφορικά με τα αδικήματα του δόλου και της κατάχρησης εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν χρειάζεται η απόδειξη ένοχης σκέψης (mens rea) για να αποδειχθεί δόλος, επειδή το αναμενόμενο επίπεδο συμπεριφοράς εκ μέρους δημόσιου λειτουργού, είναι υψηλότερο από αυτό που αναμένεται από τον συνηθισμένο άνθρωπο. Εξηγήθηκε δε ότι, παραπέμποντας σε αγγλικές αποφάσεις, ότι το «intent to defraud» (πρόθεση καταδολίευσης) και «intent to deceive», δεν είναι το ίδιο και ότι ο πρώτος όρος εμπεριέχει κάτι βαρύτερο από τον δεύτερο όρο, (βλ. Georghiou και Ioannou, ανωτέρωστις οποίες ερμηνεύεται ο όρος «πρόθεση καταδολίευσης» (intend to defraud). Στην Georghiou μάλιστα, εξηγείται ότι με βάση την απόφαση Welham δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη πρόθεσης για πρόκληση βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Επίσης, αναφέρθηκε ότι ουδέποτε, ούτε στο Κοινοδίκαιο αλλά ούτε και κάτω από τον Αγγλικό Forgery Act 1913, η έννοια της «πρόθεσης καταδολίευσης» ήταν συνδεδεμένη μόνο με την πρόκληση οικονομικής ζημιάς.

 

138.  Αντίθετα, η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί, ενώ η ζημιά που επιφέρεται δεν είναι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως, με αποτέλεσμα ακόμη και η πιθανότητα να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντός του να είναι αρκετή. Στην υπόθεση Georghiou, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«The object of forgerers is, generally, it was observed, to benefit themselves; injury to their victims is of secondary importance. To our mind the principal object of forgerers possessed of the requisite criminal intent, is to alter a picture of things to their advantage. If, by virtue of this deception, another person is induced to act to his detriment, as earlier defined, then the crime of forgery is committed.»

 

139.  Ότι αυτό είναι το νόημα της «πρόθεσης καταδολίευσης», πιστοποιείται και από τις πρόνοιες του προαναφερθέντος άρθρου 334 του Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει ότι η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται ότι υφίσταται, οποτεδήποτε υπάρχει «συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο».

 

140.  Όσον αφορά την έννοια της λέξης «έγγραφο», αυτή δεν ερμηνεύεται ούτε ορίζεται ρητά στο Κεφ. 154. Όμως για την πλαστογραφία το άρθρο 332, εξαιρεί από την έννοια του εγγράφου τα εμπορικά σήματα ή οποιοδήποτε άλλο σήμερα που χρησιμοποιείται σε συνάφεια με εμπορικά είδη. Στην υπόθεση Χατζηλούκα ν Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 294, κρίθηκε ότι αποδείξεις πληρωμής και παραλαβής χρημάτων δεν εμπίπτουν στην έννοια του εγγράφου του άρθρου 336.

 

141.  Στην υπόθεση Georghiou, εξηγήθηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα:

 

«The present rule evolved under the Forgery Act does not postulate an apparent legal effect as a prerequisite to the commission of the crime. As the trial Court correctly noted, citing from Russel on Crime, 11th ed., p. 1421, if the similarities between the false document and what it purports to represent are such as to be capable of deceiving persons of ordinary observation, the crime of forgery is committed (see, also, Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 2, para. 1324 et seq.)»

 

142.  Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2024, παρ. Β.6.2, (Ηλεκτρονική Έκδοση), αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τα κριτήρια για να θεωρηθεί ένα έγγραφο πλαστό

 

«Falsification, False Statements and False Instruments

 

B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments.

 

As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original).»

 

143.  Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι βασικά κριτήρια για να χαρακτηριστεί ένα έγγραφο πλαστό για τους σκοπούς του αδικήματος της πλαστογραφίας δυνάμει του άρθρου 331 του Κεφ. 154, είναι να εμφανίζεται ως κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα ή να λέει ψέματα σε σχέση με το πρόσωπο που το κατήρτισε, την προέλευση ή την ιστορία του και να είναι δυνατόν να εξαπατηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο έλθει σε επαφή μαζί του.

 

144.  Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι αρκετή, για απόδειξη του αδικήματος της πλαστογραφίας,  η συμπερίληψη σε ένα έγγραφο κάποιων ψευδών ή ανακριβών λεπτομερειών. Στην Re Windsor (1865) 10 Cox 118, 123, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing».

 

145.  Τονίζεται δηλαδή ότι ένα έγγραφο είναι πλαστό όταν εμφανίζεται να είναι κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα ή όταν λέει κάποιο ψέμα σε σχέση με το πρόσωπο που το κατήρτισε, την προέλευση ή την ιστορία του. Έγγραφα που αναφέρουν ψεύδη η ανακρίβειες δεν είναι κατ' ανάγκη πλαστογραφημένα εν τη εννοία του Νόμου. 

 

146.  Στο σύγγραμμα Smith, Hogan and Ormerods Criminal Law, 15th edn, σε σχέση με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

“The governing notion is that the document must not only tell a lie, it must also tell a lie about itself. Telling a lie does not become a forgery simply because the lie is in writing. For there to be a forgery, the ‘document’ must be false; it is not enough that the information in it is false. In its ordinary application the distinction is easy enough to grasp, as demonstrated by the previous example of a job application. If D falsely states his qualifications in his job application, that is not a forgery; but if he writes a reference which purports to come from his employer, the reference is a forgery. The reference is false within s 9(1)(a) because it purports to have been made in the form in which it is made by a person (the employer) who did not make it in that form. A cheque is similarly false if D signs it in the name of V.

[…]

A document is accordingly not forged merely because it contains false information and has been prepared by D to perpetrate a fraud. If D, with a view to defrauding V, persuades E to execute documents which are to be used to convince V that D is wealthy or of good character, the documents, so long as they purport to be executed by E, are not forged even though the transactions or facts to which they purport to relate are a complete sham.”

 

147.  Συνεπώς, ένα έγγραφο για να θεωρείται πλαστό θα πρέπει να λέγει ψέματα σε σχέση με τον εαυτό του ενώ ανακριβείς ή λανθασμένες πληροφορίες από μόνες τους δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν πλαστογραφία.

 

V. Απάτη

 

148.  Το άρθρο 300 του Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της απάτης:

 

«Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.»

 

149.    Είναι επίσης χρήσιμο να παρατεθεί και το αρχικό – αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου 300 το οποίο φέρει τον πλαγιότιτλο «cheating»:

 

«Any person who by means of any fraudulent trick or device obtains from any other person anything capable of being stolen or induces any other person to deliver to any person money or goods or any greater sum of money or greater quantity of goods than he would have paid or delivered but for such trick or device, is guilty of a misdemeanour, and is liable to imprisonment for three years».

 

150.    Πρόκειται για αδίκημα το οποίο υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο  κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 300 του Κεφ. 154.  Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απάτης θα πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι συντρέχουν σωρευτικά είναι τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία:

 

150.1  Απόκτηση από άλλον / υποκίνηση άλλου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά,

150.2  Οποιουδήποτε αντικειμένου ή πράγματος  το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής,

150.3  Με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα (fraudulent trick or device).

 

151.  Με βάση την ερμηνεία του όρου κατά το κοινοδίκαιο για να διαπραχθεί το actus reus του αδικήματος θα πρέπει να υπάρχει δόλιο τέχνασμα ή επινόημα (fraudulent trick or device) το οποίο να είναι φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible), συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο. 

 

152.  Τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις από μόνες τους δεν είναι αρκετές για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Α treatise on crimes and misdemeanours”, Russell, 1857: [iii]

 

“And there are many cases by which it is supported, tending to show that a cheat or fraud, effected by an unfair dealing and imposition on an individual, in a private transaction between the parties cannot be the subject of an indictment at common law. In several of these cases of impositions upon individuals in private transactions, which have been holden not to be indictable, the cheat was effected by a mere false affirmation or bare lie. Thus an indictment was quashed, upon motion, which charged the defendant with selling at market a sack of corn, which he falsely affirmed to be a Winchester bushel whereas it was greatly deficient, and the Court said, that this was not more than telling a lie. … And a case was holden not to be indictable where the defendant obtained money of another by pretending that he was sent by a third person for it; and Holt C.J., said, “Shall we indict one man for making a fool of another? Let him bring his action.”

 

153.  Εν ολίγοις, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Holt C.J στην υπόθεση Reg. v Jones, 1 Salk. 379, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλώς κορόιδευε κάποιον άλλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις το σωστό είναι να εγερθεί αγωγή (Let him bring his action) και όχι η ποινική δίωξη.

 

154.  Στο σύγγραμμα Smith & Hogans Criminal Law, 13th edn., σελ. 938 παρατίθενται τα ακόλουθα σχετικά με το cheating ως αναπτύχθηκε από το κοινοδίκαιο:

 

“Cheating was a misdemeanour at common law and was developed most vigorously during the eighteenth century. The authorities suggest an incredibly broad definition. Hawkins defined cheating as “…deceitful practices in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty”.

 

Στην Αγγλία το cheating είχε καταργηθεί από το Theft Act με εξαίρεση τον τομέα των δημοσίων προσόδων (cheating the public revenue) και συνεπώς ακόμα θεωρείται σχετικό αν και με βάση το πιο πάνω σύγγραμμα το χρησιμοποιούν μόνο σε συγκεκριμένες σοβαρές υποθέσεις δεδομένου του ότι η ποινή είναι φυλάκιση ή πρόστιμο χωρίς ανώτατο όριο. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα χρειάζεται να αποδειχθεί ότι χρησιμοποιήθηκε ένα artful device δηλαδή κάποιου είδους συσκευή.

 

155.  Παραπέμπω είπίσης στην απόφαση του Δικαστή Λ. Πασχαλίδη στην υπόθεση Μιχαλάκης Καλλής ν. Wallabies Network Trading Ltd., Αρ. Υπόθεσης 13116/2016, Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, 02.08.2017, στην οποία γίνεται μια εκτεταμένη ανάλυση του αδικήματος της απάτης. Το ακόλουθο απόσπασμα με βρίσκει πλήρως σύμφωνο και το υιοθετώ για τους σκοπούς της δικής μου απόφασης:

 

«Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωρίζετο στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W.Hawkins, στο σύγγραμμα του, «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offencespg.318-319, να συνίσταται στα εξής:

 

«...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty»

 

Και σε ελεύθερη μετάφραση

 

«..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας»

 

Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα –

 

«The deceitful receiving of money from one man to another's useupon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (βλ. επίσης Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins.

 

Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες. (βλΑrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001

 

Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό:

 

«The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance.Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract.but it is.to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article»  

 

Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το αρ.300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα.

 

[...]  Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης «εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently), σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση.  (Βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ σελ. 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police (1985) 2 CLR 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422)

 

VI. Κατάχρηση Διαδικασίας

 

156.  Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης εισηγήθηκε στην εισήγηση του ότι η προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι καταχρηστική. Ζήτημα καταχρηστικότητας προκύπτει, με βάση  την εισήγηση της υπεράσπισης, τόσο από την παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος από την ημέρα κατά την οποία έλαβαν χώρα τα διάφορα γεγονότα της υπόθεσης μέχρι και την ημερομηνία άσκησης της ιδιωτικής ποινικής δίωξης, όσο και από το ότι στην ουσία προωθείται αστικό δικαίωμα υπό τον μανδύα της ποινικής διαδικασίας. Εισηγείται επίσης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι από τη μαρτυρία του Παραπονούμενου προκύπτει ότι είχε γνώση των αναγκαίων γεγονότων και είχε στη διάθεση του τα απαραίτητα στοιχεία πριν από πάρα πολλά χρόνια.  Τουλάχιστον σε σχέση με τις κατηγορίες 7,9 και 11 τα γεγονότα έλαβαν χώρα το 1986, ήτοι 38 έτη προηγουμένως ενώ ο ΜΚ1 – είχε στη διάθεση του τα αναγκαία στοιχεία για να προωθήσει ποινική δίωξη.

 

157.   Εν πρώτοις αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έχει το υπέρτατο καθήκον να προωθεί την απονομή της δικαιοσύνης και να εμποδίζει την αδικία. Είναι από αυτό το καθήκον που εκπηγάζει η σύμφυτη εξουσία για ανακοπή της δίωξης και αναστολή της διαδικασίας σε περιπτώσεις κατάχρησης.

 

158.  Το Δικαστήριο έχει τη σύμφυτη εξουσία για την περιστολή καταχρηστικών διαδικασιών (abuse of process). Η συμφυής αυτή εξουσία χαρακτηρίστηκε ως ευρύτατη (Μ&Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, Ποιν. Εφ. 104/2019,03.07.2020), ECLI:CY:AD:2020:B216. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές (Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3), (2009) 1 Α.Α.Δ. 529 και Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη ποινική υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας υπάρχει σε όλα τα στάδια της υπόθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για αυτό το θέμα είτε κατόπιν αιτήσεως της υπεράσπισης είτε ex proprio motu. Ούτε και εμποδίζεται το Δικαστήριο στο να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν (Αρτοποιείο Άγιος Μάμας, ανωτέρω).

 

159.  Είναι όμως νομολογημένο ότι η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται με φειδώ και αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (Δημοκρατία ν. xxx Ηλιάδη, Ποινική Έφεση Αρ. 348/2018, ημερ. 31/5/2018).

 

160.  Στην υπόθεση Δημοκρατία v Zoλώτας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 144/2019, 11/12/2020 αναφέρθηκε επίσης τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο:

 

«Η εξουσία του δικαστηρίου για διακοπή ή αναστολή της διαδικασίας ενεργοποιείται σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος να τύχει δίκαιης δίκης ή υπό περιστάσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου (R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31) ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας. Όταν προβάλλεται τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσο οι διωκτικές αρχές έχουν ενεργήσει κακόπιστα (Δημοκρατία v. Ηλιάδη, ECLI:CY:AD:2019:B207Ποιν. Έφ. Αρ. 348/18, 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B207, ECLI:CY:AD:2019:B207, ECLI:CY:AD:2019:B207). Στην υπόθεση Regina ν. Norman (Robert) [2016] EWCA Crim 1564, [2017] 4 W.L.R. 16, όπου προβλήθηκε ο ισχυρισμός για ανεπίτρεπτη συμπεριφορά της αστυνομίας και της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να προσάξουν τον κατηγορούμενο ενώπιον του δικαστηρίου το θέμα εξετάστηκε σε δύο επίπεδα:

 

«This involves a two-stage approach. First it must be determined whether and in what respects the prosecutorial authorities have been guilty of misconduct. Secondly it must be determined whether such misconduct justifies staying the proceedings as an abuse. This second stage requires an evaluation which weighs in the balance the public interest in ensuring that those charged with crimes should be tried against the competing public interest in maintaining confidence in the criminal justice system and not giving the impression that the end will always be treated as justifying any means. How the discretion will be exercised will depend upon the particular circumstances of each case, including such factors as the seriousness of the violation of the accused's rights; whether the police have acted in bad faith or maliciously; whether the misconduct was committed in circumstances of urgency, emergency or necessity; the availability of a sanction against the person(s) responsible for the misconduct; and the seriousness of the offence with which the accused is charged.  These are merely examples of factors which may be relevant...»

 

Όταν δε τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης  (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 Α.Α.Δ 522). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ. 3) (2009) 1 Α.Α.Δ 529:

 

«η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων

 

161.  Στη Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014, 11/11/2015έγινε αναφορά στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34 P.C.  και επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στη Hui Chi Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding.

 

162.    Στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2024, D3.66 παρατίθενται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα:

 

“In Maxwell [2010] UKSC 48 (at [13]), cited in Warren v A-G for Jersey [2011] UKPC 10 (at [22]), Lord Dyson summarised the two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process:

 

It is well established that the court has the power to stay proceedings in two categories of case, namely (i) where it will be impossible to give the accused a fair trial, and (ii) where it offends the court's sense of justice and propriety to be asked to try the accused in the particular circumstances of the case. In the first category of case, if the court concludes that an accused cannot receive a fair trial, it will stay the proceedings without more. No question of the balancing of competing interests arises. In the second category of case, the court is concerned to protect the integrity of the criminal justice system. Here a stay will be granted where the court concludes that in all the circumstances a trial will offend the court's sense of justice and propriety (per Lord Lowry in R v Horseferry Road Magistrates' Court, ex p Bennett [1994] 1 AC 42 (at 74G)), or will undermine public confidence in the criminal justice system and bring it into disrepute (per Lord Steyn in Latif [1996] 1 WLR 104 (at 112F)).

 

In Crawley [2014] EWCA Crim 1028, Sir Brian Leveson P summarised the scope of abuse of process thus (at [17]–[18]):

[T]here are two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process. These are, first, where the court concludes that the accused can no longer receive a fair hearing; and, second, where it would otherwise be unfair to try the accused or, put another way, where a stay is necessary to protect the integrity of the criminal justice system. The first limb focuses on the trial process and where the court concludes that the accused would not receive a fair hearing it will stay the proceedings; no balancing exercise is required. The second limb concerns the integrity of the criminal justice system and applies where the Court considers that the accused should not be standing trial at all, irrespective of the potential fairness of the trial itself.

… [T]here is a strong public interest in the prosecution of crime and in ensuring that those charged with serious criminal offences are tried. Ordering a stay of proceedings, which in criminal law is effectively a permanent remedy, is thus a remedy of last resort.

His lordship observed (at [21]) that 'cases in which it may be unfair to try the accused (the second category of case) will include, but are not confined to, those cases where there has been bad faith, unlawfulness or executive misconduct'. In such a case, 'the court is concerned not to create the perception that it is condoning malpractice by law enforcement agencies or to convey the impression that it will adopt the approach that the end justifies the means: the touchstone is the integrity of the criminal justice system' (at [23]). In Horseferry Road Magistrates' Court, ex parte Bennett [1994] 1 AC 42, Lord Griffiths (at p. 61H) said that if the courts have a power to interfere with the prosecution in such cases:

… it must be because the judiciary accept a responsibility for the maintenance of the rule of law that embraces a willingness to oversee executive action and to refuse to countenance behaviour that threatens either basic human rights or the rule of law … I have no doubt that the judiciary should accept this responsibility in the field of criminal law.”

163.  Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους αυτού που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή τερματισμό της (ίδετε Blackstone's Criminal Practice 2015D3.76, σελ. 1326, Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78). Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL) εκτός και εάν είναι μια από τις περιπτώσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου (R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31) ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας.

 

164.  Η καθυστέρηση ως μια μορφή κατάχρησης διαδικασίας: Η κατάχρηση διαδικασίας προσλαμβάνει διάφορες μορφές (ίδετε Εμπεδοκλή, ανωτέρω).  Η καθυστέρηση αφ’ εαυτής ή/και σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, μπορεί να αποτελέσουν μορφή κατάχρησης διαδικασίας την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να περιστείλει. Στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2005, σελ. 1640, επίσης αναφέρεται ότι η καθυστέρηση μπορεί να είναι μια μορφή κατάχρησης διαδικασίας:

 

«…even where the proceedings were commenced within time, a magistrates’ court has a discretion to refuse to try an information and acquit the accused without a trial if there has been delay amounting to an abuse of process of the court (see Brentford Justices, ex parte Wong [1981] QB445)».

 

165.  Σημειώνεται ότι στις υποθέσεις που παρατίθενται στο εν λόγω σύγγραμμα η καθυστέρηση 20, 22 και 24 μηνών αντίστοιχα θεωρήθηκε ότι ήταν υπέρμετρη (very substantial), άδικη (unconscionable) και ότι δημιουργεί την πιθανότητα για δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου (possibility of prejudicelikely to cause prejudice).

 

166.  Με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου «[o] διάδικος που εγείρει ζήτημα κατάχρησης μιας δικαστικής διαδικασίας φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας, αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς, συνεπεία αυτής.» (Κ&Μ (Transport) Fuel Tankers Ltd κ.α. ν. Έφορος Φορολογίας, Ποινική Έφεση Αρ. 109 / 2021, 06.03.2023).

 

167.  Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας αναφέρθηκε ότι «[ό]ταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη

 

168.  Ποιος έχει το βάρος απόδειξης ότι η διαδικασία είναι καταχρηστική; Αναφέρονται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2015,  D3.75, σελ. 1326 τα ακόλουθα:

 

«The normal rule is that he who asserts the abuse of process must prove it; it follows that the defence bear the burden of establishing abuse on the balance of probabilities (Telford Justices, ex parte Badham [1991] 2 QB 78).»  

 

169.  Όπως περαιτέρω αναφέρεται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2015, σελ. 1327, D3.78 (η έμφαση είναι δική μου):

 

“In Derby Crown Court, ex parte Brooks (1985) 80 CrApp R164, Sir Roger Ormrod propounded a general test for abuse of process but also made specific reference to delay. To amount to abuse of process the delay must cause prejudice to the accused, and the delay must be unjustified. … In some cases, however, prejudice will be inferred from substantial delay, and the prosecution will then have to rebut that inference of prejudice. Such an inference ‘is more easily drawn when dealing with a single brief but confused event which must depend on the recollections of those involved’. Similarly in Telford Justices, ex parte Badhan [1991] 2 QB 78, the Divisional Court said that, where the period of the delay is long, it is legitimate for the court to infer prejudice without proof of specific prejudice.”

 

170.    Πρέπει επίσης να γίνει αναφορά και στην  απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 02.10.2018 στο πλαίσιο της Ποινικής Αίτησης αρ. 14/2018, Μονομερής Αίτηση της L.C.A. Domiki  στην οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αιτήτριας εταιρείας για έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την καταχώρηση κατηγορητηρίου ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου για την εκδίκαση των κατηγοριών που περιλαμβάνονταν σε αυτό. Οι κατηγορίες αφορούσαν επιταγές που εκδόθηκαν το 2013 και το 2014 και η καταχώρηση του κατηγορητηρίου επιχειρήθηκε να γίνει το 2018, δηλαδή 5 και 4 χρόνια μετά, αντίστοιχα. Το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου φανερώνει ότι η δυνατότητα εναλλακτικής θεραπείας είναι κάτι που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις.

 

171.  Το Επαρχιακό Δικαστήριο σε βεβαίωση του για την άρνηση της καταχώρησης του κατηγορητηρίου ανέφερε ότι το κατηγορητήριο εισάχθηκε προς καταχώρηση πολύ καθυστερημένα και ως εκ τούτου η δίωξη ήταν ενοχλητική σημειώνοντας ότι τα ισχυριζόμενα αδικήματα είναι αδικήματα που εκδικάζονται κατά συνοπτικό τρόπο γεγονός που συνεπάγεται ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να κατηγορηθεί και να εκδικαστεί όσο το δυνατό συντομότερα. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στην απόφαση του (η έμφαση είναι δική μου):

 

«Ένα κατηγορητήριο δεν πρέπει να είναι μόνο διατυπωμένο ορθά και νομότυπα ώστε να αποφεύγεται σύγχυση ή κατάχρηση ή πίεση σε ένα κατηγορούμενο πρόσωπο, αλλά πρέπει και να συνάδει με τους σκοπούς της ποινικής δίωξης ευρύτερα. Μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει  υπόψη είναι και η πάροδος του χρόνου, η φύση των αδικημάτων, η δυνατότητα εναλλακτικής ή πρόσθετης θεραπείας και βεβαίως η ενόχληση που μπορεί να προκύψει στο όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης λόγω μακράς καθυστέρησης ή κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας.

 

Δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε σφάλμα αρχής από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην άρνηση καταχώρησης του κατηγορητηρίου για τους λόγους που έχει καταγράψει στη σχετική απόφαση του και τη βεβαίωση που δόθηκε, παρόλο που τα αδικήματα δεν έχουν παραγραφεί ούτε αστικώς, ούτε ποινικώς. Οι λόγοι που δόθηκαν στοιχειοθετούν ευλόγως την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. 

 

[…]  Στην περίπτωση της έκδοσης επιταγών αφετηρία της κατά το Νόμο ποινικής ευθύνης έχει η διαπίστωση ότι δεν  υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια ή ο λογαριασμός ήταν κλειστός και όχι πότε αποφασίζει ο παραπονούμενος να προχωρήσει σε ιδιωτική   ποινική δίωξη.  Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος.  Η ποινική φύση της δίωξης τη διαφοροποιεί από την αστική ευθύνη και δεν είναι ζήτημα που άπτεται μόνο της επιβολής ποινής εάν και εφόσον κριθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι.

 

Η ουσία παραμένει ότι η καθυστερημένη δίωξη σε αυτά τα δεδομένα είναι τέτοια που σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας δικαιολογεί ένα Δικαστήριο να αναχαιτίσει την περαιτέρω πορεία όσον αφορά τουλάχιστον την ποινική πτυχή της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων.  Οι διαβουλεύσεις προς επίλυση της διαφοράς είναι ως ένα σημείο θεμιτές. Ο παράγων του χρόνου όμως έχει τη δική του αυτοτέλεια.

 

Για τους ίδιους λόγους και το παρόν Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν μπορεί να καταχωρηθεί το κατηγορητήριο το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, περιλαμβάνει 57 κατηγορίες με αδικήματα που έχουν διαπραχθεί προ πενταετίας και με γεγονότα τα οποία κάλλιστα μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο επίλυσης της αντιπαράθεσης των διαδίκων σε άλλες ευχερέστερες διαδικασίες.»

 

172.  Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5/2020, 30.07.2021 αφού έγινε η διάκριση μεταξύ του ζητήματος της κατάχρησης της διαδικασίας και της παραβίασης του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη (αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι και την τελική εκδίκαση της) και διαπιστώθηκε ότι σε εκείνη την περίπτωση το ζήτημα το οποίο τίθετο αφορούσε κατάχρηση, τέθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

166.1    Η απόρριψη της υπόθεσης λόγω κατάχρησης είναι κατ’ εξαίρεση δικαιοδοσία η άσκηση της οποίας πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ.

166.2    Η προσέγγιση αυτή συνεπικουρείται από την αγγλική νομολογία στην οποία παρατηρείται ότι η μεγάλη καθυστέρηση μετά τα επίδικα γεγονότα μέχρι την ποινική δίωξη  με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (R v F (TB) [2011] 2 CrApp.R. 13the bringing of a prosecution so long after the events in issue that a fair trial has become impossible).

166.3    Ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη.

166.4    Η διακοπή της, με συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου, ακόμα και στην περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.  Η πάροδος μεγάλου χρόνου δεν προδικάζει και το μη δίκαιο της δίκης.  Η κάθε υπόθεση, βέβαια, εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα

166.5    Η όποια δικαιολογία για την καθυστέρηση, έχει σημασία στο βαθμό και μόνο που μπορεί να ρίξει φως στο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού, (βλ. CPS vF [2011] EWCA Crim 1844).  

166.6    Η καθυστέρηση δεν επαρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας.  Είναι δε σχετική με το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να δικαστεί ο κατηγορούμενος μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων.

166.7    Το ερώτημα κατά πόσο ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, μετά την απώλεια ή καταστροφή σχετικού μαρτυρικού υλικού, λόγω του διαρρεύσαντα χρόνου, όπως και στην περίπτωση της μη δυνατότητας κλήσης μαρτύρων, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και επικεντρώνεται στη φύση και την έκταση του δυσμενούς επηρεασμού που προκαλείται σε αυτόν.

166.8    Εν προκειμένω, το βάρος, ήταν στους ώμους του εφεσείοντα να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι λόγω της απουσίας του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού και μη δυνατότητας κλήσης συγκεκριμένων μαρτύρων, υπέστη δυσμενή επηρεασμό σε βαθμό που η δίκη δεν ήταν δίκαιη.

 

173.  Πρέπει να αναφερθεί όμως ότι η Γ.Π.Β ν. Αστυνομίας είναι πολύ διαφορετικής φύσης υπόθεση τόσο από την παρούσα όσο και σε σχέση με τις προαναφερόμενες αποφάσεις σε αυτή την ενότητα καθότι αφορούσε άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας η οποία το 1986 ήταν ηλικίας 10 ετών. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι  οι Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας, LCA Domiki  καθώς και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Εφ. 69/21, Πολυκάρπου v. Τελεβάντου, 07.12.2021 είναι πιο καθοδηγητικές καθότι ασχολούνται και με τη δεύτερη κατηγορία των περιπτώσεων που ένα Δικαστήριο μπορεί να τερματίσει / αναστείλει την υπόθεση λόγω κατάχρησης (where it offends the court's sense of justice and propriety to be asked to try the accused in the particular circumstances of the case).

 

VII. Κώλυμα / Έλλειψη Δικαιοδοσίας

 

174.  Επί αυτού του ζητήματος  το οποίο αφορά τις κατηγορίες 7, 9 και 11, ο κ. Μακρίδης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ στην Πολιτική Αίτηση 32/2019, Αναφορικά με την Αίτηση του Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ,  17.04.2019 στην οποία αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου ΔικαστηρίουΔεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά  άλλο τρόπο.  Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v. 1. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά.Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A14, ECLI:CY:AD:2019:A14, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή σε διαδικασία που αφορούσε την ορθότητα της χρήσης της εναρκτήριας κλήσης ως δικονομικό μέτρο προς επίλυση ορισμένων θεμάτων εντός της διαχείρισης.  Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.  (2010) 1 Α.Α.Δ. 286, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία προνομιακών ενταλμάτων, έκρινε ότι εφόσον η ορθότητα της επιλογής του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης είχε ήδη αποφασιστεί με σχετική ενδιάμεση απόφαση ενός Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, δεν μπορούσε στη συνέχεια άλλος ομόβαθμος Δικαστής να έκρινε διαφορετικά διότι η πρώτη απόφαση εφόσον δεν είχε αμφισβητηθεί με τη διαδικασία της έφεσης, παρέμενε αλώβητη στο νομικό στερέωμα και δεν ήταν δυνατό το θέμα της δικαιοδοσίας να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό διάβημα.  Όπως λέχθηκε επί λέξει:

 

«Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή  υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»   [...]

 

Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση.  Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο.»

 

175.  Όσον αφορά το κώλυμα (estoppel) αποτελεί μια νομική αρχή ή κανόνα ο οποίος επενεργεί κατά τρόπο που να εμποδίζει ένα διάδικο από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός ή που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μια κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Στην παράγραφο 334 του συγγράμματος Halsburys Laws of England (Τόμος 15, 3η έκδοση) αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την έννοια του estoppel:

 

“There is said to be an estoppel where a party is not allowed to say that a certain statement of fact is untrue, where in reality it is true or not. Estoppel or “conclusion” as it is frequently called by the older authorities, may therefore be defined as a disability whereby a party is precluded from alleging or proving in legal proceedings that a fact is otherwise than it has been made to appear by the matter giving rise to that disability. Estoppel is often described as a rule of evidence, but the whole concept is more correctly viewed as a substantive rule of law.”

 

176.    Το κώλυμα μπορεί να πάρει μια από τις εξής μορφές:

 

(α)  Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (estoppel by record),

(β)  Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (estoppel by deed),

(γ)  Κώλυμα λόγω διαγωγής - συμπεριφοράς (estoppel by conduct).

 

177. Αναφορικά με το κώλυμα λόγω δεδικασμένου στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 15, παρ. 336 αναφέρονται τα πιο κάτω:

 

"Estoppel of record or quasi of record arises where an issue of fact has been judicially determined in a final manner between the parties by a tribunal having jurisdiction, concurrent or exclusive, in the matter, and the same issue comes directly in question in subsequent proceedings between the same parties."

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

"Αποκλεισμός από δεδικασμένο ή από ημιδεδικασμένο εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων".

 

178. Η έννοια του δεδικασμένου έχει διάφορες όψεις και προσλαμβάνει διάφορες μορφές. Η αρχή  του δεδικασμένου αποσκοπεί στο να προστατεύσει ένα διάδικο από του να πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του περισσότερο από μια φορά για το ίδιο ζήτημα και προκύπτει από την επιτακτική ανάγκη για τελεσιδικία. Στην Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2008) 1 Α.Α.Δ. 768 αναφέρθηκε ότι ο  κανόνας βασίζεται σε δύο αρχές:

 

(α) Ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae ut sit finis litium), και

(β)  Κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa).

 

Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

179.  Οι εκατέρωθεν επί του θέματος θέσεις έχουν τύχει προσεκτικής μελέτης. Έχουν ληφθεί υπόψη τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και διεξήλθα με ιδιαίτερη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. 

 

180.  Αυτό το έπραξα υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών οι οποίες διέπουν το ζήτημα ως τέθηκαν στην ενότητα Δ της παρούσας απόφασης, ήτοι χωρίς να προβώ σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνοντας τα γεγονότα επί τη βάσει μιας αντικειμενικής θεώρησης και χωρίς να υπεισέλθω στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα η οποία δύναται να αποδοθεί στη μαρτυρία τους. Αυτό είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να λαμβάνει χώρα στο τέλος της υπόθεσης και όχι σε αυτό το στάδιο.

 

181.  Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι μια αστική διαφορά δεν συνιστά εμπόδιο για καταχώριση παράλληλα και ιδιωτικής ποινικής δίωξης (ίδετε Sergei κ.α. v Vasilyeva κ.α., Ποιν. Εφ. 159 / 2017, 11.06.2019 και απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 Α.Α.Δ. 522). Εν προκειμένω, ο ΜΚ1 ανέφερε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι επιθυμεί την τιμωρία της Κατηγορούμενης την οποία θεωρεί υπεύθυνη για την οικονομική του καταστροφή. Το ότι καταχώρισε αριθμό αγωγών εναντίον της Κατηγορούμενης δεν σημαίνει αυτόματα ότι η παρούσα υπόθεση είναι καταχρηστική ή καταπιεστική ή εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς. Επομένως, αυτό το σκέλος του επιχειρήματος της Υπεράσπισης σε σχέση με κατάχρηση διαδικασίας δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η παρούσα δίωξη έχει αλλότριους σκοπούς και απορρίπτεται. Σε σχέση με την κατάχρηση λόγω καθυστέρησης θα ασχοληθώ σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης.

 

182.  Επομένως σε αυτό το στάδιο η προσοχή του Δικαστηρίου θα στραφεί στη διαπίστωση του κατά πόσον η ενώπιον του μαρτυρία, κρινόμενη με τον πιο επιεική για την Παραπονούμενη τρόπο, στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία καταλογίζονται στην Κατηγορούμενη.

I.              Κατηγορία 9:  κλοπή ποσού £50.000

 

183.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της ένατης κατηγορίας  η Κατηγορούμενη κατά ή περί την 13.03.1986 προέβη στην κατάθεση της επιταγής της Παραπονούμενης για το ποσό των ΛΚ 50.000 σε άγνωστο λογαριασμό ενώ η συγκεκριμένη επιταγή ήταν δίγραμμη και έπρεπε να κατατεθεί σε λογαριασμό που διατηρούσε ο ΜΚ1 στην Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη παράνομα και χωρίς λόγο προέβη με δόλιο τρόπο στον σφετερισμό του πιο πάνω ποσού αποστερώντας το από το νόμιμο ιδιοκτήτη της ήτοι την Παραπονούμενη.

 

184.  Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι ο λογαριασμός του ΜΚ1 με αρ. 01-11-063973 δεν πιστώθηκε το πιο πάνω ποσό. Δεν παρουσιάστηκε κάποια κατάσταση λογαριασμού εκείνης της περιόδου για να στοιχειοθετηθεί το ότι υπήρξε  απόκτηση κατοχής ή αποκόμιση του ποσού από την Κατηγορούμενη χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ή ότι υπήρξε ιδιοποίηση του ποσού χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.  Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 διαφάνηκε ότι η επιταγή κατατέθηκε σε κατάθεση προθεσμίας στο όνομα του ΜΚ1. Ο δε ΜΚ1 δεν γνώριζε που κατέληξαν οι £50.000 και στην ουσία το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μόνο την πεποίθηση του ΜΚ1 ότι το εν λόγω ποσό κλάπηκε χωρίς να τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο με μαρτυρία.

 

185.  Υποδείχθηκε επίσης στον ΜΚ1 ένα έγγραφο με τίτλο «Δέσμευση Καταθέσεως Προθεσμίας» ημερομηνίας 13.03.1986  - ΤπΑ2  το οποίο φέρει την ίδια ημερομηνία με την επιταγή (Τεκμήριο 2).

 

186.  Επίσης το ΤπΑ2 αναφέρει πως δεσμεύεται η κατάθεση του ΜΚ1 με αρ. 164098. Δηλαδή πάνω στο ΤπΑ1 και στο ΤπΑ2 αναφέρεται ο ίδιος αριθμός κατάθεσης.  Δια του ΤπΑ2 φαίνεται  να δεσμεύεται η προθεσμιακή κατάθεση στο ΤπΑ1 προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις άλλης εταιρείας συμφερόντων του ΜΚ1 ήτοι της Evershine Enterprises Ltd.

 

187.  Υποβλήθηκε επίσης πως επειδή η Παραπονούμενη και ο ίδιος προσωπικά δέχθηκαν εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 1605/1991 η οποία αφορά τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό, ως εξάλλου αναφέρει και ο ίδιος ο ΜΚ1 στη γραπτή του δήλωση, παρ. 10,  δεν μπορεί να έχει η Παραπονούμενη οποιοδήποτε παράπονο. Ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι πλήρωσε το ποσό της απόφασης και το πλήρωσε ξανά άλλες 2 φορές. Συνεπώς, υπάρχει μαρτυρία ότι η Παραπονούμενη όφειλε το εν λόγω ποσό η οποία είναι αντίθετη με τη θέση ότι κλάπηκε.

 

188.  Δεδομένων των όσων προαναφέρθηκαν, θεωρώ ότι η μαρτυρία κρινόμενη στο απόγειο της είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει την Κατηγορούμενη.  

 

189.  Επιπρόσθετα,  δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι η Κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα χρήματα για άλλο σκοπό, δολίως και με ανεντιμότητα. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι η Κατηγορούμενη με δόλιο τρόπο σφετερίστηκε χρήματα της Παραπονούμενης για χρήση από την ίδια η από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι τα χρήματα είχαν τύχει σφετερισμού, ότι χρησιμοποιήθηκαν από την Κατηγορούμενη ή από άλλο πρόσωπο. Επαναλαμβάνω ότι στην ουσία το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μόνο την πεποίθηση του ΜΚ1 ότι τα ποσά κλάπηκαν χωρίς να παρουσιάσει μαρτυρία ότι δεν κατέληξαν στο λογαριασμό του.  Δεν προσκομίστηκε καν μαρτυρία για το που κατέληξαν τα χρήματα για να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για σφετερισμό ή για μόνιμη αποστέρηση. Ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με πρόθεση της Κατηγορούμενης για καταδολίευση.

 

190.  Επομένως, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την ένατη κατηγορία.

 

II.            Κατηγορία 7: πλαστογραφία Εντάλματος Πληρωμής για £25.000

 

191.  Σε σχέση με την έβδομη κατηγορία αναφορικά με πλαστογραφία θεωρώ ότι η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει εξ αντικειμένου την υπόθεση της Παραπονούμενης καθότι απουσιάζει μαρτυρία σε σχέση με ένα εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ήτοι την πλαστογραφία, ότι δηλαδή καταρτίστηκε ένα πλαστό έγγραφο. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι το ανυπόγραφο ένταλμα πληρωμής (Τεκμήριο 3) εμφανίζεται να είναι κάτι το οποίο δεν είναι στην πραγματικότητα.

 

192.  Δεν προσκομίστηκε συγκεκριμένη μαρτυρία σε σχέση με το κατά πόσον το έγγραφο είναι πλαστό. Στην ουσία εκφράστηκε μόνο η άποψη, ή η πεποίθηση του ΜΚ1 περί του ότι το έγγραφο είναι πλαστό κάτι το οποίο δεν είναι αρκετό εν προκειμένω, καθότι ο ΜΚ1 δεν είναι πραγματογνώμονας για να μπορεί να εκφέρει μαρτυρία γνώμης.  Δεν έχει επεξηγηθεί γιατί το ένταλμα πληρωμής  εμφανίστηκε ως κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα, ότι δηλαδή  το έγγραφοtells a lie about itself.”

 

193.  Υπενθυμίζεται ότι το Τεκμήριο 3 είναι ένα αντίγραφο εντάλματος πληρωμής της Κατηγορούμενης το οποίο δεν φαίνεται να υπογράφηκε από το πρόσωπο το οποίο παρέλαβε τα χρήματα. Υπογράφεται από τέσσερα πρόσωπα κάτω από τις λέξεις «έκδοση», «έλεγχος» και «ταμίας». Φέρει χαρτόσημα και σφραγίδα της Κατηγορούμενης με την ένδειξη «PAID».

 

194.  Ως προαναφέρθηκε,  ένα έγγραφο για να θεωρηθεί πλαστό θα πρέπει να εμφανίζεται να είναι κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα ή να λέει κάποιο ψέμα σε σχέση με το πρόσωπο που το κατήρτισε, την προέλευση ή την ιστορία του. Έγγραφα που αναφέρουν ψεύδη η ανακρίβειες δεν είναι κατ' ανάγκη πλαστογραφημένα εν τη εννοία του Νόμου. Εν προκειμένω, στο έγγραφο δεν περιέχεται κάποια ανακρίβεια ούτε και προσπαθεί να πείσει ότι υπογράφηκε από τον δικαιούχο ήτοι τον ΜΚ1. Ούτε και υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός από μέρους της Παραπονούμενης.

 

195.  Ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι υπογραφές των άλλων προσώπων που υπέγραψαν δεν είναι γνήσιες ή ότι δημιούργησαν ένα ένταλμα πληρωμής το οποίο δεν είναι πραγματικό με σκοπό να καταδολιεύσουν κάποιο πρόσωπο. Γενικότερα υπάρχει κάποιο κενό στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, υπό την έννοια ότι ελλείπει η μαρτυρία στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο για να καταλήξει πως το Τεκμήριο 3 είναι πλαστό.

 

196.  Συνεπώς, η έβδομη κατηγορία υπόκειται σε απόρριψη καθότι η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε σε σχέση με αυτήν  δεν είναι ικανή να στοιχειοθετήσει εξ αντικειμένου την υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος. Συνεπακόλουθα, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την έβδομη κατηγορία.

 

III.           Κατηγορία 11: κλοπή ποσού £33.315

 

197.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της ενδέκατης κατηγορίας η Κατηγορούμενη κατά ή περί την 11.03.1986 αντί να προχωρήσει με την κατάθεση επιταγής της Παραπονούμενης για το ποσό των Λ.Κ. 33.315 σε λογαριασμό της εταιρείας Evershine Enterprises Ltd ενώ η συγκεκριμένη επιταγή της Παραπονούμενης ήτο δίγραμμη και έπρεπε να κατατεθεί στο λογαριασμό που διατηρούσε [η Evershine] στην Κατηγορούμενη, η τελευταία «παράνομα και χωρίς λόγο προέβη με δόλιο τρόπο στον σφετερισμό του πιο πάνω ποσού από τον Νόμιμο ιδιοκτήτη τους, ήτοι την Παραπονούμενη εταιρεία».

 

198.  Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι η επιταγή δεν κατατέθηκε ποτέ στο λογαριασμό της Evershine αλλά εξαργυρώθηκε σε μετρητά στο ταμείο του υποκαταστήματος Φανερωμένης. Σημειώνω ότι δεν διευκρινίζεται επί της επιταγής ότι εξαργυρώθηκε σε μετρητά. Ο ΜΚ1 επέμεινε ότι επειδή υπάρχει οπισθογράφηση σημαίνει ότι αλλάχθηκε σε μετρητά κάτι το οποίο δεν έπρεπε να είχε γίνει καθότι η επιταγή είναι δίγραμμη. Κατ’ ουσίαν, εκτός από την πεποίθηση του ΜΚ1 ότι το επίδικο ποσό έχει κλαπεί δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να δημιουργεί έστω και την υποψία περί κλοπής. 

 

199.  Αντιθέτως, υποδείχθηκε στον ΜΚ1 μια κατάσταση λογαριασμού της Evershine με αριθμό λογαριασμού 010‑ 01‑153583 ημερομηνίας 14/3/1986 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25. Στο Τεκμήριο 25 φαίνεται ότι στις 14.03.1986 κατατέθηκε στο λογαριασμό της Evershine το ποσό των  Λ.Κ. 33.315. Το Τεκμήριο 25  δείχνει τις συναλλαγές εκείνης της περιόδου κ περιλαμβανομένης της κατάθεσης για το ποσό της επιταγής (Λ.Κ. 33.315) το οποίο ισχυρίζεται η Παραπονούμενη ότι κλάπηκε, ότι εξαργυρώθηκε σε μετρητά και στην ουσία εξαφανίστηκε.

 

200.  Δεδομένου του ότι η κατάσταση λογαριασμού της Evershine κατατέθηκε ως τεκμήριο αφού το αναγνώρισε ο ΜΚ1 και δεδομένου του ότι φαίνεται σε αυτό πως όντως ο δικαιούχος του ποσού της επιταγής έχει λάβει αυτό το ποσό,  δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κλοπή και κατ’ ουσίαν υπάρχει αντιφατική μαρτυρία. Συνεπώς, η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι ελλιπής, αδύνατη και περιέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση  αναγόμενη σε εγγενή αντινομία. Είναι τόσο αντινομική και στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη της Κατηγορούμενης.

 

201.  Περαιτέρω, δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για δόλιο σφετερισμό ή πρόθεση καταδολίευσης ούτε και υπάρχει μαρτυρία από την οποία ενδέχεται να προκύψει η πρόθεση καταδολίευσης ή η δολιότητα της Κατηγορούμενης. Κατά συνέπεια, η ενδέκατη κατηγορία απορρίπτεται και η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτήν.

 

IV.          Κατηγορία 1: κλοπή του ποσού των €1.217.333

 

202.  Εν πρώτοις αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη κατηγορείται με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ότι ήτο θεματοφύλακας της Παραπονούμενης εν σχέσει με το ποσό των €1.217.333. Ωστόσο, δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία ότι η Κατηγορούμενη ήταν ή κατέστη θεματοφύλακας ή εν πάση περιπτώσει για την ύπαρξη τέτοιας σχέσης. Κατ’ ακρίβεια η μαρτυρία που προσκομίστηκε καταδεικνύει το ότι η Lartides Brothers ήταν ο δικαιούχος του ποσού αυτού και όχι η Παραπονούμενη. Και η Lartides Brothers έδωσε την άδεια της να πληρωθεί το ποσό αυτό στην Κατηγορούμενη.

 

203.  Όπως προαναφέρθηκε στην ενότητα Β της απόφασης, υπογράφηκε σύμβαση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 και δυνάμει της οποίας, μεταξύ άλλων, θα πληρωνόταν ποσό ύψους €1.300.000 στην Κατηγορούμενη από το ποσό της πώλησης του ακινήτου της εταιρείας Lartides Brothers προς την Χαράλαμπος Αποστολίδης. Η σύμβαση δεν αφορούσε την Παραπονούμενη.

 

204.  Το ποσό των €1.217.333 πληρώθηκε προς την Κατηγορούμενη από χρήματα τα οποία θα ελάμβανε η Lartides και όχι η Παραπονούμενη και δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για οποιαδήποτε συνεννόηση μεταξύ της Lartides Brothers και της Παραπονούμενης ή σε σχέση με ότι το ποσό αυτό μπορεί να δικαιούτο να το λάβει η Παραπονούμενη. Επομένως, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί εξ αντικειμένου η κατηγορία της κλοπής καθότι το ποσό των €1.217.333 δεν ήταν περιουσία της Παραπονούμενης.

 

205.  Περαιτέρω, ούτε και το ότι η περιουσία αποκτήθηκε από την Κατηγορούμενη παρανόμως και χωρίς αξίωση δικαιώματος μπορεί να ευσταθεί. Προσκομίστηκε μαρτυρία από την ίδια την Παραπονούμενη ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της  και υπέρ της Κατηγορούμενης στο πλαίσιο της αγωγής 1605/1991 (το Τεκμήριο 24) καθώς και επιστολές του ΜΚ1 οι οποίες αναγνωρίζουν το ότι υπήρχε χρέος και προβαίνει σε πρόταση για συμβιβασμό (Τεκμήρια 27 και 28).

 

206.  Το ποσό το οποίο πληρώθηκε προς την Κατηγορούμενη ήταν για να αφαιρεθεί ΜΕΜΟ από την περιουσία της Lartides Brothers. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται ζήτημα κλοπής του ποσού από την Κατηγορούμενη ή σφετερισμού των χρημάτων τα οποία ουδέποτε ανήκαν στην Παραπονούμενη. Τα χρήματα φαίνεται να ανήκαν στην Χαρίλαος Αποστολίδης και να μεταβιβάστηκαν δυνάμει του Τεκμηρίου 15 προς την Lartides Brothers εκτός του ποσού που συμφωνήθηκε να δοθεί στην Κατηγορούμενη.

 

207.  Επιπρόσθετα, δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία για δόλο από μέρους της Κατηγορούμενης αλλά ούτε και μαρτυρία για δόλιο σφετερισμό χρημάτων από την Κατηγορούμενη μεταξύ άλλων διότι τα χρήματα δεν ανήκαν στην Παραπονούμενη. 

 

208.  Επίσης, το ότι εισέπραξε η Τράπεζα – Κατηγορούμενη το επίδικο ποσό δεν μπορεί να ισοδυναμεί με κλοπή υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει απόκτηση περιουσίας άλλου προσώπου αλλά για δημιουργία ενός νέου chose in action προς όφελος της Τράπεζας (ίδετε Preddy,  ανωτέρω.

 

209.  Το κατά πόσον είχε εξοφληθεί overdraft από την Παραπονούμενη το 1989 (Τεκμήριο 8) ή όχι, ακόμα και αν θεωρηθεί δεδομένο ότι όντως η Παραπονούμενη είχε εξοφλήσει όλες τις τις οφειλές προς την Κατηγορούμενη, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κλοπή υπό τις περιστάσεις επειδή, μεταξύ άλλων, τα χρήματα που πληρώθηκαν προς την Κατηγορούμενη δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ήταν της ή ότι προορίζονταν για την Παραπονούμενη.

 

210.  Εν ολίγοις, εκτός από το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με ιδιοποίηση του ποσού των €1.217.333 από την Κατηγορούμενη,  η μαρτυρία σε σχέση με αυτή την πτυχή είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη της Κατηγορούμενης. Έπεται ότι η Κατηγορούμενη θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαχθεί από την πρώτη κατηγορία.

 

V.            Κατηγορία 3  - απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις

 

211.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας η Κατηγορούμενη κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 απέσπασε δια ψευδών παραστάσεων, το χρηματικό ποσό του €1.217.333 από κατάθεση που έγινε στον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 11-070738 που η Παραπονούμενη διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Κατηγορούμενη.

 

212.  Υιοθετείται και επαναλαμβάνεται η ανάλυση σε σχέση με την πρώτη κατηγορία στις παραγράφους 202 – 210 της παρούσης απόφασης.

 

213.  Κατ’ αρχάς, αναφέρω ότι δεν δόθηκε μαρτυρία περί ψευδούς παράστασης προς την Παραπονούμενη το έτος 2010. Με βάση την μαρτυρία που προσκομίστηκε αν έγινε κάποια παράσταση το 2010 ήταν στο Τεκμήριο 15 προς την Χαρίλαος Αποστολίδης και την Lartides Brothers. H Παραπονούμενη με βάση τη μαρτυρία δεν ήταν μέρος του της συμφωνίας Τεκμήριο 15. Επομένως δεν έχει δοθεί καμία απολύτως μαρτυρία σε σχέση με ψευδή παράσταση προς την Παραπονούμενη.

 

214.  Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η Παραπονούμενη έλαβε γνώση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 15 στο οποίο αναφερόταν ότι από το ποσό που θα λάβει η  Lartides Brothers θα αφαιρεθεί ποσό ύψους μέχρι €1.300.000  και θα πληρωθεί προς την Κατηγορούμενη, κατατέθηκαν ως τεκμήρια η δικαστική απόφαση εναντίον της Παραπονούμενης και της Lartides Brothers δια της οποίας η Παραπονούμενη κατέστη εξ αποφάσεως χρεώστης της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 24). Κατατέθηκαν επίσης ως τεκμήρια επιστολή από τον ΜΚ1 προς την Κατηγορούμενη καθώς και επιστολή από τον δικηγόρο της Παραπονούμενης προς την Κατηγορούμενη στις οποίες αναφέρεται πως η Παραπονούμενη είχε οφειλές προς την Κατηγορούμενη (Τεκμήρια 27 και 28).

 

215.  Επομένως, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι υπήρχε κάποια παράσταση ως προς τις οφειλές της Παραπονούμενης δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί του ψεύδους αυτής αλλά ούτε και μαρτυρία περί της γνώσης της Κατηγορούμενης περί του ψευδούς της παράστασης. Επαναλαμβάνεται η αναφορά στον Archbold (ανωτέρω) ότι αυτό που μετρά είναι η πραγματική γνώση του Κατηγορούμενου και όχι το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος όφειλε να γνωρίζει μια κατάσταση. Ελλείπει, επομένως, τέτοια μαρτυρία για τη γνώση του Κατηγορούμενου περί του ψεύδους της παράστασης.

 

216.  Η δε μαρτυρία για το ότι η Παραπονούμενη δεν όφειλε κανένα ποσό προς την Κατηγορούμενη, δεδομένων των Τεκμηρίων 24, 27 και 28, μεταξύ άλλων, είναι αντιφατική σε σημείο που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί επί αυτής για να καταδικάσει την Κατηγορούμενη σε σχέση με το αδίκημα αυτό. 

 

217.  Δεν προσκομίστηκε επίσης μαρτυρία ότι ο ΜΚ1 ως διευθυντής και κατ’ επέκταση η Παραπονούμενη βασίστηκαν πάνω στη ψευδή παράσταση. Ούτε και μαρτυρία σχετικά με την πρόθεση της Κατηγορούμενης για καταδολίευση έχει προσκομιστεί αλλά ούτε και στοιχεία από τα οποία να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρχε από μέρους της Κατηγορούμενης πρόθεση καταδολίευσης (ίδετε Ευθυμίου, ανωτέρω).

 

218.  Επιπρόσθετα, τα χρήματα τα οποία κατ᾽ ισχυρισμό απέσπασε η Κατηγορούμενη δεν ήταν της Παραπονούμενης. Ούτε και προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία ότι δηλαδή λήφθηκαν χρήματα από την Κατηγορούμενη από τον λογαριασμό της Παραπονούμενης ήτοι τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 11-070738 (με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος). Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία ότι τα χρήματα από την πώληση του ακινήτου της Lartides Brothers κατέληξαν σε λογαριασμό ή θα κατέληγαν σε λογαριασμό της Παραπονούμενης.

 

219.  Συνεπακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την τρίτη κατηγορία.

 

VI.          Κατηγορία 5: απάτη

 

220.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 προέβη στη με δόλιο τρόπο απόκτηση του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού ιδιοκτησίας της Παραπονούμενης.

 

221.  Εν πρώτοις, υιοθετείται και επαναλαμβάνεται η ανάλυση σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 3, ανωτέρω στις παραγράφους 202 – 219 της παρούσης απόφασης.

 

222.  Επιπρόσθετα, όπως προαναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα της απόφασης για να στοιχειοιετηθεί  το actus reus της απάτης χρειάζεται κάποιου είδους πανούργα συσκευή. Η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα.

 

223.  Εν προκειμένω δεν προσφέρθηκε μαρτυρία σε σχέση με την χρήση οποιασδήποτε συσκευής για την εξαπάτηση της Παραπονούμενης. Επομένως, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με την απόδειξη συστατικού στοιχείου το αδικήματος της απάτης.

 

224.  Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι είναι με δόλιο τρόπο που απέκτησε το ποσό των €1.217.333 η Κατηγορούμενη το 2010 ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας (παραπέμποντας στην υπογραφή του Τεκμηρίου 15). Το δε Τεκμήριο 15, ήτοι η συμφωνία μεταξύ Lartides Brothers και Αποστολίδης, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συσκευή ή κάποιο κόλπο για την εξασφάλιση από την Κατηγορούμενη των χρημάτων.

 

225.  Έπεται ότι δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Παραπονούμενης λόγω της απουσίας συστατικού στοιχείου του αδικήματος και η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία 5.

 

VII.         Κατάχρηση διαδικασίας λόγω καθυστέρησης

 

226.  Ακόμα και αν αποδεικνύονταν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται η Κατηγορούμενη θεωρώ ότι η Κατηγορούμενη θα έπρεπε να απαλλαχθεί και η διαδικασία να τερματιστεί / διακοπεί λόγω υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην έγερση της, παράγοντες οι οποίοι την καθιστούν καταχρηστική.

 

227.  Ο ΜΚ1 – Διευθυντής της Παραπονούμενης σε πολλές περιπτώσεις ανέφερε πως γνώριζε για τις παρανομίες ή αδικοπραξίες εναντίον του και της Παραπονούμενης και κατέθεσε τεκμήρια από τα οποία συνάγεται πως είχε γνώση περί των κατ’ ισχυρισμό παρανομιών από το 1986, το 1989 το 1991, το 1999, το 2002 και σε κάθε περίπτωση το 2010.

 

228.  Παρατίθενται ενδεικτικά οι ακόλουθες αναφορές:

 

228.1  Στη σελ. 3 πρακτικών ημερ. 08.12.2023 ο ΜΚ1 αναφέρει:

 «Ορισμένες από τις παράνομες πράξεις των 25.000 Λ.Κ. ήρθε εις γνώση μου άμεσα και γραπτώς απευθύνθηκα στην Τράπεζα, 12 μέρες μετά που πήρα την κατάσταση λογαριασμού με επιστολή γραπτώς και μετέπειτα ανά εβδομάδα και ανά μήνα μέσω δικηγορικού γραφείου και η Τράπεζα Κύπρου αρνήθηκε να απαντήσει στις επιστολές αυτές για τη χρέωση των 25 χιλιάδων». 

 

228.2  Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το 1997 εξασφάλισε αντίγραφο του ανυπόγραφου εντάλματος για την ανάληψη μετρητών (Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο 30) για το ποσό των £25.000. Οι επιστολές οι οποίες αποστάλθηκαν σε σχέση με το ποσό των £25.000 το έτος 1986 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 20, 21 και 22.

 

228.3  Ο ΜΚ1 περαιτέρω ανέφερε πως σε σχέση με αυτή την υπόθεση καταχώρισε τόσο αγωγή αλλά και ποινική υπόθεση της οποίες απέσυρε. Η ποινική υπόθεση (αρ. 20525 / 2003)  είναι το Τεκμήριο 6 προς Αναγνώριση και αφορά το ποσό των £25.000.

 

228.4  Για το ποσό των £50.000 αντικείμενο της κατηγορίας 9, παραπέμπω στη σελ. 13 των πρακτικών 08.12.2023 όπου ο ΜΚ1  αναφέρει ότι διαμαρτυρήθηκε όπου υπήρχε αρχή στην οποία μπορούσε να διαμαρτυρηθεί.  Ο ΜΚ1 έδειξε να γνωρίζει για αυτό το ζήτημα από το 1991. 

 

228.5  Ως Τεκμήριο 19 ο ΜΚ1 κατέθεσε μεταξύ άλλων επιστολή ημερ. 08.05.1998 προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Κατηγορούμενης. Σε αυτήν αναφέρει πολλά από τα ζητήματα τα οποία ανέφερε στην γραπτή του δήλωση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Στο Τεκμήριο 19 περιλήφθηκε και επιστολή από τον Διοικητή της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 11.11.1998 στην οποία αναφέρεται ότι τα στοιχεία που παρέθεσε ο ΜΚ1 έχουν μελετηθεί από την Κατηγορούμενη και οι ισχυρισμοί του δεν είχαν τεκμηριωθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του. Ο ΜΚ1 απάντησε στην επιστολή του Διοικητή στις 12.11.1998 με επιστολή η οποία επίσης περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 19. Στην προτελευταία παράγραφο αναφέρει «για τα πιο πάνω κατηγορώ την Τράπεζα σας ως υπεύθυνη  για κλοπή και υπεξαίρεση μεγάλων χρηματικών ποσών από λογαριασμούς που διατηρούσα στην Τράπεζα σας με σκοπό την οικονομική καταστροφή μου». Συνάγεται ότι ο ΜΚ1 είχε γνώση αυτών των γεγονότων επί των οποίων μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση του τουλάχιστον από το 1998.

 

228.6  Με βάση το Τεκμήριο 24 εκπροσωπείτο από δικηγόρο στην αγωγή 1605/1991 και ήταν ο δικηγόρος του ο οποίος δήλωσε εκ συμφώνου απόφαση.

 

228.7  Στη σελίδα 5 των πρακτικών, ημερ.  08.12.2023 αναφέρει ο ΜΚ1 ότι το 2005 καταχώρισε αγωγή καθώς και ποινική υπόθεση τις οποίες εν τέλει απέσυρε λόγω του ότι η Κατηγορούμενη του υποσχέθηκαν ότι θα γίνουν διαπραγματεύσεις για επίλυση των ζητημάτων μεταξύ τους.

 

228.8  Ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 4 κατατέθηκε αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής 2748/1999 δια της οποίας η Παραπονούμενη αξιώνει εναντίον της Κατηγορούμενης τα ποσά των £25.000 και £33.315 που αφορούν τις κατηγορίες 7 και 11.

 

228.9  Ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 3 κατατέθηκε η γραπτή δήλωση του ΜΚ1 στο πλαίσιο της αγωγής 4187 / 2016 η οποία αφορά τα ίδια μέρη με την παρούσα υπόθεση και φαίνεται να αφορά τα ποσά των £25.000 και £144.093,04 ήτοι τις κατηγορίες 7 και 1,3 και 5.

 

228.10  Είναι αξιοσημείωτο ότι κατατέθηκε ως Τεκμήριο 26 επιστολή ημερομηνίας 16.05.1989 από τον ΜΚ1 ως διευθυντής της Παραπονούμενης προς την Κατηγορούμενη στην οποία απαιτεί εξηγήσεις σε σχέση με το γιατί παραμένουν οι λανθασμένες χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό της Παραπονούμενης.

 

228.11  Το Τεκμήριο 15 με βάση το οποίο θα πληρωνόταν προς την Κατηγορούμενη το ποσό των €1.300.000 από την πώληση ακινήτου της Lartides Brothers έχει ημερομηνία 01.06.2010. Ο δε ΜΚ1 φαίνεται να υπογράφει τη συμφωνία ως μάρτυρας.

 

229.  Η καθυστέρηση στην έγερση της παρούσας διαδικασίας είναι χωρίς αμφιβολία υπερβολική. Τα αδικήματα έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 1986 και 1989.

 

230.  Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία και το ποσό των €1.217.333 αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος ότι πληρώθηκαν για εξόφληση παρατραβήγματος το οποίο είχε εξοφληθεί το 1989 σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1. Η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από τον ΜΚ1 και τον ΜΚ2 απέχει κατά πολύ από τη θέση στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ότι έλαβε γνώση η Παραπονούμενη το 2017 για την κλοπή. Για παράδειγμα, ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Τεκμήριο 17 επιστολή ημερ. 26.10.2011 από τον ίδιο ως διευθυντή της Παραπονούμενης και αναφέρει ότι η Χαρίλαος Αποστολίδης την 01.06.2010 πλήρωσε στην Κατηγορούμενη ποσό για την απάλειψη υποθηκών  για λογαριασμό της Παραπονούμενης και της Lartides Brothers. Συνεπώς, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση από το 2010 μέχρι το 2019 όταν καταχωρήθηκε η υπόθεση.

 

231.  Επίσης, δεν έχει δοθεί κάποια ικανοποιητική δικαιολογία σε σχέση με την καθυστέρηση. Τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 για το ότι έπρεπε να αποχωρήσει από όλες τις εταιρείες στις οποίες ήταν μέτοχος καθότι του επιβλήθηκαν κυρώσεις από τις Η.Π.Α. λόγω των σχέσεων του με την Σοβιετική Ένωση, με βάση τα ίδια τα λεγόμενα του ΜΚ1, έλαβε χώρα μεταξύ των ετών 1986 – 1989. Αυτό μπορεί να εξηγήσει μια καθυστέρηση τριών ετών ωστόσο δεν μπορεί να εξηγήσει την καθυστέρηση από το 1989 μέχρι και το 2019 όταν καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση καθότι δεν αποτελεί κάποια αντικειμενική αδυναμία να καταχωρίσει ποινική υπόθεση.

 

232.  Τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετώπιζε ο ΜΚ1 το 1991 θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια καθυστέρηση δύο ετών ως εξάλλου ο ίδιος ο ΜΚ1 παραδέχθηκε (σελ. 19, πρακτικά 14.02.2024).

 

233.  Ως εκ των προαναφερόμενων, δεν δόθηκε κάποια ικανοποιητική δικαιολογία για την υπέρμετρη καθυστέρηση και υπάρχουν πολύ μεγάλες περίοδοι απραξίας που για τις οποίες δεν δόθηκε καμία απολύτως εξήγηση. Η δε θέση ότι το 2017 αντιλήφθηκε την κλοπή ο ΜΚ1 δεν μπορεί να ευσταθεί με δεδομένη την ίδια τη μαρτυρία του.

 

234.  Το ζήτημα της καθυστέρησης τέθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 και συνεπώς είχε την ευκαιρία να παράσχει εξηγήσεις για την καθυστέρηση. Όπως προαναφέρθηκε, ο ΜΚ1 αναφέρθηκε μόνο σε κάποια προβλήματα υγείας που είχε το 1991 καθώς και για την διαδικασία αποχώρησης του από διάφορες εταιρείες στις οποίες ήταν μέτοχος. Δεν τέθηκε θέμα αποχώρησης του από την Παραπονούμενη.

 

235.  Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι πρόκειται για μια πολύ σοβαρή υπόθεση με σοβαρής φύσεως κατηγορίες ειδικά όταν διατυπώνονται εναντίον της Κατηγορούμενης στην οποία χιλιάδες κόσμος εμπιστεύεται καθημερινά τα χρήματα του. Παρά το γεγονός ότι δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής ως αναφέρθηκε στην LCA Domiki η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης όποτε το κρίνει πρόσφορο ο Παραπονούμενος. Οι όποιες προσπάθειες έγιναν από τον ΜΚ1 για διευθέτηση της υπόθεσης ή για την εξεύρεση λύσης οι οποίες φαίνεται να τελειώνουν το 2010, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την υπέρμετρη καθυστέρηση στην άσκηση της παρούσας δίωξης.  

 

236.  Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι εκκρεμεί και αστική αγωγή μεταξύ των μερών η οποία εκδικάζεται και συνεπώς η Παραπονούμενη φαίνεται ότι δεν θα έμενε χωρίς πρόσβαση σε Δικαστήριο ή θεραπεία.

 

237.  Επαναλαμβάνεται ότι το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να αναστείλει υπόθεση λόγω κατάχρησης όταν υπάρχουν περιστάσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου (R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31) ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας.

 

238.  Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν η υπόθεση, θα πρέπει να απορριφθεί και λόγω κατάχρησης της διαδικασίας η οποία ανάγεται σε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της παρούσης ποινικής δίωξης. Σε περίπτωση κατάχρησης στην ουσία η διαδικασία αναστέλλεται ή τερματίζεται, ωστόσο στην παρούσα υπόθεση έχει κριθεί ότι η Κατηγορούμενη θα πρέπει να απαλλαχθεί και να αθωωθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

VIII.        Κώλυμα και ζήτημα δικαιοδοσίας

 

239.  Όπως προαναφέρθηκε ο συνήγορος της Κατηγορούμενης προώθησε αυτό το επιχείρημα μόνο  σε σχέση με τις κατηγορίες 7,9 και 11, ήτοι για τα ποσά των Λ.Κ 25.000, των Λ.Κ 50.000 και Λ.Κ 33.315. Είναι παραδεκτό ότι τα ποσά αυτά αφορούν το λογαριασμό της Παραπονούμενης με αρ. 11070738 (τα ποσά αυτά αποτελούσαν μέρος του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού) σε σχέση με τον οποίο επίσης είναι παραδεκτό ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 1605/1991 αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού (ίδετε παρ. 10 γραπτής δήλωσης ΜΚ1, και Τεκμήριο 24).

 

240.  Δεδομένων των προαναφερόμενων παραδεκτών, κατ’ ουσίαν γεγονότων, εάν κρινόταν ότι τα ποσά είχαν κλαπεί από την Κατηγορούμενη, κατά το συνήγορο της, το Δικαστήριο θα ενεργούσε καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του στην ουσία ακυρώνοντας ή ανατρέποντας την εκ συμφώνου απόφαση Τεκμήριο 24. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Παραπονούμενης διαφώνησε καθότι ως ανέφερε η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και με αυτήν η Παραπονούμενη ζητά την τιμωρία της Κατηγορούμενης.

 

241.  Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, δεδομένου του ότι το Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε την Κατηγορούμενη, αναφέρεται ότι δεν συμφωνώ με αυτή τη θέση του κύριου Μακρίδη και σε αυτό το στάδιο δεν θα απέρριπτα την υπόθεση σε σχέση με τις προαναφερόμενες κατηγορίες για αυτό το λόγο.  

 

242.  Το Τεκμήριο 24  - συνταγμένη απόφαση – αναφέρει πως είναι εκ συμφώνου που εκδόθηκε και εκδόθηκε για το ποσό των £220.473,43 ήτοι διαφορετικό ποσό από το άθροισμα των προαναφερόμενων. Το μόνο που είναι παραδεκτό είναι ότι τα ποσά τα οποία κατά τον ΜΚ1 κλάπηκαν ήταν μέρος του ποσού εκείνου. Αυτό το οποίο αναφέρει το Τεκμήριο 24 είναι ότι οι 4 Εναγόμενοι οφείλουν το εν λόγω ποσό χωρίς περαιτέρω επεξήγηση. Ο δε ΜΚ1 ισχυρίζεται ότι εκείνα τα ποσά κλάπηκαν και δέχθηκε απόφαση για τους λόγους που εξήγησε χωρίς να αμφισβητεί ότι εκείνο το οποίο φαινόταν στην κατάσταση λογαριασμού είναι ότι οφείλονταν τα ποσά αυτά (χωρίς όμως να οφείλονται στην πραγματικότητα).

 

243.  Εν ολίγοις, σε αυτό το σημείο, τουλάχιστον, και χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση ή/και εξήγηση από την Κατηγορούμενη ειδικά σε σχέση με τα ποσά και τους λογαριασμούς τους οποίους αφορούσε, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως θα αναθεωρούσε την απόφαση ομόβαθμου Δικαστηρίου εάν αποφάσιζε ότι αποδεικνυόταν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης.

 

ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 

244.    Συμπερασματικά, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, η Κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (ίδετε Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9).

 

245.  Ως εκ τούτου, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες οποίες αντιμετωπίζει.

 

246.  Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, στις οποίες, κατά κανόνα, ακολουθείται το αποτέλεσμα (Μενελάου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2) (2000) 2 Α.Α.Δ. 603. Ενόψει των ιδιαίτερων περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια με βάση τα άρθρα 167 – 169 του Κεφ. 155 υπέρ της μη έκδοσης οποιασδήποτε διαταγής ως προς τα έξοδα. Η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα.

 

Υπ. ________________

Χ. Σατσιάς Προσ. Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[i] 1. For the purposes of this Act-

    (1)A person steals who, without the consent of the owner, fraudulently and without a claim of right made in good faith, takes and carries away anything capable of being stolen with intent, at the time of such taking, permanently to deprive the owner thereof:

Provided that a person may be guilty of stealing any such thing notwithstanding that he has lawful possession thereof, if, being a bailee or part owner thereof, he fraudulently converts the same to his own use or the use of any person other than the owner:

 

(2)—(i) the expression "takes" includes obtaining the possession—

(a) by any trick;

(b) by intimidation;

(c) under a mistake on the part of the owner with knowledge on the part of the taker that possession has been so obtained

(d) by finding, where at the time of the finding the finder believes that the owner can be discovered by taking reasonable steps;

 

[ii] Στο Theft Act  του 1968 επίσης συμπεριλήφθηκε στο άρθρο 15 το αδίκημα του “obtaining property by deception” για την επίλυση των προβλημάτων τα οποία προέκυπταν από την εφαρμογή της κλοπής – απόκτησης περιουσίας με πλάνη και της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις.

 

[iii] Προσβάσιμο στο σύνδεσμο: https://archive.org/details/treatiseoncrimes02russuoft/page/282/mode/1up


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο