ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ.
Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 17846/24
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ν.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΥΡΕΑΣ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 23/12/2024
Για τη Δημοκρατία: κ. Λ. Κάρνος (για να ακούσει την απόφαση η κα Α. Τιμοθέου).
Για τον Kατηγορούμενο: κ. Ντ. Σαβεριάδης,
Κατηγορούμενος παρών.
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, σε κατηγορίες κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Α΄ και Β (κατηγορίες 1 – 4), κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 και σε κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 5), κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος, στη Λεμεσό:
· Μεταξύ των ημερομηνιών 13/10/2024 - 14/10/2024, κατείχε και κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α΄, ήτοι κοκαΐνη συνολικού βάρους 1 κιλού και 476.2 γραμμαρίων (κατηγορίες 2 και 1 αντίστοιχα).
· Στις 13/10/2024, κατείχε και κατείχε με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως B΄, ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών (κατηγορίες 4 και 3).
· Στις 13/10/2024 κατείχε το χρηματικό ποσό των €800 ενώ γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος (κατηγορία 5).
Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:
Στις 13/10/2024, λήφθηκε πληροφορία από την Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών («Υ.ΚΑ.Ν.») ότι ο κατηγορούμενος κατείχε και διακινούσε ποσότητες ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως A΄ και B΄, ήτοι κοκαΐνης και κάνναβης, τις οποίες απέκρυπτε σε σημείο ευρισκόμενο σε ορεινή τοποθεσία της περιοχής Μουτταγιάκας αλλά και στα υποστατικά της οικίας του που βρίσκεται στην οδό [ ], στη Μουτταγιάκα. Για τις διακινήσεις του, ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε τα μηχανοκίνητα οχήματα με αριθμούς εγγραφής [«όχημα Α»] και [«όχημα Β»].
Την ίδια ημέρα, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση τόσο την ορεινή περιοχή Μουτταγιάκας όσο και την οικία του κατηγορουμένου, με σκοπό τον εντοπισμό αυτού αλλά και των πιο πάνω μηχανοκίνητων οχημάτων. Περί ώρα 17:43 ο κατηγορούμενος θεάθηκε να αναχωρεί από την οικία του με το όχημα Α και να κατευθύνεται προς την ορεινή περιοχή της Μουτταγιάκας. Ακολούθως, θεάθηκε να σταθμεύει το όχημα Α σε απόμερο σημείο και αφού αποβιβάστηκε από αυτό, κατευθύνθηκε πεζός σε θαμνώδες σημείο. Μετά την πάροδο 3 περίπου λεπτών, ο κατηγορούμενος θεάθηκε να επιστρέφει στο όχημα Α, κρατώντας ένα αντικείμενο που ομοίαζε με τσάντα και αφού τοποθέτησε αυτό στο πίσω αριστερό κάθισμά του οχήματος, εισήλθε σε αυτό και αναχώρησε από το σημείο, επιστρέφοντας στην οικία του περί ώρα 18:01.
Περί ώρα 18:35 θεάθηκε να αναχωρεί από την οικία του κατηγορουμένου το όχημα Β, εντός του οποίου επέβαιναν ο κατηγορούμενος ως συνοδηγός και άλλο πρόσωπο ως οδηγός. Κατόπιν παρακολούθησης της πορείας που ακολούθησε το όχημα Β, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. το ανέκοψαν για έλεγχο, σε σημείο ευρισκόμενο επί της οδού Μύλου στην περιοχή Γερμασόγειας. Αμέσως μετά, οι δύο επιβαίνοντες πληροφορήθηκαν ως προς τους λόγους της παρουσίας των μελών της Υ.ΚΑ.Ν. στο μέρος αλλά και την πρόθεσή τους να ερευνήσουν το όχημα και τους ιδίους. Ερωτηθείς κατά πόσο υπάρχει οτιδήποτε παράνομο εντός του οχήματος, ο κατηγορούμενος απάντησε κατόπιν σχετικής επίστησης της προσοχής του στο Νόμο, «Εν έχουμε τίποτε».
Ακολούθησαν έρευνες του οχήματος Β και των δύο επιβαινόντων, από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., κατά τη διάρκεια των οποίων εντοπίστηκαν, φωτογραφήθηκαν και παραλήφθηκαν, διάφορα τεκμήρια, μεταξύ των οποίων, τα ακόλουθα: (α) δύο νάιλον διαφανείς συσκευασίες αεροστεγώς κλειστές, που περιείχαν ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως B', ήτοι κάνναβης, οι οποίες εντοπίστηκαν κρυμμένες εντός του χώρου αποσκευών του οχήματος και συγκεκριμένα, κάτω από το χαλί δαπέδου όπου βρισκόταν ο χώρος φύλαξης της ρεζέρβας, (β) μια νάιλον διαφανής συσκευασία αεροστεγώς κλειστή που περιείχε ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', ήτοι κοκαΐνης, η οποία εντοπίστηκε κρυμμένη εντός του χώρου αποσκευών του οχήματος, κάτω από πλαστικό κάλυμμα ευρισκόμενο πίσω από το δεξιό πισινό φανάρι του οχήματος και (γ) το ποσό των €1.165, το οποίο εντοπίσθηκε σε τσαντάκι μέσης που είχε πάνω του ο κατηγορούμενος.
O κατηγορούμενος, αφού προηγουμένως συνελήφθη για αυτόφωρα αδικήματα και επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, ανέφερε πως οι συνολικές ποσότητες κάνναβης και κοκαΐνης που εντοπίστηκαν στον χώρο αποσκευών του οχήματος, ήταν δικά του και ότι ο ίδιος τα είχε αποκρύψει στα σημεία εντοπισμού αυτών, εν αγνοία του προσώπου που οδηγούσε το όχημα. Όσον αφορά το ποσό των €1.165, ανέφερε ότι του ανήκε.
Μετά το πέρας των ερευνών στο σημείο ανακοπής του οχήματος Β, ερευνήθηκαν από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. το όχημα Α και ακολούθως η οικία του κατηγορουμένου, στη βάση προγενέστερης γραπτής του συγκατάθεσης. Κατά την έρευνα του οχήματος Α, εντοπίστηκε και παραλήφθηκε ως τεκμήριο, ένα ρολό με διαφανή νάιλον σακούλια ενώ κατά την έρευνα της οικίας του κατηγορουμένου, εντοπίστηκε και παραλήφθηκε ως τεκμήριο, από ντουλάπι της κουζίνας, μια συσκευή αεροστεγούς σφράγισης ή εξωτερικής αναρρόφησης μάρκας «LEFHEIT».
Την ίδια ημέρα και περί ώρα 20:45, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην ορεινή περιοχή Μουτταγιάκας όπου στην παρουσία του, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. διενήργησαν έρευνα στο θαμνώδες σημείο όπου αυτός είχε προηγουμένως θεαθεί να παραλαμβάνει ένα αντικείμενο. Κατά την έρευνα του μέρους, περί ώρα 20:56 εντοπίστηκε κρυμμένη σε θάμνο μια πράσινη βαλίτσα με την επιγραφή «BOLD FOOD» εντός της οποίας υπήρχαν ξεχωριστές νάιλον συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα κάνναβης και κοκαΐνης. Τα εν λόγω τεκμήρια υποδείχθηκαν στον κατηγορούμενο και αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Στη συνέχεια, τα τεκμήρια φωτογραφήθηκαν και παραλήφθηκαν από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. H έρευνα στο σημείο της ορεινής περιοχής διακόπηκε περί ώρα 21:30 με σκοπό τη συνέχισή της κατά τις πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας και το σημείο παρέμεινε υπό φρούρηση από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν.
O κατηγορούμενος μεταφέρθηκε ακολούθως στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού, όπου στην παρουσία του συσκευάστηκαν και σφραγίστηκαν τα διάφορα τεκμήρια που είχαν παραληφθεί κατά τις προαναφερθείσες έρευνες.
Στις 14/10/2024 και μεταξύ των ωρών 00:05 - 00:50, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα του. Στο πλαίσιο της κατάθεσής του ο κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, παραδέχτηκε την κατοχή της συνολικής ποσότητας κάνναβης και κοκαΐνης που ανευρέθηκε κατά τις πιο πάνω έρευνες, ισχυριζόμενος ότι ενεργούσε για λογαριασμό τρίτου προσώπου, από τον οποίο λάμβανε οδηγίες ως προς τη διακίνηση των εν λόγω ναρκωτικών και τον οποίο αρνήθηκε να κατονομάσει. Όσον δε αφορά τις ποσότητες κάνναβης και κοκαΐνης που εντοπίστηκαν εντός του χώρου αποσκευών του οχήματος Β, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι στις 13/10/2024 κατά το απόγευμα, είχε μεταβεί με το όχημα Α στο θαμνώδες σημείο όπου εντοπίστηκε η βαλίτσα με την επιγραφή «BOLD FOOD» και αφού παρέλαβε από το εσωτερικό της βαλίτσας τις εν λόγω ποσότητες, ακολούθως επέστρεψε στην οικία του, όπου τις απέκρυψε στα σημεία εντός του χώρου αποσκευών του οχήματος Β όπου αυτά εντοπίστηκαν, αναμένοντας οδηγίες από το τρίτο πρόσωπο ως προς το που και πότε θα γινόταν η παράδοση αυτών. Σχετικά με την παράνομη αυτή ενέργεια, ήτοι της μεταφοράς των ναρκωτικών, όπως επίσης παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος, είχε πληρωθεί το ποσό των €800 που αποτελεί μέρος του ποσού των €1.165, που εντοπίστηκαν μέσα στο τσαντάκι μέσης που φορούσε, ως αναφέρεται πιο πάνω.
Μετά το πέρας της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου, λήφθηκαν από αυτόν παρειακά επιχρίσματα και αποτυπώματα στη βάση προγενέστερης γραπτής του συγκατάθεσης. Περί ώρα 01:35 της ίδιας ημέρας, ο κατηγορούμενος συνελήφθη εκ νέου στη βάση εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και αφού πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψης του και επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Εντάξει».
Περί ώρα 07:15 μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. μετέβηκαν στο σημείο της ορεινής περιοχής Μουτταγιάκας, για συνέχιση της έρευνας που είχε διακοπεί την προηγούμενη ημέρα. Περί ώρα 08:55 εντοπίστηκε σε θαμνώδες σημείο κοντά από το σημείο όπου είχε εντοπιστεί η βαλίτσα με την επιγραφή «BOLD FOOD», ένα πλαστικό διαφανές δοχείο με την επιγραφή «SISTEMA» εντός του οποίου υπήρχαν διάφορες συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα κοκαΐνης. Το εν λόγω δοχείο ακολούθως φωτογραφήθηκε, παραλήφθηκε και μεταφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού, όπου περί ώρα 12:15 συσκευάστηκε και σφραγίστηκε ως τεκμήριο, στην παρουσία του κατηγορουμένου. Μεταξύ των ωρών 12:30 - 14:10, λήφθηκε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως επιστήθηκε η προσοχή του Νόμο, στο πλαίσιο της οποίας, μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε την κατοχή της εν λόγω ποσότητας κοκαΐνης. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε πως τη συγκεκριμένη ποσότητα κοκαΐνης την είχε ο ίδιος παραλάβει από το περιεχόμενο της βαλίτσας με την επιγραφή «BOLD FOOD» και αφού τη συσκεύασε και τοποθέτησε εντός του πλαστικού δοχείου με την επιγραφή «SISTEMA», τη μετέφερε στο σημείο όπου αυτή εντοπίστηκε για να παραληφθεί από τρίτο πρόσωπο. Επανέλαβε δε τη θέση του ότι ενεργούσε στη βάση οδηγιών που είχε λάβει από το τρίτο πρόσωπο, το οποίο αρνήθηκε να κατονομάσει, εκφράζοντας φόβους κατά της ζωής του ιδίου και της οικογένειάς του. Όσον αφορά την συσκευή αεροστεγούς σφράγισης ή εξωτερικής αναρρόφησης που είχε εντοπιστεί στην κουζίνα της οικίας του, ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την είχε χρησιμοποιήσει για να σφραγίσει τη συσκευασία με την ποσότητα κοκαΐνης που εντοπίστηκε στον χώρο αποσκευών του οχήματος Β ενώ σε σχέση με το ρολό των νάιλον σακουλιών που είχε εντοπιστεί στο όχημα Α ανέφερε ότι χρησιμοποιούσε τα σακούλια για τη μηχανή σφράγισης. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος εξέφρασε μεταμέλεια για τις πράξεις του δηλώνοντας ότι οι λόγοι που τον οδήγησαν σ’ αυτές ήταν καθαρά οικονομικοί.
Στις 19/10/2024 και μεταξύ των ωρών 12:30 - 14:10, λήφθηκε τρίτη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στο πλαίσιο της οποίας παραδέχτηκε ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που αγόρασε το προαναφερόμενο πλαστικό δοχείο με την επιγραφή «SISTEMA», από συγκεκριμένη υπεραγορά, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς του ως προς την τοποθέτηση κοκαΐνης εντός αυτού, όπως αναφέρονται πιο πάνω.
Μέσα από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώθηκε πως η συνολική ποσότητα κάνναβης που κατείχετο παράνομα από τον κατηγορούμενο, ήταν βάρους 3 κιλών και η συνολική ποσότητα κοκαΐνης ήταν βάρους 1 κιλού και 476.2 γραμμαρίων.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του, στην άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, στη μεταμέλεια του καθώς και στη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις συνθήκες που οδήγησαν τον κατηγορούμενο να διαπράξει τα επίδικα αδικήματα, παρέθεσε τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις και ζήτησε ουσιαστικά από το Δικαστήριο να επιδείξει επιείκεια.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, τα οποία παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται κατ’ αρχάς από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248). Συγκεκριμένα, για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄ και Β΄ προνοείται ποινή φυλάκισης 12 και 8 ετών αντίστοιχα, ενώ για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄ και Β΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, προβλέπεται ποινή δια βίου φυλάκισης. Το αδίκημα δε της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι η περιουσία που κατέχει αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, όπως στην προκειμένη, επισύρει ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηµατική ποινή µέχρι €500.000 ή και τις δύο αυτές ποινές (βλ. άρθρο 4(1) του Νόμου 188(Ι)/2007).
Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας» εφόσον τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024).
Τα τελευταία χρόνια διακινούνται στη χώρα μας μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι υπερβολικό. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την πρόληψη και την καταστολή του παγκόσμιου αυτού φαινομένου, φαίνεται το πρόβλημα να έχει διογκωθεί και να έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις.
Ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη της σύγχρονης αυτής μάστιγας είναι ουσιαστικός. Τα πιο πάνω όπως και η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έχουν βέβαια επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επανειλημμένα τόνισε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους και επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η ανάγκη αυτή επισημάνθηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν. Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024).
Η έξαρση στη χρήση των ναρκωτικών αλλά και οι δυσμενείς συνέπειες τους, ιδιαίτερα στη νεολαία μας, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110). Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί λοιπόν το κύριο γνώρισμα τους (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 557).
Τόσο ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77 όσο και η σχετική νομολογία προβαίνουν σε διαφοροποίηση ως προς τη μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Έτσι στην Beyki ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 60, λέχθηκε ότι θεμελιωμένη είναι η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ’ αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίο σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Η προαναφερόμενη διάκριση φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση των εμπόρων η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη εφόσον αυτοί αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής.
Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 01/12/2022, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδίως εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή με πρόθεση προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα.
Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά, ως και ο ρόλος του δράστη, είναι παράγοντες βαρύνουσας σημασίας κατά τον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι μεγάλη και η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. Γεωργίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις ΑΡ. 105, 118 και 119/2019, ημερ. 25/06/2021 και Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 127 και 130/2019, ημερ. 10/03/2021).
Σοβαρό είναι και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Πρόκειται για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο διαπράττεται, επειδή στα αδικήματα αυτά περιλαμβάνονται και τα γενεσιουργά αδικήματα, και στα τελευταία περιλαμβάνονται όλα τα αδικήματα που καθορίζονται ως ποινικά αδικήματα από Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνίσταται δε στη χρήση - απόλαυση, από τον αδικοπραγήσαντα, των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του (βλ. Μαληκκίδη v. Δημοκρατίας (2016) 2Β Α.Α.Δ. 1186).
Στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής λαμβάνουμε υπόψη και την πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη δέον όπως λεχθεί ότι τα επίδικα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση, γεγονός για το οποίο έχουμε γνώση όχι μόνο μέσω της σχετικής νομολογίας αλλά και από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που αφορούν τέτοια και καταχωρούνται ενώπιον μας αλλά και στα λοιπά πρωτόδικα Δικαστήρια.
Σε σχέση δε με το ύψος των ποινών έχουμε υπόψη μας ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως προηγούμενων αποφάσεων. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Οι προηγούμενες σχετικές αποφάσεις και προφανώς αναφερόμαστε σε αποφάσεις Ανώτερων Δικαστηρίων, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για τα συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Εκείνο στο οποίο οι προηγούμενες τέτοιες αποφάσεις βοηθούν είναι η παροχή κατευθυντήριων γραμμών ως προς τα όσα ένα Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υπέρ ή εναντίον ενός κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν, χωρίς προδεσμεύσεις, τη συγκεκριμένη υπόθεση που τίθεται ενώπιον τους, επιβάλλοντας εκείνη την ποινή που θεωρούν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100). Να πούμε βέβαια ότι, προς διαπίστωση του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής σε σχέση με αδικήματα όπως τα επίδικα, έχουμε μελετήσει και έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων.
Δεν μας διαφεύγει δε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και ανάλογα με αυτά διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή.
Στην προκειμένη, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου έγκειται στο γεγονός ότι είχε στην κατοχή του και μάλιστα με σκοπό την προμήθεια, όχι ένα αλλά δύο διαφορετικά είδη ναρκωτικών ουσιών, με το ένα να εμπίπτει στην Τάξη Α΄ και το άλλο στην Τάξη Β΄. Αναμφίβολα, σοβαρότερη ήταν η κατοχή εκ μέρους του με σκοπό την προμήθεια, μιας μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών Τάξεως Α΄ και συγκεκριμένα 1 κιλού και 476.2 γραμμαρίων κοκαΐνης, η οποία εμπίπτει στα σκληρά ναρκωτικά. Εδώ να λεχθεί ότι ουδόλως παραγνωρίζουμε την ταυτόχρονη κατοχή εκ μέρους του κατηγορουμένου, με σκοπό την προμήθεια, μιας επίσης μεγάλης ποσότητας κάνναβης και δη 3 κιλών, χωρίς όμως από την άλλη να μας διαφεύγει ότι η κάνναβη δεν εμπίπτει στα σκληρά ναρκωτικά. Πρέπει δε να επισημάνουμε ότι η ταυτόχρονη κατοχή τέτοιου είδους και ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, σε συνδυασμό με τον σκοπό της κατοχής, που ήταν η προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα και την ανάλογη βλάβη που η διάθεση της ποσότητας αυτής θα προκαλούσε σε μεγάλο αριθμό χρηστών αλλά και στην κοινωνία γενικότερα - κάτι τέτοιο ευτυχώς απετράπη, μόνο όμως λόγω της έγκαιρης παρέμβασης της Αστυνομίας - καταδεικνύουν την ιδιαίτερη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης.
Σε σχέση δε με τον ρόλο του κατηγορουμένου στη διάπραξη των αδικημάτων δέον όπως αναφερθούν τα εξής:
Ο κατηγορούμενος, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας, έδρασε για λογαριασμό τρίτου προσώπου, από το οποίο λάμβανε οδηγίες ως προς τη διακίνηση των ναρκωτικών και το οποίο αρνήθηκε να κατονομάσει, εκφράζοντας φόβο για τη ζωή του ιδίου αλλά και της οικογένειας του. Δεν ήταν λοιπόν ούτε ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών ουσιών ούτε και ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης αλλά έδρασε για λογαριασμό και υπό τις οδηγίες άλλου προσώπου. Παρόλα αυτά δεν μας διαφεύγει ότι είχε γνώση και έλαβε μέρος στην εκτέλεση ενός σχεδίου φύλαξης, συσκευασίας και διακίνησης των προαναφερόμενων μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α΄ και Β΄. Τα εν λόγω ναρκωτικά ήταν τοποθετημένα σε θαμνώδες απόμερο σημείο ορεινής περιοχής, προφανώς ώστε να μην είναι εύκολος ο εντοπισμός τους και αφού ο κατηγορούμενος μετέβη εκεί με ένα όχημα, παρέλαβε από εκεί ναρκωτικά, τα συσκεύασε και τα απέκρυψε εντός άλλου οχήματος, αναμένοντας οδηγίες ως προς τον χρόνο και τον τόπο παράδοσης τους. Σε σχέση με αυτά που εντοπίσθηκαν την επόμενη ημέρα σε κοντινό του πιο πάνω σημείο, στην ίδια ορεινή περιοχή, ο κατηγορούμενος κατόπιν οδηγιών παρέλαβε αυτά, τα συσκεύασε και τα τοποθέτησε εντός του πλαστικού δοχείου και ακολούθως μετέφερε το δοχείο στο σημείο όπου εντοπίσθηκε για να παραληφθεί από τρίτο πρόσωπο. Ο ρόλος του λοιπόν δεν ήταν επουσιώδης και περιφερειακός αλλά βασικός και αναγκαίος στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, αφού χωρίς αυτόν ως ενδιάμεσο δεν θα ήταν εφικτή η περαιτέρω διακίνηση και διάδοση τους στη συνέχεια στην κοινωνία (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466).
Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ’ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία παράλληλα επισημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος διακίνησης των ναρκωτικών. Αυτό διότι, ως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκε στην Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων. Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει».
Ως προς τους λόγους που ώθησαν τον κατηγορούμενο να διαπράξει τα επίδικα αδικήματα, ο κ. Σαβεριάδης ανέφερε τα ακόλουθα:
Ο γιος του κατηγορουμένου, σε ηλικία 17 ετών, ενόψει της απόρριψης του από ποδοσφαιρική ομάδα, άρχισε να παρουσιάζει αντικοινωνική συμπεριφορά, γεγονός που οδήγησε τη σύζυγο του κατηγορουμένου να διακόψει την εργασία της, για να μπορεί «να συγκρατηθεί η κατάσταση» με το παιδί τους. Εν τέλει, τον Αύγουστο του 2023 ο γιος του κατηγορουμένου εισήχθη, κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου, για υποχρεωτική προσωρινή νοσηλεία, στο νοσοκομείο Αθαλάσσας, όπου παρέμεινε για 2 μήνες. Ο δε κατηγορούμενος έκανε διάφορες δουλειές για να συντηρήσει την οικογένεια του. Για τον ίδιο σκοπό προσπάθησε, σε συνεργασία με κτηνίατρο, να ανοίξει ένα κατάστημα «pet shop». Αυτό όμως δεν λειτούργησε με αποτέλεσμα να απωλέσει όλες τις οικονομίες του και να καταστραφεί οικονομικά.
Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι ο λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος κατέφυγε στη διάπραξη των επίδικων σοβαρών αδικημάτων ήταν ουσιαστικά η αποκόμιση οικονομικού οφέλους αφού η οικογένεια του βρισκόταν σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση. Ο λόγος όμως αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη σοβαρή παράνομη συμπεριφορά που επέδειξε. Αυτό άλλωστε το δήλωσε και ο ίδιος ο συνήγορος Υπεράσπισης, αναφέροντας ότι το πιο πάνω δεν συνιστά δικαιολογία αλλά εξήγηση. Ο κατηγορούμενος όφειλε, προς επίλυση των οικονομικών του προβλημάτων, να αναζητήσει νόμιμες πηγές εσόδων για τις όποιες ανάγκες του και όχι να ενδώσει στον πειρασμό και να καταφύγει στην αποκόμιση γρήγορου οικονομικού οφέλους με την εν λόγω παράνομη δράση του. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Μακρή ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 15, «αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου». Είναι προφανές στην προκειμένη ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να εμπλακεί στη σοβαρή αυτή υπόθεση, προς εξασφάλιση οικονομικού οφέλους, παραγνωρίζοντας τις συνέπειες που θα είχαν οι πράξεις του στους συνανθρώπους του, στους οποίους τελικά θα κατέληγαν τα ναρκωτικά και ιδιαίτερα σε νέους ανθρώπους.
Άλλωστε ως υποδεικνύει η σχετική νομολογία, συνθήκες ως οι προαναφερόμενες, υπό τις οποίες δηλαδή ο κατηγορούμενος διέπραξε τα επίδικα αδικήματα, είναι οριακής σημασίας σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις όσον αφορά τον καθορισμό της ποινής. Αυτό καθότι, ως έχει σημειωθεί από τη σχετική νομολογία, η πείρα καταδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συνήθως συνεργάτες άτομα ευάλωτα, με ειδικά προβλήματα, που έχουν κάποια ανάγκη, όπως ο κατηγορούμενος στην προκειμένη. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί όμως να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλ. Marius v. Δημοκρατίας (2015) 2Α Α.Α.Δ. 397).
Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι τα Δικαστήρια, στο πλαίσιο της εξατομίκευσης μιας ποινής, δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές και λοιπές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου. Σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται λοιπόν η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 245 αυτό ισχύει ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Παράλληλα διατηρούμε κατά νου και δεν μας διαφεύγει, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του Νόμου ή να αναιρεί τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Antoniades v. Police (1986) 2 C.L.R. 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).
Προς όφελος του κατηγορουμένου, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας.
Κατ’ αρχάς λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311.
Περαιτέρω, προς όφελος του λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει τη μεταμέλεια του. Ως προς τούτο να λεχθεί ότι πέραν του ότι με τη στάση του αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28), έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορουμένου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. G. Piki, Sentencing in Cyprus, (2nd ed.) σελ. 65-66).
Άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη, που καταδεικνύει τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, είναι η συνεργασία του με την Αστυνομία, η οποία έλαβε χώρα λίγο μετά την ανακοπή του οχήματος Β, όταν συγκατατέθηκε γραπτώς να ερευνηθεί τόσο η οικία του όσο και το όχημα Α αλλά και ακολούθως με τα όσα αποκάλυψε στις τρεις ανακριτικές του καταθέσεις (βλ. Mbakoub v. Δημοκρατίας (2015) 2Α Α.Α.Δ. 119 και Πισσάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 229/2016, ημερ. 14/03/2018, ECLI:CY:AD:2018:B114), μέσω των οποίων απολογήθηκε και διευκόλυνε τις αστυνομικές αρχές στη διερεύνηση της υπόθεσης, στην έκταση βεβαίως που αφορούσε μόνο τη δική του εμπλοκή και ρόλο, αφού δεν κατονόμασε το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου δρούσε.
Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών, ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή δεν πρέπει να υπερτιμάται εφόσον τέτοιας φύσεως παράνομη συμπεριφορά δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος κατελήφθη ουσιαστικά επ’ αυτοφώρω να κατέχει τα επίδικα ναρκωτικά, η παραδοχή του ως προς τούτο είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατία (2012) 2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη όμως, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2015) 2 A.A.Δ. 424).
Επίσης λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου, η απουσία οποιωνδήποτε παραγόντων που καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε ιδιαίτερα σοβαρά, εν τη εννοία του άρθρου 30(4)(α) του Νόμου 29/77, γεγονός που τα καθιστά ολιγότερο σοβαρά (βλ. άρθρο 30(4)(β)(vii)).
Όσον αφορά τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές συνθήκες του κατηγορουμένου, πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τους λόγους που τον ώθησαν στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, λαμβάνουμε υπόψη τα ακόλουθα:
· Είναι 48 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο ενήλικων παιδιών, ηλικίας 22 και 21 ετών.
· Κατάγεται από την Αμμόχωστο.
· Βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω του διαζυγίου των γονιών του.
· Εργάστηκε ως πελεκάνος και καλουψιής.
· Η κόρη του σπουδάζει στην Ελλάδα, όπου πρέπει να επιστρέψει για να ολοκληρώσει το πρακτικό μέρος των σπουδών της και δεν υπάρχουν τα απαιτούμενα οικονομικά μέσα προς τούτο.
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπομνήσουμε, ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη, σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας και τη συναφή αντιμετώπιση των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν για αυτήν και ιδίως για νέους ανθρώπους, από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου (2016) 2Α Α.Α.Δ. 423).
Αφού εξετάσαμε και λάβαμε λοιπόν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που εκθέσαμε ανωτέρω αλλά και την ανάγκη για αποτροπή, που επιβάλλουν η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και κατόπιν συνυπολογισμού αυτών και στάθμισης όλων των σχετικών παραγόντων, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αναπόφευκτα αυτές της φυλάκισης.
Ως εκ των άνω επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
· Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 9 ετών.
· Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 5 ετών.
· Στην κατηγορία 5: ποινή φυλάκισης 1 έτους.
Στις κατηγορίες 2 και 4 δεν επιβάλλονται ποινές διότι τα γεγονότα της κατηγορίας 2 εμπεριέχονται στα γεγονότα της κατηγορίας 1 ενώ τα γεγονότα της κατηγορίας 4 εμπεριέχονται στα γεγονότα της κατηγορίας 3, στις οποίες έχουμε ήδη επιβάλει ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 34).
Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και η περίοδος έκτισης τους, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα, δηλαδή από τις 22/10/2024.
Όσον αφορά το ποσό των €800, ο κ. Κάρνος ζήτησε όπως αυτό δημευθεί δυνάμει των προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, εισήγηση με την οποία συμφώνησε και ο κ. Σαβεριάδης. Ως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης το εν λόγω ποσό των €800 σχετίζεται με τα επίδικα αδικήματα και ως εκ τούτου, ασκώντας την εξουσία που μας παρέχει το άρθρο 31 του Νόμου 29/77, διατάσσουμε όπως αυτό δημευθεί και κατατεθεί στα Δημόσια Ταμεία.
Το ποσό των €365, να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο.
Τα υπόλοιπα τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.
(Υπ.) .….…..…….…………..……………
Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) .…..….………..……….…………...
Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ.
(Υπ.) …………….…..……………………
Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής