ECLI:CY:DEELEF:2020:8

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

 

Ενώπιον:      Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου

Αίτηση Αρ.: Ε51/18

Μεταξύ:

ANDERSA COMPANY LIMITED, (Η.Ε. 1709), εκ Αίαντος 12 Λευκωσία

Αιτητών

- και -

 

Α.Ν. MIKES ALEXANDROS SQUARE LIMITED (Η.Ε. 340973), εκ Βεργίνας Νικολαΐδου 4, Λακατάμια, 2324 Λευκωσία

Καθ’ ων η Αίτηση

------------------------------------------------------------------------------

Αίτηση για την τροποποίηση της κυρίως Αίτησης

28.7.2020

Για τους Αιτητές: κα. Χ. Α. Κωνσταντίνου για κ.κ. KAMPOURI & GIALELI LLC

Για τους Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Χρ. Νεοφύτου για κ.κ. Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.ΕΠ.Ε.

 

Ενδιάμεση Απόφαση

 

Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 22.5.2019, οι Αιτητές στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «οι Αιτητές»), εξαιτούνται ως ακολούθως:

 

«Α.     Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Αιτήσεως της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτησης δια της προσθήκης ως Καθ’ ων η Αίτηση αρ.2 και 3 τον Αλέξανδρο Νικολαΐδη (Α.Δ.Τ. [ ]) και Μιχάλη Νικολαΐδη (Α.Δ.Τ. [ ]) αντίστοιχα.

 

Β.       Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει τη τροποποίηση της Αίτησης Ανάκτησης Κατοχής και/ή έξωσης ημερομηνίας 26/04/2018 ως ακολούθως:

 

1.         Δια της αντικατάστασης των λέξεων «του Καθ’ ου η Αίτηση» στην Β. ΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ (I) με τις λέξεις «της Καθ’ ης η Αίτηση αρ. 1».

2.         Δια της αντικατάστασης των λέξεων «τον Καθ’ ου η Αίτηση» στην Β. ΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ (II) με τις λέξεις «την Καθ’ ης η Αίτηση αρ. 1».

3.         Δια της αντικατάστασης των λέξεων «του Καθ’ ου η Αίτηση», «€21.668,40», και «01/04/2018» στην Β. ΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ (III) με τις λέξεις «των Καθ’ ου η Αίτηση αρ. 1,2 και 3», «€25.891,20» , «01/06/2018» αντίστοιχα και περαιτέρω την αντικατάσταση της τελείας με κόμμα στο τέλος της παραγράφου και της προσθήκη των λέξεων «πλέον την εισφορά άμυνας για το συνολικό ποσό των €1,896.60 από τις 31/12/2015 μέχρι 01/06/2018.»

4.         Δια της αντικατάστασης των λέξεων «του Καθ’ ου η Αίτηση όπως καταβάλλει» και «01/05/2018», στην Β. ΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ (IV) με τις λέξεις «των Καθ’ ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 όπως καταβάλουν» και «01/07/2018», αντίστοιχα.

5.         Στη παράγραφο Γ. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΣ I., δια την διαγραφή των λέξεων «ο Καθ’ ου η Αίτηση» και την αντικατάσταση αυτών με «η Καθ’ ης η Αίτηση αρ. 1».

6.         Στη παράγραφο Δ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ και επί της παραγράφου 1 αυτής, την διαγραφή των λέξεων «ο Καθ’ ου η Αίτηση» και την αντικατάσταση αυτών με «η Καθ’ ης η Αίτηση 1»

7.         Στη παράγραφο Δ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ και επί της παραγράφου 2 αυτής, την διαγραφή των λέξεων «ο Καθ’ ου η Αίτηση» και την αντικατάσταση αυτών με «η Καθ’ ης η Αίτηση 1».

8.         Δια την προσθήκη νέας παραγράφου 3 η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως:

«Οι Καθ’ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3, εγγυήθηκαν με τη προσωπική τους περιουσία, αλληλέγγυα μαζί με τον ενοικιαστή και ο κάθε ένας ξεχωριστά οποιαδήποτε ποσά ήθελε προκύψουν ως οφειλόμενα από τον ενοικιαστή προς τους ιδιοκτήτες, δυνάμει της ανωτέρω Συμφωνίας Ενοικίασης και μέχρι εξοφλήσεως αυτών.»

9.         Δια την επαναρύθμιση των υφιστάμενων παραγράφων 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 σε 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10.

10.      Στην υφιστάμενη παράγραφο 3, την διαγραφή των λέξεων «Ο Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος» με την αντικατάσταση των λέξεων «Η Καθ’ ης η Αίτηση αρ. 1 η οποία».

11.      Στην υφιστάμενη παράγραφο 4, την διαγραφή των λέξεων «τον Καθ’ ου η Αίτηση» , «αυτός» με την αντικατάσταση των λέξεων «την Καθ’ ης η Αίτηση 1» και «αυτή» αντίστοιχα.

12.      Στην υφιστάμενη παράγραφο 5, την διαγραφή των λέξεων όπου υπάρχει των λέξεων «τον Καθ’ ου η Αίτηση» με την αντικατάσταση των λέξεων «την Καθ’ ης η Αίτηση αρ. 1»

13.      Στην υφιστάμενη παράγραφο 5 την αντικατάσταση της λέξης «αυτόν» με την λέξη «αυτή».

14.      Στις υφιστάμενες παραγράφους 6 και 7, όπου αναγράφονται οι λέξεις «ο Καθ’ου η Αίτηση» να αντικατασταθούν με τις λέξεις «η Καθ'ης η Αίτηση αρ. 1»

15.      Στη υφιστάμενη παράγραφο 7 την αντικατάσταση των λέξεων «01/04/2018», «€21.668,40» και αντικατάσταση αυτών με τις λέξεις «01/06/2018» και «€25.891,20» αντίστοιχα.

16.      Στη υφιστάμενη παράγραφο 7, τη προσθήκη μετά τη φράση «ως καθυστερημένα ενοίκια, πλέον» την φράση «την εισφορά άμυνας για το συνολικό ποσό των €1,896.60 από τις 31/12/2015 μέχρι 01/06/2018,»

Γ.       Οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαια υπό τις περιστάσεις.

Δ.      Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Αίτησης.»

 

Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, Διάταξη 12, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θθ.10 και 11, Δ.25, Δ.48 θθ.1, 2, 3, Δ. 64, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο Ν. 23/83, στην Νομολογία, στη συμφυή εξουσία και γενική πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κας. Δανάης Σαββίδου. Η κα. Σαββίδου λέγει ότι είναι μια εκ των Διευθυντών και ιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τόσο από προσωπική της γνώση, όσο και από έγγραφα που έχει στην κατοχή της και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους λοιπούς ιδιοκτήτες να προβεί στη δήλωση της.

 

Στις 26.4.2018 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση και επιδόθηκε στους Καθ’ ων η Αίτηση στις 21.5.2018, οι οποίοι καταχώρησαν Απάντηση στις 15.6.2018. Στην επίδικη Συμφωνία Ενοικιάσεως με τους Καθ’ ων η Αίτηση, επισυνάπτεται εγγύηση, με εγγυητές τους κ.κ. Αλέξανδρο Νικολαΐδη και Μιχάλη Νικολαΐδη, οι οποίοι εγγυήθηκαν με προσωπική τους περιουσία, την πληρωμή του ενοικίου και οποιαδήποτε άλλα ποσά και αποζημιώσεις που ήθελε καταστούν πληρωτέα σε σχέση με την επίδικη συμφωνία, με αποτέλεσμα να κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του τίτλου της παρούσας Αίτησης, με την προσθήκη των ως άνω αναφερομένων εγγυητών.

 

Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι εκ παραδρομής δεν προστέθηκαν οι εγγυητές της επίδικης συμφωνίας ως Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 3. Προέκυψε άμεση ανάγκη για προσθήκη των κ.κ. Αλέξανδρου Νικολαΐδη και Μιχάλη Νικολαΐδη ως Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 3 αντίστοιχα, στον τίτλο της υπό τον πιο πάνω αριθμό Αίτησης και περαιτέρω, η τροποποίηση της Αίτησης με σκοπό να αντικατοπτρίζει τα πραγματικά γεγονότα. Η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται σε πρώιμο χρονικό στάδιο, είναι δίκαια και επιβεβλημένη, για να μπορέσουν οι Αιτητές να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό πλέγμα των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, σε καμία περίπτωση προκύπτει οποιασδήποτε μορφής αδικία σε βάρος των Καθ’ ων η Αίτηση, η οποία να μη θεραπεύεται με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα, ενώ ουσιαστικά οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν υφίστανται οποιασδήποτε μορφής ζημιάς, πέραν της προκληθείσας καθυστέρησης.

 

Ένσταση:

            Ένσταση εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση καταχωρίστηκε την 17.7.2019 και αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θθ.10 και 11, Δ.12, Δ.19 θ.4, Δ.21 θθ.1-15, Δ.25, Δ.26, Δ.27, Δ.39 θ.1, Δ.48 θ.8(4), Δ.64 θθ.1 & 2, στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, Διάταξη 11, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις γενικές αρχές του Νόμου και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:

 

«α)     Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη ή/και αναφέρει λανθασμένη νομική βάση. Δεν έχουν τεθεί οι κατάλληλες νομοθετικές πρόνοιες που θα επέτρεπαν την έκδοση διατάγματος της φύσεως που επιζητείται, σημαντικότατα δεν έχει τεθεί ο περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικός Κανονισμός του 1983, Διάταξη 11, η οποία είναι δικαιοδοτική.

β)       Δεν συντρέχουν οι νομοθετικές, ή/και δικονομικές, ή/και νομολογιακές, ή/και οποιεσδήποτε άλλες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

γ)       Οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση της αίτησης ημερ. 29/11/2018 είναι αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και στερούνται οποιοσδήποτε νομικής ή/και πραγματικής ουσίας ή/και βάσης και δεν καταδεικνύεται η εμπλοκή των προτεινόμενων Καθ’ ων η Αίτηση, με οποιοδήποτε τρόπο στην υπόθεση με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν τα αναγκαία στοιχεία και να μην καταδεικνύεται κατά πόσο οι προτεινόμενοι είναι αναγκαίοι διάδικοι.

δ)       Η Αιτήτρια χρησιμοποιεί την παρούσα διαδικασία κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, του Περί Ενοικιοστασίου Κανονισμών, της νομοθεσίας και της νομολογίας.

ε)       Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική ή/και με αυτήν επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί.

στ)     Η Αίτηση είναι αχρείαστη, κακόπιστη, παράλογη, ενοχλητική δεν έχει νομικό, ή/και πραγματικό έρεισμα.

ζ)       Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση, υποβάλλεται δε σε καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας αφού έχει καταχωρηθεί ήδη απάντηση από μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση και προκαλεί ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.

η)       Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παραπλανητική και δεν τεκμηριώνει ούτε υποστηρίζει στο ελάχιστο τα αιτήματα των Αιτητών.

θ)       Τυχόν έγκριση της, θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα, καθότι αν επιτρέπετο η προσθήκη των προτεινόμενων Καθ’ ων η Αίτηση καθώς και την Τροποποίηση της Αίτησης για Ανάκτηση κατοχής ή/και έξωσης, με την ανάμειξη των θα περιπλεχθεί η υπόθεση, αφού ο κάθε ένας, ξεχωριστά, θα επεκταθεί σε άλλα θέματα προς υπεράσπισή του.

ι)        Η ως άνω Αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου εφόσον σκοπό έχει την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθότι πρόκειται για την δεύτερη Αίτηση η οποία καταχωρείται εκ μέρους των Αιτητών με το ίδιο αντικείμενο προς εκδίκαση, για την οποία καλούν το Δικαστήριο να αποφανθεί εκ νέου επί της ουσίας του αντικειμένου της αίτησης, υπάρχει συνεπώς κώλυμα δεδικασμένου και οι Αιτητές δεν δύνανται να προωθούν την παρούσα Αίτηση. Η πρώτη Αίτηση με αίτημα τροποποίησης του τίτλου είχε καταχωρισθεί περί την 02/11/2018 για την οποία έχει εκδοθεί απόφαση περί την 11/04/2019 κατά την οποία η Αίτηση των Αιτητών είχε απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών.»

 

            Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Αλέξανδρου Νικολαΐδη, από τη Λευκωσία. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στη δήλωση του. Τα όσα αναφέρει, τα γνωρίζει από προσωπική ανάμιξη στα γεγονότα της παρούσας και από έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του. Απορρίπτει το περιεχόμενο της υπό εξέταση αίτησης και υιοθετεί τους λόγους ένστασης.

 

Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη ή/και αναφέρει λανθασμένη νομική βάση.  Δεν έχουν τεθεί οι κατάλληλες νομοθετικές πρόνοιες που θα επέτρεπαν την έκδοση Διατάγματος της φύσεως που επιζητείται, σημαντικότατα δεν έχει τεθεί ο περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικός Κανονισμός του 1983, Διάταξη 11, η οποία είναι δικαιοδοτική. Σ’ αυτό το σημείο, υπογραμμίζω ότι οι περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί έχουν τροποποιηθεί και η δικαιοδοτική διάταξη στην οποία προφανώς αναφέρεται ο ενόρκως δηλών, έχει αναριθμηθεί σε Κανονισμό 12, ο οποίος περιλαμβάνεται στην νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης.

 

Ο κ. Νικολαΐδης υποστηρίζει ότι από την κυρίως Αίτηση δεν καταδεικνύεται η εμπλοκή των προτεινόμενων Καθ’ ων η Αίτηση στην υπόθεση με οποιοδήποτε τρόπο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν τα αναγκαία στοιχεία και να μην καταδεικνύεται κατά πόσο είναι αναγκαίοι διάδικοι. Επιπλέον, θα περιπλεχθούν τα επίδικα θέματα και δεν θα πρέπει να καταστούν οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι, καθότι, αν επιτρεπόταν η προσθήκη τους ως Εναγόμενοι, θα περιπλέκετο η υπόθεση με την ανάμειξη των, αφού ο κάθε ένας, ξεχωριστά, θα επεκταθεί σε άλλα θέματα προς υπεράσπισην του. Η υπό εξέταση αίτηση πάσχει νομικά και διαδικαστικά, διότι έχει ήδη καταχωρηθεί Απάντηση εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση, άρα η αίτηση έχει καταχωρηθεί καθυστερημένα και με γνώμονα την Απάντηση των Καθ’ ων η Αίτηση. Επίσης, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων, αφού οι Αιτητές, μετά την καταχώρηση της Απάντησης, επιζητούν να λάβουν αθέμιτο νομικό πλεονέκτημα έναντι των Καθ’ ων η Αίτηση, προκαλώντας τους αδικία και πλήττοντας τα συμφέροντα τους. Η υπόθεση των Αιτητών μπορεί να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως έχει, ολοκληρωμένα και χωρίς οποιαδήποτε έλλειψη και δεν χρειάζεται, ούτε είναι απαραίτητη η οποιαδήποτε τροποποίηση για να γίνει αυτό.

 

Ιστορικό:

Δικόγραφα:   

Προς ολοκλήρωσην της ενώπιον του Δικαστηρίου εικόνας για σκοπούς, πάντοτε, της υπό εξέταση αίτησης, σημειώνω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρίστηκε την 26.4.2018 και μ’ αυτήν οι Αιτητές εξαιτούνται ως ακολούθως:

 

«(I)     Απόφαση και/ή διάταγμα ανάκτησης κατοχής και/ή έξωσης του Καθ’ ου η αίτηση δυνάμει του άρθρου 11(1)(α) του Ν. 23/83 από το ακίνητο, με αρ. Τεμαχίου 114 & 115, Φ/Σχ.21/460512, Τμήμα 1, επί της οδού Κωστάκη Παντελίδη, στην συνοικία Τρυπιώτης στη Λευκωσία παρά την πλατεία Ελευθερίας.

(II)      Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει τον Καθ’ ου η Αίτηση όπως παραδώσει στους Αιτητές ελευθέρα και απρόσκοπτη την κατοχή του ως άνω ακινήτου με αρ. Τεμαχίου 114 & 115, Φ/Σχ.21/460512, Τμήμα 1, επί της οδού Κωστάκη Παντελίδη, στην συνοικία Τρυπιώτης στη Λευκωσία παρά την πλατεία Ελευθερίας.

(III)     Απόφαση εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση για το ποσόν των €21.668,40 για τα καθυστερημένα ενοίκια από την 01/02/2017 μέχρι και την 01/04/2018.

(IV)     Απόφαση και/ή διάταγμα εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση όπως καταβάλλει το ποσόν των €2.160,00 μηνιαίως από 01/05/2018 ως το εύλογο και/ή δίκαιο ενοίκιο και/ή συμφωνηθέν ενοίκιο και/ή σύμφωνα με την αρχή «users principle» μέχρι παραδόσεως της ελευθέρας και απρόσκοπτης κατοχής των ως άνω ακινήτων στους Αιτητές.

(V)     Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο θα θεωρήσει εύλογη ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

(VI)     Τόκο προς 3,5% από 01/01/2017, επί των ανωτέρω ποσών μέχρι εξοφλήσεως.

(VII)    Έξοδα της Αίτησης και επίδοσης πλέον Νόμιμο τόκο.»

 

            Οι Αιτητές ενάγουν ως οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. Τεμαχίου 114 & 115, Φ/Σχ.21.460512, Τμήμα 1, επί της οδού Κωστάκη Παντελίδη, στην συνοικία Τρυπιώτης στη Λευκωσία, παρά την πλατεία Ελευθερίας. Η Καθ’ ης η Αίτηση εταιρεία ενάγεται ως η ενοικιάστρια του επίδικου υποστατικού δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 16.10.2015, η οποία τερματίστηκε.

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση εταιρεία καταχώρισε Απάντηση και Ανταπαίτηση την 15.6.2018, με την οποία εγείρει έξι προδικαστικές ενστάσεις, μεταξύ άλλων ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Η Καθ’ ης η Αίτηση εταιρεία αποδέχεται ότι ενοικίασε από τους Αιτητές το επίδικο υποστατικό με συμφωνία ημερομηνίας 16.10.2015 και προσθέτει ότι ο πατέρας και/ή η γιαγιά του ιδιοκτήτη της Καθ’ ης η Αίτηση εταιρείας ενοικίαζε το επίδικο από το 1988. Η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται ότι οφείλει οποιαδήποτε ποσά ως ενοίκια και ανταπαιτεί ως ακολούθως:

 

«Α)     Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ουδέν ποσό οφείλει στους Αιτητές.

Β)      Ειδικές αποζημιώσεις ως Αέρα (Business Goodwill) ύψους €750.000.- (Επτακοσίων Πενήντα Χιλιάδων Ευρώ) ως αναφέρεται ανωτέρω, στα πλαίσια της απάντησης του.

Γ)       Ειδικές ζημιές, ή/και διαφυγόντα κέρδη, ή/και διαφυγόντα έσοδα ύψους €1,500,00.- (Ενός Εκατομμυρίου Πεντακοσίων Χιλιάδων Ευρώ) ως αναφέρεται ανωτέρω.

Δ)      Αποζημίωση για απώλεια εμπορικής εύνοιας και καλής φήμης ύψους €80,000.- (Ογδόντα Χιλιάδων Ευρώ) ως αναφέρεται ανωτέρω.

Ε)      Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθησομένου ποσού από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας Ανταπαίτησης μέχρις εξόφλησης ή/και για τη χρονική διάρκεια που θα διατάξει το Δικαστήριο.

ΣΤ)     Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων πλέον έξοδα επίδοσης.»

 

Οι Αιτητές δεν έχουν καταχωρήσει Απάντηση στην Ανταπαίτηση.

 

 

Διαδικασία:

Την 28.6.2018, οι Αιτητές καταχώρησαν τροποποιημένη Αίτηση, με βάση τη Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προσθέτοντας ως Καθ’ ων η Αίτηση τους Αλέξανδρο και Μιχάλη Νικολαίδη. Την 13.9.2018 καταχώρισαν μονομερή αίτηση για την έκδοση απόφασης εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 3 και αίτηση δια κλήσεως για την έκδοση απόφαση εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση 1 εταιρείας. Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1, 2 και 3 καταχώρισαν αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 24.9.2018, με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό της τροποποιημένης Αίτησης, ως παράτυπης και/ή αντινομικής, και/ή άκυρης εξ’ υπαρχής και/ή ως μη γενομένης. Οι δύο αιτήσεις γι’ απόφαση καθώς και η τροποποιημένη Αίτηση, αποσύρθηκαν την 22.10.2018.

 

Στη συνέχεια, οι Αιτητές καταχώρισαν αίτηση ημερομηνίας 2.11.2018 για τροποποίηση της κυρίως Αίτησης, με την προσθήκη ως Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 3, των Αλέξανδρου Νικολαΐδη και Μιχάλη Νικολαΐδη, αντίστοιχα. Οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση και το Δικαστήριο με Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 11.4.2019, απέρριψε την αίτηση για τρεις βασικούς λόγους: δεν περιλαμβανόταν στην νομική της βάση η Διαταγή 25, δεν απεδείχθη ικανοποιητικά ότι οι προτεινόμενοι Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 3 ήταν αναγκαίοι διάδικοι και η αίτηση δεν περιλάμβανε αίτημα τροποποίησης του σώματος της κυρίως Αίτησης, παρά μόνο αίτημα τροποποίησης του τίτλου.

 

Καταχωρήθηκε Κλήση για Οδηγίες και Παραρτήματα και από τις δύο πλευρές, δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η διαδικασία αυτή δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Η ακροαματική διαδικασία επί της ουσίας, δεν έχει αρχίσει.

 

Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί ενδιάμεσο αίτημα, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση.

 

 

 

 

Νομική πτυχή:

Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας:

Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.

 

Από πλευράς της Καθ’ ης η Αίτηση εταιρείας, προβάλλεται ως λόγος ένστασης ο ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη επειδή δεν αναφέρεται σ’ αυτήν ο Κανονισμός 11 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών. Αντιλαμβάνομαι ότι η αναφορά είναι για τον Κανονισμό 12, δηλαδή τον ως άνω κανονισμό. Ο Κανονισμός 11 έχει αναριθμηθεί σε Κανονισμό 12, ο οποίος περιλαμβάνεται στην νομική και δικονομική βάση της υπό εξέταση αίτησης.

 

Διαταγή 9 – Αντικατάσταση / προσθήκη διαδίκου:

Σχετική με την υπό εξέταση αίτηση είναι η Διαταγή 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, η υπό εξέταση αίτηση. Ο θεσμός 10 αυτής προνοεί ως ακολούθως:

 

“10.    No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it.  The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added.  No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto.  Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.”

           

Ο αντίστοιχος παλαιός Αγγλικός θεσμός είναι ο Order 16 rule 11, ο οποίος είναι πανομοιότυπος. Παραθέτω απόσπασμα από το Annual Practice 1958, σελίδα 345, κάτω από την επικεφαλίδα ‘Application of Rule’ [2] και από τη σελίδα 346, κάτω από την επικεφαλίδα Misjoinder, Nonjoinder [3].

 

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Χρίστος Μηνά, (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1818, ο έντιμος Δικαστής κ. Π. Καλλής προβαίνει σε αναφορές στην Αγγλική νομολογία και στις βασικές αυθεντίες Byrne v. Brown (1889) 22 Q.B.D. 657, Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd. (1956) 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit (1968) 1 All E.R. 328, όπου ερμηνεύτηκε το Order 16 rule 11. Εν ολίγοις, σημασία έχει εάν με την θεραπεία την οποία εξαιτείται ο Αιτητής θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά ή οικονομικά δικαιώματα του προτιθέμενου/προτεινόμενου Καθ’ ου η Αίτηση και ότι αυτός πρέπει να δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας στη παρούσα υπόθεση. Σημειωτέον ότι η εν λόγω αυθεντία αφορούσε αίτηση από τον ίδιο τον προτεινόμενο διάδικο. Στην ενώπιον μας υπόθεση, ζητούν οι Αιτητές τη συνένωση των προτεινόμενων Καθ’ ων η Αίτηση. Δεν ζητούν οι τελευταίοι να λάβουν μέρος στην υπόθεση για να προστατεύσουν τα οποιαδήποτε δικαιώματα τους.

 

            Αναφορικά με την παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου των αναγκαίων διαδίκων, στην αυθεντία Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το θέμα κατά πόσον, σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, κρίνεται σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LTD. κ.ά. ν. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1Β Α.Α.Δ. 772, ο έντιμος Δικαστής κ. Π. Καλλής είπε, (σελ. 778):

 

«Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society (1890) 44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co. (1895) 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co.  v. McIlwraith & Co. (1896) 2 Q.B. 464, CA, Ideal Films Ltd. v. Richards (1927) 1 KB 374, C.A., Wilson v. Balcarres (1893) 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel (1894) 2 Q.B. 688).»

 

            Το ερώτημα είναι κατά πόσον οι προτεινόμενοι Καθ’ ων η Αίτηση είναι αναγκαίοι διάδικοι και ήταν αναγκαίοι διάδικοι κατά το χρόνο καταχώρισης της βασικής Αίτησης (βλέπετε σχετικά Bamaadan v. Esther Shipping Co. Ltd. and Another (1983) 1 C.L.R.211 και Hellenic Bank v. Kosma (1984) 1 C.L.R. 53). Ο ενόρκως δηλών την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, είναι ο διευθυντής της Καθ’ ης η Αίτηση εταιρείας και, όπως φαίνεται, ένας εκ των προτεινόμενων Καθ’ ων η Αίτηση. Δεν αρνείται τον ισχυρισμό στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, ότι ο ίδιος και ο έτερος προτεινόμενος Καθ’ ου η Αίτηση, είναι ή ήταν εγγυητές της υφιστάμενης Καθ’ ης η Αίτηση εταιρείας στη συμφωνία ενοικίασης.

 

            Ταυτόχρονα, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι Αλέξανδρος και Μιχάλης Νικολαίδης εγγυήθηκαν την Καθ’ ης η Αίτηση για την πληρωμή ενοικίου και οποιαδήποτε άλλα ποσά και αποζημιώσεις σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ενοικίασης και ενώ η απαίτηση εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση αφορά σχετικές αξιώσεις (την έκδοση Διατάγματος έξωσης και απόφασης για χρηματικά ποσά ως καθυστερημένα ενοίκια, κοινόχρηστα και ενδιάμεσα οφέλη). Προς τούτο, έχουν παρουσιάσει ως Τεκμήριο στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, Συμφωνία Ενοικιάσεως μεταξύ των Αιτητών και των Καθ’ ων η Αίτηση, στην οποία ενσωματώνεται εγγύηση προσώπων επ’ ονόματι Αλέξανδρος και Μιχάλης Νικολαΐδης.

 

            Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψην, κρίνω ότι έχει καταδειχθεί πως με την αιτούμενη τροποποίηση θα προστίθεντο ώστε να ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγκαίοι διάδικοι. Επιπλέον, οι Αιτητές υποδεικνύουν και αιτούνται ανάλογες τροποποιήσεις στο σώμα της κυρίως Αίτησης, ώστε να γίνεται αναφορά στο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των προτεινόμενων Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 3.

 

Διαταγή 25:

Ο θεσμός 7 της Διαταγής 25, όπως τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018, προνοεί τα εξής:

 

«7.     Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ’ αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα.»

 

Οι θεσμοί 1, 5 και 6 της Διαταγής 25, προνοούν ως ακολούθως:

 

«1. (1)   Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη:

Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ’ αυτών.

 

(2)      Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη:

 

Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγομένος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.

 

Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνεται εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.

 

(3)      Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

 

«5.     To Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.»

 

«6.     Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.»

 

Εφόσον η Κλήση για Οδηγίες καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα με την υπό εξέταση αίτηση, η υπό εξέταση αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες του θεσμού 1(3) της Διαταγής 25, όπου ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα. Οι Αιτητές πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι δύναται να επιτρέψει εξαίρεση, διότι υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της κυρίως Αίτησης ή επειδή πρόκειται για περίπτωση που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα.

 

Νομολογία:

Υπάρχει σωρεία νομολογίας η οποία ερμήνευσε τη Διαταγή 25 ως είχε πριν την αντικατάσταση της αρχικά το 2014 και στη συνέχεια με τις μετέπειτα τροποποιήσεις και έθεσε τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τροποποίηση δικογράφου. Έχω αντλήσει καθοδήγηση από τη σωρεία των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται το θέμα της τροποποίησης δικογράφου, όπως και από Αγγλικές αυθεντίες και συγγράμματα. Αναφέρω ενδεικτικά: Tsiappas v. The Republic (1974) 1 C.L.R. 167, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd. and Another (1979) 1 C.L.R. 542, Evripidou and Another v. Kannaourou (1985) 1 C.L.R. 24, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (1989) 1E A.A.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλης (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου ν. Στυλιανού Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ. 704, Sait Electronic S.A. v. The shipDominique” & Others (1992) 1 A.A.Δ. 264, Astor Co. κ.ά. ν. Α. & G. Leventis Ltd κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 A.A.Δ. 426, Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη (1995) 1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Κ. Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (1999) 1 Α.Α.Δ. 11, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, Στέλλα Λάμπρου v. Λάμπρου Λάμπρου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1092, Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά. (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου, (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 817, Compania Naviera Iris S.A. κ.ά.v. Andrenal Shipping Co. Ltd. κ.ά., (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1838, Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 543, Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. 393, Clarapede v. Commercial Union Association 32 W.R. 262, Steward v. North Metropolitan Tramways Company (1885 – 86) 16 Q.B. p. 556, Associated Leisure Ltd. and Others v. Associated Newspapers Ltd. (1970) 2 All ER 754, Bullen & Leake & Jacob’s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 128, 130, 379 και 685, Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82.

 

Ως γενικός κανόνας, η τάση πριν το 2014, όπως φαίνεται από την νομολογία, ήταν να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στην κατάλληλη υπόθεση, ακόμα και όταν ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η τροποποίηση έπρεπε και πρέπει να είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν είναι η υπόθεση κατάλληλη, δηλαδή εάν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, συνεκτιμούνταν και εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψην και να ζυγίζονται, οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της άλλης πλευράς, η ανάγκη διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, η ύπαρξη ή μη κακής πίστης από πλευράς του αιτούντος, η ανάγκη κάλυψης πραγματικής και σημαντικής ανάγκης του αιτούντος.

 

Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτούντα, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για τροποποίηση. Εάν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της άλλη πλευράς. Όλοι οι παράγοντες είναι σχετικοί αλλά κανένας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας από μόνος του. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι σχετικός παράγων σε αιτήσεις για τροποποίηση αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Λαμβάνονται υπόψη κάθε φορά οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης.

 

Παραθέτω κάποια αποσπάσματα από το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση. Στη σελίδα 128, κάτω από την επικεφαλίδα ‘Amendment with leavetime to amend’ αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Again, at the trial, leave to amend may be granted, when to do so will not cause injustice to the other side, and on proper terms as to costs, and the adjournment of the trial, if necessary. As a rule, leave to amend at the trial will not so readily be given, especially where the necessity for such amendment was obviously apparent long before the trial and was not then asked for or where the amendment would involve a complete change in the nature of the claim or the whole character of the action, or setting up an entirely different claim from that which the defendant came to meet or the raising of an entirely new ground of defence or counterclaim, and an amendment will not be allowed at the trial which for the first time introduces a charge of fraud. Nevertheless, even where the amendment is substantial so as completely to change the plaintiff’s cause of action or nature of claim, leave to amend may be given on proper terms.»

         

Στη σελίδα 130, κάτω από την επικεφαλίδα ‘Amendments not allowed, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising ‘the real question in controversy between the parties’ and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused.»

 

Στο σύγγραμμα Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«The Court has wide powers of amendment and it seems will exercise those powers to permit amendment where possible. Amendment may be allowed at any stage of the proceedings, whether before, at, or after the trial, or even after judgement or on appeal.»

 

            Ως καθαρά διαφαίνεται από το ίδιο το λεκτικό, η νέα Διαταγή 25, στο θεσμό 1(1), (2) και (3), περιλαμβάνει τρία ξεχωριστά, τόσο χρονικά όσο και διαδικαστικά, στάδια, στα οποία επιτρέπεται, με συγκεκριμένο τρόπο, η τροποποίηση δικογράφου. Είναι η κρίση μου ότι η γενικότερη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως αυτή έχει καταγραφεί στις πιο πάνω αυθεντίες, έχει περιοριστεί, με την έννοια ότι ασκείται αυστηρώς εντός των πλαισίων της Διαταγής στο κάθε ένα από τα τρία στάδια και στο βαθμό και την εμβέλεια που καθορίζει αυτή τούτη η Διαταγή 25. Οι πιο πάνω αυθεντίες εξακολουθούν να αποτελούν καθοδήγηση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εντός όμως των παραμέτρων της Διαταγής 25 ως αυτή έχει πλέον διαμορφωθεί.

 

Το στάδιο στο οποίο ασκείται, ουσιαστικά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, είναι το τρίτο στάδιο, όπου το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο να διακρίνει και να αποφασίσει εάν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή, σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου, εάν όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα.

 

Κατάχρηση διαδικασίας (abuse of Court process):

Η επιδίωξη του ίδιου στόχου με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Βλέπετε σχετικά Constantinides v. Vima Ltd (πιο πάνω), Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (πιο πάνω), Beogradska D.D. (πιο πάνω), Σοφία Νικολάου Βασιλείου v. Μάριου Μακρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133, Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2) (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 798, Κοζάκη v. Κοζάκη (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά., (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 90, καθώς και το σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 931.

 

Παραθέτω απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 223:

 

«Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιτευχθούν σε μία διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt (1905) 1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: «…Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» ….»

 

Κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας εκ μόνου του γεγονότος ότι καταχωρίστηκε δεύτερη αίτηση τροποποίησης της κυρίως Αίτησης, όπου η πρώτη απέτυχε για λόγους οι οποίοι έχουν ληφθεί υπόψην στην καταχώρηση της υπό εξέταση δεύτερης αίτησης.

 

 

Κώλυμα λόγω Δεδικασμένου (Estoppel per rem judicatam / Estoppel by record):

Στην ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση εγείρεται ζήτημα δεδικασμένου για την υπό εξέταση αίτηση, λόγω της πρώτης αίτησης για τροποποίηση για την οποία εκδόθηκε Ενδιάμεση Απόφαση.

 

Ο Κανόνας της ύπαρξης κωλύματος (estoppel) έχει εξελιχθεί και εφαρμοστεί σε διάφορα θέματα, τόσο στο Κοινοδίκαιο (common law) όσο και στην Επιείκεια (equity). Το κώλυμα λόγω Δεδικασμένου, γνωστό στην Αγγλική γλώσσα ως estoppel by record και στη Λατινική ως estoppel per rem judicatam, εμπίπτει στο Κοινοδίκαιο. «The rationale for the existence of estoppel by record can be summed up in two expressions, that it is in the public interest that there should be an end of litigation (interest reipublicae ut sit finis litium) and that no one should be proceeded against twice for the same cause (nemo debet bis vexari pro una et eadem causa). It accords with the first of these expressions that a party relying on estoppel by record should be able to show that the matter has been determined by a court of competent jurisdiction in a judgment which is final.» (απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 16(2), παράγραφος 964). Ο κανόνας του δεδικασμένου θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας (βλέπετε σχετικά Γαβριήλ κ.α. v. Αγαπίου (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ.1868).

 

Σχετικές είναι επίσης οι ακόλουθες αυθεντίες: Henderson v. Henderson (1843-60) All E.R. 378, Boyadji v. Papachristoforou (1958) XXIII C.L.R. 299, Fidelitas Shipping Co. Ltd. V. V/O Exportchleb (1965) 2 All ER 4, Mills v. Cooper (1967) 2 Q.B. 459, Vakanas v. Pantelaki (1979) 2 J.S.C. 211, Demetriou v. Hilides (1980) 1 J.S.C. 211, Themistokleous v. Atlas Assurance (1981) 1 J.S.C. 41, Pieris v. Republic (1983) 3 (B) C.L.R. 1054, Theori and Another v. Djoni and Another (1984) 1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi (1984) 1 C.L.R. 742, Georghiades v. Republic (1989) 1 C.L.R. 239, Level Tachexcavs Ltd. (Αρ. 2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 1105, K.S.R.Comercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Nav. Ltd.(1995) 1 Α.Α.Δ. 309, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670, Γαβριήλ κ.α. v. Αγαπίου (πιο πάνω), Αναστασία Forrest κ.α. v. Κίμωνας Βαρδάκης κ.α., (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 6, Σοφίας Κλεόπα v. Χριστόφορου Αντωνίου, (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 58Ανδρέα Σοφοκλέους v. Κωστάκη Ταβελούδη κ.α., (2002) 1(Α) Α.Α.. 92, Υπουργός Εσωτερικών v. Θεοδόση Μυλωνά, (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 120.

 

Στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 16(2), στην παράγραφο 953, κάτω από την επικεφαλίδα Estoppel by record, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

 «Estoppel by record, also known as estoppel per rem judicatam, arises:

 

(1)   in some cases where an issue of fact affecting the status of a person or thing has been necessarily determined in a final manner as a substantive part of a judgment in rem of a tribunal having jurisdiction to determine that status (rather than the particular interest in the issue held by a party to the litigation); the estoppel then operates when the same issue comes directly in question in subsequent civil or criminal proceedings between any parties whatever;

(2)   where a legal claim has been judicially determined in a final manner between the parties by a tribunal having jurisdiction, concurrent or exclusive, in the matter, and the same issue comes directly in question in subsequent proceedings between the same parties (this is usually known as cause of action estoppel);

(3)     where an issue has been judicially determined as a necessary step in reaching a judgment and the issue arises in subsequent proceedings between the same parties (this is usually known as issue estoppel).

 

The line between cause of action estoppel and issue estoppel is not always clear cut. The principles have been explained in a recent Court of Appeal decision as follows. If a claim has been explicitly determined in previous concluded proceedings between the same parties, that claim cannot be raised again, other than on appeal, unless there is fraud or collusion. If a necessary element of a claim has been explicitly determined in previous concluded proceedings between the same parties, that issue, cannot be raised again, if, as is likely but not inevitable, it would be an abuse to raise that issue again; this may also extend to an implicitly necessary element of the previous determination. The previous determination may include a settlement.

 

Cause of action estoppel and issue estoppel may be compared with the concept of abuse of process and are sometimes regarded as particular forms of this wider concept.»

 

            Στην αυθεντία Panpa Estates & Investment Ltd. κ.ά. v. Rodou Charalambous & Sons Ltd. (2013) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1897, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι σε περιπτώσεις ενδιαμέσων αιτήσεων, με εξαίρεση την έγκριση της αιτούμενης θεραπείας, απόφαση ή εύρημα του Δικαστηρίου δεν συνιστά τελική απόφαση, εκτός και αν επενεργεί ως κώλυμα σε μεταγενέστερη διαδικασία συνεπεία της εφαρμογής του δεδικασμένου. Ο έντιμος Δικαστής κ. Α. Πασχαλίδης, εξηγεί στη σελίδα 1908:

 

«Το κατά πόσο απόφαση ή εύρημα σε ενδιάμεση απόφαση επενεργεί ως κώλυμα σε μεταγενέστερη διαδικασία, συναρτάται από το κατά πόσο το θέμα ηγέρθη κατά τρόπο ρητό και κατηγορηματικό και στην πλήρη διάσταση του στην προηγούμενη διαδικασία και οι διάδικοι, πρέπει να εκληφθεί ότι, είχαν την ευκαιρία, προβάλλοντας το σύνολο των σχετικών με το θέμα γεγονότων, να επιχειρηματολογήσουν επί όλων των πτυχών του θέματος με στόχο την επίλυση του.»

 

            Στην προκείμενη περίπτωση, το παρόν Δικαστήριο απέρριψε μία αίτηση για τροποποίηση της κυρίως Αίτησης, διότι αυτή έπασχε δικονομικά και οι Αιτητές δεν είχαν αποσείσει το βάρος απόδειξης του αιτήματος τους. Είναι η κρίση μου ότι η Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 11.4.2019, δεν επενεργεί ως κώλυμα συνεπεία της εφαρμογής του δεδικασμένου για την υπό εξέταση αίτηση.

 

Ευρήματα:

Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε 13 μήνες μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και 11 μήνες μετά την καταχώριση της Απάντησης και Ανταπαίτησης. Αυτό από μόνο του δεν είναι μοιραίο για την τύχη της υπό εξέταση αίτησης. Η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει, ενώ η Κλήση για Οδηγίες καταχωρίστηκε ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης.

 

Ακολουθώντας τη σχετική νομολογία, εφαρμόζοντας τους Κανονισμούς και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση επιτρέπεται από την νομολογία και ότι μ’ αυτήν θα ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναγκαίοι διάδικοι. Η υπό εξέταση αίτηση δεν πάσχει δικονομικά, οι Αιτητές έχουν αποσείσει το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος τους και η παρούσα είναι κατάλληλη υπόθεση για την έγκριση της προτεινόμενης τροποποίησης της κυρίως Αίτησης. Δεν διαπιστώνεται κακοπιστία από πλευράς των Αιτητών και δεν διαπιστώνεται ζήτημα δεδικασμένου αναφορικά με την καταχώρηση και προώθηση της υπό εξέταση αίτησης. Η έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ’ ων η Αίτηση, η οποία να μην δύναται να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Εν κατακλείδι, από τα ενώπιον μου τεθέντα, κρίνω ότι εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και δεν θα διαστρεβλωθεί η βάση και/ή η πορεία της υπόθεσης.

 

Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος προνοεί το συνταγματικό δικαίωμα εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου. Στην παρούσα υπόθεση, η καθυστέρηση που εκ των πραγμάτων θα δημιουργηθεί εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, προστιθέμενη στους υπόλοιπους λόγους που αναφέρω και όχι αφ’ εαυτής, δεν αποκλείει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Το δε άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος, διασφαλίζει το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Κρίνω ότι η παρούσα είναι υπόθεση κατάλληλη για την έγκριση της προτεινόμενης τροποποίησης της κυρίως Αίτησης. Έχει ενώπιον μου αποδειχθεί ικανοποιητικά ότι η αίτηση αποβλέπει στην κάλυψη πραγματικής ανάγκης και έκθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των σχετικών γεγονότων για να κριθούν όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων και στην προσθήκη αναγκαίων διαδίκων. Έχω πεισθεί ότι η προτεινόμενη τροποποίηση αφορά εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Τέλος, δεν διαβλέπω οποιαδήποτε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ούτε καταφρόνηση του Δικαστηρίου, δια της καταχώρισης και προώθησης της υπό εξέταση αίτησης.

 

Απόφαση:

Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται Διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β αυτής. Τροποποιημένη Αίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος και να επιδοθεί στους Καθ’ ων η Αίτηση 1, 2 και 3. Τροποποιημένη Απάντηση και Ανταπαίτηση εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση 1 να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Αίτησης και να επιδοθεί στους Αιτητές. Απάντηση εκ μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση 2 και 3 επίσης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Αίτησης και να επιδοθεί στους Αιτητές.

 

Τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης καθώς και τα έξοδα που θα χαθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση 1, 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τη Γραμματέα στην κλίμακα €10.000 - €50.000 και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας.

 

                                                (Υπ.)   …………………………………….

Λ. Σ. Καμμίτση         

Πρόεδρος                 

Πιστόν Αντίγραφον

           

Γραμματέας

 

ΛΣΚ/ΕΠ



[1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.»

 

[2] “Generally.- This Rule is intended to do away with the plea in abatement … Under it the Court has power to carry out the intention of the Judicature Acts, namely, to secure the determination of disputes relating to the same subject-matter, without the delay and expense of separate actions (Montgomery v. Foy, [1895] 2 Q.B. 321; McCheane v. Gyles [1902] 1 Ch. 911; Bentley Motors v. Lagonda (1945), 114 L.J. Ch. 208).

 

The Rule, however, in no way qualifies the necessity for having before the Court the proper parties necessary for determining the point at issue (Kendall v. Hamilton supra; Performing Right Society v. London Theatre of Varieties, [1924] A.C.).

 

The Court retains a discretionary power to refuse the order (Lancaster Banking Co. v. Cooper, 9 Ch. D. 594; Roberts v. Holland, [1893] 1 Q.B. 665), and may elect to deal with the matter as regards the rights of the parties before it, especially if the action has proceeded to trial without objection as to parties (Re Harrison, [1891] 2 Ch. 349; Hall v. Heward, 32 Ch. D. 430) The power given by the Rule is, however, widely exercised (see (n.) to r. 2; Wilson v. Balcarres, supra; Robinson v. Geisel, [1894] 2 Q.B. 688), though the addition of new parties may cause new expense and necessitate new evidence (Byrne v. Brown, 22 Q. B. 666, where a third party objected); but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff, the order may be refused (see The Germanic, [1896] P. 84; McCheane v. Gyles (No. 2), [1902] 1 Ch. 917; Norris v. Beazley, 2 C.P.D. 84; Moser v. Marsden, [1892] 1 Ch. 487; Re Dracup, [1892] W.N. 43). But, generally speaking, the Court will make all such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute (McChean v. Gyles, supra; Van Gelder v. Sowerby Bridge, 44 Ch. D. 374; Montgomery v. Foy, [1895] 2 Q. B. 321; Bennets v. McIlwraith, [1896] 2 Q. B. 466 cf. Pilley v. Robinson (1887), 20 Q. B. D. 155; Ideal Films, Ltd. v. Richards, [1927] 1 K. B. 374). The Court will not, however, decide questions of right on application under the Rule (see [1875] W. N. 203; Proctor v. Cheshire C. C., [1891] W. N. 43).

The Rule is of general application, and similar provisions under other Rules are to be read with it (Tryon v. Nat. Institution 91886), 16 Q. B. D. 678; The Duke of Buccleuch, [1892] P. 211; Edwards v. Lowther, 24 W. R. 434).”

 

[3] “Cannot now defeat a claim (see the Rule) but may be remedied under the Rule. It is no defence (Abouloff v. Oppenheimer, 30 W. R. 430). If an objection is taken that the proper parties are not before the Court, it should be taken as soon as possible (Sheehan v. G. E. R., 16 Ch. D. 59; Ruston v. Tobin, 49 L. J. Ch. 262; Roberts v. Evans, 7 Ch. D. 830). After judgment is too late (Bullock v. L. G. O. Co., [1907] 1 K. B. 264; A.-G. v. Garner, [1907] 2 K. B. 487). If the action is defective for want of parties, the point may be raised on the pleadings, and set down under O. 25, r. 2 q.v., or application may be made under this Rule or r. 12, or O. 30, r. 3 (a), or a preliminary objection taken (Rep. of Chili v. Rothchild, [1981] W. N. 138; Walters v. Green, [1899] 2 Ch. 696).”

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο