ECLI:CY:KDPAF:2010:2

ΣΤΟ  ΜΟΝΙΜΟ  ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ  ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ.

                        Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ.

                        Α. Κονή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 14239/08

 

Δημοκρατία

 

εναντίον

 

1.            Αριστόδημου Αριστοδήμου

2.            Κυριάκου Σιβιτανίδη

3.            Mohamad Terzlaki

Κατηγορουμένων

 

------------------

 

Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου, 2010

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χ”Κύρου

Για τον κατηγορούμενο 1:  κ. Βραχίμης

Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Α. Ευτυχίου με κ. Χρ. Σιμιλλίδη

Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες

----------------

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Το κατηγορητήριο

 

            Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες.

 

Πρώτη κατηγορία                 Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

Δεύτερη κατηγορία               Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6(1)(2) Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε.

 

Τρίτη κατηγορία                    Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 5(1)(β), 6(1)(3), 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 20/77 όπως τροποποιήθηκε.

 

            Προτού  προχωρήσουμε να παραθέσουμε με κάποια λεπτομέρεια τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και Κατηγορουμένων, θα σκιαγραφήσουμε πολύ συνοπτικά την εκδοχή τους.

 

Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής

 

            Κατόπιν πληροφοριών για διακίνηση ναρκωτικών από κάποιο άτομο Αραβικής καταγωγής οργανώθηκε επιχείρηση της Αστυνομίας στις 31.10.2008 κατά την οποία συνελήφθη ο πρώην κατηγορούμενος 3 (Mohamad Terzlaki) στο χωριό Κισσόνεργα, για κατοχή και προμήθεια κάνναβης.  Ακολούθησε έρευνα στην κατοικία του και στη συνέχεια μεταφορά του στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου.  Ακολούθως ο κατηγορούμενος 3 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για ιατρική περίθαλψη λόγω του τραυματισμού του στην προσπάθεια του να διαφύγει της σύλληψης.  Ενώ αναμένετο η εξέταση του στην αίθουσα αναμονής του Νοσοκομείου, ο κατηγορούμενος 3 εξέφρασε στους αστυνομικούς που τον συνόδευαν, την επιθυμία να αποκαλύψει όλη την αλήθεια σε σχέση με την υπόθεση για την οποία συνελήφθηκε και πώς τα ναρκωτικά βρέθηκαν στην κατοχή του.

 

Αποκάλυψε ότι τα ναρκωτικά που θα πωλούσε στον υπό κάλυψη αστυνομικό του τα είχε προμηθεύσει ο εργοδότης του που είναι ο κατηγορούμενος 1 και ότι αυτός είχε και άλλη ποσότητα ναρκωτικών κρυμμένη σε συγκεκριμένο σημείο στο χωράφι του στο χωριό Αρχιμανδρίτα (που στο εξής θα αναφέρεται ως “το χωράφι”) και ο κατηγορούμενος 3 ήταν πρόθυμος να τους υποδείξει το ακριβές σημείο.  Αμέσως οι αστυνομικοί που τον είχαν συνοδεύσει στο Νοσοκομείο τον μετέφεραν στην Αρχιμανδρίτα και αφού μετακίνησαν μια μεταλλική σχάρα από ένα σημείο της περίφραξης του χωραφιού που τους υπέδειξε ο κατηγορούμενος 3, εισήλθαν σε αυτό.  Ένας από τους αστυφύλακες έσκαψε με τα χέρια του στο σημείο που τους υπόδειξε ο κατηγορούμενος 3 και ανευρέθηκε ένα πράσινο σακούλι (Τεκμήριο 10) το οποίο περιείχε τρία πράσινα σακούλια τυλιγμένα με τέλλα χρώματος καφέ (Τεκμήρια 13Α, 13Β και 13Γ) μέσα στα οποία υπήρχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης (Τεκμήρια 12Α, 12Β και 12Γ).  Ακολούθως αφού τοποθέτησαν τα ανευρεθέντα ναρκωτικά στο ίδιο σημείο που βρέθηκαν, έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση.  Με την ανεύρεση των ναρκωτικών και την άφιξη στο μέρος και άλλης αστυνομικής δύναμης, δύο αστυνομικοί μαζί με τον κατηγορούμενο 3 αναχώρησαν για τα γραφεία της ΥΚΑΝ στην Πάφο.

 

Κατά την διαδρομή προς Πάφο, ο κατηγορούμενος 3 πληροφόρησε τους αστυνομικούς που τον συνόδευαν, ότι αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο 1 να κατευθύνεται προς την Αρχιμανδρίτα με το αυτοκίνητο του και ενημερώθηκαν σχετικά οι αστυνομικοί που παρέμειναν στο χωράφι.  Ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε το αυτοκίνητο του μέσα στο χωράφι και πεζός μαζί με τον κατηγορούμενο 2 πλησίασε στο σημείο που ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά και άρχισε να σκάβει, ενώ ο κατηγορούμενος 2 του έφεγγε με το φανάρι (Τεκμήριο 14).  Κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε να σκάβει αναφέροντας στον κατηγορούμενο 2 ότι κάποιος είχε σκάψει εκεί και ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε προς τα δέντρα που ήταν κρυμμένος ένας από τους αστυνομικούς, ερευνώντας το χώρο με το φανάρι του.  Τότε επενέβη η Αστυνομία και τους συνέλαβε.

 

Η εκδοχή των κατηγορουμένων

 

 Ήταν η εκδοχή των κατηγορουμένων ότι μετέβησαν στο χωράφι το βράδυ της 31/10/2008 για να πάρει ο κατηγορούμενος 2 ένα σκύλο τον οποίον θα του έδινε ο κατηγορούμενος 1 και να ελέγξουν τις σχάρες της περίφραξης του χωραφιού. Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν άγνοια για την παρουσία των αντικειμένων που ανευρέθηκαν από την Αστυνομία, προβάλλοντας τη θέση περί κατασκευασμένης υπόθεσης από την Αστυνομία.

           

Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή

 

Στη βάση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής την ίδια μέρα δηλαδή στις 31.10.2008 η υπηρεσία της ΥΚΑΝ προέβη σε δύο επιχειρήσεις.  Τα γεγονότα της πρώτης επιχείρησης σχετίζονται με τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα και τα Τεκμήρια 52 και 53 παραδέχθηκε ενοχή σε αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά, για αντίσταση κατά της νομίμου σύλληψης και απόδρασης από νόμιμη σύλληψη και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, ενώ τα γεγονότα της δεύτερης με τους κατηγορούμενους 1 και 2 που είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη τους.  Αρχικά και ο κατηγορούμενος 3 αντιμετώπιζε στην παρούσα υπόθεση κατηγορία για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (2η κατηγορία) από την οποία όμως απαλλάχθηκε και αθωώθηκε κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του.

 

            Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αριθμός μελών της Αστυνομίας Πάφου και συγκεκριμένα της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών έλαβαν μέρος και στις δύο επιχειρήσεις, που ήταν αναμενόμενο εφόσον η δεύτερη επιχείρηση ήταν απόρροια των αποκαλύψεων στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος 3 μετά τη σύλληψη του κατά την πρώτη επιχείρηση.

 

            Κατά την πρώτη επιχείρηση έλαβαν μέρος οι αστυφύλακες 3179 Χρίστος Αντωνίου (Μ.Κ.3), 4026 Μάριος Στυλιανού (Μ.Κ.8), 2364 Κώστας Χριστοφόρου (Μ.Κ.11), 3742 Αντρέας Γεωργίου (Μ.Κ.10) και 2968 Σταύρος Αντωνίου (Μ.Κ.4).

 

            Ο Μ.Κ.3 μέλος της ΥΚΑΝ Πάφου στις 31.10.2008 έλαβε μέρος στην επιχείρηση της Αστυνομίας στο χωριό Κισσόνεργα  κατά την οποία συνελήφθη επ’ αυτοφώρω ο κατηγορούμενος 3 να προσπαθεί να πωλήσει σε υπό κάλυψη αστυνομικό ποσότητα κάνναβης και στη συνέχεια ορίστηκε ως εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. 

 

            Όπως ανάφερε, μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου 3 διεξήχθηκε έρευνα στη κατοικία του και ακολούθως οδηγήθηκε από τον ίδιο και τους αστυφύλακες Μ.Κ.8 και Μ.Κ.6 στο Νοσοκομείο για ιατρική εξέταση.  Εκεί προέβη σε αποκαλύψεις σε σχέση με τη συμμετοχή του κατηγορούμενου 1 σε αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά και την απόκρυψη από αυτόν ποσότητας ναρκωτικών στο χωράφι στην Αρχιμανδρίτα οπότε έφυγαν από το Νοσοκομείο για να μεταβούν στην Αρχιμανδρίτα.  Για να εισέλθουν στο χωράφι δημιούργησαν άνοιγμα στη περίφραξη με την αφαίρεση αριθμού μικρών τελιών που συγκρατούσαν τις μεταλλικές σχάρες της περίφραξης.  Στην παρουσία του ο Μ.Κ.6 έσκαψε με τα χέρια του στο συγκεκριμένο σημείο που υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο 3 και ανευρέθηκε το σακούλι μέσα στο οποίο υπήρχαν οι τρεις συσκευασίες της κάνναβης.  Όλα τα ανευρεθέντα ο Μ.Κ. 6 τοποθέτησε πίσω στην αρχική τους θέση, κατόπιν τηλεφωνικών οδηγιών του Λοχία 514 που ήταν ο υπεύθυνος της πρώτης επιχείρησης.

 

            Με την άφιξη στο χωράφι και άλλων συναδέλφων τους, ο Μ.Κ.3 μαζί με τον Μ.Κ.11 και τον κατηγορούμενο 3 εγκατέλειψαν το χωράφι με πρόθεση να μεταβούν στο Νοσοκομείο, ενώ παρέμειναν οι Μ.Κ.8, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 για παρακολούθηση της σκηνής.  Κατά την επιστροφή ο κατηγορούμενος 3 τους πληροφόρησε ότι είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 να κατευθύνεται προς την Αρχιμανδρίτα και ο Μ.Κ.11 ενημέρωσε τηλεφωνικά τους αστυνομικούς στη σκηνή.

 

            Εκτός από τις πιο πάνω ενέργειες ο Μ.Κ.3 παρέλαβε τεκμήρια της υπόθεσης για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων τα οποία έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του και πήρε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 5).  Στη συνέχεια  κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 6) και τους κατηγορούμενους 2 και 1 (Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα).

 

Ο αστυφύλακας 4026 Μάριος Στυλιανού (Μ.Κ.8) έλαβε μέρος και στις δυο επιχειρήσεις της Αστυνομίας.  Σύμφωνα με τον Μ.Κ.8 όταν ο αστυφύλακας 3326 που ήταν ο φερόμενος αγοραστής των ναρκωτικών αποκάλυψε την αστυνομική του ιδιότητα στον κατηγορούμενο 3, αυτός προσπάθησε να διαφύγει τρέχοντας και οι αστυφύλακες Αντρέας Γεωργίου (Μ.Κ.10) και Κώστας Χριστοφόρου (Μ.Κ.11) μαζί με τον αστυφύλακα 3326 άρχισαν να τον καταδιώκουν.  Ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στη καταδίωξη γιατί του ζητήθηκε να παραμείνει στο μέρος και να φρουρεί το αυτοκίνητο από το οποίο εξήλθε ο κατηγορούμενος 3, μέσα στο οποίο υπήρχαν τεκμήρια.  Ο κατηγορούμενος 3 οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου και από εκεί ο Μ.Κ.8 μαζί με τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6 μετέφεραν τον κατηγορούμενο 3 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για ιατρική περίθαλψη λόγω του ελαφρού τραυματισμού του κατά τη σύλληψη του.  Τον είδε ένας νοσηλευτής και ενώ ανέμεναν την ιατρική εξέταση, ο κατηγορούμενος 3 εξέφρασε την επιθυμία να τους οδηγήσει στο σημείο που κρυβόταν μεγαλύτερη ποσότητα ναρκωτικών. Τότε ο Μ.Κ.8 πληροφόρησε σχετικά τον Μ.Κ.4 και ο ίδιος μαζί με τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6, μετέφεραν τον κατηγορούμενο 3 στο χωράφι στο χωριό Αρχιμανδρίτα που τους είχε υποδείξει ο κατηγορούμενος 3.  Όταν έφτασαν στο μέρος, μετακίνησαν τις μεταλλικές σχάρες με τις οποίες ήταν περιφραγμένο το χωράφι και αφού εισήλθαν από το άνοιγμα που δημιούργησαν, ο κατηγορούμενος 3 τους υπέδειξε το σημείο που ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά.  Ακολούθησε εκσκαφή από τον Μ.Κ.6 με τα χέρια του στο σημείο που είχε υποδειχθεί και ανευρέθηκε το σακούλι με τα ναρκωτικά (Τεκμήριο 10).

 

Στη συνέχεια τα ναρκωτικά τοποθετήθηκαν στην αρχική τους θέση και οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.11 μαζί με τον κατηγορούμενο 3 εγκατέλειψαν το μέρος ενώ παρέμειναν οι Μ.Κ.8, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.5 για συνεχή παρακολούθηση της σκηνής και ο Μ.Κ.4 που είχε μετακινηθεί σε σημείο κοντά στο κάγκελο της εισόδου για έλεγχο της ευρύτερης περιοχής.  Κατά την 21:30 ο Μ.Κ.8 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον Μ.Κ.4 ότι πλησίασε ένα όχημα στο οποίο επέβαιναν δύο πρόσωπα το ένα εκ των οποίων ξεκλείδωσε την κλειδαριά ασφαλείας ώστε το όχημα να εισέλθει στο χωράφι.  Αμέσως ο Μ.Κ.8 ειδοποίησε σχετικά τους υπόλοιπους αστυφύλακες που παρέμειναν για φρούρηση, οι οποίοι κρύφτηκαν περιμετρικά του σημείου ώστε να βρίσκονται σε ετοιμότητα.  Μετά μερικά λεπτά ο Μ.Κ.8 είδε δύο πρόσωπα να κατευθύνονται προς το σημείο που ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά χωρίς να προσεγγίσουν καθόλου τις σχάρες και ο ένας από τους δύο άρχισε να σκάβει στο συγκεκριμένο σημείο ενώ ο άλλος του έφεγγε με φανάρι.  Σε κάποιο στάδιο σταμάτησε να σκάβει και ανάφερε στο άλλο άτομο ότι κάποιος έσκαψε στο σημείο.  Τότε το άτομο που κρατούσε το φανάρι γύρισε το φως του φαναριού προς το μέρος που ήταν κρυμμένος ο Μ.Κ.8 ο οποίος φώναξε “Αστυνομία σταματάτε” αποκαλύπτοντας τους ταυτόχρονα την αστυνομική του ιδιότητα.  Ο Μ.Κ.8 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 που ήταν το πρόσωπο που κρατούσε το φανάρι, ενώ ο Μ.Κ.6 συνέλαβε εκείνον που έσκαβε δηλαδή τον κατηγορούμενο 1.

 

Ταυτόχρονα πλησίασαν και οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 στη σκηνή και ο Μ.Κ.8 ξέθαψε τα ναρκωτικά τα οποία ακολούθως υπέδειξε στους κατηγορούμενους εφιστώντας την προσοχή τους στο Νόμο.  Ο μεν κατηγορούμενος 1 απάντησε “Ρε παιθκιά αν μου τα εβάλετε πιάστε τα φύετε γιατί εν να μπερτέψουμε” ενώ ο κατηγορούμενος 2 δήλωσε άγνοια.  Στη συνέχεια τους συνέλαβε πληροφορώντας τους τους λόγους σύλληψης και  τα δικαιώματα τους και παρέλαβε ως τεκμήρια τα ρούχινα γάντια που φορούσε ο κατηγορούμενος 2 (Τεκμήριο 15), το φανάρι και την νάυλον τσάντα που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2 (Τεκμήρια 14 και 17 αντίστοιχα).  Οι Μ.Κ. 4, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.8 μαζί με τους κατηγορούμενους παρέμειναν στο μέρος μέχρι την άφιξη του φωτογράφου της Αστυνομίας (Μ.Κ.1) ο οποίος φωτογράφησε καθ’ υπόδειξη του Μ.Κ.8 τα διάφορα σημεία και τεκμήρια (βλ. φωτογραφίες Τεκμήριο 36).  Ακολούθως μετέβησαν μαζί με τους κατηγορούμενους στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου όπου αφού ο Μ.Κ.1 φωτογράφησε εκ νέου τα τεκμήρια καθ’ υπόδειξη πάλι του Μ.Κ.8, όλα τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν στη σκηνή σφραγίστηκαν στην παρουσία των κατηγορουμένων οι οποίοι και υπόγραψαν και ακολούθως τέθηκαν στην αποθήκη φύλαξης τεκμηρίων απ’ όπου λήφθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις.  Ο Μ.Κ.8 αφού εξήγησε τα δικαιώματα τους στους κατηγορούμενους με την έγκριση τους πήρε παρειακά επιχρίσματα για επιστημονικές εξετάσεις.

 

Ακολούθησε έρευνα στην κατοικία του κατηγορούμενου 1 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο και η επανασύλληψη των κατηγορουμένων 1 και 2 δυνάμει σχετικών ενταλμάτων σύλληψης (βλ. Τεκμήρια 33 και 34 αντίστοιχα). 

 

Ο αστυφύλακας 2364 Κώστας Χριστοφόρου (Μ.Κ.11) μαζί με τους Μ.Κ.8 και Μ.Κ.10, κατά την πρώτη επιχείρηση παρακολουθούσαν κρυμμένοι εντός μικρής εκκλησίας την αγοραπωλησία ποσότητας ναρκωτικών μεταξύ του κατηγορούμενου 3 και του υπό κάλυψη αστυνομικού.  Όταν ο υπό κάλυψη αστυνομικός φώναξε “Αστυνομία” και ταυτόχρονα “έφοδος” δίνοντας έτσι το μήνυμα να επέμβουν, ο Μ.Κ.11 άρχισε να καταδιώκει μαζί με τον υπό κάλυψη αστυνομικό και τον Μ.Κ.10 τον κατηγορούμενο 3 που είχε καταφέρει να διαφύγει της σύλληψης.  Σε κάποιο στάδιο ο Μ.Κ.10 ξεπέρασε στο τρέξιμο τους άλλους αστυνομικούς και φώναξε στον κατηγορούμενο 3, να σταματήσει ρίχνοντας του τρεις προειδοποιητικούς πυροβολισμούς στον αέρα.  Ο κατηγορούμενος 3 τον αγνόησε και όταν έφτασε τρέχοντας σε ένα όχθο βάθους περίπου δύο μέτρων πήδηξε στο κενό.  Τον ακολούθησε ο Μ.Κ.10 ο οποίος πήδηξε επίσης από τον όχθο και κατάφερε να τον συλλάβει με την βοήθεια των υπολοίπων αστυνομικών εφόσον ο κατηγορούμενος 3 αντιστεκόταν στη σύλληψη του κλωτσώντας και χτυπώντας τους με τα χέρια του. 

 

 

Εκτός από τη συμμετοχή του κατά την πρώτη επιχείρηση, ο Μ.Κ.11 μετέβη επίσης στο χωράφι μαζί με τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 και μαζί με τον Μ.Κ.3  παρέλαβαν τον κατηγορούμενο 3 για να τον μεταφέρουν στην Πάφο.  Καθ’ οδόν και ενώ ο κατηγορούμενος 3 καθόταν πίσω από τον οδηγό, συναντήθηκαν με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 με αντίθετη κατεύθυνση από το δικό τους και ενημερώθηκαν σχετικά οι αστυνομικοί που παρέμειναν στο χωράφι, όχι από τον ίδιο.

 

            Ο Μ.Κ.11 μετέφερε τον κατηγορούμενο 3 στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου έτυχε ιατρικής περίθαλψης και μετά στα γραφεία της ΥΚΑΝ όπου του έλαβε καταθέσεις (Τεκμήρια 19 και 46). Από την αντίσταση του κατηγορούμενου 3 κατά την σύλληψη του κατά την πρώτη επιχείρηση, ο Μ.Κ.11 τραυματίστηκε ελαφρά γι’ αυτό επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και του παρασχέθηκαν οι Πρώτες Βοήθειες.

 

            Επίσης ο Μ.Κ.11 μετέφερε τεκμήρια της υπόθεσης στο ΥΠΕΓΕ και παρέλαβε άλλα από το Κρατικό Χημείο τα οποία επίσης παρέδωσε στο ΥΠΕΓΕ.  Στις 27.5.2008 παρέλαβε από το ΥΠΕΓΕ τα τεκμήρια που τους είχε δώσει και τα έδωσε στον Μ.Κ.7.

 

Ο αστυφύλακας 3742 Αντρέας Γεωργίου (Μ.Κ.10) έλαβε επίσης μέρος στην πρώτη επιχείρηση έξω από την παλιά εκκλησία στο χωριό Κισσόνεργα.   Ουσιαστικά επανέλαβε στη μαρτυρία του όσα ανάφεραν και οι υπόλοιποι συνάδελφοι του που έλαβαν μέρος στην πρώτη επιχείρηση.  Ανάφερε επιπρόσθετα ορισμένες λεπτομέρειες σε σχέση με την καταδίωξη και σύλληψη του κατηγορούμενου 3 που είναι οι εξής.  Ενώ καταδίωκε τον κατηγορούμενο 3 του φώναξε “Αστυνομία σταμάτα” και “Police stop” χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού αυτός συνέχισε να τρέχει εισερχόμενος σε περιβόλι.  Τότε έριξε τρεις προειδοποιητικούς πυροβολισμούς στον αέρα με το υπηρεσιακό του πιστόλι χωρίς πάλι να υπακούσει ο κατηγορούμενος 3.  Σε δύο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος 3 ενώ έτρεχε μέσα στο περιβόλι έπεσε κάτω αλλά ξανασηκώθηκε και συνέχισε να τρέχει.  Στο σημείο που αρχίζει άλλο περιβόλι και χωρίζει τα δύο ένας όχθος ύψους περίπου δύο μέτρων, ο κατηγορούμενος 3 πήδηξε από τον όχθο.  Ο Μ.Κ.10 που προηγείτο στο τρέξιμο από τους άλλους αστυνομικούς πήδηξε και αυτός πίσω του και πριν προλάβει ο κατηγορούμενος 3 να σηκωθεί από το έδαφος τον ακινητοποίησε με τη βοήθεια του Μ.Κ.11 και του υπό κάλυψη αστυνομικού και του φόρεσαν χειροπέδες.  Πριν την ακινητοποίηση του, ο κατηγορούμενος 3 πρόβαλε αντίσταση χτυπώντας τους με τα χέρια και κλωτσώντας τους.  Ο Μ.Κ.10 κατά τη καταδίωξη είχε συνεχή οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο 3 εφόσον η απόσταση μεταξύ τους ήταν 7-8 μέτρα.  Το τι ενέργειες ακολούθησαν για διερεύνηση του αδικήματος για το οποίο συνελήφθη ο κατηγορούμενος 3 στις οποίες έκαμε αναφορά ο Μ.Κ.10 δεν μας ενδιαφέρει.  Απλά θα πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.10 τόσο ο ίδιος όσο και ο αστυφύλακας 3326 τραυματίστηκαν κατά την καταδίωξη και πάλη τους με τον κατηγορούμενο 3 γι’ αυτό και μετέβησαν αμέσως μετά την έρευνα στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου 3, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για ιατρική περίθαλψη.

           

Ο Μ.Κ.10 έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 και στις 5.11.2008 παρέλαβε από το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας τα Τεκμήρια 10, 12Α-Γ, 13Α-Γ, 14, 15, 17 και τα παρειακά επιχρίσματα των κατηγορουμένων 1 και 2 μετά την ολοκλήρωση της επιστημονικής τους εξέτασης.  Ακολούθως παρέδωσε τα Τεκμήρια 12Α-Γ και 13Α-Γ στην κα Κατερίνα Κονάρη (Μ.Κ.13) για επιστημονική εξέταση, ενώ τα υπόλοιπα στον Μ.Κ.3.

 

            Ο Μ.Κ.10 ήταν παρών επίσης όταν ο κατηγορούμενος 3 έδωσε τη φωτογραφική (Τεκμήριο 11) στον Μ.Κ.3 στις 6.11.2008.

 

            Ακολούθως ο Μ.Κ.10 μετέβη στο φωτογράφο Παναγιώτη Φακοντή ο οποίος αφού εμφάνισε το φίλμ που ήταν μέσα στο Τεκμήριο 11 του παρέδωσε τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 16) τα οποία έδωσε στη συνέχεια στον Μ.Κ.3.

 

            Ο αστυφύλακας 3299 Αμβρόσιος Γεωργίου (Μ.Κ.6) είναι ένας από τους αστυφύλακες που συνόδευσαν για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο 3 στο Νοσοκομείο Πάφου και μετά στο χωράφι στην Αρχιμανδρίτα.  Είναι το πρόσωπο που έσκαψε με τα χέρια του στις πέτρες και ανέσυρε το σακούλι (Τεκμήριο 10) μέσα στο οποίο βρίσκονταν τρία μικρότερα που από τη μυρωδιά που αναδύετο φάνηκε στον Μ.Κ.6 ότι περιείχαν κάνναβη.  Ο Μ.Κ.6 αφού έσκισε λίγο με μαχαίρι, δηλαδή 2-3 εκατοστά, τη μία από τις τρεις συσκευασίες επιβεβαίωσε ότι το περιεχόμενο του ήταν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης.

 

            Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε ο Μ.Κ.3 με τον Λοχία 514 του δόθηκαν οδηγίες και επανατοποθέτησε το σακούλι με το περιεχόμενο του στην αρχική του θέση θέτοντας από πάνω πέτρες με χώμα.  Ακολούθως στις 21:30 ενημερώθηκε από τον Μ.Κ.8 ότι ένα αυτοκίνητο πλησίασε στο μέρος από το οποίο αποβιβάστηκαν δύο πρόσωπα.  Τότε έλαβαν θέσεις περιμετρικά του σημείου που ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά σε απόσταση 5-6 μέτρων, ενώ ο Μ.Κ.8 λίγο μακρύτερα.  Μετά παρέλευση μερικών λεπτών είδε δύο πρόσωπα να κατευθύνονται πεζοί στο σημείο που ήταν τα ναρκωτικά και ο ένας κρατούσε φανάρι και πλαστική σακούλα.

 

            Όταν έφτασαν στο σημείο αυτό είδε τον κατηγορούμενο 1, που τον αναγνώρισε εκ των υστέρων, να σκάβει με τα χέρια του με το φως του φαναριού που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2.  Ενώ ο κατηγορούμενος 1 ήταν γονατιστός στο σημείο των ναρκωτικών τον άκουσε να λέει “είναι σκαμμένα”.  Τότε ο κατηγορούμενος 2 φέγγοντας με το φανάρι του δεξιά-αριστερά προχώρησε μέσα στο χωράφι προς το σημείο που ήταν κρυμμένος ο Μ.Κ.8.  Αμέσως επενέβηκε ο Μ.Κ.8 ο οποίος φώναξε “Αστυνομία σταματάτε” αποκαλύπτοντας την αστυνομική του ιδιότητα.  Την ίδια στιγμή επενέβη και ο ίδιος και ακινητοποίησαν τους κατηγορουμένους ενώ πλησίασαν στη σκηνή και οι Μ.Κ.4 και 5 για βοήθεια.  Ακολούθως ο Μ.Κ.8 έβγαλε από το έδαφος το σακούλι με το περιεχόμενο του πληροφορώντας τους κατηγορούμενους ότι ήταν κάνναβη η κατοχή και χρήση της οποίας απαγορεύεται και ο κατηγορούμενος 1 απάντησε “Ρε παιθκιά αν μου τα εβάλετε πιάστε τα φύετε γιατί εν να μπερτέψουμε” ενώ ο κατηγορούμενος 2 απάντησε “εν ηξέρω τίποτε”.  Στη συνέχεια ο Μ.Κ.8 τους πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και παρέλαβε το σακούλι με το περιεχόμενο του, το φανάρι, τη τσάντα και τα γάντια που φορούσε ο κατηγορούμενος 2 ως τεκμήρια.  Όλοι παρέμειναν στο μέρος μέχρι που ήλθε ο Μ.Κ.1, φωτογράφος της Αστυνομίας, και πήρε φωτογραφίες από τη σκηνή (Τεκμήριο 36).

 

            Ο αστυφύλακας 1456 Πανίκος Δανιήλ (Μ.Κ.5) μαζί με τους Μ.Κ.4 και 11 μετέβησαν στο χωράφι κατόπιν οδηγιών του Μ.Κ.8, στο οποίο ήδη βρίσκονταν οι Μ.Κ.8, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6 μαζί με τον κατηγορούμενο 3.  Εκεί ο Μ.Κ.8 τους υπέδειξε συγκεκριμένο σημείο στο οποίο, όπως τους ανέφερε, υπήρχε μεγάλη ποσότητα κάνναβης μέσα σε νάυλον τσάντα.  Ο Μ.Κ.5 παρέμεινε στο μέρος μαζί με τους Μ.Κ.8, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 για παρακολούθηση του, ενώ οι υπόλοιποι έφυγαν μαζί με τον κατηγορούμενο 3.  Όταν ο Μ.Κ.4 που είχε μετακινηθεί προς την καγκελόπορτα ενημέρωσε τηλεφωνικά τον Μ.Κ.8 ότι ένα αυτοκίνητο έφτασε στο χωράφι και ο Μ.Κ.8 ακολούθως τους υπόλοιπους, όλοι πήραν θέσεις γύρω από το σημείο που βρίσκονταν τα ναρκωτικά, ο ίδιος γύρω στα 8-10 μέτρα απόσταση.  Ο Μ.Κ.5 στην ουσία επανέλαβε όλα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.8 στη μαρτυρία του σε σχέση με την παρουσία των κατηγορουμένων στη σκηνή και τις ενέργειες του καθενός από αυτούς πριν και μετά τη σύλληψη τους.  Ο Μ.Κ.5 ήταν σίγουρος ότι ο κατηγορούμενος 2 κρατούσε τη τσάντα (Τεκμήριο 17) όταν προχωρούσε προς το σημείο που ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά.  Εξήγησε επίσης ότι ενώ οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν στο έδαφος ο κατηγορούμενος 1 διαμαρτύρετο.  Ο Μ.Κ.5 έλαβε μέρος και στην έρευνα στην κατοικία του κατηγορούμενου 2 χωρίς όμως να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο.

 

            Περίπου στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και η μαρτυρία του αστυφύλακα 2968 Σταύρου Αντωνίου (Μ.Κ.4).  Ήταν ο αστυφύλακας που παρέμεινε στη καγκελόπορτα του χωραφιού για παρακολούθηση και ο οποίος ειδοποίησε τηλεφωνικά τον Μ.Κ.8 ότι ένα αυτοκίνητο πλησίαζε στο χωράφι.  Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο οδηγός του αυτοκινήτου αφού ξεκλείδωσε την καγκελόπορτα εισήλθε με το αυτοκίνητο μέσα στο χωράφι και στάθμευσε περίπου στο μέσο του.  Απ’ αυτό κατέβηκαν δύο πρόσωπα τα οποία κατευθύνθηκαν προς το σημείο που ήταν τα ναρκωτικά.  Ο συνοδηγός κρατούσε με το ένα χέρι μια τσάντα και με το άλλο ένα φανάρι το οποίο ενώ αρχικά το είχε αναμμένο όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, το έσβησε όταν πήραν τον δρόμο προς τα ναρκωτικά.  Ο ίδιος τους ακολούθησε από κάποια απόσταση και όταν τα δύο πρόσωπα προσέγγισαν το σημείο των ναρκωτικών άκουσε τους συναδέλφους του που φώναξαν “Αστυνομία σταμάτα”.  Πλησιάζοντας στο σημείο που ήταν τα ναρκωτικά ο Μ.Κ.4 είδε τον Μ.Κ.8 να βγάζει ένα σακούλι από το έδαφος και να το υποδεικνύει στα δύο πρόσωπα που ήταν οι κατηγορούμενοι, ενώ αυτοί ήταν ξαπλωμένοι στο έδαφος και να τους αναφέρει ότι ήταν ναρκωτικά πληροφορώντας τους ταυτόχρονα τα δικαιώματα τους.

 

            Μετά τη σύλληψη των κατηγορουμένων ακολούθησε η αστυνομική διερεύνηση της υπόθεσης.

 

            Ο Υπαστυνόμος Στέλιος Αριστείδου (Μ.Κ.7) ως ο υπεύθυνος της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών Πάφου έχει υπό την ευθύνη του την αποθήκη τεκμηρίων στην οποία κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο έχει πρόσβαση.  Το κλειδί της το κρατά ο ίδιος.  Στα πλαίσια των ευθυνών του παρέλαβε στις 6.2.2009 από τον Μ.Κ.11 τεκμήρια της υπόθεσης με σκοπό να τα παραδώσει στον Μ.Κ.3 αλλά επειδή ο Μ.Κ.3 έλειπε τη συγκεκριμένη ώρα, τα τοποθέτησε ο ίδιος στην αποθήκη και κατά την άφιξη του Μ.Κ.3, μαζί τα τοποθέτησαν στο σημείο που ήταν τα υπόλοιπα τεκμήρια της υπόθεσης μέσα στην αποθήκη.

 

            Το ίδιο έγινε και στις 27.5.2009 όταν ο Μ.Κ.11 του παράδωσε άλλα τεκμήρια της υπόθεσης.   Ο Μ.Κ.7 κατάθεσε ως Τεκμήριο 29 αντίγραφο σελίδων του Βιβλίου Τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης στο οποίο καταγράφονται τα τεκμήρια που φυλάσσονταν στην αποθήκη και κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο (βλ. στήλη 9 του Τεκμηρίου 29).

 

            Ο αστυφύλακας 857 Γεώργιος Γεωργίου (Μ.Κ.9) απλά έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2.

 

            Ο αστυφύλακας 1825 Αντρέας Χριστοφίδης (Μ.Κ.1) ειδικός φωτογράφος της Αστυνομίας στις 31.10.2008 και 1.11.2008 προέβη σε φωτογράφηση της σκηνής στο χωράφι και τεκμηρίων (φωτογραφίες - Τεκμήριο 36) και στις 6.11.2008 σε νέα φωτογράφηση τεκμηρίων (βλ. φωτογραφίες - Τεκμήριο 38).

 

            Ο αστυφύλακας 2588 Αντρέας Παπακλεοβούλου (Μ.Κ.2) επίσης ειδικός φωτογράφος της Αστυνομίας την 1.11.2008 προέβη σε φωτογράφηση σκηνής καθ’ υπόδειξη του Λοχία 514 και του αστυφύλακα 2374 (βλ. φωτογραφίες -Τεκμήριο 37).

 

            Παρέμεινε η αναφορά στην μαρτυρία της κας Κατερίνας Κονάρη (Μ.Κ.13) υπεύθυνης του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Κρατικού Χημείου του Κράτους.  Η Μ.Κ.13 προέβη σε λεπτομερή περιγραφή στο Δικαστήριο όλων των ενεργειών, εξετάσεων και μεθοδολογίας που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στο συμπέρασμα της ότι η ξηρή φυτική ύλη που περιέχετο στα τρία σακούλια που της παρέδωσε ο Μ.Κ.10 και ήταν περιτυλιγμένα με καφέ κολλητική ταινία είναι κάνναβη από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, η οποία περιλαμβάνεται στον Πρώτο Πίνακα, Μέρος ΙΙ (Φάρμακα Τάξεως Β) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 και Κανονισμών.

 

            Για να ολοκληρωθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής θα αναφερθούμε και στη μαρτυρία του Χριστόδουλου Νεοκλέους (Μ.Κ.12) κοινοτάρχη του χωριού Αρχιμανδρίτα που ουσιαστικά η μαρτυρία του αποτελεί  μέρος των παραδεκτών γεγονότων.  Στο σημείο αυτό παραθέτουμε ολόκληρο το απόσπασμα από τα παραδεκτά γεγονότα που σχετίζεται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του χωραφιού και την περιγραφή του.

 

“Το χωράφι στην Αρχιμανδρίτα στο οποίο κατά τον ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής ανευρέθηκαν τα Τεκμήρια 10, 12, 13, 14, 15 και 17 έχει έκταση περίπου 24 σκάλες.  Το όλο χωράφι ανήκει εξ’ αδιαιρέτου στους Σάββα Αριστείδου, ο οποίος έχει το ½ μερίδιο και στους Ιωάννη Αριστοδήμου, Ραφαέλλα Αριστοδήμου και Ελένη Αριστοδήμου οι οποίοι έχουν το άλλο ½ μερίδιο.  Δηλαδή έχουν από 1/10 και ο Αριστοδήμου έχει 3/10. 

 

Υπάρχει διαδικασία διαχωρισμού του χωραφιού για έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για τα δύο ½ μερίδια.  Το ένα το μισό του Σάββα και το άλλο των τριών.  Στη νότια μεριά του χωραφιού στο πάνω μέρος δηλαδή, υπάρχουν δύο καγκελόπορτες/εισόδοι μια εκ των οποίων φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 37 των οποίων τα κλειδιά έχουν αντίστοιχα ο κατηγορούμενος 1 και ο Σάββας Αριστείδου.  Οι 12 σκάλες καλλιεργούνται από το Σάββα Αριστείδου και οι άλλες 12 σκάλες περίπου καλλιεργούνται από τον κατηγορούμενο 1.  Το μέρος του χωραφιού που κατά τους ισχυρισμούς της Κατηγορούσας Αρχής ανευρέθηκαν τα ανωτέρω τεκμήρια είναι εκείνο το οποίο καλλιεργεί ο κατηγορούμενος 1.

Από τη παραγωγή από την εν λόγω καλλιέργεια του χωραφιού ο κατηγορούμενος 1 πουλούσε φρούτα και φθαρτά σε φρουταρίες”.

 

            Ο Μ.Κ.12 στη μαρτυρία του ανάφερε ότι έβλεπε τον κατηγορούμενο 1 να πηγαίνει στο χωράφι μαζί με τον κατηγορούμενο 3 και με άλλους εργάτες και ότι ο κατηγορούμενος 1 παλιά του έκαμε παράπονο ότι του έκλεβαν τη σοδειά.  Ο Μ.Κ.12 επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 προέβη σε διάνοιξη δρόμου στο χωράφι με τη βοήθεια μηχανήματος και ότι του ζήτησε να ειδοποιήσει τους βοσκούς να μην επιτρέπουν στα ζώα τους να εισέρχονται σ’ αυτό γιατί είχε βγάλει τη σχάρα της περίφραξης.

 

Η μαρτυρία για την υπεράσπιση.

 

            Μετά που κλήθηκαν σε απολογία, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να δώσουν μαρτυρία ενόρκως και κάλεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης τον κατηγορούμενο 3 (Μ.Υ.1), τον Μάριο Θεοφίλου (Μ.Υ.2) και Φραγκίσκο Κασσέρα (Μ.Υ.3).

 

            Ο κατηγορούμενος 1 στη μαρτυρία του έδωσε τη δική του εκδοχή για όσα συνέβησαν στις 31.10.2008.  Ανάφερε ότι την προηγούμενη εβδομάδα της 31.10.2008 εργαζόταν σχεδόν καθημερινά στο χωράφι γιατί προέβαινε σε διάνοιξη δρόμου μέσα σ’ αυτό, με την βοήθεια “καδενοφόρου” οχήματος.

 

            Στις 30.10.2008 ζήτησε από τον κατηγορούμενο 3, που ήταν υπάλληλος του, να πάει στο χωράφι για να κόψει τα κολοκυθάκια και να τα τοποθετήσει σε κιβώτια.  Ακολούθως του ζήτησε να τον βοηθήσει να τοποθετήσει τις σχάρες στη θέση τους προσωρινά και όταν τελείωσαν έφυγαν με διαφορετικά αυτοκίνητα.  Όταν έφτασαν στην Πάφο, κατέβασαν τα κιβώτια με τα κολοκυθάκια στη φρουταρία και ακολούθως ο καθένας πήγε στο σπίτι του.

 

            Την επομένη (31.10.2008) έστειλε τον κατηγορούμενο 3 να ξεκαλουπώσει καλούπια σε οικοδομή στην Κισσόνεργα, ενώ ο ίδιος ασχολήθηκε με άλλες δουλειές μέχρι τις 4-4.30 μ.μ.  Το βράδυ ζήτησε τηλεφωνικά από τον κατηγορούμενο 2 να τον συνοδεύσει στο χωράφι για να ελέγξει τις σχάρες και να του δώσει και το σκύλο του, ζητώντας του να πάρει μαζί του και ένα φανάρι γιατί θα ήταν βράδυ.  Όταν έφτασαν στο χωράφι, ο κατηγορούμενος 1 ξεκλείδωσε το κάγκελο και αφού σταμάτησε το αυτοκίνητο του μέσα στο χωράφι, ξανακλείδωσε.  Τότε μαζί με τον κατηγορούμενο 2 πεζοί κατευθύνθηκαν πρώτα προς τις σχάρες. Όταν τις πλησίασαν ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να φέξει με το φανάρι του προς αυτές και εφόσον είδε ότι οι σχάρες ήταν στην θέση τους προχώρησαν προς το μέρος της κληματαριάς που ήταν οι σκύλοι.  Τότε άκουσαν κάποιο θόρυβο και δύο άτομα έπεσαν πάνω τους φωνάζοντας τους “Αστυνομία”.  Όπως ήταν στο χώμα ξαπλωμένοι και με τα χέρια πίσω, κάποιος τρίτος αστυνομικός πέταξε ανάμεσα τους ένα σακούλι με ναρκωτικά.  Παρέμειναν έτσι ξαπλωμένοι μέχρι να τους φορέσουν χειροπέδες και μετά κάθισαν.  Ακολούθως ήλθε ο φωτογράφος ο οποίος κάπου τοποθέτησε το σακούλι.  Αφού έβγαλαν φωτογραφίες τους μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό.  Ο κατηγορούμενος 1 αναγνώρισε τη τσάντα (Τεκμήριο 17) εξηγώντας ότι ήταν αυτή που πήρε στο χωράφι για να βάλει μέσα κολοκυθάκια αλλά επειδή ήταν σχισμένη, την πέταξε και ο αέρας ίσως την μετέφερε στο σημείο που βρέθηκε.

 

            Η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 όπως φαίνεται στη δια ζώσης μαρτυρία του συμπορεύεται με αυτή του κατηγορούμενου 1.  Ανάφερε ότι στις 31.10.2008 και ώρα 09:30 μ.μ. μαζί με τον κατηγορούμενο 1 πήγαν στο χωράφι με σκοπό να του παραδώσει ο κατηγορούμενος 1 ένα σκύλο για το κυνήγι.  Λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, εκείνο το βράδυ φορούσε γάντια και σακάκι γιατί ήταν κρύο και πήρε μαζί του και ένα φανάρι.  Όταν έφτασαν, σταμάτησαν το αυτοκίνητο μέσα στο χωράφι και ξεκίνησαν πεζοί για το χώρο που ήταν οι σκύλοι, με τη χρήση του φαναριού με το οποίο έφεγγαν δεξιά και αριστερά για προσανατολισμό της πορείας τους.  Μετά μερικά λεπτά ενώ περπατούσαν, άκουσαν μια φωνή “Αστυνομία” και κάποια πρόσωπα έπεσαν πάνω τους και τους ακινητοποίησαν μπρούμητα στο έδαφος.  Στη συνέχεια οι αστυνομικοί έριξαν μπροστά τους ένα σακούλι που, όπως τους είπαν, είχε μέσα ναρκωτικά και ο ίδιος απάντησε “εν ηξέρω τίποτε”.  Τους είπε όμως ότι πήγε εκεί για να πάρει ένα σκύλο από τον κατηγορούμενο 1.

 

            Ο κατηγορούμενος 3 (Μ.Υ.1) στη δια ζώσης μαρτυρία του ανάφερε ότι το πρωί της 30.10.2008 βρισκόταν στο σπίτι του αλλά το μεσημέρι του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 να πάει στο χωράφι για να μαζέψει κολοκύθια.  Αφού μάζεψε τα κολοκύθια στο χωράφι και τα έβαλε στο αυτοκίνητο, βοήθησε τον κατηγορούμενο 1 να τοποθετήσει τις σχάρες στο δρόμο.  Όταν τέλειωσαν, πήγαν στη Πάφο και αφού παράδωσαν τα κολοκύθια, ακολούθως πήγε στο σπίτι του.  Όσον αφορά τα επεισόδια με τους αστυνομικούς κατά τα οποία συνελήφθηκε, εξήγησε ότι στην εκκλησία της Κισσόνεργας τον είχε πάρει με το αυτοκίνητο του κάποιος Παλαιστίνιος που είχε διευθετήσει και τη συνάντηση με τον φερόμενο αγοραστή των ναρκωτικών.  Όταν μετά τη σύλληψη του οι αστυνομικοί τον μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό, κατά την ανάκριση με τη χρήση σωματικής βίας σε βάρος του τον πίεζαν να ομολογήσει ότι το εμπόρευμα του το έδωσε ο κατηγορούμενος 1 για τον οποίο είχαν ένταλμα σύλληψης. Ο κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι ήταν αυτός που αποκάλυψε στους αστυνομικούς την ύπαρξη των ναρκωτικών στο χωράφι, όταν ακόμα ήταν στον Αστυνομικό Σταθμό και από εκεί κατευθύνθηκαν προς το χωράφι.  Όταν έφτασαν, οι αστυνομικοί έλυσαν τις σχάρες σε κάποιο σημείο και από εκεί εισήλθαν μέσα σ’ αυτό.  Ο ίδιος τους έδειξε περίπου πού βρίσκονταν τα ναρκωτικά και τους είδε να σκάβουν για 1-2 λεπτά άλλοι με μαχαίρι και άλλοι με ξύλα, μέχρι που βρήκαν τη σακούλα με τα ναρκωτικά που είχε τοποθετήσει εκεί ο ίδιος.  Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 3 ο κατηγορούμενος 1 δεν γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών μέσα στο χωράφι.

 

            Στο σημείο αυτό παρεμβάλλονται οι τρεις γραπτές καταθέσεις του που έδωσε στην Αστυνομία και κατατέθηκαν ως κανονικά τεκμήρια κατά την ακρόαση χωρίς ένσταση από μέρους του, για τις οποίες αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι  αντιπροσωπεύουν όλη την αλήθεια.  Αντίθετα η αλήθεια είναι όσα ανάφερε στο Δικαστήριο, τα οποία αναγκάστηκε να πει κατόπιν απειλών που δέχθηκε στις Κεντρικές Φυλακές, χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.

 

            Στη πρώτη του κατάθεση (Τεκμήριο 19) ο κατηγορούμενος 3 ισχυρίζεται ότι τους τελευταίους δύο μήνες εργαζόταν ως υπάλληλος του κατηγορούμενου 1 στα καλούπια και σε γεωργικές εργασίες.  Ενώ στις 30.10.2008 βρίσκονταν μαζί στο χωράφι, ο κατηγορούμενος 1 του έδειξε ένα συγκεκριμένο σημείο μέσα σ’ αυτό αναφέροντας του ότι εκεί είχε θαμμένα ναρκωτικά.  Στις 31.10.2008 ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να παραδώσει ναρκωτικά σε κάποιον με τον οποίον ο κατηγορούμενος 3 επικοινώνησε τηλεφωνικά και διευθέτησε συνάντηση μαζί του έξω από την εκκλησία της Κισσόνεργας.  Ακολούθησαν τα επεισόδια που περίγραψαν οι Μ.Κ.3, Μ.Κ.8, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.11 στη δια ζώσης μαρτυρία τους, που είχαν σαν αποτέλεσμα τον τραυματισμό του κατηγορούμενου 3 στο κεφάλι όταν πήδηξε από ένα όχθο για να διαφύγει της σύλληψης.  Ο ίδιος ζήτησε να τον μεταφέρουν στο Νοσοκομείο και εκεί αντιλαμβανόμενος το λάθος του αποκάλυψε όλα όσα ήξερε για την υπόθεση στους αστυνομικούς που τον συνόδευαν.  Στη συνέχεια, τους οδήγησε στο χωράφι όπου οι αστυνομικοί έσκαψαν στο σημείο που τους υπόδειξε ο ίδιος και ανευρέθηκε ένα πλαστικό σακούλι που περιείχε τρία σακούλια τυλιγμένα με τέλλα.  Ακολούθως οι αστυνομικοί τα ξανατοποθέτησαν στην αρχική τους θέση και ο ίδιος μαζί με αστυνομικούς εγκατέλειψαν το μέρος.

 

Στη συμπληρωματική του κατάθεση (Τεκμήριο 46) αναφέρεται στο αυτοκίνητο που του είχε δώσει ο κατηγορούμενος 1 για σκοπούς των εργασιών του στα καλούπια και στο χωράφι.

 

            Στην τελευταία του κατάθεση (Τεκμήριο 5) αναφέρεται στον κατηγορούμενο 2 ότι ήταν φίλος με τον κατηγορούμενο 1 και τους είδε τρεις φορές στο χωράφι, τις δύο μέσα στον Οκτώβρη.

 

            Όταν ο κατηγορούμενος 3 κατηγορήθηκε γραπτώς (Τεκμήριο 6) απάντησε “Γνώριζα για τα ναρκωτικά που ήταν στο χωράφι αλλά δεν ήταν δικά μου ήταν του Άριστου του μάστρου μου”.

 

            Ο Μ.Υ.2 Μάριος Θεοφίλου υπάλληλος στη Μετεωρολογική Υπηρεσία Κύπρου αναφέρθηκε στα δεδομένα που επικρατούσαν η ώρα 21:30 στις 31.10.2008, στο χωριό Αρχιμανδρίτα.  Ανάφερε ότι η κανονική θερμοκρασία ήταν 19.5°C περίπου, δεν σημειώθηκε βροχή και η σελήνη ήταν ηλικίας μόλις δύο ημερών, δηλαδή μικρότερη του 6% του μεγέθους της, οπότε ήταν εντελώς σκοτάδι.

 

            Ο Μ.Υ.3 Φραγκίσκος Κασσέρας, ιατρός γαστρεντερολόγος, παρακολουθεί κατά διαστήματα τον κατηγορούμενο 2 τα τελευταία τέσσερα χρόνια ο οποίος έχει συμπτώματα ευερέθιστου εντέρου και γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.  Στις 17.9.2009 ο Μ.Υ.3 υπέβαλε τον κατηγορούμενο 2 σε ενδοσκόπηση ανωτέρου πεπτικού κατά την οποία διαπίστωσε τα ίδια ευρήματα με εκείνα άλλων δύο συναδέλφων του δηλαδή γαστροεισοφαγική παλλινδρόμηση, οισοφαγίτιδα και διαβρωτική γαστρίτιδα.  Του συνέστησε εκτός από φαρμακευτική αγωγή και δίαιτα, να  αποφεύγει το άγχος και την έκθεση του στο κρύο.

 

Παραδεκτά Γεγονότα

 

            Οι δύο πλευρές δήλωσαν σειρά παραδεκτών γεγονότων τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.  Έχουμε κάνει ήδη αναφορά σε ορισμένα από αυτά κατά την παράθεση της μαρτυρίας του Μ.Κ.12.  Τα υπόλοιπα παραδεκτά γεγονότα είναι τα εξής:

 

“Ο κατηγορούμενος 3 εργαζόταν μαζί με τον κατηγορούμενο 1 ως καλουψιής σε οικοδομές και ως εργάτης σε χωράφι που καλλιεργούσε ο κατηγορούμενος 1 στην Αρχιμανδρίτα και υπό τις οδηγίες του τελευταίου και για σκοπούς της εργασίας του ο κατηγορούμενος 3 χρησιμοποιούσε το όχημα υπ’ αριθμό εγγραφής DBB 226 το οποίο του είχε προμηθεύσει ο κατηγορούμενος 1.

 

Όλοι οι κατηγορούμενοι έχουν δώσει με τη συγκατάθεση τους δείγματα γενετικού υλικού τα οποία έχουν τύχει επεξεργασίας και ανάλυσης από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου για σκοπούς γενετικής ταυτοποίησης.  Τα αποτελέσματα της γενετικής ανάλυσης περιέχονται στην έκθεση του Δρ. Μάριου Καριόλου, εμπειρογνώμονα, γενετιστή.  Τα αντικείμενα υπ’ αριθμό αναφοράς 5843/08 που φαίνονται στη σελίδα 6 της έκθεσης και το σχετικό συμπέρασμα που αφορά το 5843/08 δεν σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και παρακαλώ να αγνοηθούν από το Δικαστήριο.

 

Στη μετάφραση της συμπληρωματικής κατάθεσης του κατηγορούμενου 3 ημερομηνίας 4.11.08, στη δεύτερη σελίδα, στη δεύτερη γραμμή αντί «στο χωράφι που βάζαμε μαζί τα ναρκωτικά», το ορθό είναι «στο χωράφι που βάζαμε μαζί τα χορταρικά».

 

Όπου κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης έγινε μετάφραση αυτή ήταν πιστή και ορθή πλήν βεβαίως της διόρθωσης που είχαμε κάνει με το προηγούμενο γεγονός.

 

Ο κατηγορούμενος 3 εξετάστηκε σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του εντύπου του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στο οποίο αναφέρονται κύριο σύμπτωμα εκδορά αριστερού φρυδιού και υποβλεφάριο αιμάτωμα αριστερού οφθαλμού και η διάγνωση είναι το ίδιο και το ιστορικό κλινικής εικόνας είναι το ίδιο με την προσθήκη ότι ο ασθενής αρνείται την εισαγωγή και υπάρχει από κάτω η υπογραφή του κατηγορούμενου 3.  Στο σημείο αυτό περιορίζω το παραδεκτό γεγονός όσον αφορά το Τεκμήριο 42 ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου είναι παραδεκτό εκτός από το σημείο που αναφέρεται ο τρόπος άφιξης.

 

Επίσης γίνεται παραδεκτό γεγονός το έντυπο διακίνησης τεκμηρίων εντός του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής ημερομηνίας 3.11.08 το οποίο παραπέμπει στο έντυπο 161 που είναι το Τεκμήριο 1 στην αρίθμηση των τεκμηρίων.

 

Γίνεται παραδεκτό το τεκμήριο εγγράφου με τον τίτλο Δελτίο Επιστροφής Τεκμηρίων Αντικειμένων του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής ημερομηνίας 5.11.08 και επίσης για τα αντικείμενα που παραδίδονται υπάρχει η παραπομπή στην αναφορά της ΥΠΕΓΕ για συσχετισμό των αντικειμένων.

 

Την 31.10.08 και ώρα 19.20 ο αστυφ. 3742 Α. Γεωργίου εξετάστηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου από την Ιατρό Δρ. Χρυστάλλα Πρέστου και έφερε εκδορές αριστερής τραχηλικής χώρας και ώμου.  Εκδορές αριστερής πλάγιας κοιλίας και έντονη ερυθρότητα.  Εκδορές στο αριστερό χέρι και έξω επιφάνεια αντιβραχίου.  Εκδορές στην πλάτη μεταξύ των δύο ωμοπλατών και χορηγήθηκε tresak και τέτανος.  Όπως αναφέρθηκε από τον αστυφ. 3742  υπέστη επίθεση. 

 

Επειδή οι δύο προτελευταίοι αστυνομικοί κατάθεσαν ότι τους επιτέθηκε ο 3ος κατηγορούμενος και τους τραυμάτισε, ότι αυτός έχει κατηγορηθεί στην Ποινική Υπόθεση 14232/08 στην οποία παραδέχθηκε τις κατηγορίες όλες που αφορούσαν τις επιθέσεις, την αντίσταση και αναστάληκε η τελευταία κατηγορία που αφορούσε μια κατηγορία για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον αστυφύλακα Σ. Στυλιανού και καταθέτουμε στο Δικαστήριο αντίγραφο του κατηγορητηρίου και αντίγραφο της ποινής που επιβλήθηκε.  Η τελευταία κατηγορία αναστάληκε. 

 

Στην υπόθεση 14232/08 είχε κατηγορηθεί και ο Άριστος Αριστοδήμου.  Μετά από μερική ακρόαση της υπόθεσης όλες οι κατηγορίες εναντίον του Άριστου Αριστοδήμου αναστάληκαν και ο Α. Αριστοδήμου απαλλάχθηκε κατά ή περί τον Ιούνιο του 2009.

 

Ο Αστυφύλακας 2748 του Εργαστηρίου Διερεύνησης του Αρχηγείου έχει παραλάβει από τον Αστ. 2364 της ΥΚΑΝ Πάφου στις 6.2.09 και ώρα 12:35 τα τεκμήρια 10, 13Α, 13Β, 13Γ και 17, έχει πραγματοποιήσει δακτυλοσκοπικές εξετάσεις και δεν έχει βρει κανένα αξιοποιήσιμο αποτύπωμα.

 

Ακόμα και σήμερα ο 3ος κατηγορούμενος είναι ηλικίας κάτω των 25 ετών”.

 

Οι αγορεύσεις

           

Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν την αθώωση των πελατών τους λόγω της αφύσικης, όπως ισχυρίστηκαν, εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής.  Αυτό υποστηρίζουν με αναφορά στο αναξιόπιστο της μαρτυρίας των αστυνομικών που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση κατά την οποία συνελήφθηκαν οι κατηγορούμενοι, δίνοντας έμφαση σε αριθμό αντιφάσεων που επισήμαναν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής.

 

            Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει πιο κάτω, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

            Επιπρόσθετα οι συνήγοροι των κατηγορούμενων εισηγήθηκαν ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων δηλαδή γνώση της φύσης τους και κατοχή των υπό κρίση ναρκωτικών από μέρους των πελατών τους και κάλεσαν το Δικαστήριο να δεχθεί τις εξηγήσεις που έδωσαν οι κατηγορούμενοι για την παρουσία τους στο χωράφι.

 

            Επίσης ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί από την ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 το μέρος εκείνο που δηλώνει ότι τα υπό κρίση ναρκωτικά ήταν δικά του, ως  αντιπροσωπεύουσα την μόνη αλήθεια.  Εισηγήθηκε τέλος να αντικρύσει τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 με τον ίδιο τρόπο και να της δοθεί η δέουσα βαρύτητα ως να είχε κηρυχθεί εχθρικός μάρτυρας.

 

            Από την άλλη ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή των κατηγορούμενων και να τους  καταδικάσει ενόψει της μαρτυρίας που έχει παρουσιάσει η Κατηγορούσα Αρχή.

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας

 

            Κατά πρώτο κρίνουμε ορθό να εξετάσουμε κατά πόσο η ξηρή φυτική ύλη (Τεκμήρια 12Α-Γ) που φέρεται να περιέχετο στα τρία σακούλια που ήταν περιτυλιγμένα με πλαστική ταινία (Τεκμήρια 13Α-Γ) ήταν όντως κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, ως η θέση της Κατηγορούσας Αρχής που προβλήθηκε κυρίως με τη μαρτυρία της Μ.Κ.13 ή όχι.  Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων αν και δεν υπόβαλαν σχετική εισήγηση κατά την αγόρευση τους εντούτοις αμφισβήτησαν έντονα κατά την ακρόαση τόσο τις διαπιστώσεις της Μ.Κ.13 όσο και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα που περιέχονται στην έκθεση της (Τεκμήριο 51).

 

            Η Μ.Κ.13 κλήθηκε από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ως εμπειρογνώμονας για τα θέματα για τα οποία έδωσε μαρτυρία.  Σύμφωνα με τη νομολογία, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα κρίνεται με βάση τους κοινούς παραδεκτούς κανόνες περί αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας.  Η Μ.Κ.13 μας έδωσε με βάση την επιμόρφωση και εμπειρίες της, όπως περιγράφονται στο βιογραφικό της σημείωμα (Τεκμήριο 50), την πεποίθηση ότι είναι εμπειρογνώμονας για το εξεταζόμενο θέμα.  Η Μ.Κ.13 ήταν σαφής ότι από τον εξειδικευμένο έλεγχο, μακροσκοπική και μικροσκοπική εξέταση και αναλύσεις που έκαμε στη βάση παγκόσμιας αποδεκτής μεθοδολογίας, διαπίστωσε ότι η ξηρή φυτική ύλη (Τεκμήρια 12Α-Γ) που περιέχετο στα τρία σακούλια δηλαδή στα Τεκμήρια 13Α-Γ ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 2.888,4 γραμμάρια. Θα πρέπει να πούμε ότι παρά τη μακρά και επίμονη αντεξέταση, η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε.  Αντίθετα όσο προχωρούσε η αντεξέταση και υπεισέρχετο σε πιο λεπτομερή παράθεση των διαφόρων ενεργειών της κατά την εξέταση των τεκμηρίων, γινόταν περισσότερο  πειστική στις θέσεις που πρόβαλε αρχικά.  Από την άλλη η υπεράσπιση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία δικού της εμπειρογνώμονα, όπως ίσως αναμένετο να κάμει, παρά μόνο περιορίστηκε σε αντεξέταση της Μ.Κ.13.    Έχουμε διεξέλθει με προσοχή όλη τη μαρτυρία της και δεχόμαστε ότι η Μ.Κ.13 χρησιμοποιώντας την ορθή επιστημονική μεθοδολογία προς διαπίστωση του είδους της ξηρής φυτικής ύλης που της παραδόθηκε από την Αστυνομία για εξέταση, καθώς και του βάρους της κατέληξε στο ότι επρόκειτο περί κάνναβης συνολικού βάρους 2.888,4 γραμμαρίων από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη.  Συνεπώς προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα.  

 

Θα προσθέταμε πως στην περίπτωση που τα κατ’ ισχυρισμό ναρκωτικά συνίστανται σε φυτική ύλη στη μορφή που τα ιδιαίτερα της χαρακτηριστικά παραμένουν εμφανή, ένας ειδικός που ασχολείται επισταμένα με το αντικείμενο μπορεί να αναγνωρίσει τη φυτική ύλη ότι ανήκει σε συγκεκριμένο φυτό όπως ένας γεωπόνος μπορεί να αναγνωρίσει τα φύλλα μιας λεμονιάς.  Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Κ.13 ότι αναγνώρισε στην όψη της τη φυτική ύλη ως προερχόμενη από φυτό κάνναβης.

 

Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης μας θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας είτε δια ζώσης είτε με την κατάθεση τεκμηρίων και παραδεκτών γεγονότων.

 

            Έχουμε παρακολουθήσει και ακούσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατηγορίας από την μια και τους κατηγορούμενους και μάρτυρες υπεράσπισης από την άλλη, ενώ κατέθεταν ενόρκως.

 

            Κατά το στάδιο της παρουσίασης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής στη βάση του ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν αμέτοχοι, υπέβαλαν τη θέση ότι τα υπό κρίση ναρκωτικά δεν βρίσκονταν στο χωράφι αλλά οι αστυνομικοί τα μετέφεραν εκεί για να τους ενοχοποιήσουν.  Το ενδεχόμενο αυτό ο κατηγορούμενος 1 πρόβαλε από τη πρώτη στιγμή της σύλληψης του και εξηγούμε. 

 

Σύμφωνα με τον Μ.Κ.8 όταν υποδείχθηκε στους κατηγορούμενους το θαμμένο σακούλι με τα ναρκωτικά πληροφορώντας τους ταυτόχρονα ότι ήταν κάνναβη, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε “Ρε παιθκιά αν μου τα εβάλετε πιάστε τα φύετε γιατί εν να μπερτέψουμε”.  Στην αγόρευση του ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 δεν αμφισβήτησε τα πιο πάνω λεχθέντα.  Απλά απέδωσε διαφορετική σημασία που θα εξηγήσουμε πιο κάτω.  Και στη δια ζώσης μαρτυρία τους οι κατηγορούμενοι προώθησαν την ίδια εκδοχή ισχυριζόμενοι ο μεν κατηγορούμενος 1 ότι με την ακινητοποίηση τους στο έδαφος οι αστυνομικοί πέταξαν ανάμεσα τους το σακούλι με τα ναρκωτικά, ο δε κατηγορούμενος 2 ότι το πέταξαν μπροστά τους. 

 

Η προοπτική η οποία αφέθηκε ανοικτή από πλευράς Υπεράσπισης ότι δηλαδή τα ναρκωτικά μετέφερε στο χωράφι η Αστυνομία, καταρρίπτεται από  τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 τον οποίον η ίδια η Υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρα.  Αυτό δεν σημαίνει ότι η Υπεράσπιση είχε καταφύγει σε θέσεις αβάσιμες που αδυνατίζουν την όποια υπεράσπιση της.  Κάποιος που δεν ενέχεται, εύλογα μπορεί να εκτιμήσει ότι είναι δυνατόν η Αστυνομία να τοποθέτησε τα ναρκωτικά για να τον ενοχοποιήσει.  Στο στάδιο αυτό παρεμβάλλεται η δια ζώσης μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 ότι ο ίδιος οδήγησε τους αστυνομικούς και τους υπέδειξε περίπου το σημείο που ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά μέσα στο χωράφι.  Μάλιστα κατά την κύρια εξέταση του ομολόγησε ότι ο ίδιος τα τοποθέτησε εκεί.  Αντεξεταζόμενος όμως από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, όταν τον έθεσε σε αντιπαράθεση με την γραπτή του κατάθεση, αρνήθηκε τέτοια ομολογία του, προσθέτοντας ότι η δια ζώσης μαρτυρία του είναι η αλήθεια και όχι τα όσα αναφέρει στις γραπτές του καταθέσεις.  Την αλήθεια αποφάσισε να πει μετά από τις  απειλές που δέχθηκε  στο χώρο των Κεντρικών Φυλακών, όχι κατ’ ανάγκη με τη χρήση όπλου.  Ποια αλήθεια όμως εννοούσε όσον αφορά το άτομο που φέρεται να τοποθέτησε στο χωράφι τα ναρκωτικά, δεν διευκρίνισε αλλ’ ούτε και ήταν επιθυμία του να το αποκαλύψει στο Δικαστήριο παρά τις επίμονες ερωτήσεις του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής.  Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 απέδωσε κατά την αγόρευση του τις απειλές να προέρχονται από το περιβάλλον της Αστυνομίας.  Η θέση αυτή ασφαλώς κρίνεται ανεδαφική.  Η Αστυνομία είχε ήδη εξασφαλίσει τη μαρτυρία που ενέπλεκε τον κατηγορούμενο 1 στα υπό κρίση ναρκωτικά με τη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου 3 και ανέμενε ότι θα την επιβεβαίωνε και στο Δικαστήριο.  Αντίθετα όχι μόνο την αναίρεσε στη δια ζώσης μαρτυρία του ιδιαίτερα στα σημεία που αναφέρεται στο Κατηγορούμενο 1 αλλά προσπάθησε να ισχυριστεί, ανεπιτυχώς βέβαια για τους λόγους που θα εξηγήσουμε κατωτέρω, ότι ο ίδιος  τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο χωράφι.  Συνεπώς οι ισχυριζόμενες απειλές θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού και όχι στην Αστυνομία.

 

            Εκείνο όμως για το οποίο φαίνεται να είναι κοινό έδαφος είναι ότι ο κατηγορούμενος 3 οδήγησε τους αστυνομικούς στο χωράφι που ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά χωρίς οι αστυνομικοί να γνώριζαν την ύπαρξη τους εκεί προηγουμένως. 

 

            Μελετήσαμε εξονυχιστικά την μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 σε αντιπαράθεση με αυτή των μαρτύρων κατηγορίας εφόσον σύμφωνα με τους μάρτυρες κατηγορίας ήταν το πρόσωπο που τους αποκάλυψε την ύπαρξη των ναρκωτικών στο χωράφι και τη σχέση τους με τον κατηγορούμενο 1.

 

            Ήταν η θέση του κατηγορούμενου 3 στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι οι αστυνομικοί κατά την ανάκριση τον πίεζαν και τον κτυπούσαν για να εμπλέξει τον κατηγορούμενο 1 στην όλη υπόθεση.  Γι’ αυτό και προέβη στις διάφορες αποκαλύψεις που αφορούν τον κατηγορούμενο 1 στη γραπτή του κατάθεση που την έδωσε με τη θέληση του, όπως είπε, αλλά δεν αντιπροσωπεύει όλη την αλήθεια.  Η ίδια εκδοχή τέθηκε από την Υπεράσπιση και κατά την αντεξέταση των αστυνομικών.  Πόσο πειστική όμως μπορεί να κριθεί αυτή η εκδοχή του;  Μέχρι τις αποκαλύψεις του κατηγορούμενου 3 οι αστυνομικοί δεν είχαν καν γνώση για την ύπαρξη τους.  Το ότι ο ίδιος τους οδήγησε στο χωράφι ήταν και η μοναδική θέση του για την οποία υπήρξε αμετακίνητος.   

           

Από την άλλη, ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 στη μεν γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 19) παραδέχεται ότι τραυματίστηκε στο κεφάλι όταν έπεσε από τον όχθο στη προσπάθεια του να διαφύγει της σύλληψης, εκδοχή που συμφωνεί απόλυτα με αυτή των μαρτύρων κατηγορίας, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του αρνείται ακόμα και την ύπαρξη του όχθου.  Περαιτέρω πώς συμβιβάζεται η νέα εκδοχή που έδωσε ο κατηγορούμενος 3 ότι δηλαδή δεν αντιστάθηκε στη σύλληψη του ενώ παραδέχθηκε σχετική κατηγορία στην υπόθεση 14232/08 του Κακουργιοδικείου Πάφου που είναι παραδεκτό γεγονός.  Και σε περίπτωση ακόμα που δεν ήταν παραδεκτό γεγονός και πρόβαλλε τη θέση αυτή, πως εξηγούνται τα τραύματα του Μ.Κ.10 κατά την ιατρική εξέταση του στις 31.10.2008 και ώρα 19:20 που είναι επίσης παραδεκτό γεγονός.  Είναι φανερό ότι η νέα αυτή θέση του κατηγορούμενου 3 είναι εντελώς ανυπόστατη και απορρίπτεται.

 

Η υπεράσπιση προσπάθησε να συνδέσει τον τραυματισμό του κατηγορούμενου 3 στο πρόσωπο, όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες 4 και 10 του Τεκμηρίου 39, με τη φερόμενη σωματική βία που ασκήθηκε σε βάρος του από μέρους της Αστυνομίας για να πειστεί να προβεί στις αποκαλύψεις που περιέχονται στη πρώτη του κατάθεση και αναφέρονται στον κατηγορούμενο 1.  Πόσο βάσιμη όμως μπορεί να κριθεί η σχετική μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 όταν την ίδια στιγμή παραδέχεται ότι όταν τον έπιασε ο αστυνομικός, προφανώς για να τον συλλάβει, έπεσε χωρίς να διευκρινίσει από πού ή πώς.  Δεν κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε όλες τις πτυχές της δια ζώσης μαρτυρίας του κατηγορούμενου 3.  Περιέχει τόσες αντιφάσεις από τις οποίες προκύπτουν επιπρόσθετα ερωτηματικά αναφορικά με την ειλικρίνεια και τις εκάστοτε προθέσεις και κίνητρα του.  Έχουμε ήδη περιοριστεί σε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα από τη μαρτυρία του από τα οποία διαφαίνεται πλήρης ασυνέπεια στις θέσεις που πρόβαλε όχι μόνο κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του αλλά και από εκείνες που περιέχονται στις γραπτές του καταθέσεις ιδιαίτερα στα σημεία που εμπλέκει τον κατηγορούμενο 1 ή εκεί που υπάρχει το ενδεχόμενο να εγερθούν υποψίες εναντίον του κατηγορούμενου 1.

 

            Δεν αποκλείουμε το ενδεχόμενο να μεσολάβησε κάποιο γεγονός που συνέτεινε στην αλλαγή των θέσεων που πρόβαλε αρχικά με τις γραπτές του καταθέσεις, κάτι που παραδέχθηκε και ο ίδιος, αλλά εφόσον δεν ήταν διετεθειμένος να αποκαλύψει πού ακριβώς οφείλετο αυτή η αλλαγή εκτός από την αόριστη αναφορά του για απειλές που δέχθηκε στις φυλακές, δεν μπορούμε να επεκταθούμε περαιτέρω.

 

Εκείνο για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι ότι ο κατηγορούμενος 3 αν και κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης στο τέλος κληθήκαμε από την υπεράσπιση να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία του ως να είχε κηρυχθεί εχθρικός μάρτυρας.

 

            Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε τον κατηγορούμενο 3 εντελώς αναξιόπιστο και απορρίπτουμε τη μαρτυρία του εκτός του ισχυρισμού του ότι ο ίδιος οδήγησε τους αστυνομικούς στο χωράφι και τους υπόδειξε περίπου το σημείο που ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά, τον οποίο αποδεχόμαστε.  Αυτό το μέρος της μαρτυρίας του επιβεβαιώνεται από τους αστυνομικούς μάρτυρες οι οποίοι  ενεργώντας βάσει των οδηγιών του βρήκαν τα ναρκωτικά στο χωράφι.

 

            Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε τη μαρτυρία της υπεράσπισης.  Θεωρούμε όμως καθήκον μας προτού προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των κατηγορουμένων να προειδοποιήσουμε τους εαυτούς μας για τα εξής:  Λόγω της φύσης των κατηγοριών και της πλοκής των γεγονότων κάποιες αναφορές του ενός κατηγορούμενου δυνατό να επηρεάζουν την υπόθεση του άλλου και αντίστροφα.  Και οι δύο κατηγορούμενοι κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας οπότε όσα κατέθεσαν θα εξεταστούν και αξιολογηθούν μέσα στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας.

 

Εν ολίγοις η μαρτυρία τους ήταν ένα συνονθύλευμα ψεμάτων.  Κατ’ αρχάς σαν μάρτυρες στο εδώλιο μας έδωσαν την εντύπωση ατόμων που δεν είχαν κανένα δισταγμό στο τι θα μπορούσαν να ισχυριστούν φτάνει να κατάφερναν να διώξουν τις υποψίες που τους βάρυναν.  Στη δια ζώσης μαρτυρία τους ισχυρίστηκαν ότι όλη η υπόθεση ήταν κατασκευασμένη από την Αστυνομία.  Αρνήθηκαν την ύπαρξη των ναρκωτικών στο χωράφι προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι στο συγκεκριμένο σημείο τα τοποθέτησε ο αστυνομικός για να βγάλει φωτογραφίες.  Στην προσπάθεια τους αυτή πρόβαλαν δικαιολογίες για το κάθε τι που έκριναν ότι δυνατό να επιβαρύνει τη θέση τους. 

 

Δεν ήταν όμως πειστικοί στις θέσεις που πρόβαλαν.  Αν και ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε στη δια ζώσης μαρτυρία του την παρουσία του στο χωράφι το βράδυ της 31.10.08 και την εκεί σύλληψη του, εντούτοις αρνήθηκε ότι πλησίασε ποτέ στο σημείο που φέρεται να βρέθηκαν τα ναρκωτικά.  Η θέση του αυτή είναι αντίθετη από εκείνη που προβλήθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας.  Συγκεκριμένα τους υποβλήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι πήγαν στο σημείο που ήταν τα ναρκωτικά  ψάχνοντας για “τελούθκια” για να διορθώσουν τις σχάρες.  Επρόκειτο για θετικές υποβολές για ζητήματα που ήταν στη γνώση του κατηγορούμενου 1.  Αν ο κατηγορούμενος 1 έσκυψε ψάχνοντας για “τελούθκια” ο ίδιος ξέρει.  Οι υποβολές έγιναν στην παρουσία του χωρίς αντίδραση από τον ίδιο.  Για να υποβάλει τέτοια ζητήματα ο δικηγόρος του, σημαίνει ότι ήταν η συγκεκριμένη θέση του πελάτη του.  Ο κατηγορούμενος 1 επίσης ενώ αρνήθηκε όλες τις ενέργειες που του καταλογίζονται, κυρίως ότι έσκυψε και έσκαβε, στη συνέχεια κατά την αντεξέταση αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι μπορεί λόγω του ότι στο συγκεκριμένο σημείο είναι ανώμαλος ο δρόμος να φάνηκε στους αστυνομικούς ότι έσκυψε για να σκάψει, χωρίς όμως να έκαμε κάτι τέτοιο στη πραγματικότητα.  Τοποθετεί δηλαδή τον εαυτό του στο σημείο των ναρκωτικών, δεν αποκλείει τις κινήσεις του που πρόσεξαν οι αστυνομικοί, αλλά τις αποδίδει σε παρεξήγηση από μέρους τους. 

 

Ήταν η θέση των κατηγορουμένων στη δια ζώσης μαρτυρία τους, στη προσπάθεια τους προφανώς να δικαιολογήσουν την παρουσία τους τέτοια προχωρημένη ώρα στο χωράφι, ότι πήγαν να ελέγξουν τις σχάρες της περίφραξης και να δώσει ο κατηγορούμενος 1 ένα σκύλο στον κατηγορούμενο 2.  Την ίδια θέση πρόβαλε και στη γραπτή του κατάθεση ο κατηγορούμενος 1 (Τεκμήριο 45).  Από τη μαρτυρία όμως φαίνεται να τοποθετείται και από τις δύο πλευρές το σημείο που βρίσκονταν οι σκύλοι να είναι κοντά στο σημείο που είχαν σταματήσει το αυτοκίνητο τους οι κατηγορούμενοι, σε απόσταση δηλαδή γύρω στα 150 μέτρα από το σημείο που συνελήφθησαν.  Θα πρέπει να πούμε ότι με τη μαρτυρία των κατηγορουμένων εγείρονται και πολλά άλλα εύλογα ερωτηματικά όσον αφορά την αλήθεια της εξήγησης που έδωσαν.  Ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να δικαιολογήσει την παρουσία του κατηγορούμενου 2 μαζί του ότι δήθεν ο σκύλος δεν καλογνώριζε τον κατηγορούμενο 2 γι’ αυτό έπρεπε να τον πάρει μαζί του στο χωράφι για να τον ηρεμήσει.  Το ίδιο μπορούσε να γίνει και όταν θα του παρέδιδε το σκύλο και όχι κατ’ ανάγκη στο χωράφι.  Από την άλλη αν δεχθούμε ότι ο σκύλος δεν καλογνώριζε τον κατηγορούμενο 2 και έπρεπε να τον ηρεμήσει για να τον πιάσει, πως συμβιβάζεται αυτό με τη φερόμενη πρόθεση του κατηγορούμενου 2  να τον πάρει στο κυνήγι την μεθεπόμενη μέρα, που ήταν και ο  κύριος λόγος γιατί να επισκεφτούν βράδυ το χωράφι.  Διαφορετική εκδοχή έδωσε ο κατηγορούμενος 2 στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι δηλαδή τον γνώριζε ο σκύλος.

 

            Ερχόμαστε στο θέμα με τις σχάρες που υποτίθεται ήθελε να ελέγξει ο κατηγορούμενος 1.  Πόσο βάσιμη δικαιολογία μπορεί να κριθεί όταν δεν πήγε να το κάμει με το φως της ημέρας παρά το βράδυ και μάλιστα όταν η σελήνη ήταν μικρότερη του 6% δηλαδή εντελώς σκοτάδι με βάση τη μαρτυρία του Μ.Υ.2.  Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πούμε ότι κρίνουμε το Μ.Υ.2 ως ανεξάρτητο και αξιόπιστο μάρτυρα.  Η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί.  Για τους λόγους αυτούς αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του στην ολότητα της και προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα.

 

Ο κατηγορούμενος 1 είπε στη μαρτυρία του ότι το Σάββατο είχε άλλες δουλειές γι’ αυτό έπρεπε να πάει την Παρασκευή (31.10.2008).  Δεν έδωσε όμως καμία  δικαιολογία γιατί να μην το κάνει το απόγευμα της Παρασκευής εφόσον η ώρα 4-4.30 μ.μ. είχε τελειώσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, όλες τις εργασίες του.  Ασφαλώς ο βραδινός έλεγχος που υποτίθεται θα έκαμνε στις σχάρες δεν θα ήταν ο ίδιος από άποψη ποιότητας και ακρίβειας με εκείνον αν θα διεξαγόταν την ημέρα.  Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία των Μ.Κ.5 και 8, την οποία για τους λόγους που θα εξηγήσουμε πιο κάτω έχουμε αποδεχθεί, ότι οι κατηγορούμενοι δεν προσέγγισαν τις σχάρες, τους διαψεύδει.  Ποια η ανάγκη να επιθεωρήσουν τις σχάρες και μάλιστα τέτοια προχωρημένη ώρα;  Αν ο κατηγορούμενος 1 έκρινε απαραίτητο να επιθεωρήσει τις σχάρες αν ήταν στη θέση τους μην τυχόν και μπουν κλέφτες, γιατί δεν το έκαμε το βράδυ, που σύμφωνα με τη μαρτυρία του, δεν είχε καθόλου σχάρες ή το προηγούμενο βράδυ (30.10.2008).  Δεν έδωσε καμία βάσιμη εξήγηση.

 

Έχουμε μαρτυρία ότι υπήρχε δρόμος που προσέγγιζε το συγκεκριμένο σημείο των σχαρών εξωτερικά του χωραφιού.  Άλλωστε τα κατασκευαστικά έργα ήταν για τη διάνοιξη εσωτερικού δρόμου στο χωράφι που θα ενώνετο με τον εξωτερικό δρόμο.  Οι αστυνομικοί αυτό τον εξωτερικό δρόμο χρησιμοποίησαν για να πετύχουν πρόσβαση στο συγκεκριμένο σημείο.  Ο κατηγορούμενος 1 που γνώριζε την περιοχή θα αναμενόταν, αν σκοπός του ήταν ο έλεγχος των σχαρών, να προσεγγίσει την περίφραξη εξωτερικά, να ελέγξει, ίσως και με τη βοήθεια των φώτων του αυτοκινήτου του και ακολούθως να εισέλθει στο χωράφι και να κινηθεί κατευθείαν προς το σημείο που ήταν οι σκύλλοι, ώστε με αυτό τον τρόπο να διευκολυνθεί αλλά και να μην εκθέσει στο κρύο τον κατηγορούμενο 2 που τόσο προφυλασσόταν ώστε να πάρει μαζί του μάλλινα γάντια. 

 

Ούτε επίσης η μαρτυρία του Μ.Κ. 12 βοηθά καθόλου την εκδοχή του.  Εκείνο που μαρτύρησε ο Μ.Κ. 12 είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 παλιά του έκαμε παράπονο ότι του έκλεβαν τη σοδειά και ότι με τη διάνοιξη του δρόμου στο χωράφι, του ζήτησε να ειδοποιήσει τους βοσκούς να μη επιτρέπουν στα ζώα τους να εισέρχονται γιατί είχε βγάλει τη σχάρα της περίφραξης.  Όμως το βράδυ της 31.10.08 δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί ο κατηγορούμενος 1 γιατί είχαν ήδη τοποθετηθεί οι σχάρες της περίφραξης.  Από την άλλη δεν αποκλείουμε η ανησυχία του μην τυχόν και εισέρχονται άλλα άτομα ή ζώα στο χωράφι να οφείλετο και σε άλλους λόγους όπως να μην αποκαλυφθούν τυχόν αντικείμενα που είχε κρυμμένα στο χωράφι.

            Αμφισβήτηση υπήρξε και σ’ ότι αφορά τα αντικείμενα που φέρεται να κρατούσε ο κατηγορούμενος 2 ενώ προχωρούσε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 προς το σημείο που ήταν τα ναρκωτικά.  Οι κατηγορούμενοι στη μαρτυρία τους αν και παραδέχονται ότι ο κατηγορούμενος 2 κρατούσε φανάρι εντούτοις αρνούνται ότι κρατούσε και τη τσάντα (Τεκμήριο 17) που φαίνεται ότι ήταν σχισμένη.  Για να γίνουν πιο πειστικοί στην άρνηση τους, ο κατηγορούμενος 1 πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος είχε πάρει παλιά τη τσάντα στο χωράφι για να βάλει μέσα κολοκύθια αλλά επειδή ήταν σχισμένη την πέταξε και ίσως ο αέρας την μετέφερε κοντά στο σημείο που ήταν τα ναρκωτικά.  Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.5 του υποβλήθηκε επιπρόσθετα η θέση ότι η τσάντα ήταν μέρος της φερόμενης συνωμοσίας σε βάρος των κατηγορουμένων για να φανεί ότι προορίζετο για να βάλουν μέσα τα ναρκωτικά.  Πόσο βάσιμη μπορεί να  είναι αυτή η θέση, όταν η τσάντα ήταν σχισμένη.  Αν ήταν μέρος της φερόμενης συνωμοσίας της Αστυνομίας, θα αναμένετο οι αστυνομικοί να ήταν πιο προσεχτικοί εφόσον ενεργούσαν βάσει σχεδίου.  Δεν θα έπεφταν σε τέτοιο ατόπημα.  Εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος 2 πρόβαλε διαφορετική θέση όταν ρωτήθηκε σχετικά από τον Μ.Κ.8 στη σκηνή, ο οποίος απάντησε ότι πήρε μαζί του το σακούλι (Τεκμήριο 17) για να βάλει μέσα το σκύλο.  Αυτό μαρτύρησε ο Μ.Κ. 8.

           

Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε και τη θέση που πρόβαλε ο κατηγορούμενος 2 στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι ο λόγος που φορούσε γάντια ήταν λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.  Για επιβεβαίωση του ισχυρισμού αυτού κάλεσε σαν μάρτυρα τον Μ.Υ.3 ιατρό γαστρεντερολόγο.

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πούμε ότι κρίνουμε αξιόπιστο το μάρτυρα αυτό και δεχόμαστε τη μαρτυρία του.  Αν και αξιόπιστη όμως η μαρτυρία του δεν βλέπουμε να βοηθά καθόλου την υπεράσπιση.  Ο Μ.Υ.3 εκείνο που ανάφερε είναι ότι λόγω της πάθησης του κατηγορούμενου 2 του συνέστησε εκτός της φαρμακευτικής αγωγής να αποφεύγει την έκθεση του στο κρύο και σε περίπτωση έκθεσης του να προστατεύεται. 

 

Το πιο πιθανό είναι ο κατηγορούμενους 2 να φορούσε τα γάντια γιατί δεν ήθελε να αφήσει ίχνη ή αποτυπώματα που να προδίδουν την επαφή του με οποιαδήποτε αντικείμενα.

 

Γενικά η μαρτυρία των κατηγορουμένων συνολικά ιδωμένη, παρουσιάζει τόσες πολλές αδυναμίες και αντιφάσεις που κατά την άποψη μας δημιουργούν σοβαρά ρήγματα στην αξιοπιστία τους με αποτέλεσμα να μην είμαστε με κανένα τρόπο διατεθειμένοι να βασιστούμε πάνω σ’ αυτή.

 

            Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση η θέση των κατηγορουμένων στη δια ζώσης μαρτυρία τους περί κατασκευασμένης υπόθεσης από την Αστυνομία σε βάρος τους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται.  Ό,τι φαντάζει πιο πιθανό είναι πως οι κατηγορούμενοι πήγαν στο χωράφι όχι για τους λόγους που επικαλέστηκαν αλλά γιατί γνώριζαν ότι σε συγκεκριμένο σημείο εντός αυτού υπήρχαν τα υπό κρίση ναρκωτικά.

           

            Προτιμήσαμε να αξιολογήσουμε κατά πρώτο την μαρτυρία των κατηγορουμένων και μαρτύρων υπεράσπισης προσπαθώντας να αποφύγουμε την όσο το δυνατό αντιπαραβολή της με εκείνη των αστυνομικών που έλαβαν μέρος στη δεύτερη επιχείρηση, γιατί έτσι κρίναμε ότι ήταν πιο δίκαιο για τους κατηγορούμενους.

 

Έχουμε εξετάσει εξονυχιστικά τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας  λόγω των θέσεων των κατηγορουμένων κατά την ακρόαση περί κατασκευασμένης υπόθεσης, αλλά και λόγω του ισχυρισμού των συνηγόρων υπεράσπισης κατά τις αγορεύσεις τους περί αδυναμιών  στη μαρτυρία τους που, κατά την άποψη τους, δημιουργούν αμφιβολίες στο Δικαστήριο.

 

            Όλοι οι αστυνομικοί μάρτυρες κατηγορίας μας έκαναν καλή εντύπωση και σε καμία περίπτωση έχουμε διαπιστώσει ότι παραποίησαν την αλήθεια λόγω υπερβολικού ζήλου ή άλλου λόγου.  Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι ήταν γνωστοί στους αστυνομικούς της ΥΚΑΝ από άλλες υποθέσεις, στην απουσία άλλων αποδεκτών στοιχείων δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και κατασκευή υπόθεσης σε βάρος τους με αποκλειστικό σκοπό την προσπάθεια ενοχοποίησης τους. 

 

Είναι κοινό έδαφος ότι  ορισμένοι αστυνομικοί μάρτυρες δεν έθεσαν ημερομηνία στις γραπτές τους καταθέσεις, κάτι που ηγέρθηκε από την υπεράσπιση.  Κρίνουμε ότι η παράλειψη τους αυτή δεν επηρεάζει την αξιοπιστία τους και ούτε εντοπίσαμε οποιαδήποτε σκοπιμότητα.

 

            Εν πάση περιπτώσει ο καθένας από αυτούς διευκρίνισε στη μαρτυρία του πότε ακριβώς προέβη στη γραπτή του κατάθεση και δεν βλέπουμε η παράλειψη αναφοράς της ημερομηνίας σ’ αυτήν να επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση των κατηγορουμένων.

 

Η υπεράσπιση ήγειρε επίσης θέμα ταυτόσημης αναφοράς των γεγονότων στις γραπτές καταθέσεις των αστυνομικών που, κατά την εισήγηση της, οδηγεί σε συμπέρασμα προσυνεννόησης μεταξύ τους ενδεικτικό της εκδοχής περί  κατασκευασμένης υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων.  Έχουμε μελετήσει και αυτή την πτυχή της υπεράσπισης.  Δεν έχουμε διακρίνει την ύπαρξη ή έστω κάποια υπόνοια ύπαρξης στα κίνητρα που τους αποδίδονται.  Είναι γεγονός ότι σε μερικές  καταθέσεις των αστυνομικών όπως των Μ.Κ.8, Μ.Κ.10, Μ.Κ.5, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 σε ορισμένα σημεία  η σειρά και ο τρόπος παράθεσης των γεγονότων φαίνεται να είναι ο ίδιος που μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση υπαγόρευσης ή αντιγραφής τους.  Δεν αποκλείεται κάποιος αστυνομικός να κοίταξε τη κατάθεση συναδέλφου του για λόγους δικούς του είτε για να διαπιστώσει τον τρόπο που ο συνάδελφος του εκφράστηκε είτε για να διευκολυνθεί στη σύνταξη της δικής του κατάθεσης, ιδιαίτερα αν θεωρούσε τον συνάδελφο του πιο έμπειρο και ικανό.  Το γεγονός αυτό όμως από μόνο του δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε συμπέρασμα για προσυνεννόηση τους για καταγραφή αναληθών γεγονότων.  Αντίθετα εκεί όπου οι αστυνομικοί “συνωμοτούν” για να καταγράψουν κάτι το αναληθές αναμένεται να επιδείξουν προσοχή και φροντίδα ώστε να εκφραστούν ο καθένας με διαφορετικό τρόπο για να μην κινήσουν υποψία και να συγκαλύψουν το ψεύδος τους.  Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 έκαμε ιδιαίτερη αναφορά προς στήριξη της πιο πάνω θέσης του, στο μέρος των καταθέσεων τους που αναφέρεται στα γάντια που φορούσε ο κατηγορούμενος 2 που όλοι τα χαρακτηρίζουν χρώματος χακί χωρίς κανένας να ισχυριστεί ότι ήταν πράσινα.  Πόση σημασία μπορεί να έχει για την υπεράσπιση αυτό το γεγονός όταν είναι παραδεκτό από τους κατηγορούμενους ότι ο κατηγορούμενος 2 φορούσε τα γάντια (Τεκμήριο 15).  Το ίδιο ισχύει και για την περιγραφή της τσάντας (Τεκμήριο 17) και την αναφορά τους ότι ο Μ.Κ.8 “παράλαβε” τα τεκμήρια στα οποία επίσης ο συνήγορος έκαμε ειδική αναφορά.  Εν πάση περιπτώσει οι μάρτυρες αυτοί εξήγησαν στο Δικαστήριο ότι στις καταθέσεις τους αναφέρθηκαν στα γεγονότα όπως συνέβησαν στη πραγματικότητα και δεν βλέπουμε η καταγραφή τους με τον τρόπο που έγινε να επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση των κατηγορουμένων.

 

            Μια άλλη εισήγηση της υπεράσπισης που, κατά την άποψη της, μολύνει την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι σημαντικά στοιχεία που ανάφεραν στη δια ζώσης μαρτυρία τους αστυνομικοί μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής δεν περιέχονται στις γραπτές τους καταθέσεις.  Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 μας παρέπεμψε συγκεκριμένα στο μέρος της μαρτυρίας τους ότι ο κατηγορούμενος 1 ενώ είχε γονατίσει και έσκαβε στο σημείο που ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά σε κάποια στιγμή σταμάτησε και ανάφερε στον κατηγορούμενο 2 ότι κάποιος έσκαψε εκεί, οπότε ο κατηγορούμενος 2 απομακρύνθηκε μερικά μέτρα φέγγοντας με το φανάρι δεξιά και αριστερά.

 

            Αυτό μαρτύρησαν οι Μ.Κ.8, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.5.  Σημασία έχει κάτω από ποιες συνθήκες προέβησαν στην αναφορά αυτή.  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.8 αναφέρθηκε σ’ αυτή την πτυχή της μαρτυρίας για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του.  Το ίδιο έγινε και με το Μ.Κ.5 ο οποίος επιβεβαίωσε κατά την  αντεξέταση του ότι ενώ ο κατηγορούμενος 1 έσκαβε, έκαμε μια παύση 1–2 δευτερολέπτων, κάτι μίλησαν μεταξύ τους οι κατηγορούμενοι και ο κατηγορούμενος 2 απομακρύνθηκε σε απόσταση 2–3 μέτρων φέγγοντας με το φανάρι, δεξιά–αριστερά.  Και ο Μ.Κ.6 αναφέρθηκε στο γεγονός αυτό κατά την αντεξέταση του.  Μάλιστα απέδωσε την παράλειψη του να το αναφέρει στην κατάθεση του ότι ήταν φυσιολογική συνέπεια εφόσον έκαμε την κατάθεση η ώρα 5– 6 το πρωί και μετά από 15–16 ώρες δουλειάς.

 

            Δεν κρίνουμε αυτό το μέρος της μαρτυρίας των Μ.Κ.8, 6 και 5 ως εκ των υστέρων σκέψη.    Αντίθετα αυτή δόθηκε αυθόρμητα κατά την αντεξέταση τους και δεν φάνηκε να ήταν κατασκευασμένη.  Με βάση τις συνθήκες που φαίνεται να δόθηκαν οι   γραπτές τους καταθέσεις και τα πολλά γεγονότα στα οποία έκαμαν αναφορά κρίνουμε πως μπορεί να δικαιολογείται η παράλειψη τους αυτή.  Από την άλλη, αν διαβάσει κάποιος προσεκτικά τις γραπτές τους καταθέσεις είναι εύκολο να αντιληφθεί ότι γενικά η περιγραφή των γεγονότων που έλαβαν χώρα στο χωράφι ήταν πολύ συνοπτική. 

 

Από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και συγκεκριμένα από εκείνη των Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.8 βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 ενώ θεάθηκε να σκάβει στο σημείο που ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά σε κάποιο στάδιο σταμάτησε την εκσκαφή γιατί αντιλήφθηκε ότι κάποιοι έσκαψαν εκεί προηγουμένως, γεγονός που ανάφερε αμέσως στο κατηγορούμενο 2.  Τότε ο κατηγορούμενος 2 με το φως του φαναριού άρχισε να ελέγχει τη γύρω περιοχή προχωρώντας προς τα δέντρα όπου ήταν κρυμμένος ο Μ.Κ.8.  Με κίνδυνο να αποκαλυφθεί η παρουσία του, ο Μ.Κ.8 αναγκάστηκε να επέμβει και με την βοήθεια του Μ.Κ.6 να συλλάβει τους κατηγορούμενους. 

 

            Για τα πιο πάνω προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα.

 

Μια από τις θέσεις της υπεράσπισης κατά την ακρόαση είναι πως η έρευνα και παραλαβή των ναρκωτικών ουσιών από το χωράφι ήταν παράνομη κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος, και ως εκ τούτου η παρουσίαση τους ως Τεκμηρίων, μέρος του αποδεικτικού υλικού της Κατηγορούσας Αρχής θα πρέπει να αποκλειστεί.  Έχουμε ενδιατρίψει για το θέμα αυτό στην ενδιάμεση απόφαση μας όταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κλήθηκαν σε απολογία και δεν κρίνουμε ορθό να ασχοληθούμε εκ νέου εν εκτάσει.  Εξάλλου δεν ήταν εισήγηση των δικηγόρων των κατηγορουμένων στην αγόρευση τους. 

 

Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και την έχουμε αποδεχθεί, βρίσκουμε ότι η είσοδος των αστυνομικών στο χωράφι μέσω του ανοίγματος που δημιούργησαν σε μια από τις σχάρες της περίφραξης, μετά την πληροφόρηση που είχαν από τον κατηγορούμενο 3, βάσει της οποίας είχαν λόγο να πιστεύουν ότι εντός του χωραφιού διαπράττετο ή επρόκειτο να διαπραχθεί αδίκημα, ήταν καθόλα νόμιμη και επιτρεπτή.  Αποτέλεσμα η κατάθεση στο Δικαστήριο των τεκμηρίων που περισυλλέγησαν στο χωράφι να μην έχει οτιδήποτε το επιλήψιμο.

 

            Είναι επίσης κατάληξη μας ότι αν και το ένταλμα έρευνας (Τεκμήριο 18) εκδόθηκε από τον Δικαστή η ώρα 14.40 της 31.10.2008 και εξουσιοδοτούσε την Αστυνομία για την διεξαγωγή έρευνας σε οικία στη Χλώρακα και υποστατικά του κατηγορούμενου 1, εντούτοις δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την είσοδο των Μ.Κ 3, 6 και 8 στο χωράφι, η ώρα 20.25 περίπου της 31.10.2008.

 

            Μια άλλη, κατά την κρίση των συνηγόρων υπεράσπισης ανακολουθία στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είναι ότι η κατάσταση στην οποία βρέθηκε το σακούλι (Τεκμήριο 10) δεν συμφωνεί με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτό ήταν θαμμένο στο έδαφος.  Είναι η θέση τους ότι αυτό είναι εντελώς καθαρό και  χωρίς ίχνη από χώμα σε αυτό.  Έχουμε εξετάσει το κατατεθέν τεκμήριο το οποίο είχε διαφυλαχθεί σε μεγάλο χάρτινο χακί φάκελλο και έτσι κατατέθηκε στο Δικαστήριο.  Παρατηρούμε ότι αυτό φέρει εμφανή ίχνη χώματος σε διάφορα σημεία. Παρά το γεγονός πως ο δικηγόρος του κατηγορούμενου 1 ζήτησε και επιθεώρησε τα σακούλια που περισυλλέγησαν από το χωράφι κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.6, πιστώνουμε το σύνολο των συνηγόρων των κατηγορουμένων ότι ίσως να  παραπλανήθηκαν από την εμφάνιση του πράσινου σακουλιού στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 36 που λήφθηκαν νύκτα και πρόδηλα με τη χρήση τεχνητού φωτισμού (flash) όπως παραπλανήθηκε και ο Μ.Κ.3 όταν του υποδείχθηκε η φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου 36 κατά την αντεξέταση του.  Η εμφάνιση του σακουλιού στις φωτογραφίες δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πραγματική εικόνα που παρουσιάζει το ίδιο το τεκμήριο.  Σημειώνουμε πως κατά την ακροαματική διαδικασία δεν ζητήθηκε από κανένα μάρτυρα να επιθεωρήσει το ίδιο το τεκμήριο και να απαντήσει αν είχε χώματα ή όχι, έχοντας το μπροστά του.  Ό,τι χρησιμοποιήθηκε ήταν οι φωτογραφίες που παρουσιάζουν το πράσινο σακούλι. Η απουσία μεγαλύτερης ποσότητας χώματος δικαιολογείται από το γεγονός ότι το έδαφος ήταν κυρίως πετρώδες και το μισό σακούλι ήταν θαμένο στο χώμα ενώ το υπόλοιπο καλυμμένο με πέτρες.  Το τελευταίο μαρτύρησε ο Μ.Κ. 6 που το ξέθαψε την πρώτη φορά.  Το πετρώδες του εδάφους επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες.  Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα δεν κρίνουμε να ήταν απαραίτητη η χρήση σκαπτικών ή άλλου είδους εργαλείων για να ξεθαφτεί το σακούλι.  Δε βρίσκουμε απίθανη την εκδοχή των αστυνομικών ότι ο Μ.Κ. 6 έσκαψε με τα χέρια του.  Κάτω από αυτές τις περιστάσεις δικαιολογείται επίσης και το μικρό μέγεθος του λάκκου που σχηματίστηκε.  Κρίνουμε καθόλα λογικές και πειστικές τις εξηγήσεις που έδωσαν οι μάρτυρες κατηγορίας.

 

            Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων υπεράσπισης αναφορικά με την κατάσταση του σακουλιού και της δημιουργίας υποτυπώδους λάκκου στο σημείο θα είχε σημασία εάν ετίθετο ζήτημα πως οι αστυνομικοί μετέφεραν το σακούλι  στο χώρο και το εναπόθεσαν στο σημείο όπου φωτογραφήθηκε.  Από τη στιγμή που με τη μαρτυρία που προσέφερε η υπεράσπιση, καταδεικνύεται πως το σακούλι ήταν θαμμένο, ακόμα και αν δεν ξαναθάφτηκε από την Αστυνομία, τα ίχνη χώματος και ο λάκκος ήταν δεδομένα.

 

            Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να δεχθεί ότι ακόμα και αν οι αστυνομικοί βρήκαν πράγματι το σακούλι (Τεκμήριο 10) στο συγκεκριμένο σημείο, δεν το ξανάθαψαν στη θέση που το βρήκαν αρχικά γιατί πιθανό να μην πρόλαβαν να το κάμουν.  Αυτό βασίζει στην αυθόρμητη, όπως την περιγράφει, δήλωση του κατηγορούμενου 1 όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 10 από τους αστυνομικούς “Ρε παιθκιά αν μου τα εβάλετε πιάστε τα φύετε γιατί εν να μπερτέψουμε”.  Οι λέξεις που ο κατηγορούμενος 1 χρησιμοποίησε δεν προσδιορίζουν ούτε καν συνηγορούν υπέρ του ότι το σακούλι δεν ήταν θαμμένο. Απορρίπτουμε και αυτή την πτυχή της υπεράσπισης.  ΟΙ Μ.Κ. 3, 6 και 8 ήταν σαφείς στη μαρτυρία τους ότι κατόπιν οδηγιών του λοχία 514 που ήταν ο υπεύθυνος της πρώτης επιχείρησης, ο Μ.Κ. 6 ξανάθαψε το σακούλι με τα ναρκωτικά στο ίδιο σημείο και έθεσαν ακολούθως το μέρος υπό παρακολούθηση. 

 

Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1, σχολίασε αρνητικά τη μη κλήση του λοχία 514 ως μάρτυρα κατηγορίας.  Ο εν λόγω λοχίας ήταν ο υπεύθυνος της πρώτης επιχείρησης και σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής απλά έδινε οδηγίες και συντόνιζε τις κινήσεις των αστυνομικών στο χωράφι χωρίς ποτέ ο ίδιος να λάβει μέρος σε όσα είχαν διαδραματιστεί εκεί.  Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής για να μην τον καλέσει ως μάρτυρα κατηγορίας προφανώς  έκρινε ότι δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό.  Δεν βρίσκουμε να προκύπτει οποιοδήποτε κενό από τη μη κλήση του πιο πάνω λοχία ως μάρτυρα κατηγορίας (βλ. Πέγκερος v. Δημοκρατίας (1995) 2Α.Α.Δ. 143, 151, 152).  Αν η υπεράσπιση τον θεωρούσε ως αναγκαίο μάρτυρα θα μπορούσε να τον κλητεύσει η ίδια.  Δεν έπραξε κάτι τέτοιο.

 

Οι αστυνομικοί που παρέμειναν  στο χωράφι είχαν τη κοινή θέση πως για τη προσέγγιση των κατηγορούμενων στο χώρο είχαν τηλεφωνικά ειδοποιηθεί από το συνάδελφο τους (Μ.Κ. 4) που παρέμεινε για να ελέγχει την καγκελόπορτα εισόδου στο χωράφι.  Αυτή τη θέση επιβεβαίωσε και ο τελευταίος.  Αντίθετη φαίνεται να είναι η θέση των δύο αστυνομικών (Μ.Κ.3 και Μ.Κ.11) που βρίσκονταν στο αυτοκίνητο με το οποίο μεταφερόταν ο κατηγορούμενος 3 από την Αρχιμανδρίτα στην Πάφο.  Αυτοί είπαν πως ειδοποίησαν τους συναδέλφους τους που παρέμειναν στο χωράφι ότι ο κατηγορούμενος 1 κινείτο προς την Αρχιμανδρίτα με το αυτοκίνητο του.  Ωστόσο ο Μ.Κ.11 μαρτύρησε πως δεν είναι ο ίδιος που τηλεφώνησε ενώ ο Μ.Κ. 3 είπε πως ήταν ο Μ.Κ.11 που τηλεφώνησε.  Στην ουσία και οι δύο αρνούνται ότι τηλεφώνησαν.  Ενδεχομένως να πρόκειται για παρεξήγηση.  Γεγονός παραμένει ότι ο Μ.Κ.3 δεν τηλεφώνησε, ούτε ο Μ.Κ.11 τηλεφώνησε και οι αστυνομικοί στο χωράφι δεν πήραν κανένα τηλεφώνημα από αυτούς.

 

            Όσον αφορά τα τεκμήρια τίποτε δεν τέθηκε που να αμφισβητεί τη σωστή διακίνηση τους.  Βρίσκουμε πως όλα τα τεκμήρια που παρέλαβαν οι αστυνομικοί είτε από τη σκηνή είτε από αλλού από τη στιγμή της παραλαβής τους μέχρι την παρουσίαση τους στο Κακουργιοδικείο, διακινήθηκαν νομότυπα και καμία αλλοίωση ή επέμβαση έγινε σ’ αυτά εκτός από εκείνη που κρίθηκε αναγκαία για τις επιστημονικές εξετάσεις.

 

Ό,τι άλλωστε ενδιαφέρει είναι εάν η φυτική ύλη που εξέτασε η Μ.Κ.13 είναι αυτή που ανευρέθηκε στο χωράφι.  Μελετήσαμε την αλυσίδα κατοχής της φυτικής ύλης από τη στιγμή που ανευρέθηκε στο χωράφι μέχρι τη στιγμή που την παρέλαβε η Μ.Κ.13.  Βρίσκουμε ότι αυτή είναι συνεχής, μέσω των μαρτύρων που κατέθεσαν ότι την έθεσαν υπό την κατοχή και φύλαξη τους για να καταλήξουμε πως ό,τι εξέτασε η Μ.Κ.13 ήταν η φυτική ύλη που ανευρέθηκε στο χωράφι η οποία και παρέμεινε αναλλοίωτη μέχρι τη στιγμή που κατέληξε στα χέρια της.

 

Όσον αφορά την ύπαρξη ή όχι φεγγαριού το βράδυ της 31.10.08, ο Μ.Κ.4 ήταν ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας που ισχυρίστηκε ότι είχε δυνατό φεγγάρι.  Δεν κρίνουμε να είχε κάποια σκοπιμότητα η δήλωση του αυτή.  Η ουσία του πράγματος ήταν κατά πόσο είχε τη δυνατότητα να δει κάποιες κινήσεις και κάποια αντικείμενα.  Αν πρόθεση του ήταν εσκεμμένα να πει ψέματα θα περιοριζόταν στο αποτέλεσμα ότι δηλαδή έβλεπε.  Δεν θα διακινδύνευε να αναφερθεί σε αντικειμενικές συνθήκες ώστε να υπάρχει έδαφος για να διαφανεί το ψεύδος του.  Ασφαλώς επρόκειτο περί λάθους από μέρους του.  Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η μαρτυρία του Μ.Υ.2, την οποία έχουμε αποδεχθεί, ότι το βράδυ της 31.10.08 η σελήνη ήταν μόλις δύο ημερών, δηλαδή μικρότερη του 6% του μεγέθους της, οπότε ήταν εντελώς σκοτάδι. 

 

Αξιόπιστο κρίνουμε επίσης το Μ.Κ.12 κοινοτάρχη του χωριού Αρχιμανδρίτα, γι’ αυτό και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του.  Έχουμε ήδη σχολιάσει ανωτέρω το μέρος της μαρτυρίας του όσον αφορά στο τι του είχε λεχθεί από τον κατηγορούμενο 1 παλιά και της δώσαμε την ανάλογη βαρύτητα.

 

Ορισμένες αντιφάσεις που μπορεί να υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής κρίνουμε ότι αναφέρονται σε μικρολεπτομέρειες χωρίς ουσιαστική σημασία.  Η ύπαρξη τέτοιων μικροαντιφάσεων καταδεικνύει ότι η μαρτυρία τους δεν ήταν προσυνεννοημένη.  Παράδειγμα η αναφορά του Μ.Κ.11 ότι δεν συνάντησαν άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο που οδηγεί προς την Αρχιμανδρίτα κατά την επιστροφή τους στην Πάφο εκτός από αυτό του κατηγορούμενου 1, σε αντίθεση με εκείνη του Μ.Κ.3 ότι συνάντησαν τρία αυτοκίνητα.

 

Οι συνήγοροι των κατηγορούμενων τόνισαν στις αγορεύσεις τους την απουσία μαρτυρίας που να συνδέει τους πελάτες τους δακτυλοσκοπικώς ή μέσω γενετικού υλικού με τα υπό κρίση ναρκωτικά.  Αυτό εξάγεται από τα παραδεκτά γεγονότα.  Η απουσία τέτοιας μαρτυρίας όμως δεν οδηγεί απαραίτητα στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι δεν άγγιξαν ή δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή με αυτά.

 

Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 102/08, 104/08 και 105/08, ημερ. 17/12/09 σε αντίθεση με την ύπαρξη δακτυλικών αποτυπωμάτων, που συνήθως οδηγεί σε θετική διαπίστωση επαφής κ.λ.π. με το αντικείμενο, η απουσία τέτοιων αποτυπωμάτων δεν καταλήγει σε αρνητική διαπίστωση.  (βλ. επίσης Χατζηπέτρου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 123). 

 

Είναι σύνηθες άτομα που ασχολούνται με την κατοχή και διακίνηση παράνομων αντικειμένων να λαμβάνουν μέτρα προστασίας ώστε να μην αφήνουν δακτυλικά αποτυπώματα ή γενετικό υλικό στα παράνομα αντικείμενα ή τη συσκευασία τους.  Άλλωστε το σακούλι με τα ναρκωτικά τοποθετήθηκε στο σημείο όπου ανευρέθηκε από την Αστυνομία από κάποιο ή κάποια πρόσωπα είτε αυτοί ήταν οι κατηγορούμενοι είτε όχι.  Εντούτοις δεν ανευρέθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα ή γενετικό υλικό οποιουδήποτε προσώπου.  Διαφορετικά θα ήσαν ίσως τα δεδομένα εάν εντοπίζετο γενετικό υλικό ή δακτυλικά αποτυπώματα άγνωστου ή άγνωστων προσώπων όχι όμως των κατηγορούμενων.

 

Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι όπως τα κατέθεσαν οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής.  Έχουμε ήδη προβεί σε αρκετά ευρήματα.  Στη συνέχεια θα συνοψίσουμε τα κύρια ευρήματα μας προβαίνοντας και σε άλλα συγκεκριμένα ευρήματα ώστε να διευκολυνθούμε κατά την υπαγωγή των γεγονότων στο Νόμο.

 

Βρίσκουμε ότι:

 

1.    Κατά την πρώτη επιχείρηση της Αστυνομίας το απόγευμα της 31.10.08 στο χωριό Κισσόνεργα, συνελήφθη ο πρώην κατηγορούμενος 3 από την Αστυνομία ενώ προσπαθούσε να πωλήσει ναρκωτικά σε υπό κάλυψη αστυνομικό.

 

2.    Λόγω του τραυματισμού του στην προσπάθεια του να διαφύγει της  σύλληψης, μεταφέρθηκε από αστυνομικούς στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για ιατρική περίθαλψη.  Αναμένοντας την εξέταση, προέβη σε αποκαλύψεις.

 

3.    Μια από αυτές ήταν ότι υπήρχαν κρυμμένα ναρκωτικά στο μέρος του χωραφιού που καλλιεργούσε ο κατηγορούμενος 1 στο χωριό Αρχιμανδρίτα.  Στη νότια πλευρά του χωραφιού υπάρχουν δύο καγκελόπορτες των οποίων τα κλειδιά έχουν ο κατηγορούμενος 1 και ο αδελφός του που κατέχει το υπόλοιπο ½ μέρος του χωραφιού.  Όλο το χωράφι είναι έκτασης 24 σκαλών.

 

4.    Από το Νοσοκομείο οι αστυνομικοί μαζί με τον κατηγορούμενο 3 μετέβησαν στο χωράφι και εισήλθαν σε αυτό από ένα άνοιγμα που δημιούργησαν στις σχάρες της περίφραξης.

5.    Ο Μ.Κ. 6 έσκαψε με τα χέρια του μερικά εκατοστά στο σημείο που υποδείχθηκε από το κατηγορούμενο 3, που απέχει περίπου 5 μέτρα από τις σχάρες της περίφραξης, και ανευρέθη το μισό σακούλι (Τεκμήριο 10) μέσα στο χώμα και το υπόλοιπο καλυμμένο με πέτρες. Αυτό περιείχε 3 σακούλια (Τεκμήρια 13Α-Γ) μέσα στα οποία ήταν η κάνναβη (Τεκμήρια 12Α-Γ) συνολικού βάρους 2.888,4 γραμμάρια από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη.  Το σημείο στο οποίο ανευρέθηκαν τα πιο πάνω τεκμήρια βρίσκεται στο μέρος του χωραφιού που καλλιεργούσε ο κατηγορούμενος 1.

 

6.    Το Τεκμήριο 10 με το περιεχόμενο του επανατοποθετήθηκε στο ίδιο σημείο και τέθηκε το μέρος υπό παρακολούθηση από την Αστυνομία.

 

7.    Γύρω στις 21:30 οι κατηγορούμενοι μετέβησαν στο χωράφι με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 ο οποίος, αφού ξεκλείδωσε την καγκελόπορτα εισήλθε μέσα σ’ αυτό με το αυτοκίνητο του, την ξανακλείδωσε και ακολούθως προχώρησε προς το μέσο του χωραφιού και στάθμευσε.

 

8.    Οι κατηγορούμενοι εξερχόμενοι του αυτοκινήτου, πεζοί προχώρησαν κατευθείαν προς το σημείο που ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά.  Όταν πλησίασαν, ο κατηγορούμενος 2 έθεσε σε λειτουργία το φανάρι (Τεκμήριο 14) που κρατούσε με το ένα του χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσε τη σχισμένη τσάντα (Τεκμήριο 17).  Ο κατηγορούμενος 2 φορούσε ρούχινα γάντια (Τεκμήριο 15).

 

9.    Όταν έφτασαν στο σημείο που ήταν τα ναρκωτικά ο κατηγορούμενος 1 γονάτισε και άρχισε να σκάβει με τα χέρια του ενώ του έφεγγε ο κατηγορούμενος 2 με το φανάρι.  Κάποια στιγμή σταμάτησε να σκάβει γιατί αντιλήφθηκε ότι κάποιος είχε σκάψει εκεί, γεγονός που ανάφερε στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος προχώρησε φέγγοντας με το φανάρι του δεξιά και αριστερά προς τα δέντρα που ήταν κρυμμένος ο Μ.Κ.8.  Τότε ο Μ.Κ.8 αναγκάστηκε να φανερωθεί.

 

10. Οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν και όταν τους επιδείχθηκε το σακούλι με τα ναρκωτικά το οποίο στο μεταξύ είχε ξεθάψει ο Μ.Κ.8, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε “Εν ηξέρω τίποτε” ενώ ο κατηγορούμενος 1 “Ρε παιθκιά αν μου τα εβάλετε πιάστε τα φύετε γιατί εν να μπερτέψουμε”.

 

Νομική Πτυχή

 

            Ήταν εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι πελάτες τους και ιδιαίτερα αυτό της κατοχής και γνώσης της φύσης των ναρκωτικών ουσιών που αποτελούν το αντικείμενο της κατοχής.

 

Ένα πρόσωπο θεωρείται ότι έχει κάτι υπό την κατοχή του όταν αυτό βρίσκεται υπό τη φύλαξη ή υπό τον έλεγχο του (βλ. D.P.P. v. Brooks (1974) 2 All E.R. 840 A.C. 862, P.C).

 

Φυσική φύλαξη πρέπει να θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του το αντικείμενο ή ακόμη όταν το φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος του.

 

Η έννοια του ελέγχου είναι ευρύτερη.  Όταν υφίσταται έλεγχος του αντικειμένου στοιχειοθετείται η κατοχή έστω και αν αυτό βρίσκεται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου (βλ. Άρθρο 2(3) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, αντίστοιχο του Άρθρου 37(3) του Misuse of Drugs Act 1971 της Αγγλίας).

 

Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει δυνατότητα επέμβασης επί του αντικειμένου αποκλειστικά ή μαζί με άλλα πρόσωπα.  Αν κάποιος αποκρύβει ναρκωτικό στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού του ή στο συρτάρι του γραφείου του, έχει τον έλεγχο και συνεπώς την κατοχή του.  Αν το ναρκωτικό φυλάσσεται σε ιδιωτικό χώρο όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πιο εύκολα.  Κάποτε όμως, παράνομα αντικείμενα φυλάσσονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους ώστε ο κάτοχος να μην διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθούν ανά πάσα στιγμή στην κατοχή του.  Εφόσον τα παράνομα αντικείμενα βρίσκονται εν γνώσει του σε συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κρυμμένα και δύναται να επισκέπτεται τον χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και κατ’ επέκταση υπό την κατοχή του.  Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου, νοουμένου πάντοτε πως ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους (βλ. Χριστάκης Ιωάννου “Τίτος” v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. σελ. 409).

 

Αλληλένδετο στοιχείο της κατοχής είναι το στοιχείο της γνώσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Κυριάκος Καΐμης v. Δημοκρατίας (1999) 2 A.A.Δ. 662).  Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος είχε γνώση της κατοχής αλλά και γνώση του είδους του αντικειμένου.

 

Η ύπαρξη και η διαπίστωση´´h της κατοχής ναρκωτικών ουσιών όπως και η πιστοποίηση της αναγκαίας γνώσης ως προς το περιεχόμενο, εξάγεται πλειστάκις από περιστατική μαρτυρία η οποία εξίσου οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 388).

 

Η τρίτη κατηγορία στηρίζεται και στο άρθρο 6(3) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 το οποίο προνοεί ότι:

 

“Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου, αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο νόμιμα ή με σκοπό να προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο κατά παράβαση του άρθρου 5(1) του παρόντος Νόμου”.

 

            Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 30Α του πιο πάνω Νόμου εφόσον καταδειχθεί ότι πρόσωπο κατέχει ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, που στην περίπτωση κάνναβης είναι 30 γραμμάρια, τότε αυτός θεωρείται ότι κατέχει το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο εκτός εάν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. 

 

Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 που αφορά η πρώτη κατηγορία διαπράττεται όπου δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να προβούν σε μια παράνομη πράξη ή να προβούν σε μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα.  Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία (βλ. Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 421 και Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 42η Έκδοση, παράγρ. 2-4).  Το actus reus της συνομωσίας είναι λοιπόν η ίδια η συμφωνία, το δε mens rea της είναι η πρόθεση κοινής συμμετοχής στη διάπραξη της παράνομης πράξης (βλ. R. v. Nock (1978) 2 All E.R. 654 και Yip Chin – Cheung v. R, 99 Cr. App. Rep. 406, P.C. 410).

 

Τέλος, αναφέρουμε ότι η πράξη της συνομωσίας συνήθως αποδεικνύεται συμπερασματικά, ως εκ της φύσης του αδικήματος.

 

Οι κατηγορούμενοι σε καμία περίπτωση θεάθηκαν να έχουν φυσική κατοχή των ναρκωτικών που ανευρέθηκαν στο χωράφι.  Ως εκ τούτου η μαρτυρία για στοιχειοθέτηση των αδικημάτων είναι περιστατική.

 

Ποιο το βάρος της περιστατικής μαρτυρίας και πότε μπορεί να στοιχειοθετήσει την ενοχή του κατηγορούμενου, αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις.  Περιστατική είναι η μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του αδικήματος.  Αντιδιαστέλλεται προς άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του αδικήματος και τον εγκληματία.  Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας εξηγείται από τον κ. Πική, τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Παφίτης v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 444.  Το σχετικό απόσπασμα είναι το εξής στη σελίδα 450:

 

“Η σημασία της περιστατικής μαρτυρίας και πότε αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορούμενου εξηγείται σε πολλές δικαστικές αποφάσεις (βλ. μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R. 73˙ Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172˙ Ιακώβου v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211˙ Σάββα v. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 258).  Το πρώτο, που διευκρινίζεται, είναι ότι ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία.  Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της”.

 

Εφόσον η μαρτυρία των κατηγορούμενων απορρίφθηκε, η περιστατική μαρτυρία θα πρέπει να κριθεί όχι σε συνάρτηση με οποιεσδήποτε εξηγήσεις έδωσαν οι ίδιοι, αλλά σε συσχετισμό με οποιεσδήποτε λογικές εξηγήσεις θα μπορούσαν εξ αντικειμένου να υπάρχουν και που θα την καθιστούσαν ασυμβίβαστη με βέβαιο συμπέρασμα ενοχής (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 301).

 

Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του (βλ. Αντωνίου v. Δημοκρατίας,  Ποιν. Έφεση 22/08, ημερ. 20.11.2008).

 

 

Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 ενέπλεξε κατά τη αγόρευση του τις διατάξεις του Περί Καταστολής του Εγκλήματος (Ελεγχόμενη Παράδοση και άλλες Ειδικές Διατάξεις) Νόμου του 1995, (Ν. 3(1)/95) όπως ετροποποιήθη.  Ήταν η κατάληξη του συνηγόρου πως στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε ελεγχόμενη παράδοση όπως αυτή προνοείται στον πιο πάνω Νόμο.  Τούτο είναι πρόδηλο και συμφωνούμε με τη θέση του δικηγόρου.  Προχώρησε περαιτέρω ο κ. Βραχίμης και εισηγήθηκε ότι εφόσον δεν έγινε ελεγχόμενη παράδοση, όπως αυτή προνοείται στο Νόμο, τότε από τη στιγμή που η Αστυνομία έθεσε υπό την κατοχή και τον έλεγχο της τις ναρκωτικές ουσίες, αυτές με κανένα τρόπο δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ήταν δυνατό να ευρίσκονται υπό τον έλεγχο του κατηγορουμένου 1. 

 

Είναι γεγονός ότι η έννοια του ελέγχου, για σκοπούς απόδειξης κατοχής εν τη εννοία του Περί Ναρκωτικών Ουσιών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, προϋποθέτει  τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου στην ναρκωτική ουσία.  Όταν η συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία τεθεί υπό την κατοχή ή έλεγχο της Αστυνομίας είναι σωστό πως το πρόσωπο που είχε τον έλεγχο της κατοχής πριν την επέμβαση της Αστυνομίας παύει να τον έχει.  Είναι αδιανόητο να συνυπάρχει κατοχή ή έλεγχος του παράνομου αντικειμένου από την Αστυνομία και έλεγχος του από το κατηγορούμενο πρόσωπο.  Εάν ο κατηγορούμενος 1 ελάμβανε τη φυσική κατοχή των ναρκωτικών μετά την ανακάλυψη τους από την Αστυνομία, τότε η κατοχή τους θα ήταν αυταπόδεικτη.  Εφόσον δεν έλαβε και εφόσον ό,τι επιδιώκεται είναι η στοιχειοθέτηση του αδικήματος με απόδειξη ελέγχου των αντικειμένων, συμφωνούμε πως τέτοιος έλεγχος εκ μέρους του κατηγορουμένου 1 δεν μπορεί να αναζητείται στο χρονικό στάδιο αφότου η Αστυνομία ανακάλυψε τα ναρκωτικά.  Ό,τι συνεπώς παραμένει είναι η αναζήτηση τέτοιου ελέγχου σε χρόνο προγενέστερο της ανεύρεσης των ναρκωτικών από την Αστυνομία.

 

Το όλο σκηνικό της παρουσίας των κατηγορουμένων στο χώρο όπως περιγράφηκε από τα αστυνομικά όργανα δεν είναι μαρτυρία φυσικής κατοχής ή ελέγχου αλλά μαρτυρία κατοχής ή ελέγχου σε προγενέστερο χρόνο.  Περαιτέρω μπορεί να συνιστά μαρτυρία απόπειρας κατοχής εν τη εννοία της απόπειρας ανάληψης φυσικής κατοχής.

 

Είναι εύρημα μας ότι στο συγκεκριμένο σημείο που υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο 3 ήταν θαμμένη η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών που παρουσιάστηκε ως Tεκμήριο 12Α-Γ.  Το σημείο αυτό βρισκόταν στο μέρος του  χωραφιού που καλλιεργούσε ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος το προσέγγισε και με τα χέρια του άρχισε να σκάβει ή να απομακρύνει τις πέτρες που κάλυπταν τη συσκευασία των ναρκωτικών.  Το σημείο δεν είχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε να προκαλέσει οιονδήποτε περαστικό να το περιεργαστεί ώστε να μπορούσε η προσέγγιση σε αυτό να θεωρηθεί ως τυχαία ή απότοκη της περιέργειας οιουδήποτε.  Πολύ περισσότερο όταν το σημείο αυτό βρισκόταν σε απόμερο σημείο του χωραφιού, εκτός του γειτνιάζοντος χωματόδρομου και προσεγγίστηκε υπό συνθήκες σκότους με τη βοήθεια φανού. 

 

Διαφορετικά θα ήσαν ίσως τα συμπεράσματα στη θέαση κάποιου προσώπου που κινούμενο σε ένα μονοπάτι ανασηκώνει ένα αντικείμενο, για παράδειγμα ένα πεταγμένο οικιακό σκεύος ή ένα παλιό ελαστικό κάτω από το οποίο αποκαλύπτεται να υπάρχουν ναρκωτικές ουσίες.  Στην απουσία άλλης ενοχοποιητικής μαρτυρίας θα γεννιούνταν αμφιβολίες στο κατά πόσο ο συγκεκριμένος διαβάτης γνώριζε για την ύπαρξη των ναρκωτικών αφού δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί πως τυχαία και από περιέργεια μπορεί να ανασήκωσε το αντικείμενο.

 

Είναι πρόδηλο ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε την νομική κατοχή των ναρκωτικών ουσιών.  Η κατοχή αυτή αφορά στάδιο πριν τον χρόνο που ο κατηγορούμενος 1 αφίχθηκε στην τοποθεσία και περπάτησε, προσέγγισε και έσκαψε στο  συγκεκριμένο σημείο.  Η νομική αυτή κατοχή τερματίστηκε ως εκ των πραγμάτων και ανεξαρτήτως της βούλησης του κατηγορουμένου 1, από τη στιγμή που η Αστυνομία προσέγγισε και έθεσε υπό τον έλεγχο της το χώρο και ξέθαψε τα ναρκωτικά. Η προσέγγιση και το σκάψιμο στο σημείο αποδεικνύουν την υφιστάμενη γνώση του κατηγορούμενου 1 για την ύπαρξη των ναρκωτικών στο σημείο εκείνο. 

 

Είναι αχρείαστο να συζητηθεί κατά πόσο γονατίζοντας στο σημείο και αρχίζοντας με τα χέρια του την εκσκαφή ενώ ευρίσκετο τόσο κοντά στην φυσική επαφή με τη συσκευασία των ναρκωτικών, είχε ουσιαστικά θέσει αυτά υπό την φυσική κατοχή του.  Θα λέγαμε πως μάλλον όχι.  Όμως οι ενέργειες του δύνανται να στοιχειοθετούν απόπειρα λήψης της φυσικής κατοχής των ναρκωτικών.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κατηγορούμενος 1 μετέβηκε στον χώρο για να ξεθάψει και να λάβει φυσική κατοχή των ναρκωτικών ουσιών, δεν πρόλαβε όμως να φέρει σε πέρας την επιδίωξη του.  Η επέμβαση της Αστυνομίας τον απέτρεψε από του να λάβει τη φυσική κατοχή των ναρκωτικών. 

 

 Ο κατηγορούμενος 1, με την πιο πάνω πρόθεση και σκοπό,  συνοδευόταν από τον κατηγορούμενο 2.  Οι κινήσεις και ενέργειες του τελευταίου έχουν μαρτυρηθεί από τους αυτόπτες αστυνομικούς μάρτυρες και συνίστανται στο ότι φορούσε μάλλινα γάντια και κρατούσε νάυλον τσάντα.  Ποια θα ήταν η χρήση της τσάντας και μάλιστα σκισμένης μόνο ο ίδιος ή και οι δυο κατηγορούμενοι γνωρίζουν.  Ενδέχεται τα αντικείμενα αυτά να σχετίζονται με προστατευτικά μέτρα ώστε να μην αφήσουν δακτυλικά αποτυπώματα ή γενετικό υλικό.  Με το φανάρι του ο κατηγορούμενος 2 έφεγγε στον κατηγορούμενο 1 στο σημείο που ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά διευκολύνοντας τον στην εκσκαφή.  Όταν ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε ότι διαπίστωσε επέμβαση στο σημείο, ο κατηγορούμενος 2 κινήθηκε προς τα δέντρα και με το φανάρι του προσπαθούσε να διαπιστώσει κατά πόσο ευρίσκετο τριγύρω κρυμμένο οποιοδήποτε πρόσωπο.

 

Καθόσον αφορά την διανοητική λειτουργία του κατηγορουμένου 2, δηλαδή τι σχετικό γνώριζε, αν γνώριζε οτιδήποτε το σχετικό, δεν υφίσταται άμεση μαρτυρία.  Η όποια σχετική του γνώση μπορεί να εξαχθεί μόνο από τη συμπεριφορά του και τις περιβάλλουσες συνθήκες.

 

Το ότι έχουμε απορρίψει την θέση των κατηγορουμένων ότι επισκέφθηκαν το χωράφι και το συγκεκριμένο χώρο για άλλους σκοπούς, δεν αποδεικνύει αφ’ εαυτού πως και οι δύο το επισκέφθηκαν με σκοπό την ανάληψη κατοχής των ναρκωτικών.  Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει με θετική μαρτυρία τις απαραίτητες παραμέτρους που στοιχειοθετούν τη γνώση εκ μέρους του κατηγορουμένου 2 για τεκμηρίωση των εναντίον του κατηγοριών.

 

Εάν ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 αναζητούσε στο σημείο ναρκωτικές ουσίες, τότε είναι ένοχος για το ότι παρείχε συνδρομή στον κατηγορούμενο 1 στην απόπειρα του να θέσει υπό τη φυσική κατοχή του τα ναρκωτικά, όπως ήταν και η σχετική εισήγηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Η απόπειρα προνοείται στο άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο καθόση έκταση ενδιαφέρει προνοεί πως:

 

“Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεσή του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωσή της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεσή του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει”.

 

Ο κατηγορούμενος 1 έθεσε σε εφαρμογή την πρόθεση του να αναλάβει φυσική κατοχή των ναρκωτικών αρχίζοντας να σκάβει ή και να απομακρύνει τις πέτρες που έκρυβαν τα συσκευασμένα ναρκωτικά.  Αυτό ήταν το πρόσφορο και  ενδεικνυόμενο μέσο πραγμάτωσης του σκοπού του.  Οι πράξεις του, δεν μπορεί να στόχευαν σε οτιδήποτε άλλο και φανερώνουν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία τη συγκεκριμένη πρόθεση του.

 

Οι περιστάσεις και οι ενέργειες του κατηγορουμένου 2 καταδεικνύουν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία πως αυτός είχε υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος 1 επιχειρούσε να θέσει υπό την κατοχή του κάποια παράνομα αντικείμενα.  Η τοποθεσία που τα όποια αντικείμενα ήταν κρυμμένα, η ώρα που οι κατηγορούμενοι προσέγγισαν το χώρο, οι προφυλάξεις οι οποίες ελήφθηκαν και οι εν γένει περιβάλλουσες συνθήκες καταδεικνύουν του λόγου το αληθές.  Ό,τι παραμένει είναι το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος 2 που αναμφίβολα, όπως έχει αναφερθεί είχε υπόψη του παράνομο σκοπό, να πίστευε πως επρόκειτο για άλλης φύσης παράνομα αντικείμενα για παράδειγμα εκρηκτικές ύλες ή κάποιο πυροβόλο όπλο. 

 

Το τι πίστευε ο κατηγορούμενος 2 ευρίσκεται στη σφαίρα της δικής του γνώσης αποκλειστικά.  Ο ίδιος δεν προέβαλε ισχυρισμό προς αυτή την κατεύθυνση.  Δεν ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι θα ξέθαβε ένα πιστόλι ή μια ποσότητα εκρηκτικών.  Κατέφυγε σε άλλη εκδοχή η οποία έχει απορριφθεί.  Όταν αναφερόμαστε στο μέτρο απόδειξης στο Ποινικό Δίκαιο “πέραν από κάθε λογική αμφιβολία” εννοούμε την αμφιβολία που εγείρεται ως λογική με βάσει την ανθρώπινη λογική και εμπειρία (βλ. Αντωνίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)).  Τέτοια αμφιβολία δεν εγείρεται στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης.

 

Και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν η πιο πάνω μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει και σε ασφαλές συμπέρασμα ότι στοιχειοθετούνται οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι.

 

            Αρχίζοντας από τη κατηγορία της  παράνομης κατοχής  ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (2η κατηγορία) βρίσκουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή την έχει αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία εναντίον του κατηγορούμενου 1. 

 

Όσον αφορά την τρίτη κατηγορία, δηλαδή τη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δύσκολη ή και αδύνατη πολλές φορές η προσαγωγή μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα.  Εδώ όπου η ποσότητα των ναρκωτικών είναι σύμφωνα με τα ευρήματα μας 2.888,4 γραμμάρια κάνναβης ώστε να υπερβαίνει κατά πολύ τη ποσότητα που καθορίζεται από το άρθρο 30Α του Νόμου τεκμαίρεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό ότι ο κατηγορούμενος 1 κατείχε τα εν λόγω ναρκωτικά με σκοπό τη προμήθεια τους σε τρίτα πρόσωπα.  Το τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 30Α του Νόμου είναι μαχητό.  Ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να δείξει, με το βάρος βέβαια απόδειξης την πιθανολόγηση ή την εύλογη αμφιβολία, πως δεν τα κατείχε με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα (βλ. Hurbanek v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 524, 527). Ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε να πείσει πως δεν είχε καμία σχέση με τα ναρκωτικά.  Δεν έδωσε καμία εξήγηση στο Δικαστήριο ως προς την πρόθεση του σε σχέση με αυτά.  Η υπεράσπιση δεν ανέτρεψε ούτε επιχείρησε να ανατρέψει το μαχητό εκ του Νόμου τεκμήριο.   Όντως, η γραμμή υπεράσπισης του κατηγορούμενου 1 ήδη από τη κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 45) ήταν ότι ούτε γνώριζε για τα ναρκωτικά στο χωράφι ούτε είχε πωλήσει ή χρησιμοποιήσει ποτέ ναρκωτικά στη ζωή του. 

 

            Για τους πιο πάνω λόγους βρίσκουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει και την τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 πέραν από κάθε λογική αμφιβολία.

 

            Σε σχέση με τη κατηγορία της συνωμοσίας για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου και κατοχή του με σκοπό τη προμήθεια (1η κατηγορία) κρίνουμε ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας οδηγεί σε συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα αδικήματα της δεύτερης και τρίτης κατηγορίας.  Καθίσταται από την μαρτυρία πρόδηλο πως οι κατηγορούμενοι δεν συνευρέθησαν τυχαία ούτε μετέβησαν μαζί τυχαία στο χωράφι.  Η μεταφορά μαζί τους του φαναριού, των μάλλινων γαντιών και της σχισμένης τσάντας καταδεικνύει πως συνεννοήθηκαν και ξεκίνησαν για να πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους.

 

           

Το τι συνέβηκε στο χώρο του χωραφιού, η επιτυχία ή όχι του σχεδίου της συνωμοσίας τους, είναι αδιάφορο.  Η πράξη που τεκμηριώνει τη συνωμοσία είναι η ίδια η συμφωνία που επιτεύχθηκε πριν την άφιξη τους στο χώρο.  Η συνωμοσία ως συνεχές αδίκημα μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχιζόταν, επιβεβαιωνόμενη από τις πράξεις των κατηγορουμένων, μέχρι και τη στιγμή έναρξης διάπραξης των αδικημάτων που σχεδίασαν.

 

            Όπως πιο κάτω θα εξηγήσουμε, δεν είναι η θετική διαπίστωση μας ότι απώτερος σκοπός των κατηγορουμένων ήταν οι ναρκωτικές ουσίες να τεθούν υπό την φυσική κατοχή του κατηγορούμενου 2 για δικούς του σκοπούς.  Όπου πιο κάτω καταλήγουμε είναι πως ο κατηγορούμενος 2 ακολούθησε τον κατηγορούμενο 1 για να παράσχει σε αυτόν συνδρομή να αποκτήσει ο πρώτος φυσική κατοχή των ναρκωτικών.  Τι όφελος και ποιά άλλη εμπλοκή μπορούσε να έχει ο κατηγορούμενος 2 στη συνέχεια, δεν αποκαλύφθηκε.  Όμως, και παρά την απουσία του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 από την Έκθεση Αδικήματος της 2ης κατηγορίας (βλ. Μιχαήλ κ.α. v. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 362, 367), μπορούμε να καταδικάσουμε τους κατηγορουμένους στην 1η κατηγορία ως έχει γιατί συνωμότησαν όπως ενεργήσουν ώστε ο κατηγορούμενος 1 να θέσει τα ναρκωτικά υπό την φυσική κατοχή του (και για σκοπούς προμήθειας στη βάση του τεκμηρίου του Νόμου) με τη βοήθεια (συναυτουργία) του κατηγορούμενου 2.

           

            Διαφαίνεται λοιπόν πως στις 31.10.2008 οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν τα αδικήματα της δεύτερης και τρίτης κατηγορίας.  Κατά συνέπεια βρίσκουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την 1η κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 πέραν από κάθε λογική αμφιβολία.

 

            Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας αναφορικά με την πραγματική εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο συνεργάτης του κατηγορούμενος 1 δεν ανέλαβε την φυσική κατοχή των ναρκωτικών, καταδεικνύουν πως ο κατηγορούμενος 2 δεν μπορεί να καταδικαστεί για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών γιατί ο ίδιος δεν ανέλαβε τη φυσική κατοχή τους.  Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε την κατοχή  ή τον έλεγχο τους σε προγενέστερο χρόνο.  Ο έλεγχος δε που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο 1 για χρόνο προγενέστερο της άφιξης της Αστυνομίας δεν συνδέεται με οποιαδήποτε εμπλοκή του κατηγορούμενου 2.  Εις ό,τι εμπλέκεται ο κατηγορούμενος 2 ήταν, πέραν της συνωμοσίας, να παράσχει συνδρομή στον κατηγορούμενο 1 να λάβει τη φυσική κατοχή των ναρκωτικών.  Εφόσον ο κατηγορούμενος 1 δεν πέτυχε να λάβει τη φυσική κατοχή των ναρκωτικών αλλά μόνο αποπειράθηκε προς τούτο, ο κατηγορούμενος 2 είναι ένοχος επί το ότι παρείχε συνδρομή στον κατηγορούμενο 1 στην απόπειρα του να λάβει φυσική κατοχή των ναρκωτικών. 

 

            Σύμφωνα με το άρθρο 85(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155:

 

“Αν πρόσωπο κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, αυτό δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, να καταδικαστεί για απόπειρα διάπραξης του εν λόγω ποινικού αδικήματος”.

 

Επομένως ο κατηγορούμενος 2 μπορεί να καταδικαστεί τόσο στη 2η όσο και στη 3η κατηγορία χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου με την διευκρίνιση πως η καταδίκη του αφορά σε απόπειρα διάπραξης των αναφερομένων στις κατηγορίες αδικημάτων, ως συναυτουργού.

 

 

 

 

 

 

 

Κατά συνέπεια βρίσκουμε ένοχο τον κατηγορούμενο 1 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ενώ τον κατηγορούμενο 2 ένοχο στη 1η κατηγορία και ένοχο για απόπειρα διάπραξης των αδικημάτων της 2ης και 3ης κατηγορίας.

  

           

 

                                                                        (Υπ.) ………………………………….

                                                                                        Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

                                                                        (Υπ.) ………………………………….

                                                                                         Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ.

 

 

                                                           

                                                                        (Υπ.) ………………………………….

                                                                                              Α. Κονής, Ε.Δ.

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

…/Ο.Ρ. Χ.Κ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο