ECLI:CY:EDPAF:2007:B27
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ:
ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 1077/05
Αστυνομία Πάφου
-ν-
Μαρία Καραγιώργη, από την Πάφο
Κατηγορουμένου
-------------------
Ημερομηνία: 11.4.07
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους (κ. Χ΄΄ Κύρου για να ακούσει απόφαση)
Κατηγορουμένη: παρούσα
--------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε.
Η κατηγορία αυτή ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα την 11.8.04 στην Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου στην Πάφο με ενεχόμενα το όχημα με αριθμούς εγγραφής AAQ 093, το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορουμένη, και το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής BBD 542, το οποίο οδηγείτο από τον Ανδρέα Μουστάκα, ΜΚ 2.
Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε ως μάρτυρες κατηγορίας τον Αστ. 3041, Κύπρο Κυπριανού (ΜΚ 1) και τον πιο πάνω αναφερόμενο Ανδρέα Μουστάκα (ΜΚ 2).
Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την οποία και κάλεσε σε απολογία. Η Κατηγορουμένη, αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση, ενώ κανένα άλλο μάρτυρα δεν κάλεσε.
Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα.
Κατ’ αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ’ ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου (1988) 1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη (1995) 2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva, ΠΕ 10351, ημερομηνίας 27.3.02). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων.
Ο ΜΚ 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Από την μαρτυρία του ελλείπει η σοβαρότητα και η απαιτούμενη ακρίβεια με αποτέλεσμα αυτή να στερείται κύρους. Μέσα από τις απαντήσεις του, το ύφος και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε, διαπίστωσα, ότι στερείτο της δυνατότητας να εκπληρώσει τα καθήκοντα του αναφορικά με την ορθή διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να στηριχτώ στην μαρτυρία του για να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα.
Παρακάτω αναφέρω χαρακτηριστικά σημεία από την μαρτυρία του, που καθιστούν την μαρτυρία του αναξιόπιστη.
Ενώ στην κυρίως εξέταση ο μάρτυρας ανέφερε, ότι οι ζημιές πάνω στο όχημα της Κατηγορουμένης ήταν γδαρσίματα, αντεξεταζόμενος από την Κατηγορουμένη δέχθηκε, ότι επί του οχήματός της δεν υπήρχαν γδαρσίματα, παρά μόνο αποτυπώματα που είχε αφήσει το τιμόνι του μοτοποδήλατου του ΜΚ 2, όταν με την σύγκρουση ήρθε σε επαφή με το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Τα αποτυπώματα δε αυτά φάνηκαν πάνω σε σκόνη που υπήρχε στο μέρος επί του οχήματος της Κατηγορουμένης.
Ενώ στην κυρίως εξέταση δήλωσε, ότι δεν γνώριζε αν τα πιο πάνω αναφερόμενα γδαρσίματα προήλθαν από την επαφή του τιμονιού του μοτοποδηλάτου με το όχημα της Κατηγορουμένης στην αντεξέταση δέχτηκε, ότι τα αποτυπώματα, τα οποία στην αντεξέταση δέχτηκε, ότι υπήρχαν επί του οχήματος της, ήταν όντως αποτέλεσμα της επαφής του τιμονιού του μοτοποδηλάτου με το όχημα της.
Περαιτέρω, ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση σε πόσο ύψος βρισκόντουσαν τα αποτυπώματα πάνω στην πόρτα του οχήματος της Κατηγορουμένης έδωσε την αλλόκοτη απάντηση ότι αυτά βρίσκονταν σε ύψος 30 μέτρων! Αντιλαμβανόμενος το άτοπο της θέσης του παραδέχτηκε αργότερα, ότι η απάντησή του αυτή ήταν λανθασμένη. Δεν ήταν, όμως, σε θέση να δώσει απάντηση στο ερώτημα.
Δεν μπορούσε, επίσης, να πει με βεβαιότητα τον τύπο του οχήματος της Κατηγορουμένης. Ενώ στην κυρίως εξέταση ανέφερε, ότι αυτό ήταν διπλοκάμπινο, στην αντεξέταση δεν μπόρεσε να αποκλείσει με βεβαιότητα υποβολή από μέρους της Κατηγορουμένης, ότι το όχημά της δεν ήταν διπλοκάμπινο, αλλά χαμηλού τύπου αυτοκίνητο, μάρκας Pajero, ισχυρισμός, ο οποίος επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ 2. Δεν ήταν, επίσης, σε θέση να πει αν κατά πόσο στο πίσω μέρος του μοτοποδηλάτου υπήρχε πλαστική κάσια.
Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο, ότι ο μάρτυρας δεν ήταν μετρημένος στην μαρτυρία του, αφού αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε, ότι στα σημεία, που πιο πάνω αναφέρονται, είχε δώσει λανθασμένη και ανακριβή μαρτυρία. Δεν ήταν, επίσης, σε θέση να καταθέσει θετικά, ως όφειλε, όντας εξεταστής του δυστυχήματος, αναφορικά με ουσιώδη ζητήματα στην υπόθεση, όπως ο τύπος του οχήματος της Κατηγορουμένης, αν, δηλαδή, αυτό ήταν διπλοκάμπινο ή τύπου jeep, και, τέλος, αν το μοτοποδήλατο έφερε πλαστική κάσια στο πίσω μέρος του.
Ο μάρτυρας δεν με έπεισε, ότι διετέλεσε το έργο της διερεύνησης του δυστυχήματος με τον απαραίτητο επαγγελματισμό και την απαιτούμενη ακρίβεια. Για τον λόγο αυτό, εκτός από τα σημεία, που πιο κάτω αναφέρονται, καμία πίστη δεν θα δώσω στην υπόλοιπη μαρτυρία του.
Από την μαρτυρία του δέχομαι μόνο, ότι το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη στην Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου στην Πάφο, ότι οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί κατά την στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσαν με νότια κατεύθυνση, ήτοι προς Κάτω Πάφο και ότι κατά την σύγκρουση το τιμόνι του μοτοποδηλάτου ήρθε σε επαφή με την αριστερή πισινή πόρτα και το αριστερό πισινό φτερό του οχήματος της Κατηγορουμένης. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί υποστηρίζονται πλήρως και από την μαρτυρία του ΜΚ 2.
Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο μάρτυρας δεν καθόρισε την θέση του αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης. Περιορίστηκε, απλά, να αναφέρει, ότι ο ΜΚ 2 υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το Χ1, το οποίο σημείωσε επί του Τεκμηρίου 3, και η Κατηγορουμένη το Χ, το οποίο, επίσης, σημείωσε επί του εν λόγω τεκμηρίου. Δεν υιοθέτησε, όμως, την θέση κανενός από τους δύο πιο πάνω αναφερόμενους μάρτυρες. Προφανώς, γιατί δεν υπήρχαν αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή, τα οποία να συνηγορούν με την υιοθέτηση της μιας ή της άλλης θέσης. Ούτε και οποιοσδήποτε από τους υπόλοιπους μάρτυρες υιοθέτησε με την μαρτυρία του τις πιο πάνω μετρήσεις. Συνεπώς, η πιο πάνω μαρτυρία δεν αποτελεί μαρτυρία επί της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε να ενεργήσει, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα. Για τον λόγο αυτό δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.
Όσον αφορά τον ΜΚ 2 θεωρώ, πως ό,τι ανέφερε στο Δικαστήριο ήταν αλήθεια. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός στην εκδοχή του και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από την Κατηγορουμένη. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και επέμεινε στην εκδοχή του, η οποία ήταν σαφής και ξεκάθαρη, σε αντίθεση με την Κατηγορουμένη, η οποία αντεξετάζοντας τον μάρτυρα υπέβαλε σε αυτόν μιαν εκδοχή αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη η σύγκρουση διαφορετική από αυτήν που υιοθέτησε καταθέτοντας ενόρκως.
Καταθέτοντας ενόρκως η Κατηγορουμένη υιοθέτησε, τελικά, την εκδοχή του ΜΚ 2 εγκαταλείποντας την εκδοχή, που υπέβαλε στον εν λόγω μάρτυρα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, σύμφωνα με την οποία ο ΜΚ 2 επέπεσε πάνω στο όχημά της, ενώ αυτή βρισκόταν στο κέντρο του δρόμου με πρόθεση να στρίψει δεξιά.
Δέχομαι, λοιπόν, ότι ο μάρτυρας πριν την σύγκρουση οδηγούσε το μοτοποδήλατό του στην άκρως αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του, πολύ κοντά στο πεζοδρόμιο. Η Κατηγορουμένη, η οποία οδηγούσε στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και με την ίδια κατεύθυνση, πλησίασε τον μάρτυρα με το όχημά της από τα δεξιά του. Περνώντας από δίπλα του συγκρούστηκε δύο φορές με την δεξιά χειρολαβή του τιμονιού του μοτοποδηλάτου του, πρώτα, με την αριστερή πισινή πόρτα και, ακολούθως, με το αριστερό πισινό φτερό του οχήματός της.
Ο μάρτυρας απέκρυψε, όμως, από το Δικαστήριο, ότι πριν την σύγκρουση οδηγούσε με αστάθεια μέσα στον δρόμο, θέση, η οποία υποστηρίχτηκε από την Κατηγορουμένη και δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Συνακόλουθα, ο μάρτυρας δεν αποκάλυψε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και, κατά συνέπεια, δεν ήταν πλήρως ειλικρινής.
Η Κατηγορουμένη, αρχικά, δεν ήταν ειλικρινής, αφού κατά την κυρίως εξέταση απέκρυψε από το Δικαστήριο, ότι περνώντας από τα δεξιά του μοτοποδηλάτου, το αυτοκίνητό της ήρθε σε επαφή με το τιμόνι του. Ανέφερε, απλώς, ότι στην προσπάθειά της να αποφύγει τον ΜΚ 2, ο οποίος οδηγούσε μια προς τα δεξιά και μια προς τα αριστερά, τον πέρασε από τα δεξιά του και συνέχισε ευθεία, ώστε το όχημά της να προπορεύεται του μοτοποδηλάτου, για να δει αργότερα από το αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της το μοτοποδήλατο και τον ΜΚ 2 να πέφτουν στην άσφαλτο, αποσιωπώντας το γεγονός της σύγκρουσης.
Μόνο στην αντεξέταση παραδέχτηκε, ότι περνώντας από τα δεξιά του μοτοποδήλατου συγκρούστηκε με το τιμόνι του, αφού στην θέση εκείνη βρισκόταν πολύ κοντά στο μοτοποδήλατο – μισό μέτρο περίπου – και το μοτοποδήλατο εξακολουθούσε να κινείται μια στα δεξιά και μια στα αριστερά.
Δέχομαι την τελική θέση και, κατ’ επέκταση, την μαρτυρία της Κατηγορουμένης, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την ολοκλήρωση της. Δεν δέχομαι, όμως, ότι το μοτοποδήλατο επέπεσε πάνω στο όχημα της. Η μάρτυρας στην αντεξέταση παραδέχτηκε, ότι το μοτοποδήλατο, με τον τρόπο που η ίδια περίγραψε στο Δικαστήριο, ότι οδηγούσε ο ΜΚ 2, «έφτανε» μέχρι και την νοητή προέκταση της αριστερής άκρης του οχήματός της. Επομένως, περνώντας από τα δεξιά του μοτοποδήλατου αναπόφευκτα η Κατηγορουμένη θα ερχόταν, όπως και ήρθε, σε επαφή με το τιμόνι του μοτοποδήλατου.
Ούτε και ότι η επαφή με το τιμόνι του μοτοποδηλάτου, που δέχτηκε ότι έλαβε χώρα, ήταν η μοναδική, αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ 2, που αποδέχτηκα, το όχημα της Κατηγορουμένης ήρθε σε επαφή με το τιμόνι του μοτοποδηλάτου του ΜΚ 2 δύο φορές.
Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
Την 11.8.04 η Κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητό της με αριθμούς εγγραφής AAQ 093 επί της Λεωφόρου Αποστόλου Παύλου στην Πάφο με νότια κατεύθυνση, ήτοι προς Κάτω Πάφο. Του οχήματος της Κατηγορουμένης προπορευόταν το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής BBD 542, το οποίο οδηγείτο από τον ΜΚ 2 επί της ιδίας οδού και με την ίδια κατεύθυνση.
Το μοτοποδήλατο οδηγείτο στην άκρως αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης ακολουθούσε διατηρώντας μεγαλύτερη απόσταση από το αριστερό πεζοδρόμιο από ότι το μοτοποδήλατο.
Ο ΜΚ 2 οδηγούσε με αστάθεια μέσα στο δρόμο με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατο του να κινείται ζικ-ζακ, δηλαδή, μια προς τα δεξιά και μια προς τα αριστερά. Όταν το μοτοποδήλατο έκλινε προς τα δεξιά το τιμόνι του συναντούσε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης στην νοητή προέκταση της αριστερής άκρης του.
Η Κατηγορουμένη στην προσπάθειά της να αποφύγει τον ΜΚ 2 επιτάχυνε περνώντας τον από τα δεξιά του. Στην θέση αυτή η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα ήταν πολύ μικρή και ένεκα του ότι το μοτοποδήλατο εξακολουθούσε να κινείται με αστάθεια, διαγράφοντας πορεία ζικ-ζακ, το όχημα της Κατηγορουμένης συγκρούστηκε με την δεξιά χειρολαβή του τιμονιού του μοτοποδηλάτου. Το τιμόνι ήρθε σε επαφή, πρώτα, με την αριστερή πισινή πόρτα του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης και ακολούθως με το αριστερό πισινό φτερό.
Το μοτοποδήλατο συνεπεία της επαφής που είχε με το όχημα της Κατηγορουμένης ανετράπη με αποτέλεσμα τόσο αυτό όσο και ο ΜΚ 2 να πέσουν κάτω στην άσφαλτο.
Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ’ επανάληψη.
Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police (1982) 2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 30).
Η προσοχή του Δικαστηρίου επικεντρώνεται στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police (1972) 2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 1).
Από την στιγμή που ο ΜΚ 2 οδηγούσε με αστάθεια μέσα στο δρόμο με αποτέλεσμα, όταν το μοτοποδήλατο έκλινε προς τα δεξιά, να φτάνει ίσαμε την νοητή προέκταση της αριστερής άκρης του οχήματος της, η Κατηγορουμένη δεν έπρεπε να επιχειρήσει να περάσει τον ΜΚ 2 από τα δεξιά του. Υπό αυτές τις περιστάσεις ήταν αναμενόμενο, ότι μια τέτοια κίνηση προς τα εμπρός θα προκαλούσε σύγκρουση με το μοτοποδήλατο και ενδεχόμενη ανατροπή τόσο του μοτοποδηλάτου όσο και του οδηγού του, πράγμα το οποίο, τελικά, δεν αποφεύχθηκε.
Από την στιγμή που είχε αναλογισθεί το επικίνδυνο της οδήγησης του ΜΚ 2 και γι’ αυτό, άλλωστε, τον λόγο επιθυμούσε να τον αποφύγει, όφειλε η Κατηγορουμένη να μην προσπεράσει τον ΜΚ 2, αφού πράττοντας έτσι, η σύγκρουση με το μοτοποδήλατο ήταν αναπόφευκτη. Ο κίνδυνος, ο οποίος δημιουργήθηκε με το επικίνδυνο οδήγημα του ΜΚ 2 υλοποιήθηκε με τον αμελή τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η Κατηγορουμένη.
Εν’ όψει των πιο πάνω η Κατηγορουμένη δεν ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός. Αυτή δε απέτυχε να εκπληρώσει το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας που όφειλε προς τον ΜΚ 2.
Συνακόλουθα καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γι’ αυτό βρίσκω την Κατηγορουμένη ένοχη στην εναντίον της κατηγορία.
(Υπ.) ………………………………..
Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής