ECLI:CY:EDLEM:2011:B46
Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού
- ν -
Αγγελική Ιωάννου, εκ Λευκωσίας
Ημερομηνία: 8 Μαρτίου 2011
Για την αστυνομία: κος Γιάννος Αργυρού
Για κατηγορουμένη: κα Φωτεινή Μιχαηλίδου
Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει έξη κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων, της μαστροπείας, της διατήρησης οίκου ανοχής και του αποζείν από κέρδη πορνείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, μεταξύ της 18.9.2007 και 24.10.2007 στον ποταμό Γερμασόγειας, προήγαγε και εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά τις δύο παραπονούμενες από το Βιετνάμ με την χρήση εξαναγκασμού, βίας και απειλών. Αναφέρεται επίσης στις λεπτομέρειες αδικήματος ότι κατά τις ίδιες ημερομηνίες, η κατηγορουμένη χρησιμοποίησε το διαμέρισμα 305 στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» στον ποταμό Γερμασόγειας ως οίκο ανοχής και ότι εν γνώσει της ζούσε εξ’ ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας.
Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, απετέλεσε επιχείρηση της αστυνομίας στο εν λόγω διαμέρισμα, στο οποίο εντοπίστηκαν δύο κοπέλες από το Βιετνάμ (Μ.Κ.4 & Μ.Κ.5) να διεξάγουν πορνεία. Είχε προηγηθεί σχετική πληροφορία στην αστυνομία σύμφωνα με την οποία τα ραντεβού με τις δύο Βιετναμέζες, διευθετούνταν μέσω κινητού τηλεφώνου που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Χρυσές Ευκαιρίες».
Σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκόμισε η αστυνομία μετά από έρευνα στα γραφεία της εφημερίδας «Χρυσές Αγγελίες», προέκυψε ότι την πιο πάνω αγγελία καταχώρησε η κατηγορουμένη. Είναι η θέση της αστυνομίας ότι η κατηγορουμένη κανόνιζε τα ραντεβού με τους πελάτες και εξωθούσε τις δύο Βιετναμέζες σε πορνεία. Επιπλέον, εισέπραττε το μεγαλύτερο μέρος των εισπράξεων από την πορνεία των δύο Βιετναμέζων, αποδίδοντας τους μόνο £5,00 ανά πελάτη.
Η κατηγορουμένη συνελήφθη μετά από κάποιο χρονικό διάστημα στην Λευκωσία και σύμφωνα με την εκδοχή της αστυνομίας, αναγνωρίστηκε από τις δύο Βιετναμέζες ως το πρόσωπο που τις εξέδιδε και που εισέπραττε τα ποσά που ήταν προϊόν της πορνείας. Αναγνωρίστηκε επίσης από τους διαχειριστές της πολυκατοικίας «Εσπερίδες» ως το πρόσωπο που ενοικίασε το επίδικο διαμέρισμα αλλά και από την Διευθύντρια της εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες» ως το πρόσωπο που καταχώρησε την επίδικη αγγελία.
Η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι η κατηγορουμένη δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση. Παρότι αποδέχεται ότι την επίδικη περίοδο κατοικούσε προσωρινά στην Λεμεσό, ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει τις δύο παραπονούμενες από το Βιετνάμ. Επικαλείται επίσης λάθος της εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες», στην οποία η ίδια είχε καταχωρήσει αγγελία της εταιρείας Herbal Life, της οποίας ήταν τότε συνεργάτης. Αρνήθηκε όμως την καταχώρηση εκ μέρους της, των επίδικων αγγελιών στο παράρτημα «γνωριμίες» της εφημερίδας. Αρνήθηκε επίσης ότι ενοικίασε το επίδικο διαμέρισμα στην πολυκατοικία «Εσπερίδες».
Για τα ίδια αδικήματα είχε καταχωρηθεί σε προγενέστερο στάδιο εναντίον της κατηγορουμένης, η υπόθεση 393/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η δίωξη όμως αναστάληκε γιατί σύμφωνα με την αστυνομία δεν μπορούσε να εκτελεστεί ένταλμα σύλληψης εναντίον της κατηγορουμένης.
Στην συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση, η ακρόαση της οποίας ολοκληρώθηκε ενώπιον μου. Επί του προκειμένου, η θέση της υπεράσπισης είναι ότι τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στην παρούσα υπόθεση, κρατούνταν παράνομα από την αστυνομία αφού σύμφωνα με την διαταγή του Δικαστηρίου στην υπόθεση 393/08 αυτά έπρεπε να καταστραφούν.
Η διαδικασία υπήρξε χρονοβόρα αφού για την αστυνομία κατέθεσαν 13 συνολικά μάρτυρες κατηγορίας ενώ για την υπεράσπιση πλην της κατηγορουμένης, κατέθεσαν ακόμη 4 μάρτυρες. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου είναι αναγκαίο, στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας.
Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Λοχίας 4526 του κλάδου Δακτυλοσκοπίας και Φωτογραφιών του ΤΑΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 1), στις 24.10.07 φωτογράφισε διαμέρισμα στην οδό Βολταίρου στον Ποταμό Γερμασόγειας, αναφορικά με υπόθεση διερεύνησης σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων και μαστροπείας. Εμφάνισε το φιλμ στο Αρχηγείο Αστυνομίας και εκτύπωσε 10 φωτογραφίες (τεκμ.2), στις οποίες εμφαίνεται το εν λόγω διαμέρισμα, δυο κοπέλες μέσα στο υπνοδωμάτιο, προφυλακτικά μέσα σε συρτάρι κομοδίνου του υπνοδωματίου και 5 χαρτονομίσματα των £10.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι πήρε τις φωτογραφίες μετά από υποδείξεις του αστυφύλακα 3857, ο οποίος έλαβε μέρος στην έρευνα του διαμερίσματος. Εκτός των δυο γυναικών που φαίνονται στις φωτογραφίες, στο διαμέρισμα βρίσκονταν ακόμα 3-4 άντρες του ΟΠΕ Λεμεσού.
Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2097 του ΤΑΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 3), ανέλαβε την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης που αφορούσε μεταξύ άλλων τα αδικήματα της διατήρησης οίκου ανοχής και αποζείν από κέρδη πορνείας. Στο τμήμα οδηγήθηκαν δυο κοπέλες από το Βιετνάμ, οι οποίες εντοπίστηκαν σε διαμέρισμα να προσφέρουν έρωτα επί πληρωμή. Την ίδια μέρα, του παραδόθηκαν από τον αστυφύλακα 3064 διάφορα τεκμήρια που περισυλλέγησαν στο χώρο του διαμερίσματος, μεταξύ των οποίων χαρτονομίσματα των £10,00, αχρησιμοποίητα προφυλακτικά, φωτοτυπίες δέκα χαρτονομισμάτων των £10,00 και παράρτημα της Εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες».
Στις 25.10.07 και ώρα 0035, συνέλαβε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού με την βοήθεια διερμηνέων, τις δύο Βιετναμέζες που βρέθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα και των οποίων τα ονόματα ήταν Thilan Dinh και Ta Thikhanh.
Στην συνέχεια εξασφαλίστηκε στις 30.10.07, μαρτυρία από την Γεωργία Ευρυπίδου, ιδιοκτήτρια της Εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες», η οποία ανέφερε ότι τις δυο αγγελίες στις σελίδες 12 και 22 της εφημερίδας της που βρέθηκε στο διαμέρισμα, τις έχει πληρώσει η κατηγορουμένη η οποία κατάγεται από την Λευκωσία. Εξασφαλίστηκε ως εκ τούτου ένταλμα σύλληψης εναντίον της κατηγορουμένης, η οποία και καταζητείτο.
Στις 31.10.07 με την βοήθεια διερμηνέων, πήρε ανακριτική κατάθεση στα γραφεία του ΤΑΕ από τις δυο Βιετναμέζες που συνελήφθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα. Επίσης την 1.11.07 εξασφαλίστηκε από το Ληξιαρχείο, φωτογραφία της κατηγορουμένης και ετοιμάστηκε σχετική ανακοίνωση καταζητουμένου προσώπου, η οποία τοποθετήθηκε στους πίνακες των γραφείων του ΤΑΕ Λεμεσού.
Την ίδια μέρα, οδήγησε την Ta Thikhanh στα γραφεία του ΤΑΕ προκειμένου να της λάβει ανακριτική κατάθεση. Πριν ξεκινήσει η κατάθεση, η πιο πάνω Βιετναμέζα είδε στον πίνακα με τα αναζητούμενα πρόσωπα, την φωτογραφία της κατηγορουμένης και του ανέφερε ότι το πρόσωπο αυτό είναι η κοπέλα που αναφέρει στις προηγούμενες καταθέσεις της, η οποία κανόνιζε τους πελάτες και έπαιρνε τις καθημερινές εισπράξεις από τον αγοραίο έρωτα που πρόσφερε η ίδια και η Thilan Dhin.
Την ίδια ημέρα η Thilan Dhin, αναγνώρισε επίσης με τον ίδιο τρόπο την κατηγορουμένη όταν μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ για ανακριτική κατάθεση. Του ανέφερε ότι η κατηγορουμένη, της οποίας η φωτογραφία είχε αναρτηθεί στον πίνακα αναζητουμένων προσώπων, ήταν το πρόσωπο που διευθετούσε τα ραντεβού με τους πελάτες και το οποίο εισέπραττε από τις κοπέλες την καθημερινή είσπραξη.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας, κατέθεσε ως τεκμήρια διάφορα αντικείμενα που βρέθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα όπως χρηματικά ποσά, προφυλακτικά και την εφημερίδα «Χρυσές Ευκαιρίες». Κατέθεσε επίσης φωτοτυπίες χαρτονομισμάτων καθώς και την ανακοίνωση καταζητουμένου προσώπου που αφορούσε την κατηγορουμένη.
Σύμφωνα με συμπληρωματική κατάθεση του μάρτυρα (τεκμ. 14), η κατηγορουμένη συνελήφθη από τον ίδιο στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας. Αφού της εξήγησε τους λόγους σύλληψης της και της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο, αυτή απάντησε ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση. Την ίδια μέρα πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη (τεκμ. 15) με την οποία αρνείται επίσης κάθε ανάμειξη. Του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τις δυο παραπονούμενες από το Βιετνάμ και αρνήθηκε ότι το κινητό τηλέφωνο που καταχωρήθηκε στις «Χρυσές Ευκαιρίες» είναι δικό της. Δέχθηκε όμως στην κατάθεση της ότι είχε καταχωρήσει δυο αγγελίες στις «Χρυσές Ευκαιρίες», όχι σε ροζ αγγελίες αλλά ζητώντας υπαλλήλους για την εργασία της στην εταιρεία Herbal Life.
Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην κατάθεση της η ιδιοκτήτρια της εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες», ανέφερε ότι την αγγελία για το επίδικο διαμέρισμα την καταχώρησε η κατηγορουμένη, της οποίας μάλιστα είχε φωτοτυπήσει και την πολιτική ταυτότητα (τεκμ. 16). Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για την κατηγορούμενη με βάση τα στοιχεία που δόθηκαν από την ιδιοκτήτρια της εφημερίδας. Στην συνέχεια, η κατηγορούμενη αναγνωρίστηκε από τις δυο παραπονούμενες ως το πρόσωπο που διευθετούσε τηλεφωνικά τα ραντεβού με τους πελάτες και το οποίο έπαιρνε την καθημερινή είσπραξη. Οι δυο κοπέλες χωρίς καμία υπόδειξη και χωρίς να συνεννοηθούν προηγουμένως μεταξύ τους αφού δεν ήρθαν σε επαφή, είδαν στον πίνακα του σταθμού την φωτογραφία της κατηγορουμένης και την αναγνώρισαν. Σύμφωνα δε με τις καταθέσεις των παραπονουμένων, η κατηγορούμενη τις μετέφερε καθημερινά στο επίδικο διαμέρισμα με το αυτοκίνητο της από όπου και τις παραλάμβανε αργά το απόγευμα, μεταφέροντας τες στο σπίτι τους. Στο τέλος της ημέρας, εισέπραττε τα ποσά που έπαιρναν οι κοπέλες από την άσκηση της πορνείας που η ίδια διευθετούσε.
Η σύλληψη της κατηγορουμένης έγινε στην Λευκωσία από τον μάρτυρα μετά που ειδοποιήθηκε από συναδέλφους του ότι την εντόπισαν. Ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες εντοπίστηκε στην Λευκωσία η κατηγορουμένη.
Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο αστυφύλακας 3857 του ΟΠΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 21), στις 24.10.07 και ενώ ήταν καθήκον, πήρε ανώνυμη πληροφορία από άγνωστο άντρα, ο οποίος του ανέφερε ότι επισκέφθηκε το διαμέρισμα 305, στην πολυκατοικία με την επωνυμία «Εσπερίδες». Εκεί αφού πλήρωσε το χρηματικό ποσό των £40,00, ήρθε σε σεξουαλική επαφή με μία από τις δυο αλλοδαπές Ασιατικής καταγωγής που βρίσκονταν στο διαμέρισμα. Ανέφερε επίσης ότι διευθέτησε ραντεβού με τις αλλοδαπές αυτές μέσω του κινητού τηλεφώνου με αριθμό 97630809, το οποίο εντόπισε σε αγγελία στην εφημερίδα «Χρυσές Ευκαιρίες».
Ο μάρτυρας μετά από εξετάσεις, εντόπισε στην ως άνω εφημερίδα την αγγελία με το τηλέφωνο που του ανέφερε ο ανώνυμος άντρας. Στην αγγελία αναγράφονταν τα ακόλουθα: «Είμαστε δυο κοριτσάκια 22-23 ετών, σας περιμένουμε για να σας ξεκουράσουμε. Μόνο Λεμεσό στο τηλέφωνο 97630809».
Ο μάρτυρας έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση το πιο πάνω διαμέρισμα, μεταξύ των ημερομηνιών 20-23 Οκτωβρίου 2007. Διαπίστωσε ότι άγνωστοι άντρες διαφόρων ηλικιών, επισκέπτονταν το διαμέρισμα και αφού παρέμεναν σε αυτό 20-25 λεπτά, στη συνέχεια αναχωρούσαν. Στις 24.10.07, ενημέρωσε σχετικά τον Λοχία 4701 και άλλους συναδέλφους του για τις διαπιστώσεις του.
Στις 16.00 της ίδιας ημέρας, ο αστυφύλακας 1686 τηλεφώνησε στο κινητό τηλέφωνο με τον πιο πάνω αριθμό κλήσης που αναφέρεται στην αγγελία. Συνομίλησε με γυναίκα που μιλούσε Ελληνικά, η οποία του διευθέτησε ραντεβού στο διαμέρισμα για σεξουαλική επαφή. Την ίδια μέρα, εκδόθηκε Δικαστικό ένταλμα έρευνας για το εν λόγω διαμέρισμα.
Στις 19.15 της ίδια ημέρας, ο αστυφύλακας 1686 φωτοτύπησε 10 χαρτονομίσματα των £10,00 και επικοινώνησε ξανά τηλεφωνικώς με την εν λόγω γυναίκα. Αυτή του ζήτησε να μεταβεί κοντά στην δισκοθήκη Malibu και να της τηλεφωνήσει ξανά για να του εξηγήσει τον χώρο που θα συναντηθεί με τις κοπέλες. Η ώρα 19.40, ο αστυφύλακας 1686 αναχώρησε για το σημείο συνάντησης αφού προηγουμένως παρέδωσε στον μάρτυρα, τις φωτοτυπίες των χαρτονομισμάτων που θα χρησιμοποιούσε για να πληρώσει για τις ερωτικές υπηρεσίες που θα του προσφέρονταν. Η ώρα 20.00, ο μάρτυρας μαζί με άλλους συναδέλφους του και τον φωτογράφο της αστυνομίας, μετέβησαν πλησίον της επίδικης πολυκατοικίας «Εσπερίδες».
Στις 20.05 ο αστυφύλακας 1686 επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του και του ζήτησε να μεταβεί στο διαμέρισμα με τους άλλους αστυνομικούς. Κτύπησαν την πόρτα και τους άνοιξε ο αστυφύλακας 1686. Τους ανέφερε ότι πλήρωσε το χρηματικό ποσό των £50,00 και συμφώνησε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με τις δυο γυναίκες που βρίσκονταν στο διαμέρισμα. Τους υπέδειξε δυο γυναίκες Ασιατικής καταγωγής που βρίσκονταν γυμνές μέσα στο υπνοδωμάτιο. Ο μάρτυρας αφού επέστησε την προσοχή στο Νόμο στις δυο κοπέλες, ζήτησε τα διαβατήρια τους. Του ανέφεραν ότι δεν τα είχαν μαζί τους, του είπαν όμως ότι ονομάζονται Thilan Dinh και Ta Thikhanh.
Στη συνέχεια μαζί με συνάδελφο του, άρχισε να ερευνά το διαμέρισμα. Εντόπισε στην τσέπη της μιας κοπέλας, το χρηματικό ποσό των £50,00 σε χαρτονομίσματα των £10,00. Από έλεγχο που έκαμε σε σχέση με τις φωτοτυπίες των χαρτονομισμάτων που χρησιμοποίησε ο αστυφύλακας 1686 για να πληρώσει τις ερωτικές υπηρεσίες των γυναικών, διαπίστωσε ότι οι αύξοντες αριθμοί συνταυτίζονταν με τους αριθμούς των φωτοτυπημένων χαρτονομισμάτων. Επίσης σε θήκη καναπέ στο σαλόνι, εντόπισε μια γυναικεία τσάντα χρώματος καφέ που ανήκει στην Ta Thikhanh στην οποία υπήρχε το χρηματικό ποσό των £230,00. Και οι δυο γυναίκες ερευνήθηκαν σωματικά από γυναίκα αστυνομικό που κλήθηκε στο μέρος χωρίς όμως να εντοπιστεί οτιδήποτε άλλο.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας αναγνώρισε από τις φωτογραφίες που λήφθηκαν στην σκηνή, το επίδικο διαμέρισμα, τα χαρτονομίσματα και τα προφυλακτικά που ανευρέθηκαν στο κομοδίνο του υπνοδωματίου.
Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Ta Thikhanh. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 22), κατάγεται από το Βιετνάμ και ήρθε στην Κύπρο προκειμένου να εργαστεί ως οικιακή βοηθός στις 19.1.07. Από την οικία που εργαζόταν, έφυγε στις 12.7.07 χωρίς να ενημερώσει την εργοδότρια της ή την αστυνομία. Εδώ στην Κύπρο, γνώρισε την συμπατριώτισσα της Thilan και έγιναν φίλες. Πριν από ένα μήνα, βρισκόταν με την Thilan στην παραλία του μόλου και εκεί τους πλησίασε μια γυναίκα από την Κύπρο και τους πρότεινε να τους βρίσκει πελάτες για μασάζ. Αντάλλαξαν τηλέφωνα με την Thilan και μετά από 1-2 μέρες, της τηλεφώνησε η Thilan και της είπε ότι η Κύπρια θα αναλάμβανε να τις παίρνει σε ξενοδοχεία και να τους στέλνει πελάτες για μασάζ. Ο κάθε πελάτης θα έδιδε £25,00 για το μασάζ από τις οποίες τις £20,00 θα έδιναν στην Κύπρια και θα κρατούσαν αυτές τις £5,00.
Η μάρτυρας επειδή είχε ανάγκη από λεφτά, αποδέχθηκε την πρόταση. Είναι σίγουρη ότι η γυναίκα αυτή ήταν Κύπρια από τον τρόπο που μιλούσε τα Ελληνικά. Μαζί τους συνεννοείτο στα Ελληνικά και Αγγλικά. Από όσο η ίδια ξέρει, η γυναίκα ονομάζεται Χαρά, είναι περίπου 38 χρόνων, αδύνατη, ψηλή, γύρω στο 1.60 με μακριά ξανθά μαλλιά, τα οποία κάποτε ήταν σγουρά και κάποτε ίσια. Η ίδια, της είπε ότι είναι κομμώτρια και έχει ένα γιο 15 χρονών. Την κοπέλα αυτή, η μάρτυρας ανέφερε στην κατάθεση της ότι αν την δει μπορεί να την αναγνωρίσει.
Αφού συμφώνησαν, η κοπέλα αυτή τις έπαιρνε καθημερινά με το αυτοκίνητο της στην Γερμασόγεια, στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» και τους έδιδε ένα κλειδί δωματίου όπου θα δέχονταν τους πελάτες. Το δωμάτιο το πλήρωνε η Κύπρια και η μάρτυρας δεν ξέρει πόσα στοίχιζε. Όταν τηλεφωνούσε η Κύπρια από τον αριθμό 97630809 στο δικό της κινητό τηλέφωνο και της έλεγε ότι έρχεται πελάτης, η μάρτυρας άνοιγε την πόρτα του διαμερίσματος. Την τιμή την συμφωνούσε ο πελάτης με την Κύπρια, έτσι η μάρτυρας απλά εισέπραττε τα χρήματα.
Στην αρχή μαζί με την Thilan έκαναν μόνο μασάζ στους πελάτες. Οι πελάτες έκαμαν παράπονο γι’ αυτό και τότε η Κύπρια τους είπε να κάμουν σεξ με τους πελάτες, όταν αυτοί το ζητούν αλλιώς θα τις έδιωχνε από την Κύπρο και θα τις έστελνε πίσω στο Βιετνάμ. Η ίδια είχε μεγάλη ανάγκη τα χρήματα, γι’ αυτό αναγκαστικά έκαμε ότι της ζήτησε η Κύπρια επειδή δεν ήθελε να φύγει από την Κύπρο. Έκαμε σεξ με τους πελάτες και έπαιρνε από τον κάθε ένα £25,00. Τις £5,00 τις κρατούσε η ίδια και τις υπόλοιπες £20,00 τις έδινε στο τέλος της ημέρας στην Κύπρια όταν ερχόταν να τις πάρει από το διαμέρισμα για να τις μεταφέρει στο σπίτι τους. Κάθε μέρα, η Κυπρία που λεγόταν Χαρά, τις κανόνιζε ημερησίως περίπου 5-6 ραντεβού με πελάτες με τους οποίους έκανε σεξ επί πληρωμή. Η Χαρά τις έπαιρνε πάντα στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» αλλά κάποτε τους άλλαζε τα δωμάτια. Το αυτοκίνητο της Χαράς, είναι ένα άσπρο σαλούν άγνωστης μάρκας αλλά θυμάται ότι οι αριθμοί του τελείωναν σε 305.
Η Χαρά δεν έμενε ποτέ στο δωμάτιο στις «Εσπερίδες» όταν είχαν πελάτες. Όταν τελείωναν την δουλειά, η ίδια τηλεφωνούσε στην Χαρά και αυτή σε πέντε λεπτά βρισκόταν με το αυτοκίνητο της κάτω από την πολυκατοικία και τις παραλάμβανε.
Στις 24.10.07, τις πήρε με το αυτοκίνητο γύρω στις 11.00 το πρωί στις «Εσπερίδες» και τους είπε ότι θα τους στείλει πελάτες. Της έδωσε το κλειδί του δωματίου με αρ.305, όπου κατά την διάρκεια της ημέρας ήρθαν πέντε πελάτες. Στους τρεις έκαμαν μόνο μασάζ και εισέπραξαν £25,00 από τον κάθε έναν. Ο ένας από αυτούς ήθελε σεξ, το οποίο έκαμε με την Thilan και πλήρωσε £30,00 επειδή τόσα του ζήτησε η Χαρά. Ο πέμπτος πελάτης ζήτησε να κάμει σεξ και με τις δυο ταυτόχρονα, όπως και έγινε και πλήρωσε £50,00. Από τις πιο πάνω εισπράξεις, η ίδια θα κρατούσε για τον εαυτό της και την Thilan £25,00 και τις υπόλοιπες £130,00 θα της έδινε στην Χαρά.
Την ίδια μέρα στις 24.10.07 γύρω στις 8.00 το βράδυ, η Χαρά τους έστειλε ένα πελάτη, ο οποίος της ζήτησε να κάμει σεξ και με τις δύο. Αυτές δέχθηκαν και μόλις πήγαν στο υπνοδωμάτιο και έβγαλαν τα ρούχα τους, ήρθαν κάποιοι άλλοι άντρες στο διαμέρισμα και τους είπαν ότι είναι αστυνομικοί. Στην συνέχεια τις μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό. Μέχρι την κατάθεση της, η μάρτυρας ανέφερε ότι έκαμε σεξ με περίπου 50 πελάτες δεν ξέρει όμως τα στοιχεία τους. Από αυτούς, η ίδια έπαιρνε £5,00 και τα υπόλοιπα λεφτά, τα έδιδε στην Χαρά.
Η μάρτυρας έδωσε συμπληρωματική κατάθεση (τεκμ. 23). Σε αυτήν αναφέρει ότι το ποσό των £675,00 που εντοπίστηκε στην τσάντα της, είναι από πληρωμές από σπίτια που καθάριζε. Τα λεφτά αυτά δεν τα έβγαζε όπως είπε από πελάτες που έκαμνε σεξ μαζί τους τον τελευταίο μήνα. Η μάρτυρας αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 17 ως την τρίτη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, σύμφωνα με την οποία αναγνώρισε στην φωτογραφία της κατηγορουμένης, το πρόσωπο το οποίο τους κανόνιζε τους πελάτες για σεξ και στο οποίο έδιναν τις καθημερινές εισπράξεις.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας αναγνώρισε στις φωτογραφίες (τεκμ. 2), το επίδικο διαμέρισμα στο οποίο πρόσφερε σεξουαλικές υπηρεσίες επί πληρωμή. Τα προφυλακτικά για το σεξ και το λάδι για το μασάζ, τους τα προμήθευε η κατηγορουμένη. Η ίδια στο συγκεκριμένο διαμέρισμα δούλεψε για 15 μέρες καθημερινά, από τις 10.00 το πρωί μέχρι τις 8.00 το βράδυ. Τις ώρες αυτές δεν έβγαινε από το διαμέρισμα. Η κατηγορουμένη, τους έδινε από ένα σάντουιτς για να φάνε και τίποτε για να πιούν. Αυτές τις 15 μέρες, έβλεπε καθημερινά την κατηγορουμένη, η οποία την έπαιρνε με το αυτοκίνητο της στο διαμέρισμα το πρωί. Πίσω στο σπίτι της, την έπαιρνε επίσης η κατηγορουμένη με το αυτοκίνητο της, το βράδυ όταν ερχόταν να εισπράξει. Το ίδιο συνέβαινε επίσης και με την φίλη της Thilan. Όμως, ποτέ δεν κοιμήθηκαν στο διαμέρισμα στις «Εσπερίδες» επειδή κάθε βράδυ τις παραλάμβανε η κατηγορουμένη. Αφού έπαιρνε την είσπραξη, τις μετέφερε στο σπίτι τους. Η κατηγορουμένη γνώριζε εκ των προτέρων το ποσό που θα έπαιρνε αφού ήταν αυτή που κανόνιζε τους πελάτες.
Την κατηγορουμένη, την είδε για τελευταία φορά το πρωί της ημέρας που συνελήφθη από την αστυνομία. Οι δύο κοπέλες δεν γνώριζαν πού διέμενε και ήξεραν μόνο το κινητό της τηλέφωνο. Κάποτε, τους είπε ότι ήταν κομμώτρια και ότι έχει ένα παιδί 15 χρονών.
Στη συνέχεια, της υποδείχθηκε η ανακοίνωση για καταζητούμενο πρόσωπο με την φωτογραφία της κατηγορουμένης (τεκμ. 13). Ανέφερε ότι πρόκειται για την κοπέλα που τους συστήθηκε ως κυρία Χαρά και η οποία τους κανόνιζε πελάτες για σεξ και έπαιρνε την είσπραξη.
Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι όταν έδωσε τις τρεις καταθέσεις στην αστυνομία, ήταν υπό κράτηση γιατί θεωρείτο ύποπτη. Εξήγησε όμως στους αστυνομικούς τι ακριβώς είχε συμβεί.
Κατά τους επίδικους χρόνους, διέμενε στην περιοχή Ομόνοιας με μια φίλη της και πλήρωνε ενοίκιο. Αρνήθηκε ότι έφυγε από το σπίτι που εργοδοτείτο επειδή ήθελε να εκδίδεται. Ανέφερε ότι μετά που έψαξε και δεν μπορούσε να βρει καλύτερη δουλειά δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποδεχθεί την πρόταση της κατηγορουμένης αφού είχε πολλά έξοδα. Καθάριζε σπίτια για λίγες ώρες όμως δεν έπαιρνε αρκετά χρήματα. Με την Thilan γνωρίστηκαν και έγιναν φίλες δύο μήνες μετά που έφυγε από το σπίτι της εργοδότριας της. Η κατηγορουμένη, στην αρχή τους πρότεινε να κάνουν μασάζ μόνο. Μετά από μερικές μέρες όμως τους ζήτησε να κάμουν σεξ με πελάτες, απειλώντας τες ότι αν δεν συμμορφωθούν θα τις στείλει πίσω στο Βιετνάμ.
Αναγνώρισε την κατηγορουμένη από την φωτογραφία που είδε στον αστυνομικό σταθμό. Δεν θυμάται αν η φωτογραφία είχε το χρώμα των μαλλιών της, όμως επέμενε ότι αναγνώρισε την κατηγορουμένη από το πρόσωπο της. Της υπεβλήθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης ότι βιάστηκε να αναγνωρίσει την φωτογραφία της κατηγορουμένης για να ελαφρύνει την δική της θέση. Αρνήθηκε την υποβολή, ισχυριζόμενη ότι δεν βιάστηκε αλλά έβλεπε την φωτογραφία για δυο λεπτά προτού την αναγνωρίσει. Είναι δε σίγουρη ότι στην φωτογραφία αυτή, απεικονίζεται η κοπέλα που τους συστήθηκε ως κυρία Χαρά και η οποία τους κανόνιζε τα ραντεβού με τους πελάτες. Επέμενε δε ότι τα στοιχεία που έδωσε στην αστυνομία ήταν σωστά, καθότι η κυρία Χαρά ήταν ξανθιά, ύψους περίπου 1.60. Είπε μάλιστα στην αστυνομία ότι αν δει φωτογραφία της θα την αναγνωρίσει. Όπως και τελικά έγινε όταν είδε την φωτογραφία της κατηγορουμένης στον αστυνομικό σταθμό.
Ήταν σίγουρη για τα χαρακτηριστικά της Χαράς αφού ήταν όπως είπε, καθημερινά μαζί τους. Επέμενε δε ότι το πρόσωπο που βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου μέσα στο Δικαστήριο, είναι απόλυτα σίγουρη ότι είναι η κοπέλα που τους συστήθηκε ως Χαρά και τις εξέδιδε με τον τρόπο που περιέγραψε στην κατάθεση της. Ανέφερε μάλιστα ότι την παρατήρησε προσεκτικά και μέσα στο Δικαστήριο, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι όντως είναι αυτή και είναι απόλυτα σίγουρη ότι η κατηγορουμένη είναι η κοπέλα που την έπαιρνε καθημερινά από το σπίτι της στο επίδικο διαμέρισμα, τις έβρισκε πελάτες και έπαιρνε την είσπραξη στο τέλος της ημέρας. Δεν γνωρίζει ποιο είναι το πραγματικό της όνομα. Επέμενε όμως ότι η Χαρά είναι η κατηγορουμένη. Ανέφερε δε χαρακτηριστικά:
«εμένα μου είπε ότι λέγεται Χαρά και την βλέπω σήμερα μπροστά μου. Ουδέποτε ξέχασα το πρόσωπο της, αυτή είναι η γυναίκα που πριν δυο χρόνια με έπαιρνε καθημερινά στο διαμέρισμα».
Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Thilan Dinh. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 24), κατάγεται από το Βιετνάμ και ήρθε στην Κύπρο πριν 9 μήνες για να δουλέψει ως οικιακή βοηθός. Έφυγε κρυφά από την εργοδότρια της στις 8.7.07 γιατί αυτή θύμωσε μαζί της επειδή είχε δεσμό. Έκτοτε, διέμενε με τον φίλο της στην Λεμεσό. Πριν ένα περίπου μήνα και ενώ βρισκόταν στην παραλία του μόλου στην Λεμεσό με την ΜΚ4 η οποία είναι φίλη της, τους πλησίασε μια γυναίκα από την Κύπρο ηλικίας 35 περίπου χρόνων, με ξανθά μακριά μαλλιά, αδύνατη και ύψος γύρω στο 1.60. Τους πρότεινε να τους βρίσκει πελάτες για να κάνουν μασάζ και σεξ επί πληρωμή. Είναι σίγουρη ότι επρόκειτο για Κύπρια επειδή της το είπε η ίδια αλλά επίσης επειδή μιλούσε παρά πολύ καλά Ελληνικά. Δεν θυμάται το όνομα της, γνωρίζει όμως ότι έχει ένα γιο ηλικίας περίπου 15 χρονών. Αποδέχθηκαν να εργαστούν για λογαριασμό της επειδή δεν είχαν δουλειά και χρειάζονταν τα χρήματα. Ανέφεραν στην Κυπρία ότι δεν ξέρουν να κάνουν μασάζ, αλλά αυτή τους είπε ότι δεν είναι απαραίτητο.
Την επομένη, η Κύπρια τις παρέλαβε από το σπίτι τους με το αυτοκίνητο της και τις μετέφερε σε ένα ξενοδοχείο, του οποίου δεν θυμάται το όνομα. Τις άφησε εκεί, λέγοντας ότι θα τους τηλεφωνούσε στο κινητό και θα τις ειδοποιούσε όταν θα έρχονταν οι πελάτες. Η συμφωνία ήταν να εισπράττουν £25,00 από κάθε πελάτη από τις οποίες τις £20,00 θα έπαιρνε η Κύπρια και τις £5,00 οι δυο Βιετναμέζες. Το δωμάτιο πληρωνόταν από την Κυπρία.
Η διευθέτηση αυτή κράτησε για ορισμένο χρονικό διάστημα όπου η Κύπρια, τις έπαιρνε σε συγκεκριμένο δωμάτιο και τους τηλεφωνούσε να ανοίξουν την πόρτα όταν θα ερχόταν ο πελάτης. Καθημερινά, η ίδια και η Μ.Κ.4 έκαναν σεξ με 2-3 πελάτες περίπου η κάθε μια. Πολλές φορές έκαναν σεξ μαζί με τον ίδιο πελάτη. Στο τέλος της ημέρας όταν δεν είχε άλλο πελάτη, τους τηλεφωνούσε η Κύπρια, ερχόταν με το αυτοκίνητο της, τις παραλάμβανε και τις έπαιρνε στο σπίτι τους. Όλα τα χρήματα που εισέπραττε από τους πελάτες, τα παρέδιδε η Μ.Κ.4 στην εργοδότρια και αυτή πλήρωνε την κάθε μία ξεχωριστά το ποσό των £5,00 για κάθε πελάτη. Η ίδια δεν σημείωνε ονόματα πελατών και τηλέφωνα επειδή τα ραντεβού τα κανόνιζε η εργοδότρια. Δεν γνωρίζει πού έβρισκε τους πελάτες η Κύπρια ούτε αν είχε βάλει αγγελία σε εφημερίδα. Ξέρει όμως ότι το κινητό τηλέφωνο της, έχει αριθμό 97630809. Δεν τις έχει κακοποιήσει ούτε απειλήσει αλλά υπήρξαν περιπτώσεις όπου πελάτες παραπονέθηκαν για τις υπηρεσίες τους. Τότε αυτή άρχισε να τους φωνάζει και ως εκ τούτου η μάρτυρας προσπαθούσε να είναι καλή με τους πελάτες για να μην θυμώσει η εργοδότρια της.
Στις 24.10.07 γύρω στις 11.00 το πρωί, η Κύπρια την πήρε από το σπίτι της με το αυτοκίνητο της και στη συνέχεια παρέλαβαν και την Μ.Κ.4. Τις μετέφερε σε ένα διαμέρισμα με αριθμό 305 στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» για να εξυπηρετήσουν τους πελάτες που θα τους κανόνιζε. Όταν έφτασαν εκεί, η εργοδότρια άνοιξε με κλειδί που κρατούσε και τις άφησε στο διαμέρισμα. Η ίδια μαζί με την Μ.Κ.4 έκαμαν σεξ με πέντε πελάτες.
Γύρω στις 8.00 το βράδυ, ήρθε κάποιος άντρας και συμφώνησαν να κάμει σεξ και με τις δυο για το ποσό των £50,00. Τους έδωσε πέντε χαρτονομίσματα των £10,00, τα οποία κράτησε η Μ.Κ.4. Στην συνέχεια, τον οδήγησαν στο υπνοδωμάτιο και έβγαλαν τα ρούχα τους. Την στιγμή εκείνη, εισήλθαν στο διαμέρισμα και άλλοι άντρες αναφέροντας ότι είναι αστυνομικοί.
Η μάρτυρας έδωσε συμπληρωματική κατάθεση (τεκμ. 25), αναφέροντας ότι το ποσόν των £526,00 που βρέθηκε στην τσάντα της δεν είναι από πληρωμές πελατών αλλά πρόκειται για χρήματα που φύλαξε όσο καιρό εργαζόταν ως οικιακή βοηθός.
Στην συνέχεια, η μάρτυρας υιοθέτησε άλλη συμπληρωματική της κατάθεση (τεκμ. 17), σύμφωνα με την οποία αναγνώρισε σε πίνακα που είχε αναρτηθεί στον αστυνομικό σταθμό, την φωτογραφία της κατηγορουμένης ως το πρόσωπο το οποίο εργοδότησε την ίδια και τη Μ.Κ.4, προκειμένου να κάμει σεξ επί πληρωμή.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας διαφοροποιήθηκε από συγκεκριμένους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην κατάθεση της (τεκμ. 24), στα εξής σημεία:
(α) Δεν έφυγε από το σπίτι όπου εργαζόταν γιατί είχε δεσμό, αλλά γιατί είχε πρόβλημα με την εργοδότρια της, η οποία της φώναζε συνέχεια.
(β) Όταν έφυγε από την οικία που εργαζόταν, έμενε αρχικά με μια φίλη της και στη συνέχεια γνώρισε τον φίλο της με τον οποίο διαμένει.
(γ) Τα προφυλακτικά που χρησιμοποιούσαν στο διαμέρισμα δεν γνωρίζει ποιος τα αγόραζε. Η Μ.Κ.4 της είπε ότι κάποια από αυτά, τα αγόραζε η κατηγορουμένη και κάποια η ίδια η Μ.Κ.4. Σπανιότερα αγόραζε και η ίδια η μάρτυρας προφυλακτικά.
(δ) Δεν έκαναν συνήθως σεξ με τον ίδιο πελάτη. Η ίδια έκανε σεξ και η Μ.Κ.4 μασάζ. Ανέφερε επίσης ότι ο φίλος της είναι Ινδός και όχι Κύπριος και ότι την κατηγορουμένη, της την σύστησε μία άλλη φίλη της και όχι η Μ.Κ.4. Μετά τηλεφώνησε στην Μ.Κ.4 η οποία ήρθε στον μόλο και γνωρίστηκαν με την κατηγορούμενη. Διευκρίνισε επίσης ότι η κατηγορούμενη τις έπαιρνε πάντα στην πολυκατοικία Εσπερίδες.
Στη συνέχεια, η μάρτυρας αναγνώρισε στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, την Κύπρια η οποία τις εργοδότησε και τις έπαιρνε καθημερινά στο επίδικο διαμέρισμα για να κάμουν σεξ επί πληρωμή. Επιπλέον, αναγνώρισε από τις φωτογραφίες (τεκμ. 2), το διαμέρισμα στο οποίο τις έπαιρνε η κατηγορουμένη για να παρέχουν σεξουαλικές υπηρεσίες σε πελάτες.
Ανέφερε στη συνέχεια ότι η κατηγορουμένη τους τηλεφωνούσε από το κινητό τηλέφωνο με αριθμό 97630809. Αυτό τον αριθμό, τους τον είχε δώσει επίσης για να επικοινωνούν μαζί της και η μάρτυρας τον φύλαξε στη μνήμη του κινητού της. Τα χρήματα τα έδιδε πάντα η Μ.Κ.4 στην κατηγορουμένη συνήθως στο αυτοκίνητο αλλά μερικές φορές και στο δωμάτιο όπου εργάζονταν. Πήγαιναν στο δωμάτιο το πρωί γύρω στις 11.00πμ και τελείωναν το απόγευμα συνήθως γύρω στις 7.00μμ. Έτρωγαν το μεσημέρι από ένα σάντουιτς, το οποίο τους προμήθευε η κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη όταν δεν ήταν ικανοποιημένοι οι πελάτες, την απειλούσε ότι θα την στείλει πίσω στο Βιετνάμ. Αυτό έγινε μερικές φορές τηλεφωνικά και κάποιες άλλες φορές στο αυτοκίνητο όταν τις έπαιρνε στο σπίτι.
Δεν έμεινε ποτέ στο επίδικο διαμέρισμα ούτε και τηλεφώνησε η ίδια σε οποιονδήποτε άντρα για να έρθει για σεξ. Όλες οι διευθετήσεις με τους πελάτες, γίνονταν από την κατηγορούμενη.
Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι διαφοροποιήθηκε από κάποια σημεία της γραπτής της κατάθεσης γιατί πρόσεξε σε μεταγενέστερο στάδιο ότι κάποια γεγονότα δεν διατυπώθηκαν σωστά. Όταν συνελήφθη, ήταν φοβισμένη και δεν μπορούσε να θυμηθεί και να αναφέρει όλα τα γεγονότα όπως έγιναν στην πραγματικότητα. Στην συνέχεια όμως αφού αφέθηκε ελεύθερη, μπόρεσε με ηρεμία να θυμηθεί πώς έγιναν τα πράγματα και αυτά που ανέφερε στη κυρίως εξέταση της, είναι η πραγματικότητα. Επανέλαβε ότι κατά την λήψη της κατάθεσης, ήταν φοβισμένη και ένιωθε ντροπή. Αρνήθηκε όμως ότι θα έκανε τα πάντα προκειμένου να ελαφρύνει την θέση της. Αρνήθηκε επίσης ότι προέβηκε σε αλλαγές για να συμφωνεί η μαρτυρία της με αυτήν της Μ.Κ.4.
Γνώρισε την κατηγορούμενη στον μόλο μέσω μιας φίλης της Βιετναμέζας. Η ίδια δεν μιλά αγγλικά και με την κατηγορούμενη συνεννοήθηκε η Μ.Κ.4, η οποία της είπε ότι θα έκαναν μόνο μασάζ. Όμως, οι περισσότεροι πελάτες ήθελαν σεξ. Οι ίδιες αρχικά αρνήθηκαν και οι πελάτες έκαναν παράπονα στην κατηγορούμενη, η οποία τους θύμωσε και τους ζήτησε να κάνουν σεξ με τους πελάτες.
Κάθε φορά που η κατηγορούμενη τις έπαιρνε στο διαμέρισμα, ανέβαινε πάνω και άνοιγε την πόρτα με το κλειδί. Πριν να φτάσουν εκεί, σταματούσε και τους αγόραζε από ένα σάντουιτς. Δεν τους αγόραζε ποτό και ορισμένες φορές αγόραζαν οι ίδιες κάτι για να πιούν. Η κατηγορουμένη όμως, τους ανέφερε ότι δεν επιτρεπόταν να εγκαταλείπουν το διαμέρισμα. Επέμενε δε ότι ενώ αρχικά τους μίλησε για μασάζ, στη συνέχεια τους ανέφερε απειλώντας τες ότι έπρεπε να κάνουν σεξ με τους πελάτες.
Στον αστυνομικό σταθμό σε μία από τις καταθέσεις που έδωσε, είδε την φωτογραφία της κατηγορουμένης. Σηκώθηκε πάνω και είδε τον πίνακα στον οποίον υπήρχαν πολλές φωτογραφίες με διάφορα πρόσωπα. Κοίταξε την φωτογραφία της κατηγορουμένης για 2-3 λεπτά και ήταν σίγουρη ότι αυτή ήταν η γυναίκα που τις εργοδοτούσε. Την κατάλαβε από το πρόσωπο αφού στη φωτογραφία δεν φαινόταν το χρώμα των μαλλιών και των ματιών της. Επέμενε δε στη συνέχεια, παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές της συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατηγορουμένη που βρισκόταν απέναντι της στο εδώλιο, ήταν η γυναίκα η οποία εργοδότησε την ίδια και τη Μ.Κ.4 για να κάνουν έρωτα επί πληρωμή και η οποία τις μετέφερε στο διαμέρισμα που βρίσκεται στο συγκρότημα «Εσπερίδες».
Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1686 Μάριος Παναγίδης. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 26), στις 24.10.07 και ώρα 16.00 κατόπιν συνεννόησης με τον αστυφύλακα 3857, επικοινώνησε με τον αριθμό 97630809 που ήταν καταχωρημένος στις «Χρυσές Ευκαιρίες» και ο οποίος πιθανόν να είχε σχέση με αδικήματα μαστροπείας. Του απάντησε μια γυναίκα, η οποία αντιλήφθηκε από την προφορά ότι ήταν Κύπρια. Διευθετήθηκε όπως του κανονίσει δυο κοπέλες για να έρθουν σε σεξουαλική επαφή μαζί του επί πληρωμή.
Την ίδια μέρα στις 19.30, επικοινώνησε με την γυναίκα αυτή στον πιο πάνω αριθμό και του είπε ότι στο διαμέρισμα 305 του συγκροτήματος Εσπερίδες, τον αναμένουν δυο αλλοδαπές για να έρθουν σε σεξουαλική επαφή μαζί του. Μετέβηκε στο διαμέρισμα στις 19.50 και του άνοιξαν την πόρτα δυο αλλοδαπές, οι οποίες του είπαν ότι κατάγονται από το Βιετνάμ. Η μία εξ αυτών, τον ρώτησε στα Ελληνικά αν θέλει να κάμει μασάζ ή σεξ. Ο ίδιος την ρώτησε πόσα στοιχίζει να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί τους και αυτή του είπε £40,00 μία από τις δύο και £50,00 και οι δύο μαζί. Τότε ο ίδιος έδωσε στην μία κοπέλα £50,00 τα χαρτονομίσματα των οποίων είχε προηγουμένως φωτοτυπήσει. Τις φωτοτυπίες κρατούσε ο αστυφύλακας 3857.
Του ζήτησαν να περάσει στο υπνοδωμάτιο όπου του αφαίρεσαν την φανέλα και οι ίδιες έβγαλαν όλα τους τα ρούχα. Προσπάθησαν να του βγάλουν το παντελόνι αλλά ο ίδιος προφασίστηκε ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα. Εκεί, τηλεφώνησε στον αστυφύλακα 3857 για να εισέλθει στο διαμέρισμα μαζί με τους άλλους αστυνομικούς που περίμεναν έξω. Επέστρεψε στο δωμάτιο, όπου βρίσκονταν γυμνές οι δυο κοπέλες. Όταν ακούστηκαν κτύποι στην πόρτα, ο ίδιος έτρεξε και την άνοιξε. Στο διαμέρισμα εισήλθαν ο Λοχίας 4701, οι αστυφύλακες 3857 & 2222, ο φωτογράφος αστυφύλακας 1991 και το μέλος του ΤΑΕ αστυφύλακας 3064. Τότε υπέδειξε και στις δυο κοπέλες την αστυνομική του ταυτότητα και τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο χωρίς να απαντήσουν οτιδήποτε. Οι δυο κοπέλες μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στον αστυνομικό σταθμό για διερεύνηση της υπόθεσης.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνώρισε στις φωτογραφίες (τεκμ. 2), το επίδικο διαμέρισμα και τις κοπέλες που συνέλαβε στο μέρος. Δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί σε ποια από τις δυο έδωσε τα χρήματα.
Στο σημείο αυτό, κατατέθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 4, απεικονίζει τα πέντε χαρτονομίσματα των £10,00, τα οποία εμφαίνονται στις φωτοτυπίες (τεκμήριο 8).
Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι πήρε τηλέφωνο στο κινητό που ήταν καταχωρημένο στις «Χρυσές Ευκαιρίες» και η κοπέλα που μίλησε μαζί της, του πρότεινε να έχει σεξουαλική επαφή με δυο αλλοδαπές, του ζήτησε δε να την πάρει αργότερα για να του αναφέρει τον τόπο όπου έπρεπε να πάει. Στην συνέχεια στο δεύτερο τηλεφώνημα, του ανέφερε το συγκρότημα «Εσπερίδες» και τον αριθμό του διαμερίσματος όπου θα έβρισκε τις δυο κοπέλες.
Με την είσοδο των αστυνομικών, ο ίδιος υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και επέστησε την προσοχή στο Νόμο στις δυο αλλοδαπές. Δεν θυμάται αν υπήρχε Δικαστικό ένταλμα έρευνας αφού ο ίδιος δεν συμμετείχε στην έρευνα του διαμερίσματος.
Δεν γνωρίζει με ποιο καθεστώς βρίσκονταν στην Κύπρο οι δυο Βιετναμέζες. Ο ίδιος δεν είναι εξεταστής της υπόθεσης. Γνωρίζει όμως ότι καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης σε άλλο Δικαστήριο, στην οποία ο ίδιος κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας. Η υπόθεση αυτή αναστάληκε και επανακαταχωρήθηκε η παρούσα με τις ίδιες κατηγορίες.
Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε η Γ/Αστυφ. 4939. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 27), στις 30.10.07 ανέλαβε καθήκον για έλεγχο των γυναικών υποδίκων. Γύρω στις 07.35, μεταφέρθηκαν στα κρατητήρια ως υπόδικες οι Ta Thikhanh και η Thilan Dinh από το Βιετνάμ (Μ.Κ.4 & Μ.Κ.5) . Είχε εκδοθεί προηγουμένως διάταγμα προσωποκράτησης και για τις δυο, σχετικά με αδικήματα διατήρησης οίκου ανοχής. Από έρευνα στην οποία προέβηκε πριν την εισαγωγή τους στα κρατητήρια, διαπίστωσε ότι η πρώτη είχε στην κατοχή της σε μετρητά £675,00 και η δεύτερη £526,00. Ανέφερε το αποτέλεσμα της έρευνας της στον εξεταστή της υπόθεσης.
Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας, ανέφερε ότι πριν μεταφερθούν στα κρατητήρια του Κεντρικού Σταθμού, οι δυο αλλοδαπές κρατούντο στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας.
Στη συνέχεια, κατατέθηκαν από κοινού για σκοπούς λήψης και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους, η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 3440 του ΤΑΕ Λεμεσού (τεκμ. 28) και η απάντηση στην γραπτή κατηγορία της κατηγορουμένης (τεκμ. 29).
Σύμφωνα με τα πιο πάνω τεκμήρια, ο αστυφύλακας 3430, κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορουμένη στις 9.1.08 για τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, διατήρηση οίκου ανοχής και αποζείν από κέρδη πορνείας. Η απάντηση της κατηγορουμένης, ήταν ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση και δεν παραδέχεται τα αδικήματα.
Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε ο Γιάννης Δημητρίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του (τεκμ. 30), είναι διευθυντής εταιρείας στη Λεμεσό που ασχολείται με τη διαχείριση πολυκατοικιών. Τα γραφεία της εταιρείας του, είναι στο ισόγειο της πολυκατοικίας «Εσπερίδες» που βρίσκεται στον Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό. Στο εν λόγω γραφείο, εργοδοτεί και μια κοπέλα από τις Φιλιππίνες που είναι και η μητέρα του γιού του. Ανάμεσα στις πολυκατοικίες που διαχειρίζεται η εταιρεία του, είναι και η πολυκατοικία «Εσπερίδες» όπου στεγάζονται τα γραφεία του. Στην πολυκατοικία η οποία είναι τριώροφη υπάρχουν προς ενοικίαση 25 διαμερίσματα.
Μια βδομάδα πριν τη κατάθεση του, ήρθε στο γραφείο μια νεαρή κοπέλα λεπτής σωματικής διάπλασης με ξανθά μαλλιά και του ζήτησε ένα δωμάτιο. Επειδή ήταν Κυπρία και για ευνόητους λόγους όπως είπε δεν πήρε τα στοιχεία της ταυτότητας της. Έτσι της ενοικίασε το δωμάτιο 305 που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας. Τον πλήρωσε το ποσό των £20,00 που αντιστοιχεί στην ενοικίαση του διαμερίσματος για μια ημέρα.
Την επόμενη μέρα η πιο πάνω κοπέλα ήρθε και πάλι στο γραφείο του και του ζήτησε να νοικιάσει ξανά το ίδιο διαμέρισμα για ακόμη μια μέρα. Ο μάρτυρας δέχθηκε και αφού του έδωσε το ποσό των £.20,00, κράτησε το κλειδί του διαμερίσματος για ακόμη μια μέρα. Εξ όσων θυμάται, η κοπέλα ερχόταν μόνη της και στάθμευε πάντα το αυτοκίνητο της μπροστά από την είσοδο του γραφείου του. Η κοπέλα αυτή ενοικίαζε καθημερινά το πιο πάνω διαμέρισμα μέχρι την Παρασκευή 19.10.07. Το Σαββατοκύριακο 20-21.10.07 δεν το ενοικίασε. Την Δευτέρα 22.10.07 ήρθε και πάλι στο γραφείο του και ενοικίασε το ίδιο διαμέρισμα. Το ίδιο έκαμε και στις 23.10.07 καθώς και στις 24.10.07.
Ο ίδιος δε γνωρίζει εάν είχε άλλες κοπέλες μέσα στο διαμέρισμα και νόμιζε ότι το νοίκιαζε για δικό της λογαριασμό. Δε γνωρίζει το όνομα αυτής της κοπέλας αλλά ούτε και το λόγο που νοίκιαζε το διαμέρισμα και ποιοι διέμεναν σε αυτό.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η κατηγορουμένη η οποία βρισκόταν απέναντι του στο εδώλιο του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι κατά την άποψη του η κοπέλα που ενοικίαζε το διαμέρισμα. Ανέφερε επίσης ότι τις περισσότερες φορές, η ενοικίαση γινόταν ενώπιον της κοπέλας από τις Φιλιππίνες που εργοδοτείται στο γραφείο του. Όταν ερχόταν η κατηγορουμένη, ήταν πάντα μόνη της. Το κλειδί του διαμερίσματος το έπαιρνε το πρωί και συνήθως το επέστρεφε το βράδυ.
Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι η πολυκατοικία «Εσπερίδες» δεν είναι δικής του ιδιοκτησίας, αλλά την ενοικιάζει η εταιρεία του από τους ιδιοκτήτες για σκοπούς διαχείρισης. Την επίδικη περίοδο εκτός από περιστασιακούς ενοικιαστές υπήρχαν διαμερίσματα που ήταν ενοικιασμένα σε μόνιμη βάση.
Συνήθως, την κατηγορουμένη την εξυπηρετούσε η υπάλληλος του. Μια – δύο φορές την εξυπηρέτησε και ο ίδιος. Αντιλήφθηκε ότι ήταν Κυπρία γιατί μιλούσε πολύ καλά τα Ελληνικά. Η ενοικίαση γινόταν στο γραφείο του τις πρωινές ώρες. Συνήθως, η κατηγορούμενη πάρκαρε μπροστά από το γραφείο του. Δεν πρόσεξε να κάθονται στο αυτοκίνητο άλλα άτομα πλην της κατηγορουμένης. Όμως η πολυκατοικία όπως είπε, έχει δύο εισόδους και μόνο η μια ελέγχεται από το γραφείο του. Δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να δει εάν κατέβαιναν άλλα άτομα από το αυτοκίνητο στην άλλη είσοδο. Το ενοίκιο ήταν £.20,00 για κάθε μέρα και ο ίδιος δε γνωρίζει τι έκανε η κατηγορουμένη μετά που έπαιρνε το κλειδί.
Του υπεβλήθη από την συνήγορο υπεράσπισης ότι η κατηγορουμένη δεν είναι η κοπέλα που ενοικίαζε το επίδικο διαμέρισμα. Απάντησε ότι δεν είναι σίγουρος 100% για το γεγονός αυτό αφού είδε την κοπέλα μερικές φορές το 2007 και έκτοτε δεν την είχε ξαναδεί παρά μόνο στο Δικαστήριο. Επανεξεταζόμενος επί του σημείου αυτού, επανέλαβε ότι λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος αλλά και των περιορισμένων συναντήσεων που είχε μαζί της δεν μπορεί να είναι σίγουρος 100% ότι η κατηγορούμενη είναι η κοπέλα που νοίκιαζε το διαμέρισμα.
Ως Μ.Κ.9 κατέθεσε η Ελένη Μαύρου η οποία είναι υπεύθυνη στο Ληξιαρχείο του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 12, το έγγραφο με τα προσωπικά στοιχεία της κατηγορούμενης, το οποίο εξέδωσε κατόπιν παράκλησης της αστυνομίας.
Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι εκτύπωσε το τεκμήριο 12 από το σύστημα αρχείου που έχει στον υπολογιστή της.
Ως Μ.Κ.10 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2222, Ανδρέας Χριστοδουλίδης. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 32), συμμετείχε στην επιχείρηση στο επίδικο διαμέρισμα κατά την οποία συνελήφθηκαν οι δύο αλλοδαπές από το Βιετνάμ και κατασχέθηκαν κατόπιν έρευνας διάφορα τεκμήρια.
Στο στάδιο αυτό, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω
1. Ότι τα τεκμήρια που αναφέρονται στην κατάθεση του Μ.Κ.10 (τεκμ. 32), ανευρέθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα και είναι αυτά που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
2. Οι φωτογραφίες που απεικονίζονται στο τεκμήριο 2, αφορούν το επίδικο διαμέρισμα κατά το χρόνο της επιχείρησης της αστυνομίας και ότι οι κοπέλες που απεικονίζονται στις φωτογραφίες 6 και 7 του τεκμηρίου 2 είναι οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5.
Ως Μ.Κ.11 κατέθεσε η Agnes Pereda. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 33), κατάγεται από τις Φιλιππίνες και διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία περίπου 10 χρόνια. Κατοικεί στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» μαζί με τον επτάχρονο γιο της Αλέξη, πατέρας του οποίου είναι ο Μ.Κ.8, Γιάννης Δημητρίου. Εργοδοτείται ως γραμματέας του Μ.Κ.8 στο ισόγειο της πιο πάνω πολυκατοικίας. Μεταξύ των άλλων εργασιών τους, είναι και η υπενοικίαση διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, την οποία ο Μ.Κ.8 ενοικιάζει από άλλο πρόσωπο. Σε περιπτώσεις ενοικίασης που δεν ήταν μεγάλης χρονικής διάρκειας δεν υπέγραφαν συμβόλαιο με τον ενοικιαστή.
Πριν περίπου τρεις βδομάδες από τις 24.10.07 που έδωσε την κατάθεση της, ήρθε στο γραφείο της μια Κυπρία και ήθελε να ενοικιάσει ένα διαμέρισμα για λίγες μέρες. Της έδωσε το διαμέρισμα 304 στον τρίτο όροφο για £20,00 την ημέρα. Την ρώτησε το όνομα της και αυτή της απάντησε ότι ονομάζεται «Χάννα» και το τηλέφωνο της είναι 97630809. Δεν της έδωσε οιαδήποτε άλλα στοιχεία αλλά ούτε και η ίδια τα ζήτησε γιατί ήθελε το διαμέρισμα μόνο για λίγες μέρες. Της έδωσε το κλειδί και μετά από δέκα μέρες, της το επέστρεψε και την πλήρωσε. Η μάρτυρας δεν πρόσεξε κατά πόσο στο διαμέρισμα διέμενε η ίδια ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
Πριν περίπου μια εβδομάδα, η «Χάννα» ήρθε και πάλι στο γραφείο της και τη ρώτησε εάν είχε άδειο διαμέρισμα. Η ίδια της είπε να έρθει τη Δευτέρα στις 22.10.07. Την επόμενη Δευτέρα, η κοπέλα πέρασε από το γραφείο και η μάρτυρας της έδωσε το διαμέρισμα 305 στον τρίτο όροφο, παραδίδοντας της το κλειδί. Πληροφορήθηκε αργότερα από την αστυνομία ότι στο διαμέρισμα 305 βρέθηκαν δύο κοπέλες από το Βιετνάμ. Αυτές, τις είδε στην αστυνομία αλλά δεν τις γνωρίζει από προηγουμένως. Η «Χάννα» είναι ύψους περίπου 1,50-1,55, λεπτή με σγουρά ξανθά μαλλιά μέχρι τους ώμους. Είναι Κύπρια και μιλά καλά Αγγλικά. Συνήθως, την έβλεπε τα πρωινά να περνά έξω από το γραφείο της με το αυτοκίνητο της.
Σε συμπληρωματική της κατάθεση (τεκμ. 34), αναφέρει ότι στις 4.1.08 κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό στη Λεμεσό όπου είδε μια γυναίκα σε κάποιο γραφείο του ΤΑΕ. Αναγνώρισε τη γυναίκα αυτή ως την κοπέλα στην οποία ενοικίαζε το επίδικο διαμέρισμα.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας ανέφερε ότι η κατηγορουμένη η οποία βρισκόταν απέναντι της στο εδώλιο, είναι η κοπέλα που της συστήθηκε ως «Χάννα» και στην οποία ενοικίασε τα διαμερίσματα που αναφέρει στην κατάθεση της. Ανέφερε επίσης ότι η κατηγορουμένη είναι το πρόσωπο που αναγνώρισε στην αστυνομία σύμφωνα με τη συμπληρωματική κατάθεση της (τεκμ. 34).
Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι αρχικά έδωσε στην κατηγορουμένη το κλειδί, το οποίο της επέστρεψε δέκα μέρες αργότερα. Η πληρωμή όμως για το διαμέρισμα γινόταν από την κατηγορουμένη καθημερινά. Δεν επέστρεφε το κλειδί κάθε μέρα αφού ερχόταν και πλήρωνε για την επόμενη μέρα, κρατώντας το δωμάτιο και την επομένη. Αυτό έγινε τις πρώτες δέκα μέρες όταν της δόθηκε το δωμάτιο 304. Όταν ξαναζήτησε δωμάτιο δεν της έδωσε το 304 γιατί ήταν κρατημένο και έτσι της ενοικίασε το δωμάτιο 305. Εξ όσων θυμάται εκτός από την ίδια, της έδωσε μερικές φορές το δωμάτιο και ο εργοδότης της (Μ.Κ.8).
Δεν πρόσεξε ποιοι έμεναν στο διαμέρισμα που ενοικίαζε η κατηγορούμενη. Παρότι και η ίδια διαμένει στην επίδικη πολυκατοικία δεν υπέπεσε στην αντίληψη της να μπαίνει ή να βγαίνει οποιοσδήποτε από το διαμέρισμα.
Όσον αφορά την αναγνώριση της κατηγορουμένης στον αστυνομικό σταθμό, ανέφερε ότι αυτή βρισκόταν σε ένα μικρό δωμάτιο, ήταν όρθια και μόλις εισήλθε η μάρτυρας στο χώρο, την αναγνώρισε αμέσως. Αυτό έγινε στην παρουσία αστυνομικού. Μετά την αναγνώριση, ο αστυνομικός της ανέφερε το πραγματικό όνομα της κατηγορούμενης. Η μάρτυρας επέμενε ότι το πρόσωπο που είδε στον αστυνομικό σταθμό ήταν η κοπέλα στην οποία ενοικίαζε το διαμέρισμα. Επέμενε σε αυτή τη θέση της παρά τις περί αντιθέτου υποβολές της συνηγόρου υπεράσπισης.
Της υποβλήθηκε επιπλέον από την συνήγορο υπεράσπισης ότι βιάστηκε να αναγνωρίσει την κατηγορούμενη από φόβο μη μπλέξει η ίδια. Αρνήθηκε την υποβολή επιμένοντας στη θέση της ότι η κατηγορουμένη είναι το πρόσωπο το οποίο αναφέρει στις καταθέσεις της. Για να αναφέρει όμως στο τέλος της αντεξέτασης της ότι είναι σχεδόν βέβαιη για τη θέση της αφού η κατηγορουμένη φαίνεται να είναι σαν την κοπέλα εκείνη, στην οποία ενοικίαζε τα διαμερίσματα.
Ως Μ.Κ.12 κατέθεσε ο αστυφύλακας 3064, Αχιλλέας Κοκκινόφτας. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 35), συμμετείχε στην επιχείρηση που έγινε στο διαμέρισμα 305 της πολυκατοικίας «Εσπερίδες».
Στο στάδιο αυτό κατατέθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα τεκμήρια που αναφέρονται στην κατάθεση του Μ.Κ.12, είναι αυτά που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Στην συνέχεια ο Μ.Κ.12 κατέθεσε ως τεκμήριο, συμπληρωματική του κατάθεση (τεκμ. 36). Σύμφωνα με αυτήν, στις 4.1.07 ενημέρωσε την κατηγορουμένη η οποία τελούσε υπό σύλληψη ότι είχε πρόθεση να διοργανώσει αναγνωριστική παράταξη σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αφού της εξήγησε τα δικαιώματα της, η κατηγορουμένη του ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει μέρος σε τέτοια διαδικασία και ότι δεν είχε πρόβλημα να κληθεί οποιοσδήποτε μάρτυρας στα γραφεία της αστυνομίας για να τη δει.
Την ίδια ημέρα, η Μ.Κ.11 Agnes Pereda, είδε σε γραφείο του ΤΑΕ Λεμεσού ενώπιον του, την κατηγορουμένη και του ανέφερε ότι είναι το πρόσωπο που ενοικίασε το διαμέρισμα 305, στο οποίο εντοπίστηκαν οι δύο Βιετναμέζες στις 24.10.07. Αμέσως επέστησε την προσοχή στο Νόμο στην κατηγορούμενη, η οποία όμως δεν έδωσε καμία απάντηση.
Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι η αναγνώριση έγινε σε μικρό γραφείο και ως εκ τούτου η Μ.Κ.11 δεν ήταν σε μεγάλη απόσταση από την κατηγορουμένη. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η απόσταση που τις χώριζε δεν θυμάται να ήταν μεγαλύτερη των δύο μέτρων. Η Μ.Κ.11 χωρίς να διστάσει καθόλου, την αναγνώρισε αμέσως.
Ως Μ.Κ.13 κατέθεσε η Γεωργία Ευριπίδου. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 37), είναι ιδιοκτήτρια και διευθύντρια της εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες». Η εφημερίδα της, δημοσιεύει διαφημίσεις για διάφορα ζητήματα και ένθετο με τον τίτλο «Γνωριμίες». Η κατηγορουμένη Αγγελική Ιωάννου, ήρθε στο γραφείο της για πρώτη φορά στις 18.9.07 και καταχώρησε στην εφημερίδα δύο πλαίσια με κείμενο και με αριθμό τηλεφώνου 97630809. Είναι κανονισμός της εταιρίας της πριν γίνει η καταχώρηση στο ένθετο αυτό να επιβεβαιώνεται το τηλέφωνο που καταχωρείται. Κρατούν επίσης φωτοαντίγραφο της ταυτότητας ή του διαβατηρίου του προσώπου που προβαίνει στην καταχώρηση καθώς και πλήρης διεύθυνση.
Η διεύθυνση που τους έδωσε η κατηγορουμένη είναι Ερμού 13, Αγίας Φυλάξεως και τα τηλέφωνα επικοινωνίας 97654680 και 97630809. Η κατηγορουμένη πλήρωσε αμέσως την καταχώρηση που έκανε και στις 26.10.07 ήρθε για τελευταία φορά στο γραφείο της, δίδοντας την τελευταία παραγγελία για διαφήμιση και πληρώνοντας για αυτή. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 38, κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνονται οι χρεώσεις και πληρωμές στο όνομα της κατηγορουμένης για τη διαφήμιση που καταχώρησε.
Ενώπιον του Δικαστηρίου η μάρτυρας αναγνώρισε στο τεκμήριο 16, φωτοαντίγραφο της ταυτότητας της κατηγορουμένης καθώς και φωτοαντίγραφο των αγγελιών που καταχώρησε στην εφημερίδα της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κείμενο το καθόρισε η κατηγορουμένη. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 9 που είναι έκδοση της εφημερίδας της, στην οποία είχε δημοσιευθεί το πλαίσιο που καθόρισε η κατηγορουμένη.
Επιπλέον ενώπιον του Δικαστηρίου, βλέποντας την κατηγορουμένη στο εδώλιο, η μάρτυρας ανέφερε ότι είναι το ίδιο πρόσωπο το οποίο ήρθε στο γραφείο της και καταχώρησε τις πιο πάνω διαφημίσεις. Επανέλαβε ότι κανονισμός της εφημερίδας της είναι πριν τη δημοσίευση να επιβεβαιώνεται το τηλέφωνο το οποίο καταχωρείται στη διαφήμιση. Συγκεκριμένα, παίρνει τηλέφωνο κάποιος από το γραφείο στον αριθμό που θα δημοσιευθεί, ζητώντας να μιλήσει με τον πελάτη. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι δεν θα καταχωρηθεί λάθος τηλέφωνο. Αυτό έγινε και στην περίπτωση της κατηγορουμένης, της οποίας επίσης φωτοτύπησαν την ταυτότητα προτού δημοσιεύσουν το πλαίσιο που τους καθόρισε.
Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι η εφημερίδα της διατηρεί γραφεία και προσωπικό τόσο στη Λευκωσία όσο και στη Λεμεσό. Η κατηγορουμένη προσήλθε στα γραφεία της στη Λευκωσία. Πρόκειται για ενιαίο χώρο και η ίδια γνωρίζει ανά πάσα στιγμή ποιος εισέρχεται στο γραφείο της. Επανέλαβε δε ότι η κατηγορουμένη παρότι ήταν πελάτιδα εκ Λεμεσού, προσήλθε στα γραφεία της Λευκωσίας για την καταχώρηση της. Ήρθε γύρω στις έξι φορές και πλήρωσε αμέσως για την καταχώρηση.
Ανέφερε στη συνέχεια ότι δε ζητά ταυτότητα για όλες τις αγγελίες. Όμως σε καταχωρήσεις στο ένθετο γνωριμίας, είναι κανόνας της εφημερίδας να φωτοτυπείται η ταυτότητα του πελάτη. Αυτή την διαδικασία την επιβλέπει προσωπικά η ίδια. Όσον δε αφορά τις αγγελίες με πλαίσιο στο ένθετο γνωριμίας, είναι απαραίτητο σύμφωνα με την πρακτική της εφημερίδας να προσέλθει προσωπικά ο πελάτης με την ταυτότητα ή το διαβατήριο του.
Της υποβλήθηκε ότι λόγω του όγκου των πελατών της, είναι αδύνατον για την ίδια να θυμάται τα πρόσωπα που προβαίνουν στις αγγελίες. Απάντησε ότι ειδικά για αυτό το ένθετο, επιβλέπει προσωπικά τις αγγελίες και είναι σε θέση να θυμάται τους πελάτες. Αυτό γιατί όπως ανέφερε χαρακτηριστικά αν γίνει κάτι είναι η ίδια που θα πάει στο Δικαστήριο. Ανέφερε επίσης ότι το ένθετο «Γνωριμίες», έχει πολύ λιγότερες καταχωρήσεις από ότι η υπόλοιπη εφημερίδα.
Η τηλεφωνική επιβεβαίωση γίνεται πριν τη δημοσίευση. Αφού ο πελάτης αποχωρήσει από το γραφείο, τον παίρνουν τηλέφωνο προκειμένου να επιβεβαιώσουν τον αριθμό που θα καταχωρηθεί. Ήταν δε απόλυτη ότι δεν δημοσιεύεται καμία αγγελία εάν δεν απαντήσει το τηλέφωνο, ο ίδιος ο πελάτης. Ανέφερε επίσης ότι ούτως ή άλλως, με την κατηγορούμενη μίλησαν αρκετές φορές στο τηλέφωνο που καταχωρήθηκε στην εφημερίδα.
Το τεκμήριο 16 που είναι φωτοτυπία της ταυτότητας της κατηγορουμένης μαζί με τις αγγελίες που καταχώρησε, το φωτοτύπησε υπάλληλος της, της οποίας το όνομα αναφέρεται στο έγγραφο. Αυτό έγινε την ημέρα που η κατηγορουμένη προσήλθε για πρώτη φορά στα γραφεία τους.
Της υποβλήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης ότι λόγω του όγκου των αγγελιών της εφημερίδας είναι πιθανόν να έγινε λάθος στις καταχωρήσεις της και ότι η κατηγορουμένη ζήτησε να δημοσιευθεί άλλη αγγελία και όχι αυτή στο ένθετο «Γνωριμίες» που αναφέρει στην κατάθεση της. Η μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και απέκλεισε την πιθανότητα οποιουδήποτε λάθους. Ανέφερε ότι είναι πολύ αυστηρή με τις καταχωρήσεις στο ένθετο «Γνωριμίες», τις οποίες παρακολουθεί προσωπικά. Η κατηγορουμένη ήρθε στα γραφεία της εφημερίδας με την ταυτότητα της, ζητώντας τη δημοσίευση των συγκεκριμένων αγγελιών. Φωτοτυπήθηκε η ταυτότητα της μαζί με τις αγγελίες που ζήτησε να δημοσιευθούν σε ένθετο. Έδωσε δε το τηλέφωνο, το οποίο επιβεβαίωσαν στο γραφείο προτού δημοσιεύσουν την αγγελία. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση λάθους. Ούτε μπορεί να ζήτησε την δημοσίευση άλλη αγγελίας αφού φωτοαντίγραφο της ταυτότητας, γίνεται μόνο για δημοσιεύσεις στο ένθετο «Γνωριμίες». Σε όλες τις υπόλοιπες δημοσιεύσεις δεν ζητά φωτοαντίγραφο της ταυτότητας του πελάτη.
Η μάρτυρας απέκλεισε επίσης οποιαδήποτε πιθανότητα λάθους γιατί όπως είπε, η ίδια η κατηγορουμένη ήρθε πολλές φορές στο γραφείο της και πλήρωσε για τη συγκεκριμένη αγγελία στο ένθετο «Γνωριμίες» χωρίς ποτέ να παραπονεθεί για λάθος στη δημοσίευση της συγκεκριμένης αγγελίας στο ένθετο αυτό.
Μετά την μαρτυρία της αστυνομίας, η κατηγορούμενη με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κλήθηκε σε απολογία. Αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση..
Στην μαρτυρία της η κατηγορουμένη υιοθέτησε αρχικά την γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 15). Στην πιο πάνω κατάθεση, η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση και δεν γνωρίζει τις δυο παραπονούμενες από το Βιετνάμ. Αναφέρει επίσης ότι δεν έχει καμία σχέση με τον τηλεφωνικό αριθμό 97630809, ο οποίος έχει δημοσιευθεί στις Χρυσές Ευκαιρίες. Δέχθηκε μόνο ότι είχε καταχωρήσει δυο αγγελίες στην πιο πάνω εφημερίδα με τις οποίες ζητούσε υπαλλήλους για ένα γκρουπ πωλήσεων της εταιρείας Herbal Life με την οποία συνεργαζόταν την επίδικη περίοδο. Παρόλα αυτά δεν είδε την πιο πάνω αγγελία για την οποία πλήρωσε το ποσό των £32,00. Αρνήθηκε επίσης ότι ενοικίασε διαμέρισμα στην πολυκατοικία Εσπερίδες ή ότι έχει πάει ποτέ σε αυτή την πολυκατοικία. Όσον αφορά την αγγελία, ισχυρίσθηκε ότι πιθανόν να έγινε κάποιο λάθος από την διεύθυνση της εφημερίδας.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι τις αγγελίες για την Herbal Life τις καταχώρησε στα γραφεία της εφημερίδας που βρίσκονται στην Λεμεσό. Ισχυρίσθηκε δε ότι δεν είχε δει ποτέ της και ούτε και συνεργάστηκε με την υπεύθυνη του γραφείου Λευκωσίας (Μ.Κ.13). Μετέβη στη Λεμεσό γιατί κατοικούσε κατά τους επίδικους χρόνους στη πόλη αυτή μαζί με τον αδελφό της. Έμαθε ότι την καταζητούσαν όταν την σταμάτησε η αστυνομία τυχαία για τροχαίο έλεγχο ταχύτητας. Είχε ξανακατηγορηθεί για την ίδια υπόθεση, η οποία όμως αποσύρθηκε.
Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι δεν θυμάται ακριβώς την διεύθυνση που διέμενε στη Λεμεσό. Κατοικούσε στη πόλη της Λεμεσού μόνο για ένα εξάμηνο μετά από πιέσεις των δικών της που την ήθελαν κοντά τους επειδή στη Λευκωσία ήταν μόνη της. Εργαζόταν σε κομμωτήριο και συνεργαζόταν επίσης με την εταιρεία Herbal Life. Επειδή ο γιός της δεν μπορούσε να διαμένει μαζί της στην Λεμεσό, συμφώνησαν να διαμένει με τον πατέρα του στο Δάλι. Η ίδια όμως τον επισκεπτόταν συχνά.
Σε σχέση με τις αναγνωρίσεις από τις δυο παραπονούμενες, επανέλαβε ότι η ίδια δεν γνωρίζει καμία από αυτές. Θεωρεί ότι την αναγνώρισαν ψευδώς για δικούς τους λόγους και θέλουν να φορτώσουν στην ίδια τις παράνομες πράξεις τους προκειμένου να απαλλαγούν. Τα ίδια ανέφερε και για τους υπεύθυνους της πολυκατοικίας Εσπερίδες αλλά και για την ιδιοκτήτρια της εφημερίδας Χρυσές Ευκαιρίες.
Επέμενε ότι μόνο δυο φορές πλήρωσε για διαφήμιση παρά το γεγονός ότι της υποδείχθηκε το τεκμήριο 38 που αποτελεί κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα με την οποία πιστώθηκε έξη φορές με το ποσό των £18.40 για κάθε αγγελία. Όσον αφορά το νούμερο τηλεφώνου που έδωσε για την Herbal Life δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τον αριθμό. Ισχυρίσθηκε όμως ότι ο αριθμός της επίδικης αγγελίας για την οποία κατηγορείται, είναι παρόμοιος με τον δικό της αριθμό τηλεφώνου. Μετά από πάροδο έξη μηνών της προτάθηκε δουλειά στη Λευκωσία και γι’ αυτό έφυγε από την Λεμεσό. Κατά τη διαμονή της στη Λεμεσό, τα μαλλιά της ήταν βαμμένα κόκκινα και όχι ξανθιά όπως ισχυρίσθηκαν οι παραπονούμενες. Αρνήθηκε επίσης ότι χρησιμοποίησε ποτέ το ψευδώνυμο Χάννα.
Επανεξεταζόμενη, επανέλαβε ότι διέμενε στη Λεμεσό για μικρό χρονικό διάστημα. Έφυγε από την Λευκωσία γιατί είχε σχέση με κάποιον που ήταν παντρεμένος και ήθελε να τον αποφύγει. Αυτός ήταν και ο λόγος που άλλαξε τα νούμερα του τηλεφώνου της.
Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Ελένη Οικονόμου. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 39), εργοδότησε τον Ιανουάριο 2007 ως οικιακή βοηθό την παραπονουμένη Ta Thi Khanh από το Βιετνάμ (Μ.Κ.4). Η τελευταία εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας της στις 12.7.07 χωρίς να ενημερώσει οποιονδήποτε. Η μάρτυρας κατάγγειλε το συμβάν στην αστυνομία. Αναφέρει τέλος στην κατάθεση της ότι με την πιο πάνω Βιετναμέζα δεν δημιουργήθηκε κανένα πρόβλημα που να δικαιολογεί την εγκατάλειψη της εργασίας της.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι μετά την εγκατάλειψη της από την πιο πάνω Βιετναμέζα, η ίδια προέβηκε σε έρευνες. Έμαθε από μια άλλη οικιακή βοηθό από το Βιετνάμ ότι η Ta Thi Khanh εργαζόταν ως πόρνη στην Ταϊβάν προτού έρθει στην Κύπρο. Μετά που την έδιωξαν από την Ταϊβάν, ήρθε με προγραμματισμένο σχέδιο εδώ για να διεξάγει την ίδια εργασία. Ανέφερε τα πιο πάνω στην αστυνομία αλλά δεν της έδωσε κανένας σημασία. Δεν ανέφερε όμως αυτά τα στοιχεία στην κατάθεση της.
Στην αντεξέταση, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε τους ισχυρισμούς για πορνεία στην κατάθεση της, απάντησε ότι αναφέρθηκε προφορικά σε αυτό τον ισχυρισμό χωρίς όμως να γίνει οτιδήποτε. Ρώτησε επίσης τους αστυνομικούς αν θα πάρει πίσω την εγγύηση που πλήρωσε για την οικιακή βοηθό και της απάντησαν αρνητικά.
Μετά που έφυγε από το σπίτι της, άκουσε ότι η Ta Thi Khanh ήταν πόρνη. Η ίδια δεν την είδε να κάμνει αυτή την δουλειά και κρίνει με βάση όσα της είπε μια άλλη Βιετναμέζα οικιακή βοηθός.
Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Δήμητρα Αντωνίου. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 41), εργοδότησε τον Σεπτέμβριο 2006 την Thilan από το Βιετνάμ ως οικιακή βοηθό (Μ.Κ.5). Δούλεψε στο σπίτι της για 9 μήνες περίπου και έφυγε απροειδοποίητα τέλη Ιουνίου 2007 χωρίς να τους πει οτιδήποτε. Κατάγγειλε την εγκατάλειψη της εργασίας της στην αστυνομία τον Ιούλιο 2007. Για όσο καιρό την εργοδοτούσε δεν προέκυψε όπως είπε, κανένα πρόβλημα με την συμπεριφορά της. Όμως μία εβδομάδα πριν φύγει, άκουσε ότι η Βιετναμέζα της, έκανε όπως είπε, βίζιτες. Την ρώτησε για αυτά που άκουσε αλλά αυτή αρνήθηκε ότι γινόταν κάτι τέτοιο.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι δεν επέμενε για το θέμα που είχε ακούσει αφού δεν μπορούσε να εξακριβώσει η ίδια ότι ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί για βίζιτες. Η ίδια είναι άρρωστη με καρκίνο και προσωπικά δεν ήταν σε θέση να ελέγξει τους ισχυρισμούς αυτούς. Οι σχέσεις τους με την Μ.Κ.5 ήταν καλές και ήταν ευχαριστημένη από την εργασία της.
Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η Μ.Κ.5 όταν εργαζόταν κοντά της, διέμενε μέσα στο σπίτι της σε δικό της δωμάτιο. Δεν είχε off αφού η μάρτυρας ήταν άρρωστη και η οικιακή βοηθός της έμενε συνεχώς μαζί της. Δεν πρόσεξε να την επισκέπτεται κανένας ούτε άκουσε να έχει δεσμό με κάποιο άντρα. Άκουσε αόριστα φήμες για βίζιτες χωρίς όμως να θυμάται από ποιον. Δικαιολόγησε το γεγονός αυτό, λέγοντας ότι λόγω της χημειοθεραπείας, είχε απώλεια μνήμης. Επέμενε όμως στη θέση της ότι αν έμπαιναν άνδρες στο σπίτι της θα το θυμόταν.
Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Δημήτρης Λεωνίδου. Κατάγεται από την Λεμεσό και γνώρισε όπως είπε την κατηγορουμένη πριν τρία χρόνια σε διήμερο συνέδριο για συνεργάτες της Herbal Life που έγινε σε ξενοδοχείο στον Αγρό.
Στα πλαίσια του σεμιναρίου έγινε εκπαίδευση στους συνεργάτες της Εταιρείας, στους οποίους προτάθηκε να δημοσιεύσουν αγγελίες για εξεύρεση συνεργατών.
Ο ίδιος συνεργάστηκε με την Herbal Life για χρονικό διάστημα ενός έτους. Δεν γνωρίζει για την κατηγορούμενη λεπτομέρειες, ξέρει όμως ότι για κάποιο χρονικό διάστημα, συνεργάστηκε με την Herbal Life. Την έβλεπε για 2-3 μήνες τουλάχιστον μέχρι και τον Ιανουάριο 2008.
Στην αντεξέταση, ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος έκαμε αρκετές καταχωρήσεις στις Χρυσές Ευκαιρίες για εξεύρεση συνεργατών. Αυτές γίνονταν στις κανονικές σελίδες της εφημερίδας και όχι στις ροζ αγγελίες. Ισχυρίσθηκε μάλιστα ότι στις Χρυσές Ευκαιρίες, οι αγγελίες ήταν δωρεάν σε αντίθεση με άλλες εφημερίδες. Ο ίδιος δεν μπορεί να ξέρει όμως εάν η κατηγορούμενη καταχώρησε ροζ αγγελίες με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 16 που του υπεδείχθη. Ξέρει όμως ότι εργαζόταν για την Herbal Life και ήταν επίσης κομμώτρια. Αντάλλαξαν τηλέφωνα για σκοπούς συνεργασίας αλλά δεν θυμάται τον αριθμό.
Ως Μ.Υ.4 κατέθεσε η Πρωτοκολλητής Μαρία Ιωαννίδου. Είναι υπεύθυνη του Ποινικού Πρωτοκολλητείου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ανέφερε ότι έχει στην κατοχή της τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης 393/08 που αφορούσε τις ίδιες κατηγορίες, όπως η παρούσα, εναντίον της κατηγορουμένης (τεκμ. 44). Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 45, πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.5.08 σύμφωνα με το οποίο, η διαδικασία στην πιο πάνω υπόθεση διακόπηκε εναντίον της κατηγορουμένης και αυτή απαλλάχθηκε των κατηγοριών.
Στο πιο πάνω πρακτικό, αναφέρεται ότι τα τεκμήρια που κατατέθηκαν σε κείνη την υπόθεση θα έπρεπε να παραμείνουν στην κατοχή της Κατηγορούσας Αρχής για ενδεχόμενη καταχώρηση νέας υπόθεσης στο μέλλον. Με την πάροδο όμως 6 μηνών θα έπρεπε τα τεκμήρια να καταστραφούν πλην του χρηματικού ποσού, το οποίο θα έπρεπε να διατεθεί από την αστυνομία για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Αφήνετο όμως το δικαίωμα στην Κατηγορούσα Αρχή να καταχωρήσει αίτηση με την πάροδο των έξη μηνών, προκειμένου να πάρει οδηγίες για οποιαδήποτε χρήση των τεκμηρίων.
Σύμφωνα με την μάρτυρα δεν υπάρχει καμία τέτοια αίτηση από την αστυνομία στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ισχυρίσθηκε δε ότι εάν καταχωρείτο αυτή θα φαινόταν από τον φάκελο.
Στην αντεξέταση, της υποδείχθηκε η ex parte αίτηση (τεκμ. 46) για επιστροφή στην αστυνομία τεκμηρίων που κατατέθηκαν στην υπόθεση 393/08. Μεταξύ αυτών, είναι διάφορα χρηματικά ποσά, φωτοτυπίες χαρτονομισμάτων, συσκευασμένα προφυλακτικά καθώς και παράρτημα της εφημερίδας Χρυσές Ευκαιρίες.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο καταχωρήθηκε η αίτηση αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου.
Επανεξεταζόμενη, ανέφερε ότι στον φάκελο της υπόθεσης 393/08 που έχει στη κατοχή της δεν υπάρχει καταχωρημένη η αίτηση (τεκμ 46).
Αγορεύσεις:
Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της, αναφέρθηκε αρχικά στη μαρτυρία της Μ.Υ.4 και στη σαφή κατά τη θέση της, διαταγή του Δικαστηρίου για καταστροφή των τεκμηρίων σε διάστημα έξη μηνών εκτός αν δίνονταν άλλες οδηγίες από το Δικαστήριο.
Η θέση της υπεράσπισης επί του προκειμένου είναι ότι η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε παράνομα και καταχρηστικά αφού βασίστηκε σε παράνομη κατακράτηση των τεκμηρίων της υπόθεσης και σε απείθεια της αστυνομίας σε νόμιμη διαταγή του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω συμπεριφορά, εκτός από παράνομη, σύμφωνα με τη δικηγόρο της υπεράσπισης, καταστρατηγεί το θεμελιώδες δικαίωμα της κατηγορουμένης για δίκαιη δίκη.
Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στη μαρτυρία της αστυνομίας και ειδικότερα σε αυτή των δυο παραπονουμένων. Επεσήμανε δε, σημαντικές κατά την άποψη της αντιφάσεις, οι οποίες θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε απόρριψη της μαρτυρίας των Μ.Κ.4 & Μ.Κ.5.
Αναφορά έγινε και στη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας. Η μαρτυρία των αστυνομικών κατά την άποψη της συνηγόρου, δεν πρόσθεσε οτιδήποτε το σημαντικό στην υπόθεση. Επίσης, οι διαχειριστές της πολυκατοικίας Εσπερίδες υπέπεσαν σε αντιφάσεις και δεν ήταν σίγουροι κατά πόσον η κατηγορούμενη ήταν το πρόσωπο που αναφέρουν στις καταθέσεις τους ότι ενοικίαζε το επίδικο διαμέρισμα. Αναφορικά με την μαρτυρία της διευθύντριας της εφημερίδας Χρυσές Ευκαιρίας (Μ.Κ.13), η συνήγορος ισχυρίσθηκε ότι ήταν άκρως αντιφατική και παράλογη. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να την απορρίψει ως αναξιόπιστη.
Ακολούθως, η συνήγορος αναφέρθηκε στη μαρτυρία της υπεράσπισης, ιδιαίτερα σε αυτήν της κατηγορουμένης, η οποία παρέμεινε κατά την άποψη της ακλόνητη και σταθερή.
Όσον αφορά την νομική πτυχή της υπόθεσης, η συνήγορος υπεράσπισης με παραπομπή σε νομολογία, ανέφερε ότι δεν στοιχειοθετήθηκαν τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Ήταν ακόμα η θέση της ότι και στην περίπτωση που δόθηκε μαρτυρία για κάποια από τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων, η αστυνομία δεν κατάφερε να αποδείξει την σχέση της κατηγορουμένης με την διάπραξη τους.
Ο Δημόσιος Κατήγορος στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε εξαντλητικά στη δοθείσα μαρτυρία τόσον από την αστυνομία όσον και από την υπεράσπιση. Ήταν η θέση του ότι η μαρτυρία της κατηγορουμένης και η συνολική παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη αφού δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις που να δημιουργούν αμφιβολία στην μαρτυρία της αστυνομίας, η οποία παρέμεινε ακλόνητη ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τους υπόλοιπους μάρτυρες υπεράσπισης, ο Δημόσιος Κατήγορος ανέφερε ότι δεν προσέφεραν τίποτε σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για παράνομη κατακράτηση τεκμηρίων, ο Κατήγορος ανέφερε ότι όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στην υπόθεση 393/08, έχουν νομότυπα παραληφθεί μετά από σχετική αίτηση της αστυνομίας (τεκμ. 46). Επεσήμανε ότι χωρίς απόφαση Δικαστή δεν επιστρέφεται κανένα τεκμήριο. Επίσης, η αστυνομία κατά την παρουσίαση της παρούσας υπόθεσης κατέθεσε αριθμό τεκμηρίων, τα οποία δεν είχαν κατατεθεί στην υπόθεση 393/08. Ως εκ τούτου, η εισήγηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να καλύπτει όλα τα τεκμήρια που καταχωρήθηκαν στην παρούσα.
Επιπλέον, η ίδια η υπεράσπιση έκαμε χρήση των τεκμηρίων που καταχωρήθηκαν στην υπόθεση και μάλιστα υπήρξαν περιπτώσεις όπου έγινε κοινά παραδεκτό γεγονός ότι τα τεκμήρια στα οποία θα αναφέρονταν οι Μ.Κ.10 και Μ.Κ.12, είναι αυτά που βρέθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα και έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Η ίδια η υπεράσπιση, είχε την ευχέρεια την οποία άσκησε να χρησιμοποιήσει τα πιο πάνω τεκμήρια για σκοπούς αντεξέτασης. Ως εκ τούτου, κανένα δικαίωμα της κατηγορουμένης δεν επηρεάστηκε από την κατάθεση των πιο πάνω τεκμηρίων.
Τέλος, ο Δημόσιος Κατήγορος ισχυρίσθηκε ότι ακόμα και στην περίπτωση που δεν ληφθούν υπόψη τα πιο πάνω τεκμήρια με βάση την συνολική υπόλοιπη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη.
Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους.
Οι Μ.Κ. 1, 2, 3, 6, 7, 10, & 12, είναι αστυνομικοί που έλαβαν μέρος στην διερεύνηση της υπόθεσης. Έχω εξετάσει πολύ προσεκτικά στο σύνολο της, την μαρτυρία των πιο πάνω αστυνομικών. Η γενική εικόνα της μαρτυρίας τους, καλύπτεται από συνοχή και δεν δικαιολογεί συμπέρασμα για διάθεση τους να αποφύγουν την αλήθεια ή να πουν ψέματα ούτε και αποκαλύπτει την δημιουργία ρήγματος στην υπόθεση, ικανού να πλήξει καίρια την αξιοπιστία τους.
Όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες, αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν για διερεύνηση της υπόθεσης χωρίς να κλονιστούν σε κανένα σημείο της αντεξέτασης τους. Ιδιαίτερα ο Μ.Κ. 2, ήταν αρκετά πειστικός στην θέση του ότι οι δύο κοπέλες από το Βιετνάμ αναγνώρισαν στον πίνακα αναζητουμένων προσώπων την κατηγορουμένη ως το πρόσωπο το οποίο τις μετέφερε στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» και τους κανόνιζε τα ραντεβού για αγοραίο έρωτα.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσαν οι πιο πάνω μάρτυρες είναι ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία των Μ.Κ. 1, 2, 3, 6, 7, 10, & 12, κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη.
Στο στάδιο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην κατάθεση εκ μέρους των αστυνομικών, των τεκμηρίων που βρέθηκαν στο πιο πάνω διαμέρισμα και τα οποία κατά την υπεράσπιση, κρατούνταν παράνομα από την αστυνομία.
Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 27.5.08 στην υπόθεση 393/08 που αφορούσε τα ίδια αδικήματα, η αστυνομία είχε δικαίωμα να κρατήσει τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στην υπόθεση για περίοδο έξη μηνών για σκοπούς καταχώρησης νέας υπόθεσης. Με την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος, η αστυνομία όφειλε σύμφωνα με την ίδια διαταγή του Δικαστηρίου να καταστρέψει τα τεκμήρια πλην των χρηματικών ποσών που έπρεπε να διατεθούν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Σε περίπτωση που η αστυνομία χρειαζόταν τα τεκμήρια πέραν των έξη μηνών για οιονδήποτε σκοπό, όφειλε να αποταθεί στο Δικαστήριο για οδηγίες.
Βέβαια η Μ.Υ.4, κατέθεσε αντεξεταζόμενη μια αίτηση της αστυνομίας (τεκμ. 46) με την οποία εζητείτο η επιστροφή των τεκμηρίων για τους σκοπούς της παρούσας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αυτή, αναφέρεται ότι τα τεκμήρια κατατέθηκαν στην υπόθεση 393/08, η οποία αναστάληκε. Επειδή καταχωρήθηκε στην συνέχεια η παρούσα υπόθεση, τα τεκμήρια ζητούνταν γιατί ήταν απαραίτητα στην εκδίκαση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη στην παρούσα υπόθεση.
Παραδόξως, η αίτηση (τεκμ. 46) δεν φέρει ούτε αριθμό ούτε ημερομηνία καταχώρησης. Όμως στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, αναφέρεται ότι αυτή έγινε από τον αστυφύλακα 120 ενώπιον πρωτοκολλητή, στις 11.9.09 δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από τους έξη μήνες που καθόρισε το Δικαστήριο. Η Μ.Υ.4 ανέφερε ότι στον φάκελο της υπόθεσης 393/08 δεν υπάρχει καταχωρημένη τέτοια αίτηση, η οποία είναι απολύτως απαραίτητη προκειμένου να δοθούν στην αστυνομία τα τεκμήρια. Τα στοιχεία αυτά, καταδεικνύουν κατά την κρίση μου ότι το τεκμήριο 46 δεν καταχωρήθηκε ποτέ στον φάκελο της υπόθεσης 393/08 προκειμένου να επιστραφούν τα τεκμήρια στην αστυνομία. Αλλά ούτε και στον φάκελο της παρούσας υπόθεσης, υπάρχει καταχωρημένη παρόμοια αίτηση όπως το τεκμήριο 46.
Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι δεν χρειαζόταν σε εκείνο το στάδιο τέτοια αίτηση για επιστροφή των τεκμηρίων στην αστυνομία. Ούτως ή άλλως, η διαταγή του Δικαστηρίου ημ. 27.5.08 καθόριζε όπως τα τεκμήρια δοθούν και παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας για περίοδο έξη μηνών. Για την περίοδο αυτή η αστυνομία κατείχε νόμιμα τα πιο πάνω αντικείμενα. Αυτό που όφειλε να πράξει η αστυνομία, ήταν να αποταθεί στο Δικαστήριο πριν την λήξη της περιόδου των έξη μηνών για να ζητήσει παράταση της κράτησης των τεκμηρίων προς τον σκοπό καταχώρησης νέας υπόθεσης. Όμως από την μαρτυρία που έχω ενώπιον μου, προκύπτει ότι τέτοια αίτηση δεν καταχωρήθηκε ποτέ ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, κρίνω ότι μετά την λήξη των έξη μηνών από τις 27.5.08, τα τεκμήρια αυτά κατακρατήθηκαν από την αστυνομία παράνομα σε αντίθεση με την διαταγή του Δικαστηρίου που διέτασσε την καταστροφή μέρους τους και πληρωμή των χρηματικών ποσών σε φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Το ερώτημα που προκύπτει στο παρόν στάδιο και που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, είναι τι συνέπειες θα μπορούσε να έχει στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός της παράνομης κατακράτησης των τεκμηρίων από την αστυνομία αφού τα πιο πάνω αντικείμενα καταχωρήθηκαν επίσης ως τεκμήρια στην παρούσα διαδικασία.
Έχει νομολογηθεί ότι στις περιπτώσεις μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών Συνταγματικών Δικαιωμάτων του ατόμου δεν γεννάται θέμα ούτε και παρέχεται περιθώριο άσκησης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τη δεκτότητα τέτοιας μαρτυρίας. Αποδεικτικό υλικό αυτής της φύσης δεν μπορεί να γίνει δεκτό για οποιοδήποτε σκοπό (βλ. μεταξύ άλλων (1983) 2 CLR 33, Αστυνομία ν. Γιάλλουρου (1992) 2 ΑΑΔ σελ. 147 και . (2004) 2 ΑΑΔ σελ. 51).
Στην παρούσα όμως υπόθεση δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παράβαση Συνταγματικών Δικαιωμάτων της κατηγορουμένης. Αυτό που προκύπτει από τα γεγονότα που έχω ενώπιον μου, είναι ότι τα υπό κρίση τεκμήρια κατακρατούνταν παράνομα από την αστυνομία κατά παράβαση διαταγής του Δικαστηρίου για καταστροφή τους εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου.
Περαιτέρω έρευνα της νομολογίας, καταδεικνύει ότι σε αντίθεση με μαρτυρία που λαμβάνεται κατά παράβαση Συνταγματικών Δικαιωμάτων όπου ο αποκλεισμός κατάθεσης της είναι αυτόματος, μαρτυρία και δη τεκμήρια που κατάσχονται ή κατακρατούνται κατά παράβαση του Νόμου δεν αποκλείονται εκ προοιμίου ούτε και απαγορεύεται η κατάθεση τους ως τεκμήρια μόνο από το γεγονός της παράνομης κατακράτησης τους.
Η αρχή αυτή αναγνωρίστηκε στην υπόθεση R v. Sang [1979] 2 All E.R. 1222 που αντανακλά την θέση του κοινοδικαίου επί του ζητήματος ως έχει υιοθετηθεί και από την Κυπριακή Νομολογία. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, το κριτήριο είναι κατά πόσο ο δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης, υπερισχύει της αποδεικτικής αξίας της μαρτυρίας. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι όσον μεγαλύτερη είναι η αποδεικτική αξία μιας μαρτυρίας, τόσο πιο δύσκολος καθίσταται ο αποκλεισμός της.
Σχετική μεταξύ άλλων είναι η Κυπριακή υπόθεση Parris v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 186 στην οποία, το Ανώτατο Δικαστήριο σχολιάζοντας την υπόθεση R v. Sang (ανωτέρω), τόνισε μεταξύ άλλων τα εξής:
« Η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής των Λόρδων στην υπόθεση Sang, η οποία αντανακλά τις αρχές του Κοινοδικαίου, και στην οποία στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά η επιχειρηματολογία της υπεράσπισης, αναφέρει ότι:
".... το κριτήριο που εφαρμόζεται κατά την εξέταση του ζητήματος δεκτότητας μαρτυρίας είναι κατά πόσο είναι σχετική με το επίδικο θέμα. Αν είναι, είναι αποδεκτή το δικαστήριο δεν πρέπει να απασχολείται με το πως εξασφαλίστηκε". Και σε άλλο μέρος αναφέρεται ότι: "Χωρίς αμφιβολία σε μια ποινική υπόθεση ο δικαστής διαθέτει πάντοτε διακριτική ευχέρεια να μη επιτρέψει μαρτυρία αν οι αυστηροί κανόνες δεκτότητας θα λειτουργούσαν άδικα εναντίον του κατηγορουμένου".
Ο πυρήνας της τελικής κατάληξης στην υπόθεση Sang είναι ότι:
(1) Το εκδικάζον δικαστήριο σε μια ποινική δίκη έχει πάντα διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να δεχθεί μαρτυρία αν κατά τη γνώμη του ο δυσμενής της επηρεασμός υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας.
(2) Εκτός σε σχέση με παραδοχή και ομολογία και γενικά σε σχέση με μαρτυρία που λαμβάνεται από τον κατηγορούμενο κατά τη διάπραξη του αδικήματος το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αρνηθεί την αποδοχή σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας για το λόγο ότι εξασφαλίσθηκε με ανάρμοστα ή άδικα μέσα.»
Στην προκειμένη περίπτωση, τα υπό κρίση τεκμήρια είναι ταυτισμένα με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη και άρα η αποδεικτική τους αξία είναι πολύ μεγάλη. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στο υλικό που βρέθηκε στο επίδικο διαμέρισμα και δη στα χαρτονομίσματα των £10,00 και τις φωτοτυπίες τους.
Επιπλέον δεν έχει καταδειχθεί σε κανένα σημείο ότι η κατακράτηση των πιο πάνω τεκμηρίων από την αστυνομία, έχει επηρεάσει δυσμενώς σε οιονδήποτε βαθμό την υπεράσπιση ή το δικαίωμα της κατηγορουμένης σε δίκαιη δίκη. Αντιθέτως, η υπεράσπιση είχε το δικαίωμα να αντεξετάσει εκτενώς τους Μάρτυρες Κατηγορίας όπως και έπραξε σε σχέση με τα υπό κρίση τεκμήρια. Υπενθυμίζω επίσης ότι καταχωρήθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα πιο τεκμήρια, ανευρέθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα.
Δεν τίθεται ως εκ τούτου ζήτημα μη αποδοχής των πιο πάνω τεκμηρίων ως μαρτυρία, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση.
Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο παραπονουμένων (Μ.Κ.4 & Μ.Κ.5), οι οποίες είναι και οι βασικότερες μάρτυρες κατηγορίας επί των οποίων στηρίζει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή.
Λόγω της σπουδαιότητας της μαρτυρίας τους, παρακολούθησα πολύ προσεκτικά τις πιο πάνω μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου, εστιάζοντας κυρίως στις αντιδράσεις τους κατά την αντεξέταση και γενικότερα στον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν.
Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι δύο παραπονούμενες είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν αρκετά σαφείς και πειστικές ότι η κατηγορουμένη ήταν το πρόσωπο το οποίο τις μετέφερε στη πολυκατοικία «Εσπερίδες» και διευθετούσε τα ραντεβού τους με άνδρες προκειμένου να έχουν σεξουαλική επαφή μαζί τους επί πληρωμή. Ήταν επίσης αρκετά σαφείς ως προς την θέση τους ότι η κατηγορουμένη τις παραλάμβανε από το επίδικο διαμέρισμα και εισέπραττε τα χρήματα που έπαιρναν, δίδοντας τους μόνο το ποσόν των £5,00 ανά πελάτη. Επιπλέον οι δύο παραπονούμενες ήταν απόλυτα πειστικές ως προς τον ισχυρισμό τους ότι η κατηγορουμένη τις απειλούσε ότι θα τις στείλει πίσω στο Βιετνάμ όταν δεχόταν παράπονα από πελάτες για τις υπηρεσίες που παρείχαν.
Κάποιες μικροαντιφάσεις στην μαρτυρία των δύο παραπονουμένων που εντόπισε η συνήγορος υπεράσπισης δεν είναι τέτοιας έκτασης που να πλήττουν σοβαρά την αξιοπιστία τους. Όπως έχει νομολογηθεί, στην αξιολόγηση δεν πρέπει να απομονώνονται και να σχολιάζονται χωριστά αποσπάσματα της μαρτυρίας αλλά αυτή εξετάζεται στην ολότητα της. Ακόμη δεν είναι παράλογο να υπάρχουν κάποιες μικροαντιφάσεις στις προσαχθείσες μαρτυρίες, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που τα γεγονότα βιώνονται έντονα από τους μάρτυρες και έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα από την διάπραξη τους (Βλ. μεταξύ άλλων (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ 1653).
Η απομόνωση αυτών των μικροαντιφάσεων και η προβολή τους από την υπεράσπιση για σκοπούς αξιοπιστίας, παραγνωρίζει τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Παραγνωρίζει επίσης το γεγονός ότι οι δύο παραπονούμενες δεν κλονίστηκαν καθόλου κατά την αντεξέταση τους, στο κύριο επίδικο γεγονός της παρούσας, ότι δηλαδή η κατηγορουμένη ήταν το πρόσωπο που τις εξέδιδε στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» με τον τρόπο που αυτές περιέγραψαν στο Δικαστήριο. Το που ακριβώς συναντήθηκαν για πρώτη φορά με την κατηγορουμένη και τι ακριβώς διαμείφθηκε, είναι λεπτομέρειες που δεν μπορούν να επηρεάσουν την γενικότερη καλή εικόνα που οι δύο παραπονούμενες έκαναν στο Δικαστήριο.
Επίσης κάποιες αντιφάσεις της Μ.Κ.5 στην μαρτυρία της σε σχέση με την γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία, εξηγήθηκαν από την ίδια λόγω του φόβου και της αγωνίας που την διακατείχε αμέσως μετά την σύλληψη της. Εν πάση περιπτώσει, οι αντιφάσεις αυτές δεν αφορούν σε σημαντικά ζητήματα και δεν επηρεάζουν την καλή ποιότητα της μαρτυρίας της Μ.Κ.5.
Πειστικές ήταν οι δύο παραπονούμενες και ως προς την αναγνώριση φωτογραφίας της κατηγορουμένης στον αστυνομικό σταθμό όπου είχαν μεταφερθεί για ανάκριση αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου.
Παρόλα αυτά όπως έχει νομολογηθεί, η μαρτυρία που στηρίζεται σε αναγνώριση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη σχολαστικότητα και αυστηρότητα για να αποφεύγεται η πιθανότητα σφάλματος. Από πολύ παλαιά η Αγγλική νομολογία αντιλήφθηκε, την αδήριτη ανάγκη εκεί όπου η διάπραξη ενός αδικήματος δεν αμφισβητείται αλλά αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου, η αναγνώριση να είναι καλής ποιότητας. Μόνο όπου υπάρχει βεβαιότητα σε βαθμό που να εξουδετερώνει το ενδεχόμενο λάθους, θα προχωρήσει το Δικαστήριο σε καταδίκη του κατηγορουμένου με βάση μόνο την αναγνώριση.
Στην υπόθεση Scott & another v. R. (1989) 2 All E.R.305, τονίστηκε ότι αν η αναγνώριση είναι η μόνη μαρτυρία η οποία συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος, τότε πρέπει να δίδεται προειδοποίηση προς τους ενόρκους, έτσι ώστε να υπάρχει ο αναγκαίος προβληματισμός για την ορθότητα και την ακρίβεια της αναγνώρισης. Στην υπόθεση Mills & others v. R. (1995) 3 All E.R.865, τονίστηκε ότι ένας καθ’ όλα ειλικρινής μάρτυρας μπορεί να κάμει λάθος και το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να προειδοποιήσει τους ενόρκους περί τούτου.
Στην υπόθεση R v. Turnbull & others (1976) 3 All E.R.549, τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αναγνώριση. Υπογραμμίσθηκε πως η οπτική αναγνώριση υπόπτων (visual identification), πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει σε αδικία και έτσι το Δικαστήριο πρέπει να παίρνει τέτοιες προφυλάξεις ώστε να μειώνει τον κίνδυνο. Οι κατευθυντήριες γραμμές τέθηκαν σε συσχέτιση με το σύστημα ενόρκων που υπάρχει στην Αγγλία. Στην Κύπρο δεν υπάρχει βέβαια αυτό το σύστημα αλλά το Δικαστήριο από μόνο του οφείλει να περάσει τη μαρτυρία αναγνώρισης μέσα από το ίδιο αποδεικτικό κόσκινο.
Οι κατευθυντήριες αρχές όπως τέθηκαν στην υπόθεση Turnbull (ανωτέρω) είναι οι ακόλουθες:
« First, whenever the case against an accused depends wholly or substantially on the correctness of one or more identifications of the accused which the defence alleges to be mistaken, the judge should warn the jury of the special need for caution before convicting the accused in reliance on the correctness of the identification or identifications. In addition he should instruct them as to the reason for the need for such a warning and should make some reference to the possibility that a mistaken witness can be a convincing one and that a number of such witnesses can all be mistaken. Provided this is done in clear terms the judge need not use any particular form of words.
Secondly, the judge should direct the jury to examine closely the circumstances in which the identification by each witness came to be made. How long did the witness have the accused under observation? At what distance? In what light? Was the observation impeded in any way, as for example by passing traffic or a press of people? Had the witness ever seen the accused before? How often? If only occasionally, had he any special reason for remembering the accused? How long elapsed between the original observation and the subsequent identification to the police? Was there any material discrepancy between the description of the accused given to the police by the witness when first seen by them and his actual appearance? If in any case, whether it is being dealt with summarily or on indictment, the prosecution have reason to believe that there is such a material discrepancy they should supply the accused or his legal advisers with particulars of the description the police were first given. In all cases if the accused asks to be given particulars of such descriptions, the prosecution should supply them. Finally, he should remind the jury of any specific weaknesses which had appeared in the identification evidence. Recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made.
All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close of the accused’s case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment, when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur.
When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification.
Οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν κανόνα δικαίου, βοηθούν όμως το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την ανθρώπινη πείρα να αποκλείσει τις περιπτώσεις σφάλματος.
Η υπόθεση Turnbull υιοθετήθηκε σε πολλές Κυπριακές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων οι Rossides v. The Republic (1983) 2 C.L.R. 391, 401-406, Michaelides v. The Republic (1987) 2 C.L.R.269, Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ.309, Σάββα ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ.258, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259 (273) Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 160 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ 482.
Μιας κακής ποιότητας αναγνώριση, η οποία δεν ενισχύθηκε από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο είχε διαταχθεί η επανεκδίκαση στην υπόθεση Michaelides (ανωτέρω, σελ. 272). Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα:
“ In our view it suffices to say that the trial Court, in a manner rendering its verdict unsafe, appears to have proceeded to treat other evidence adduced at the trial as amounting to corroboration of the credibility of the evidence of witness Palaris regarding his identification of Zygos, even though such identification had been found, by the trial Court, to be in the circumstances in which it was made, an identification of poor quality, whereas, in our opinion, the basic issue was whether or not there existed other independent evidence rendering it safe to find, beyond reasonable doubt, that the man seen by witness Palaris at the locality Zygos must have been the appellant”.
Επίσης στην Θεοδωρίδης (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες αρχές της Turnbull, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Στην Turnbull, διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και της σημασίας ενισχυτικής μαρτυρίας ως ασφαλιστικής δικλείδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση.
Στην προκείμενη υπόθεση το Κακουργιοδικείο, παρά την απουσία μαρτυρίας η οποία να τείνει να ενισχύσει το αξιόπιστο της αναγνώρισης του εφεσείοντος και παρά τη διαπίστωση σφάλματος στη διαδικασία αναγνώρισης λόγω της πρότερης επίδειξης φωτογραφίας του εφεσείοντος στον παραπονούμενο, έκρινε ασφαλές να βασιστεί στη μαρτυρία του.
Στη θεώρηση της μαρτυρίας η οποία έγινε δεκτή, το Κακουργιοδικείο δεν απέδωσε σημασία ή την πρέπουσα βαρύτητα σε ένα ουσιώδες μέρος της, εκείνο που αφορούσε την περιγραφή του υπόπτου από τον παραπονούμενο στο σκιτσογράφο της Αστυνομίας, τον λοχία Σταύρο Περικλέους, (Μ.Υ.3)….»
Τα στοιχεία αναγνώρισης στην μαρτυρία των παραπονουμένων, αφορούν δύο περιπτώσεις. Η πρώτη σχετίζεται με την αναγνώριση της φωτογραφίας της κατηγορουμένης στον πίνακα καταζητουμένων στον αστυνομικό σταθμό. Η δεύτερη αναγνώριση έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, τόσον στην κυρίως εξέταση όσον και στην αντεξέταση των παραπονουμένων.
Αναφορικά και με τις δύο πιο πάνω αναγνωρίσεις δεν υπάρχει καμία δυσκολία για να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Οι δύο παραπονούμενες ήταν απόλυτα σαφείς χωρίς σε κανένα σημείο να κλονιστούν κατά την αντεξέταση τους ότι το πρόσωπο της κατηγορουμένης που είδαν στο Δικαστήριο αλλά και σε φωτογραφία στον αστυνομικό σταθμό ήταν αυτό της Κυπρίας που τους διευθετούσε τα ραντεβού με τους πελάτες.
Γεγονός είναι βέβαια ότι η ποιότητα της φωτογραφίας της κατηγορουμένης (τεκμ. 12 & 13) δεν είναι και τόσο καλή για σκοπούς αναγνώρισης. Πρόκειται για μαυρόασπρη φωτοτυπία με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να εντοπιστεί το χρώμα των ματιών και μαλλιών της κατηγορουμένης. Από την άλλη και οι δύο παραπονούμενες, ήταν απόλυτα πειστικές ότι στην φωτογραφία αναγνώρισαν την κατηγορουμένη από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της παρότι δεν φαινόταν το χρώμα των μαλλιών της. Ήταν ξεκάθαρο από την μαρτυρία των δύο παραπονουμένων παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές ότι από την φωτογραφία που είχαν ενώπιον τους, μπορούσαν με ευκολία να ξεχωρίσουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου της κατηγορουμένης.
Επιπλέον, η παρούσα διαφοροποιείται κατά την κρίση μου από την υπόθεση (ανωτέρω), στην οποία υπήρχε απουσία μαρτυρίας που έτεινε στην ενίσχυση του αξιόπιστου της αναγνώρισης και επιπλέον διαπιστώθηκε σφάλμα στην διαδικασία αναγνώρισης. Σε αντίθεση με την παρούσα υπόθεση όπου την αναγνώριση της κατηγορουμένης, ενισχύει η μαρτυρία της Μ.Κ.13 η οποία κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Υπενθυμίζω ότι η Μ.Κ.13 κατέθεσε με πειστικότητα στο Δικαστήριο ότι η κατηγορουμένη ήταν το πρόσωπο που δημοσίευσε στην εφημερίδα της, τις επίδικες αγγελίες και τον αριθμό τηλεφώνου στον οποίο μπορούσε κάποιος να τηλεφωνήσει προκειμένου να κλείσει ραντεβού με τις δύο παραπονούμενες. Από αυτό δε τον τηλεφωνικό αριθμό σύμφωνα με τις παραπονούμενες, η κατηγορουμένη επικοινωνούσε μαζί τους.
Επίσης στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνεται σφάλμα στην διαδικασία αναγνώρισης στον αστυνομικό σταθμό όπως συνέβη στην (ανωτέρω).
Όσον αφορά την δεύτερη περίπτωση της αναγνώρισης της κατηγορουμένης ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχω καμία δυσκολία να αποδεχθώ την μαρτυρία των δύο παραπονουμένων. Και οι δύο ήταν απόλυτα πειστικές χωρίς να κλονιστούν καθόλου παρά τις περί του αντιθέτου έντονες υποβολές ότι η κατηγορουμένη ήταν το πρόσωπο που τις εξέδιδε με τον τρόπο που περιέγραψαν στο Δικαστήριο. Η Μ.Κ.4 ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ουδέποτε ξέχασε το πρόσωπο της και ότι ήταν σίγουρη ότι η κατηγορουμένη που βρισκόταν απέναντι της στο εδώλιο, ήταν η κοπέλα που τις μετέφερε καθημερινά στο διαμέρισμα και τους κανόνιζε τα ραντεβού με τους πελάτες. Τα ίδια ανέφερε και η Μ.Κ.5.
Όλα τα πιο πάνω στοιχεία σε συνδυασμό με την ποιότητα της μαρτυρίας των παραπονουμένων αλλά και την σύνδεση της κατηγορουμένης με την επίδικη αγγελία και το τηλέφωνο που χρησιμοποιείτο για τα ραντεβού, αποκλείουν την πιθανότητα λάθους εκ μέρους των παραπονουμένων αναφορικά με την αναγνώριση της κατηγορουμένης ως του προσώπου που τις εξέδιδε με τον τρόπο που περιέγραψαν στο Δικαστήριο.
Οι Μ.Κ.8 & Μ.Κ.11 δεν βοήθησαν στην επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Αρχικά τόσον με τις καταθέσεις τους όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφεραν ότι η κατηγορουμένη ήταν το πρόσωπο το οποίο ενοικίασε από αυτούς την επίδικη περίοδο, διαμερίσματα στην πολυκατοικία «Εσπερίδες». Η Μ.Κ.11 μάλιστα αναγνώρισε την κατηγορουμένη στον αστυνομικό σταθμό ως την κοπέλα στην οποία παρέδιδε το κλειδί του διαμερίσματος.
Στην συνέχεια όμως, αμφότεροι κατέθεσαν αντεξεταζόμενοι ότι δεν ήταν απόλυτα σίγουροι λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος για το αν η ενοικιάστρια ήταν όντως η κατηγορουμένη. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ. 8 ανέφερε ότι δεν είναι 100/100 σίγουρος, η δε Μ.Κ.11 ισχυρίστηκε ότι είναι ‘σχεδόν’ βέβαια ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.
Έτσι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στην μαρτυρία αυτή για σκοπούς αναγνώρισης της κατηγορουμένης ως της ενοικιάστριας του επιδίκου διαμερίσματος.
Πολύ καλή εντύπωση μου έκανε και η Μ.Κ.9 του τμήματος αρχείου πληθυσμού. Εξ’ άλλου, η μαρτυρία της μάρτυρος αυτής δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία από την υπεράσπιση. Η μαρτυρία της ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη.
Η Μ.Κ.13 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία της ήταν άμεση και αυθόρμητη χωρίς σε κανένα σημείο να μου δώσει οιανδήποτε ένδειξη προσχεδιασμού. Ήταν επιπλέον απόλυτα σαφής ως προς την θέση της ότι η κατηγορουμένη ήταν το πρόσωπο που επισκέφθηκε το γραφείο της εφημερίδας της στην Λευκωσία και καταχώρησε την επίδικη διαφήμιση. Απέκλεισε δε με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο να έκανε λάθος στην αναγνώριση αφού ισχυρίστηκε ότι:
· Επιβλέπει η ίδια προσωπικά τις αγγελίες στο ειδικό ένθετο «γνωριμίες» για αποφυγή οιουδήποτε λάθους και είναι σε θέση να γνωρίζει τους πελάτες. Οι αγγελίες δε στο πιο πάνω ένθετο, είναι πολύ λιγότερες από αυτές που δημοσιεύονται σε άλλες σελίδες της εφημερίδας της.
· Στις αγγελίες στο ένθετο «γνωριμίες», φωτοτυπείται πάντοτε η ταυτότητα του πελάτη μαζί με το τηλέφωνο επικοινωνίας και την αγγελία που θα δημοσιευτεί. Στην προκειμένη περίπτωση, φωτοτυπήθηκε η ταυτότητα της κατηγορουμένης με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαζί με τις αγγελίες που δημοσιεύτηκαν (τεκμ. 16).
· Επιβεβαιώνεται επίσης πάντοτε στο πιο πάνω ένθετο, το τηλέφωνο επικοινωνίας που θα δημοσιευτεί, πράγμα που έγινε και στην παρούσα περίπτωση.
· Η κατηγορουμένη επισκέφθηκε πολλές φορές το γραφείο της προκειμένου να πληρώσει για τις επίδικες αγγελίες και ήταν σε θέση να θυμάται το πρόσωπο της.
Τα πιο πάνω στοιχεία, αποκλείουν την πιθανότητα λάθους στην αναγνώριση της κατηγορουμένης από την Μ.Κ.13 ως του προσώπου που επισκέφθηκε τα γραφεία της εφημερίδας της και καταχώρησε τις επίδικες αγγελίες.
Υποβλήθηκε στην Μ.Κ.13 ότι η κατηγορουμένη καταχώρησε αγγελίες για συνεργάτες στην εταιρεία Herbal Life και όχι αυτές που αναφέρει στο ένθετο «γνωριμίες». Η μάρτυρας απέκλεισε και πάλιν με πειστικό τρόπο την πιο πάνω υποβολή, αναφέροντας ότι στις υπόλοιπες δημοσιεύσεις δεν ζητά ποτέ φωτοτυπία της ταυτότητας του πελάτη. Σε τέτοια περίπτωση δεν θα είχε στα χέρια της, τις φωτοτυπίες της ταυτότητας της κατηγορουμένης μαζί με την επίδικη αγγελία (τεκμ. 16). Επιπλέον, η κατηγορουμένη επισκέφθηκε όπως είπε πολλές φορές την εφημερίδα της για να πληρώσει χωρίς ποτέ να παραπονεθεί ότι καταχωρήθηκαν λάθος αγγελίες.
Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε η Μ.Κ.13 είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη.
Η κατηγορουμένη δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση και δεν γνωρίζει τις δύο παραπονούμενες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν έχει σχέση με την επίδικη αγγελία και το τηλέφωνο 97630809 που αναφέρεται σε αυτήν και ότι προφανώς πρόκειται περί λάθους των γραφείων της εφημερίδας στην Λεμεσό, τα οποία επισκέφθηκε για να καταχωρήσει αγγελίες της Herbal Life.
Η κατηγορουμένη όμως δεν υπήρξε καθόλου πειστική ως προς τις πιο πάνω θέσεις της. Κατ’ αρχήν δεν μπόρεσε να δώσει καμία λογική εξήγηση για το πώς βρέθηκε στα χέρια της Μ.Κ.13 στην Λευκωσία, φωτοτυπία της ταυτότητας της με την επίδικη αγγελία δεδομένου ότι όπως η ίδια ανέφερε ποτέ δεν επισκέφθηκε τα γραφεία της εφημερίδας στην Λευκωσία. Επίσης δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο για τις αγγελίες της Herbal Life, τις οποίες ισχυρίστηκε ότι δημοσίευσε στις «Χρυσές Ευκαιρίες». Η ίδια μάλιστα ανέφερε ότι δεν έλεγξε κατά πόσον δημοσιεύτηκαν οι αγγελίες παρότι πλήρωσε για τον σκοπό αυτό.
Αναφορικά με το νούμερο του τηλεφώνου της που έδωσε στην εφημερίδα για την Herbal Life, ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν τον αριθμό. Ανέφερε όμως ότι αυτός προσομοίαζε με τον αριθμό 97630809 που δημοσιεύτηκε στην επίδικη αγγελία στο ένθετο «γνωριμίες». Αυτό για να ενισχύσει προφανώς την θέση της ότι πιθανόν να έγινε κάποιο λάθος από την εφημερίδα. Όμως στην ανακριτική της κατάθεση στην αστυνομία (τεκμ.15), θυμόταν με ακρίβεια τον αριθμό τηλεφώνου που έδωσε στην εφημερίδα για την Herbal Life. Απαντώντας στην ερώτηση αρ. 23 ισχυρίστηκε ότι έδωσε τον αριθμό 97654680, ο οποίος δεν προσομοιάζει βέβαια με τον αριθμό 97630809 που καταχωρήθηκε στην επίδικη αγγελία. Υπενθυμίζεται εδώ ότι ο αριθμός 97654680, αναφέρεται επίσης στο τεκμήριο 16 ως ο προσωπικός αριθμός που σύμφωνα με την Μ.Κ.13, της έδωσε η κατηγορουμένη προκειμένου να επικοινωνεί μαζί της, ο δε αριθμός 97630809 είναι αυτός που της έδωσε για να δημοσιευτεί στην επίδικη αγγελία.
Επίσης ενώ αρχικά ανέφερε ότι μετακόμισε στην Λεμεσό μετά από πιέσεις των γονιών της επειδή δεν είχε κανένα δικό της στην Λευκωσία, στην συνέχεια ανέφερε ότι έφυγε από την Λευκωσία προκειμένου να αποφύγει κάποιον παντρεμένο με τον οποίο είχε προηγουμένως σχέση. Επέστρεψε δε στην Λευκωσία μετά που της προτάθηκε εργασία εκεί χωρίς να αναφέρει αν εξέλειπαν οι λόγοι που την ανάγκασαν να φύγει. Αυτό με δεδομένο ότι όπως η ίδια ανέφερε δεν είχε πρόβλημα εξεύρεσης εργασίας στην Λεμεσό όπου εργαζόταν ως κομμώτρια.
Επιπλέον, παρότι όπως ισχυρίστηκε διέμενε σε διάφορες περιοχές στην Λεμεσό κατά την εξάμηνη παραμονή της πόλη, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τις ακριβείς διευθύνσεις.
Η γενικότερη εκδοχή της κατηγορουμένης, είναι ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί σκευωρία εναντίον της από τις δύο παραπονούμενες και την Μ.Κ.13, προκειμένου να αποφύγουν τις δικές τους ευθύνες. Όμως η πιο πάνω εκδοχή όχι μόνον δεν είναι καθόλου πειστική αλλά δεν έχει καμία σχέση με την λογική. Επί του προκειμένου, η κατηγορούμενη δεν μπόρεσε να εξηγήσει με λογικά επιχειρήματα πως η Μ.Κ.13 που δεν γνωριζόταν καθόλου με τις παραπονούμενες, συνωμότησε μαζί τους για να την ενοχοποιήσει ψευδώς σε ένα αδίκημα που η ίδια δεν εμπλεκόταν καθόλου.
Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε η κατηγορουμένη, είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία της απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη.
Η Μ.Υ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η θέση της ότι η Μ.Κ.4 Ta Thi Khan ασκούσε πορνεία στο εξωτερικό πριν έρθει στην Κύπρο εκτός του ότι είναι εξ’ ακοής επιπλέον ήταν πολύ γενική και δεν επιβεβαιώθηκε με άλλη μαρτυρία. Επίσης, η μάρτυρας δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση γιατί δεν ανέφερε τις πιο πάνω πληροφορίες της στην αστυνομία όταν έδωσε την γραπτή της κατάθεση (τεκμ. 39). Η μαρτυρία της Μ.Υ 1 για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη.
Τα ίδια ισχύουν και για την Μ.Υ.2. Κατέθεσε ότι άκουσε από άλλη Βιετναμέζα οικιακή βοηθό ότι η Μ.Κ.5 ασκούσε πορνεία στην Κύπρο. Παρόλα αυτά, η ίδια είπε ότι καθ’ όλη την διάρκεια που η Μ.Κ.5 διέμενε στο σπίτι της δεν πρόσεξε να την επισκέπτεται κανένας ούτε και άκουσε να έχει δεσμό με κάποιο άνδρα. Για να αναφέρει στην συνέχεια ότι άκουσε αόριστες φήμες ότι η Μ.Κ.5 έκανε βίζιτες χωρίς όμως να θυμάται από ποιόν. Δικαιολόγησε το πιο πάνω γεγονός χωρίς όμως να είναι ιδιαίτερα πειστική, επικαλούμενη την χημειοθεραπεία στην οποία υποβλήθηκε, που της προκάλεσε απώλεια μνήμης.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη.
Η μαρτυρία του Μ.Υ 3 ήταν άσχετη με τα επίδικα θέματα. Το γεγονός ότι η κατηγορουμένη συνεργαζόταν με την εταιρεία Herbal Life δεν έχει σχέση με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Ούτε το ότι έγιναν συστάσεις από την εταιρεία στους συνεργάτες της για δημοσίευση αγγελιών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η κατηγορουμένη δημοσίευσε στις Χρυσές Ευκαιρίες σχετική αγγελία της Herbal Life. Ο ίδιος εξάλλου ο μάρτυρας, δήλωσε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν η κατηγορουμένη δημοσίευσε οιανδήποτε αγγελία στην εφημερίδα «Χρυσές Ευκαιρίες» είτε για την Herbal Life είτε στις ροζ αγγελίες.
Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτεται ως άσχετη με τα επίδικα θέματα.
Η Μ.Υ.4 μου έκανε θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν κατατοπιστική αναφορικά με την πορεία της υπόθεσης 393/08, τον φάκελο της οποίας είχε στην κατοχή της. Η μαρτυρία της επιπλέον δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία από την υπεράσπιση και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη.
Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ιδιαίτερα σημειώνω τα πιο κάτω:
Οι παραπονούμενες (Μ.Κ.4 & Μ.Κ.5) κατάγονται από το Βιετνάμ και έφτασαν στην Κύπρο νόμιμα προκειμένου να εργαστούν ως οικιακοί βοηθοί στην Λεμεσό. Σε κάποιο στάδιο εγκατέλειψαν τους χώρους εργασίας τους και διέμεναν στην Κύπρο παράνομα.
Κατά τον Σεπτέμβριο του 2007, οι δύο παραπονούμενες συναντήθηκαν με την κατηγορούμενη στον μόλο της Λεμεσού. Η κατηγορουμένη τους πρότεινε να τους βρίσκει πελάτες για μασάζ. Θα αναλάμβανε να τις παίρνει σε ξενοδοχεία και να τους στέλνει πελάτες. Ο κάθε πελάτης θα έδιδε £25,00 για το μασάζ από τις οποίες τις £20,00 θα έδιναν στην κατηγορουμένη και θα κρατούσαν αυτές τις £5,00.
Οι παραπονούμενες αποδέχθηκαν την πρόταση. Αφού συμφώνησαν, η κατηγορουμένη τις έπαιρνε κάθε πρωί με το αυτοκίνητο της στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» στην Γερμασόγεια και τους έδιδε ένα κλειδί δωματίου όπου δέχονταν τους πελάτες. Στην συνέχεια, η κατηγορουμένη αποχωρούσε από το μέρος και επικοινωνούσε μαζί τους από το τηλέφωνο με αριθμό 97630809. Τους ειδοποιούσε τηλεφωνικά ότι ερχόταν πελάτης με τον οποίο είχε διευθετήσει ραντεβού για να του ανοίξουν την πόρτα. Αργά το απόγευμα όταν δεν είχε πλέον πελάτες, η κατηγορουμένη αφού ειδοποιούσε τηλεφωνικώς τις δύο παραπονούμενες, τις παραλάμβανε από το διαμέρισμα και τις μετέφερε στις κατοικίες τους με το αυτοκίνητο της. Στο τέλος κάθε μέρας οι παραπονούμενες παρέδιδαν την ημερήσια είσπραξη στην κατηγορουμένη και αυτή τους πλήρωνε £5,00 για κάθε πελάτη.
Εν τω μεταξύ, στις 18.9.07 η κατηγορουμένη επισκέφθηκε τα γραφεία της εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες» στην Λευκωσία και καταχώρησε αγγελία σε δύο πλαίσια στο ένθετο «γνωριμίες». Στα πλαίσια αναγραφόταν ότι δύο νεαρές κοπέλες περίμεναν στην Λεμεσό τους πελάτες στο τηλέφωνο 97630809 για να τους ξεκουράσουν και για να τους προσφέρουν υπηρεσίες που είχαν στο μυαλό τους. Πολιτική της εφημερίδας είναι ότι για το ένθετο «γνωριμίες», ο πελάτης θα πρέπει να αφήνει φωτοτυπία της ταυτότητας του μαζί με τις αγγελίες και το τηλέφωνο επικοινωνίας του. Γι’ αυτό τον λόγο, φωτοτυπήθηκε η ταυτότητα της κατηγορουμένης μαζί με τα δύο πλαίσια και τους αριθμούς τηλεφώνου που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της (τεκμ. 16). Επιπλέον η διεύθυνση της εφημερίδας προτού γίνει η δημοσίευση, επιβεβαίωσε τηλεφωνώντας στο τηλέφωνο 97630809 ότι αυτό ανήκει στην κατηγορουμένη.
Αρχικά οι δύο παραπονούμενες, έκαναν μόνο μασάζ στους πελάτες. Οι πελάτες όμως έκαμαν παράπονο γι’ αυτό και τότε η κατηγορουμένη ζήτησε από τις παραπονούμενες να κάμνουν σεξ με τους πελάτες, όταν αυτοί το ζητούν. Σε αντίθετη περίπτωση, τις απείλησε ότι θα τις έδιωχνε από την Κύπρο και θα τις έστελνε πίσω στο Βιετνάμ. Οι παραπονούμενες λόγω οικονομικής ανάγκης αποδέχθηκαν την πρόταση. Έκαναν σεξ με τους πελάτες που τους έστελνε η κατηγορουμένη και έπαιρναν από τον κάθε ένα £25,00. Τις £5,00 τις κρατούσαν οι ίδιες και τις υπόλοιπες £20,00 τις έδιναν στο τέλος της ημέρας στην κατηγορουμένη όταν ερχόταν να τις πάρει από το διαμέρισμα για να τις μεταφέρει στο σπίτι τους. Η κατηγορουμένη τους έστελνε με αυτό τον τρόπο 5- 6 πελάτες ημερησίως για να κάνουν έρωτα επ’ αμοιβή.
Στις 20.10.07 ενώ ο αστυφύλακας 3857 (Μ.Κ.3) ήταν καθήκον, πήρε ανώνυμη πληροφορία από άγνωστο άντρα ότι στο διαμέρισμα 305 στην πολυκατοικία με την επωνυμία «Εσπερίδες», διεξάγεται πορνεία από δύο αλλοδαπές ασιατικής καταγωγής. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος διευθέτησε ραντεβού με τις αλλοδαπές αυτές μέσω του κινητού τηλεφώνου με αριθμό 97630809, το οποίο εντόπισε σε αγγελία στην εφημερίδα «Χρυσές Ευκαιρίες».
Ο Μ.Κ.3 μετά από εξετάσεις, εντόπισε στην ως άνω εφημερίδα την αγγελία με το τηλέφωνο που του ανέφερε ο ανώνυμος άντρας. Στην συνέχεια μεταξύ των ημερομηνιών 20-23 Οκτωβρίου 2007, έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση το πιο πάνω διαμέρισμα. Διαπίστωσε ότι άγνωστοι άντρες διαφόρων ηλικιών, επισκέπτονταν το διαμέρισμα και αφού παρέμεναν σε αυτό 20-25 λεπτά, στη συνέχεια αναχωρούσαν. Στις 24.10.07, ενημέρωσε άλλους συναδέλφους του για τις διαπιστώσεις του. Αποφασίστηκε όπως γίνει επιχείρηση στον εν λόγω διαμέρισμα για διαλεύκανση της υπόθεσης.
Στις 16.00 της 24.10.07, ο αστυφύλακας 1686 (Μ.Κ.6) τηλεφώνησε στο κινητό τηλέφωνο με τον πιο πάνω αριθμό κλήσης που αναφέρεται στην αγγελία. Συνομίλησε με γυναίκα που μιλούσε Ελληνικά, η οποία του διευθέτησε ραντεβού στο διαμέρισμα για σεξουαλική επαφή με δύο αλλοδαπές. Την ίδια μέρα, εκδόθηκε Δικαστικό ένταλμα έρευνας για το εν λόγω διαμέρισμα.
Στις 19.15 της ίδια ημέρας, ο Μ.Κ.6 φωτοτύπησε 10 χαρτονομίσματα των £10,00 (τεκμ. 4) και επικοινώνησε ξανά τηλεφωνικώς με την εν λόγω γυναίκα. Αυτή του ζήτησε να μεταβεί κοντά στην δισκοθήκη Malibu και να της τηλεφωνήσει ξανά για να του εξηγήσει τον χώρο που θα συναντηθεί με τις κοπέλες. Η ώρα 19.40, ο Μ.Κ.6, αναχώρησε για το σημείο συνάντησης αφού προηγουμένως παρέδωσε στον Μ.Κ.3, τις φωτοτυπίες των χαρτονομισμάτων (τεκμ. 8) που θα χρησιμοποιούσε για να πληρώσει για τις ερωτικές υπηρεσίες που θα του προσφέρονταν.
Ο Μ.Κ.6 μετέβη στο διαμέρισμα στις 19.50 και του άνοιξαν την πόρτα οι δυο παραπονούμενες. Η μία εξ αυτών, τον ρώτησε στα Ελληνικά αν θέλει να κάμει μασάζ ή σεξ. Ο ίδιος την ρώτησε πόσα στοιχίζει να έρθει σε σεξουαλική επαφή και με τις δύο μαζί τους και αυτή του απάντησε £50,00. Τότε ο ίδιος έδωσε στην μία παραπονουμένη £50,00 σε χαρτονομίσματα τα οποία είχε προηγουμένως φωτοτυπήσει.
Του ζήτησαν να περάσει στο υπνοδωμάτιο όπου του αφαίρεσαν την φανέλα και οι ίδιες έβγαλαν όλα τους τα ρούχα. Προσπάθησαν να του βγάλουν το παντελόνι αλλά ο ίδιος προφασίστηκε ότι ήθελε να πάει στην τουαλέτα. Εκεί, ο Μ.Κ.6 τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 για να εισέλθει στο διαμέρισμα μαζί με τους άλλους αστυνομικούς. Επέστρεψε στο δωμάτιο, όπου τον περίμεναν γυμνές, οι δυο παραπονούμενες. Όταν ακούστηκαν κτύποι στην πόρτα, ο Μ.Κ.6 έτρεξε και την άνοιξε. Στο διαμέρισμα εισήλθαν ο Μ.Κ.3, ο φωτογράφος αστυφύλακας 1991 (Μ.Κ.1) και άλλοι αστυνομικοί. Τότε ο Μ.Κ.6 υπέδειξε και στις δυο παραπονούμενες την αστυνομική του ταυτότητα και τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο, χωρίς να απαντήσουν οτιδήποτε.
Στην συνέχεια ο Μ.Κ.3 μετά από έρευνα, εντόπισε στην τσέπη της μιας παραπονουμένης, το χρηματικό ποσό των £50,00 σε χαρτονομίσματα των £10,00 (τεκμ. 4). Από έλεγχο που έκαμε σε σχέση με τις φωτοτυπίες των χαρτονομισμάτων που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.6 για να πληρώσει τις ερωτικές υπηρεσίες των παραπονουμένων (τεκμ. 8), διαπίστωσε ότι οι αύξοντες αριθμοί συνταυτίζονταν με τους αριθμούς των φωτοτυπημένων χαρτονομισμάτων.
Ακολούθησε έρευνα του διαμερίσματος από τους αστυνομικούς που συμμετείχαν στην επιχείρηση. Ο Μ.Κ.3 εντόπισε σε θήκη καναπέ στο σαλόνι, μια γυναικεία τσάντα χρώματος καφέ που ανήκει στην παραπονουμένη Ta Thikhanh (Μ.Κ.,5), στην οποία υπήρχε το χρηματικό ποσό των £230,00. Ο αστυφύλακας 2222 Ανδρέας Χριστοδούλου (Μ.Κ.10) ο οποίος επίσης συμμετείχε στην έρευνα του διαμερίσματος, εντόπισε μεταξύ άλλων αντικειμένων και αριθμό μη χρησιμοποιημένων προφυλακτικών.
Οι δυο παραπονούμενες μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στα γραφεία του ΤΑΕ για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ως ανακριτής της υπόθεσης, ορίστηκε ο αστυφύλακας 2097 του ΤΑΕ Λεμεσού (Μ.Κ.2), στον οποίο παραδόθηκαν τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν στο επίδικο διαμέρισμα.
Στις 30.10.07 ο Μ.Κ.1 εξασφάλισε μαρτυρία από την ιδιοκτήτρια της Εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες» (Μ.Κ.13), η οποία ανέφερε ότι τις δυο αγγελίες στις σελίδες 12 και 22 της εφημερίδας της που βρέθηκε στο διαμέρισμα, τις έχει πληρώσει η κατηγορουμένη η οποία κατάγεται από την Λευκωσία. Εξασφαλίστηκε ως εκ τούτου ένταλμα σύλληψης εναντίον της κατηγορουμένης, η οποία και καταζητείτο.
Στις 31.10.07 με την βοήθεια διερμηνέων, ο Μ.Κ.2 πήρε ανακριτική κατάθεση στα γραφεία του ΤΑΕ από τις δυο Βιετναμέζες που συνελήφθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα. Αυτές, του ανέφεραν τον τρόπο με τον οποίο γνωρίστηκαν με την κατηγορουμένη στον μόλο και κάτω από ποιες συνθήκες συμφώνησαν αρχικά να προσφέρουν μασάζ και στην συνέχεια σεξ επί πληρωμή. Οι δύο παραπονούμενες, έδωσαν πλήρεις λεπτομέρειες στις καταθέσεις τους (τεκμ. 22 & 24) λέγοντας ότι στο διαμέρισμα τις μετέφερε η κατηγορούμενη, η οποία τους διευθετούσε τα ραντεβού. Επίσης η κατηγορουμένη έπαιρνε στο τέλος της ημέρας την είσπραξη, δίνοντας τους €5,00 για κάθε πελάτη. Όταν δε οι πελάτες εξέφραζαν στην κατηγορουμένη παράπονα για τις υπηρεσίες τους, η τελευταία θύμωνε και τις απειλούσε ότι θα τις στείλει πίσω στο Βιετνάμ. Οι δύο παραπονούμενες ανέφεραν ότι δεν είχαν λεπτομερή στοιχεία για την ταυτότητα της πιο πάνω γυναίκας αλλά έδωσαν το τηλέφωνο 97630809 με το οποίο επικοινωνούσε μαζί τους. Ο πιο πάνω αριθμός, ταυτίζεται με τον αριθμό που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Χρυσές Ευκαιρίες» (τεκμ. 9) στον οποίο τηλεφώνησε ο Μ.Κ.6 προκειμένου να κλείσει ραντεβού με τις παραπονούμενες. Είναι επίσης ο ίδιος αριθμός που η κατηγορουμένη έδωσε για δημοσίευση στην Μ.Κ13 διευθύντρια της εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες».
Στην συνέχεια την 1.11.07 εξασφαλίστηκε από το Ληξιαρχείο, φωτογραφία της κατηγορουμένης και ετοιμάστηκε σχετική ανακοίνωση καταζητουμένου προσώπου (τεκμ.13), η οποία τοποθετήθηκε στους πίνακες των γραφείων του ΤΑΕ Λεμεσού.
Την ίδια μέρα, ο Μ.Κ.2 οδήγησε την παραπονούμενη Ta Thikhanh (Μ.Κ.4) στα γραφεία του ΤΑΕ προκειμένου να της λάβει ανακριτική κατάθεση. Πριν ξεκινήσει η κατάθεση, η πιο πάνω παραπονούμενη είδε στον πίνακα με τα αναζητούμενα πρόσωπα, την φωτογραφία της κατηγορουμένης και του ανέφερε ότι το πρόσωπο αυτό είναι η κοπέλα που αναφέρει στις προηγούμενες καταθέσεις της, η οποία κανόνιζε τους πελάτες και έπαιρνε τις καθημερινές εισπράξεις από τον αγοραίο έρωτα που πρόσφερε η ίδια και η Μ.Κ.5.
Την ίδια ημέρα η παραπονούμενη Thilan Dhin (Μ.Κ.5), αναγνώρισε επίσης με τον ίδιο τρόπο την κατηγορουμένη όταν μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ για ανακριτική κατάθεση. Του ανέφερε ότι η κατηγορουμένη, της οποίας η φωτογραφία είχε αναρτηθεί στον πίνακα αναζητουμένων προσώπων, ήταν το πρόσωπο που διευθετούσε τα ραντεβού με τους πελάτες και το οποίο εισέπραττε από τις κοπέλες την καθημερινή είσπραξη.
Η κατηγορουμένη εντοπίστηκε τελικά στην Λευκωσία. Συνελήφθη από τον Μ.Κ.2 στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας στις 4.1.08. Αφού της εξήγησε τους λόγους σύλληψης της και της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο, αυτή απάντησε ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση. Την ίδια μέρα πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη (τεκμ. 15) με την οποία αρνείται επίσης κάθε ανάμειξη. Του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τις δυο παραπονούμενες από το Βιετνάμ και αρνήθηκε ότι το κινητό τηλέφωνο που καταχωρήθηκε στις «Χρυσές Ευκαιρίες» είναι δικό της. Δέχθηκε όμως στην κατάθεση της ότι είχε καταχωρήσει δυο αγγελίες στις «Χρυσές Ευκαιρίες», όχι σε ροζ αγγελίες αλλά ζητώντας υπαλλήλους για την εργασία της στην εταιρεία Herbal Life.
Οι κατηγορίες 1 & 2 αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων κατά παράβαση του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων Νόμου 87(Ι)/07. Το άρθρο 9 του πιο πάνω Νόμου επί του οποίου στηρίζεται η κατηγορία, έχει ως εξής:
9. Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει πρόσωπο μέσω:
α. απειλών
β. χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού
γ. απαγωγής
δ. δόλου ή απάτης
ε. Κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση
στ. Παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου,
Είναι ένοχος κακουργήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.
Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου, σεξουαλική εκμετάλλευση περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον εξαναγκασμό, εξώθηση, παρότρυνση, οργάνωση ή στρατολόγηση προσώπου σε πορνεία. Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος, είναι η άσκηση κάποιας μορφής εξαναγκασμού είτε με την χρήση βίας είτε με απειλές, απάτη ή κατάχρηση εξουσίας.
Στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, τα πρόσωπα που η κατηγορουμένη εκμεταλλευόταν σεξουαλικά με την χρήση εξαναγκασμού, βίας, ή απειλών, ήταν οι δύο παραπονούμενες από το Βιετνάμ (Μ.Κ.4 & Μ.Κ.5). Σύμφωνα δε με την μαρτυρία των πιο πάνω παραπονουμένων η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, η κατηγορουμένη τις απείλησε ότι αν δεν προσφέρουν εκτός από μασάζ και σεξουαλικές υπηρεσίες στους πελάτες που το ζητούσαν θα στις στείλει πίσω στο Βιετνάμ. Τις ίδιες απειλές εκτόξευε η κατηγορουμένη και στις περιπτώσεις που πελάτες της έκαναν παράπονο για την ποιότητα των σεξουαλικών υπηρεσιών των παραπονουμένων. Επιπλέον, ο εξαναγκασμός των παραπονουμένων σε εκπόρνευση θα πρέπει να κριθεί και σε σχέση με το καθεστώς που αυτές βρίσκονταν στην Κύπρο. Υπενθυμίζω ότι οι δύο παραπονούμενες βρίσκονταν στην Δημοκρατία παράνομα και χωρίς νόμιμη εργασία. Υπό τας περιστάσεις, η εκτόξευση απειλών για απέλαση τους από την Κύπρο, ήταν ισχυρός λόγος εξαναγκασμού τους να ακολουθούν τις οδηγίες της κατηγορουμένης.
Περαιτέρω, η στόχευση για σεξουαλική εκμετάλλευση αλλοδαπών που διαμένουν παράνομα στην Κύπρο δεν είναι τυχαία. Συνήθως αυτά τα πρόσωπα είναι πιο ευάλωτα με την έννοια ότι δεν έχουν νόμιμη εργασία και εισοδήματα και μπορούν πιο εύκολα να πέσουν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης σε σχέση με άλλα πρόσωπα που διαμένουν νόμιμα στην Κύπρο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ακόμη και το ευτελές ποσόν των £5,00 ανά πελάτη που υποσχέθηκε η κατηγορουμένη, αποτελούσε ωφέλημα ικανό να αποσπάσει την συγκατάθεση των παραπονουμένων για σεξουαλική εκμετάλλευση τους. Οι ίδιες εξ’ άλλου οι παραπονούμενες, κατέθεσαν στο Δικαστήριο ότι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την πρόταση της κατηγορουμένης λόγω του ότι δεν είχαν νόμιμη εργασία και αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα.
Η πιο πάνω συμπεριφορά της κατηγορουμένης, ιδίως η χρήση απειλών προς τις παραπονούμενες, συνιστά κατά την άποψη μου, μορφή εξαναγκασμού των παραπονουμένων για να εκπορνευτούν προκειμένου να τις εκμεταλλευτεί σεξουαλικά.
Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η αστυνομία έχει αποδείξει τις δύο πρώτες κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση των παραπονουμένων.
Το αδίκημα της μαστροπείας της 3ης και 4ης κατηγορίας, ρυθμίζεται από το άρθρο 157(β) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο στο βαθμό που ενδιαφέρει τα επίδικα θέματα της παρούσας, προνοεί τα ακόλουθα:
“Όποιος –
(α)................................................................................................
(β) προάγει γυναίκα σε κοινή πορνεία, είτε στη Δημοκρατία είτε αλλού
(γ)................................................................................................
(δ).................................................................................................
είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη.
Νοείται ότι κανένας δεν καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου αυτού βάσει της μαρτυρίας ενός μόνο μάρτυρα, εκτός αν τέτοια μαρτυρία ενισχύεται σε ουσιώδες σημείο της από άλλο ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο.”
Ο όρος “προάγω” ως έχει ερμηνευθεί από τη Νομολογία, περιέχει το στοιχείο της πειθούς ή της πρόσκλησης για την τέλεση της συγκεκριμένης πράξης (βλ. R v. Christian (1913) 23 Cox. 541 και R v. Broadfoot (1976) 3 All E.R. 735). Η υπόθεση (ανωτέρω), παραπέμπει στην απόφαση Attorney´s General Reference (No.1) of (1975) (1975) 2 All ER 684, στην οποία ο όρος “προάγω” ερμηνεύθηκε ως εξής:
«Where a person performs some act which results in another person unwittingly committing an offence which is an absolute offence, the first person may be said to have ‘procured’ the commission of the offence by the other…..»
Στην ίδια απόφαση στην σελίδα 686 αναφέρονται τα πιο κάτω:
“To procure means to produce by endeavour. You procure a thing by setting out to see that it happens and taking the appropriate steps to produce that happening. We think that there are plenty of instances in which a person may be said to procure the commission of a crime by another even though there is no sort of conspiracy between the two, even though there is no attempt at agreement or discussion as to the form which the offence should take”.
Στην υπόθεση Broadfoot (ανωτέρω), το Δικαστήριο πρόσθεσε την εισήγηση ότι ο όρος “procuring” θα μπορούσε να θεωρείται ότι αφορά σε ενέργειες στις οποίες η γυναίκα, φερόμενη ως πόρνη δεν θα προέβαινε αυθόρμητα ή σαν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης της.
Η “κοινή πορνεία” που είναι το δεύτερο προαπαιτούμενο του αδικήματος, έχει στενότερη έννοια της “πορνείας” που συναντάται σε άλλα άρθρα και νομοθετήματα. Αναφέρεται στην περίπτωση γυναίκας που συνευρίσκεται ερωτικά επ’ αμοιβή με άλλα πρόσωπα (βλ. Morris-Lowe (1985) 1 All E.R 400).
Για να συντελεσθεί το αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της “προαγωγής” και της “κοινής πορνείας”. Εάν το γεγονός της κοινής πορνείας ασχέτως συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, συντελείται με την ελεύθερη βούληση της γυναίκας ή αν κατά το χρόνο της κατ’ ισχυρισμό μεμπτής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, η γυναίκα ήταν ήδη πόρνη δεν τίθεται θέμα προαγωγής της υπό την έννοια του άρθρου 157 (βλ. R v. Gold and Cohen (1907) 71 J.P.360 & R v. Brown (1984) 3 All E.R 1013).
Τέλος, ως προκύπτει από την επιφύλαξη του άρθρου 157 δεν αρκεί για καταδίκη του κατηγορουμένου, η μαρτυρία ενός μόνο μάρτυρα. Χρειάζεται επιπρόσθετη μαρτυρία που να την ενισχύει σε ουσιώδες σημείο.
Ενισχυτική μαρτυρία όμως, αναζητείται όταν ο μάρτυρας που χρήζει ενίσχυσης κρίνεται ως αξιόπιστος. Δεν μπορεί η ενισχυτική μαρτυρία να προσδώσει αξιοπιστία και βαρύτητα στα λεγόμενα αναξιόπιστου μάρτυρα (βλ. D.P.P. v. Kilbourne (1973) 1 All E.R.440, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας, (1998) 2 Α.Α.Δ. 449 και Μεϊτανής v. Αστυνομίας, (2000) 2. Α.Α.Δ 177).
Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι και οι κατηγορίες 3 & 4 της μαστροπείας, έχουν αποδειχθεί από την αστυνομία. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομική ανάλυση, η προαγωγή γυναίκας σε κοινή πορνεία προϋποτίθεται ότι γίνεται χωρίς την ελεύθερη βούληση της. Όπως έχω προαναφέρει, οι δύο παραπονούμενες εξαναγκάστηκαν σε κάποιο στάδιο από την παραπονουμένη με απειλές και υποσχέσεις να παράσχουν σεξουαλικές υπηρεσίες επί πληρωμή.
Επιπλέον, οι πιο πάνω σεξουαλικές υπηρεσίες εκ μέρους των παραπονουμένων, συνιστούν «κοινή πορνεία» όπως ο όρος έχει ερμηνευθεί από την νομολογία. Από τα ευρήματα δε του Δικαστηρίου, καταδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προαγωγής σε πορνεία των δύο παραπονουμένων από την κατηγορουμένη και της κοινής πορνείας που αυτές ασκούσαν στην πολυκατοικία «Εσπερίδες». Αυτό γιατί οι κοινή πορνεία που ασκούσαν οι δύο παραπονούμενες, ήταν αποτέλεσμα της προαγωγής και εξαναγκασμού τους από την κατηγορουμένη όπως εκτενώς αναφέρθηκε πιο πάνω.
Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει επίσης ενισχυτική μαρτυρία στην απόδειξη του αδικήματος της μαστροπείας εκ μέρους της κατηγορουμένης. Η κύρια μαρτυρία εναντίον της κατηγορουμένης στην παρούσα υπόθεση, προέρχεται όπως προαναφέρθηκε από τις δύο παραπονούμενες. Πέραν των τεκμηρίων που κατασχέθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα, η μαρτυρία των δύο παραπονουμένων ενισχύεται στην ουσία και από την μαρτυρία της Μ.Κ.13, η οποία αναγνώρισε στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, την γυναίκα που δημοσίευσε τις επίδικες αγγελίες με τις οποίες διαφημίζονταν οι σεξουαλικές υπηρεσίες των παραπονουμένων. Υπενθυμίζω επίσης τα στοιχεία που η κατηγορούμενη άφησε στα γραφεία της εφημερίδας «Χρυσές Ευκαιρίες» όπως η φωτοτυπία της ταυτότητας της και το τηλέφωνο με το οποίο επικοινωνούσαν οι πελάτες αλλά και οι δύο παραπονούμενες (τεκμ. 16). Η πιο πάνω μαρτυρία αποτελεί στην ουσία, ενίσχυση της μαρτυρίας των δύο παραπονουμένων ότι η γυναίκα που τις προήγαγε σε κοινή πορνεία δεν ήταν άλλη από την κατηγορουμένη.
Εν όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι οι κατηγορίες 3 & 4 έχουν αποδειχθεί από την αστυνομία.
Η 5η κατηγορία αφορά το αδίκημα της διατήρηση οίκου ανοχής κατά παράβαση του άρθρου156 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως:
156.- Όποιος ή όποια –
(α) Διατηρεί, διευθύνει ή οπωσδήποτε συμμετέχει ή βοηθά στην διεύθυνση οίκου ανοχής ή
(β) είναι ο ενοικιαστής, μισθωτής, κάτοχος ή υπεύθυνος υποστατικού, σε γνώση του επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί αυτό ή μέρος αυτού ως οίκος ανοχής ή για την συστηματική άσκηση πορνείας ή
(γ) είναι ο εκμισθωτής ή ιδιοκτήτης ή αντιπρόσωπος του, εκμισθώνει οποιοδήποτε υποστατικό ή μέρος του σε γνώση του ότι αυτό δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως οίκος ανοχής ή συμμετέχει εκούσια στην συνεχή χρήση του ως οίκο ανοχής,
Είναι ένοχος πλημμελήματος.
Όσον αφορά την ερμηνεία του όρου «οίκος ανοχής», στην υπόθεση (1999) 2 Α.Α.Δ 644 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ.655.
«Υποστατικό που χρησιμοποιείται μόνο από μια γυναίκα για σκοπούς πορνείας δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου "οίκος ανοχής": Singleton ν. Ellison [1895] 1 Q.B. 607. Στην Caldwell ν. Leech [1913] 23 Cox 510, κρίθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί σε υποστατικό ο χαρακτηρισμός αυτός αν χρησιμοποιείται από δυο ή περισσότερες γυναίκες για τον παραπάνω σκοπό. Βλέπε επίσης Strath ν. Foxon [1955] 3 All E.R. 398. Επισημαίνεται όμως ότι το άρθρ. 156 δεν απαιτεί να ασκείται πορνεία επ' αμοιβή: Winter ν. Woolfe [1931] 1 Κ.Β 549 και Kelly v. Purvis 76 Cr. App. R. 165.
Δεν είναι ανάγκη το υποστατικό να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα από δυο ή περισσότερες γυναίκες για να ικανοποιηθεί το κριτήριο εφόσον γίνεται μεμονωμένη χρήση από ομάδα γυναικών: Stevens & Stevens ν. Christy 85 Cr. App. R. 249. Όπως, τέλος, αναφέρει ο Archbold, έκδοση 1995, παρ. 20-181 στη σελ. 2/353, είναι θέμα πραγματικό και θέμα βαθμού κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση το υποστατικό αποτελεί οίκο ανοχής.»
Στην υπόθεση [1964] 3 All E.R. 762 αναλύεται στη σελ. 764 ο όρος "οίκος ανοχής" ("brothel") όπως απαντάται στο άρθρο 33 του Αγγλικού Sexual Offences Act 1956
".... the essence of a brothel, or bawdy house, is that there must be premises resorted to or used by more than one woman for the purposes of illicit sexual intercourse or other sexual lewdness [......] with more than one man, and it matters not that the premises so used are the home of one of the women concerned."
Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο διαμέρισμα χρησιμοποιείτο για σκοπούς πορνείας από περισσότερες της μιας γυναίκας. Για την ακρίβεια, η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή κατέδειξε ότι στο επίδικο διαμέρισμα, οι δύο παραπονούμενες έκαναν έρωτα με πελάτες επ’ αμοιβή δηλαδή άσκουσαν συστηματική πορνεία.
Επιπλέον, προκύπτει από την μαρτυρία των δύο παραπονουμένων η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ότι ήταν η κατηγορουμένη που ενοικίαζε το επίδικο διαμέρισμα και κρατούσε τα κλειδιά για την είσοδο του σε αυτό.
Στοιχειοθετούνται ως εκ τούτου τα συστατικά στοιχεία και του αδικήματος της διατήρησης οίκου ανοχής της 5ης κατηγορίας.
Το αδίκημα του αποζείν από κέρδη πορνείας της 6ης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 164(1) του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως:
«164 (1) Όποιος ή όποια που –
α. Εν γνώσει του ζει εξ’ ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας, που ασκείται μεταξύ προσώπων είτε του ιδίου είτε ή διαφορετικού φύλλου,
β. …………………………………………………………………….
Είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 164(1) τέθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Στυλιανού άλλως "Αβησσυνός" (1993) 2 Α.Α.Δ 104 ως ακολούθως:
(α) το πρόσωπο από τα εισοδήματα του οποίου αποζούσε ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν πόρνη και
(β) ότι αυτός (ο κατηγορούμενος) ζούσε εν όλω ή εν μέρη με τα κέρδη από την πορνεία της.
Ως προς την ερμηνεία της λέξης «πόρνη», καθοδηγητική είναι η υπόθεση R. v. De Munck [1918] 1 K.B 635. Στην σελίδα 637 της απόφασης, ερμηνεύτηκε η φράση "κοινή πόρνη" ως ακολούθως:
"Common prostitute" in the statute is not limited so as to mean only one who permits acts of lewdness with all and sundry, or with such as hire her, when such acts are in the nature of ordinary sexual connection. We are of opinion that prostitution is proved if it be shown that a woman offers her body commonly for lewdness for payment in return."
Η πιο πάνω ερμηνεία υιοθετήθηκε σε σειρά μεταγενέστερων Αγγλικών αποφάσεων (Βλ. μεταξύ άλλων DPP v. Bull (1994) 4 All E.R 411, R v. McFarlane (1994) 2 All E.R 283, R v Morris-Lowe (1985) 1 All E.R.400.
Αναφορά στο θέμα με παραπομπή στην Αγγλική Νομολογία, γίνεται και στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice (2001) στην σελ. 1801 παρ. 20-202. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής:
"Common prostitute"
This includes a woman who offers her body commonly for acts of lewdness for payment although there is no act or offer of an act of ordinary sexual intercourse: R. v. De Munck [1918] 1 K.B. 635, 13 Cr.App.R. 113, CCA. The word "common" in the term "common prostitute" is not mere surplus age - a common prostitute is any woman who offers herself commonly for lewdness for reward. Whether or not the performance by a woman of a single act of lewdness with a man on one occasion for reward constitutes the woman a prostitute, it plainly does not make her a woman who offers herself commonly for lewdness. That must be someone who is prepared for reward to engage in acts of lewdness with all and sundry or with anyone who may hire her for that purpose: R. v. Morris-Lowe, 80 Cr.App.R. 114, CA, applying R. v. De Munck, ante.
Στο Νόμο δεν απαντάται ο ορισμός της λέξης “πορνεία”. Από τη Νομολογία προκύπτει όμως πως η “πορνεία” καλύπτει ποικίλες πράξεις και ενέργειες. Δεν προαπαιτεί πλήρης σεξουαλική επαφή. Περιλαμβάνει και την περίπτωση που γυναίκα προσφέρεται για ασέλγεια επί πληρωμή χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση, η ολοκλήρωση της γενετήσιας πράξης (Βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ 644). Ομοίως η πορνεία δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου το άτομο προσφέρει το σώμα του παθητικά (βλ. Morris-Lowe (ανωτέρω), (1963) 3 All E.R. 177 και De Munck (ανωτέρω). Ο ορισμός καλύπτει και τα ινστιτούτα μασάζ όπου ασκούνται σεξουαλικές ανηθικότητες (βλ. Blackstones Criminal Practice, Έκδοση (2003), παρ.Β3.89, σελ.234).
Όσον αφορά την έννοια του όρου "κέρδη πορνείας" (earnings of prostitution), αυτή ερμηνεύτηκε στην Αγγλική υπόθεση "Shaw v. D.P.P. (1961) Cr. App. R. 113 ως ακολούθως:
"...... a person may be fairly be said to be living in whole or in part on the earnings of prostitution if he is paid by prostitutes for goods or services supplied by him to them for the purpose of their prostitution which he would not supply but for the fact that they were prostitutes."
Η πιο πάνω ερμηνεία, υιοθετήθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μavrides v. Police (1987) 2 C.L.R 63 στη σελ. 67, στην οποία λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 30(1) του Αγγλικού Sexual Offences Act 1956, είναι σχεδόν ταυτόσημο με το άρθρο 164.1 του δικού μας Ποινικού Κώδικα.
Δεν έχει σημασία αν οι πραγματικές εισπράξεις από την πορνεία αναμειγνύονται με το εισόδημα άλλων καθαρών πηγών. (βλ. Χρήστος Αυξεντίου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ 5 & Petrides v. The Police (1969) 2 C.L.R 114. Όπως παρατήρησε το Εφετείο στην Αυξεντίου (ανωτέρω), το αδίκημα συντελείται όταν κάποιος εν γνώσει του, ζει μερικώς ή εξ ολοκλήρου από τα κέρδη πορνείας. Δεν έχει ως εκ τούτου σημασία αν οι πραγματικές εισπράξεις από την πορνεία, αναμιγνύονται με το εισόδημα άλλων καθαρών πηγών.
Στην υπόθεση Calvert v. Mayes (1954) 1 All E.R. 41, αποφασίστηκε ότι πρόσωπο μπορεί να αποζεί από τα κέρδη πορνείας έστω και αν εισπράττει τα χρήματα μέσω τρίτου προσώπου βάσει σχεδίου και όχι απευθείας από την πόρνη. Το ίδιο ισχύει αν εισπράττει απευθείας από τους πελάτες. (βλ. (1974) 3 All E.R. 568 και Farrugia (1979) 69 Cr. App.R 108). Από την άλλη, δεν είναι όλα τα χρήματα που εισπράττει κανείς από πόρνη επιλήψιμα. Θα πρέπει να καταδειχθεί ότι αυτά τα χρήματα είναι το προϊόν πορνείας.
Τέλος, διευκρινίστηκε από την νομολογία πως δεν είναι η πορνεία που είναι ποινικά κολάσιμη αλλά η ζήση από τα κέρδη πορνείας (βλ. Kasapoglou v. Αστυνομίας, (2005) 2 Α.Α.Δ 301.
Αν και στην περίπτωση αυτού του αδικήματος δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόνοια για ενισχυτική μαρτυρία, ένεκα του ότι εμπίπτει στην κατηγορία των σεξουαλικών αδικημάτων, εφαρμόζεται ο συναφής κανόνας πρακτικής (βλ. Δημοσθένους v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ) βάσει του οποίου ο Δικαστής έχει υποχρέωση να προειδοποιεί εαυτόν για τους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής χωρίς ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Σάββας v. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ 258, 269). Αν βέβαια αναλογισθεί τον κίνδυνο και αυτοπροειδοποιηθεί επαρκώς τότε μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής ακόμα και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Τούτου λεχθέντος, η πόρνη δεν είναι συναυτουργός και συνεπώς δεν υπάρχει επιπρόσθετη υποχρέωση αυτοπροειδοποίησης (που υπάρχει συνήθως για συναυτουργούς) όταν η κύρια μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου προέλθει απ’ αυτήν (βλ. Petrosyan v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 90, 103).
Στην παρούσα υπόθεση όπως προανέφερα, η κύρια μαρτυρία εναντίον της κατηγορουμένης, προέρχεται από τις δύο παραπονούμενες (Μ.Κ.4 & Μ.Κ.5). Όπως δε είχα την ευκαιρία να αναφέρω στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας, η μαρτυρία των δύο παραπονουμένων, έγινε αποδεκτή στο σύνολο της μετά από προσεκτική ανάλυση της σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Έχοντας δε αναλογισθεί σε υπέρτατο βαθμό τους κινδύνους της αποδοχής της μαρτυρίας αυτής χωρίς ενίσχυση και κατόπιν συνεχών και έντονων αυτοπροειδοποιήσεων μου, κατέληξα ότι η ποιότητα, η δύναμη και η πειστικότητα της μαρτυρίας των Μ.Κ.4 & Μ.Κ.5, είναι τέτοια που μπορώ και έτσι αισθάνομαι με βεβαιότητα να βασιστώ με απόλυτη ασφάλεια σε αυτήν χωρίς αναζήτηση ενίσχυσης σε σχέση με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του αποζείν από κέρδη πορνείας της 6ης κατηγορίας.
Ανεξαρτήτως τούτου όπως σημειώνω πιο πάνω, η μαρτυρία των δύο παραπονουμένων, ενισχύεται στην ουσία από την μαρτυρία της Μ.Κ.13 αλλά και από και από τα τεκμήρια που βρέθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα.
Έχοντας δε υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 6ης κατηγορίας. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι:
· Οι δύο παραπονούμενες ασκούσαν πορνεία με την έννοια που προσδίδει στον όρο η πιο πάνω νομολογία αφού κατά τους επίδικους χρόνους προσέφεραν το σώμα τους σε πελάτες επ’ αμοιβή για σκοπούς σεξουαλικής συνεύρεσης. Συγκεκριμένα από τις 18.9.2007 μέχρι και τις 24.10.07 που συνελήφθησαν, έκαναν έρωτα επ’ αμοιβή με περίπου πέντε με έξη πελάτες ημερησίως.
· Η κατηγορουμένη ζούσε την επίδικη περίοδο από κέρδη πορνείας αφού εισέπραττε το ποσόν των £20,00 για κάθε πελάτη με τον οποίο έκανε έρωτα εκάστη παραπονουμένη.
Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αστυνομία έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων της παρούσας. Η κατηγορουμένη ως εκ τούτου, κρίνεται ένοχη και στις έξη κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
…………………………………
Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου
Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής