Με Αλλαγές | Εκτύπωση
Αυτή η διάταξη δεν έχει τροποποιηθεί.
ΜΕΡΟΣ 16 : ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
16.1. Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται όταν ο ενάγων χρησιμοποιεί τη διαδικασία του Μέρους 8
(1) Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται όταν ο ενάγων κάνει χρήση της διαδικασίας, του Μέρους 8 (εναλλακτική διαδικασία απαιτήσεων).
16.2. Γενικές διατάξεις ως προς το περιεχόμενο των δικογράφων
(1) Διάδικος οφείλει να εγείρει στο δικόγραφο:
(α) όλα τα γεγονότα τα οποία δεικνύουν ότι η απαίτηση ή ανταπαίτηση, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ή δεν είναι βάσιμη·
(β) όλους τους λόγους υπεράσπισης ή απάντησης, κατά περίπτωση, οι οποίοι αν δεν εγερθούν ενδέχεται:
(i) να καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης· ή
(ii) να προκαλέσουν την έγερση πραγματικών ζητημάτων τα οποία δεν προκύπτουν από το προηγούμενο δικόγραφο, όπως, απάτης, παραγραφής, απαλλαγής, πληρωμής, εκπλήρωσης ή γεγονότα τα οποία δεικνύουν παρανομία οποιουδήποτε είδους ή καθιστούν την απαίτηση ή ανταπαίτηση μη εκτελεστή.
16.3. Περιεχόμενο του εντύπου απαίτησης
(1) Το έντυπο απαίτησης πρέπει:
(α) να περιέχει περιεκτική δήλωση της φύσης της απαίτησης·
(β) να καθορίζει τη θεραπεία, την οποία ζητεί ο ενάγων·
(γ) όταν ο ενάγων εγείρει απαίτηση για χρηματικό ποσόν, να περιέχει δήλωση της αξίας σύμφωνα με τον Κανονισμό 16.4·
(δ) όταν η μοναδική απαίτηση του ενάγοντα είναι για συγκεκριμένο ποσόν, να περιέχει δήλωση του συσσωρευμένου τόκου επί του ποσού αυτού·
(2) Σε πολιτικές διαδικασίες εναντίον της Δημοκρατίας, το έντυπο απαίτησης πρέπει να καταχωρίζεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή θεσμού, ο οποίος καθορίζεται για τον σκοπό αυτό σε οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία και πρέπει επίσης να περιέχει:
(α) τα ονόματα των εμπλεκόμενων κυβερνητικών τμημάτων και λειτουργών της Δημοκρατίας· και
(β) συνοπτική περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες κατ’ ισχυρισμόν προέκυψε η ευθύνη του Κράτους.
(3) Αν η έκθεση απαίτησης δεν περιέχεται στο έντυπο απαίτησης ή δεν επιδίδεται με αυτό, ο ενάγων οφείλει να δηλώσει στο έντυπο απαίτησης ότι η έκθεση απαίτησης θα ακολουθήσει.
(4) Αν ο ενάγων εγείρει απαίτηση υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, η ιδιότητα αυτή πρέπει να δηλώνεται στο έντυπο απαίτησης.
(5) Αν ο εναγόμενος ενάγεται υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, η ιδιότητα αυτή πρέπει να δηλώνεται στο έντυπο απαίτησης.
(6) Το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει οποιαδήποτε θεραπεία την οποία δικαιούται ο ενάγων ακόμη κι αν η θεραπεία αυτή δεν αναφέρεται στο έντυπο απαίτησης.
16.4. Δήλωση αξίας πρέπει να περιλαμβάνεται στο έντυπο απαίτησης
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται όταν ο ενάγων εγείρει απαίτηση για χρηματικό ποσόν.
(2) Ο ενάγων οφείλει να δηλώσει στο έντυπο απαίτησης:
(α) το χρηματικό ποσόν το οποίο αξιώνεται ή την αξία του αντικειμένου της διαφοράς·
(β) ότι ο ενάγων αναμένει να ανακτήσει:
(i) ποσόν όχι πέραν των €10.000·
(ii) ποσόν πέραν των €10000.
(3) Κατά τον υπολογισμό του ποσού το οποίο ο ενάγων αξιώνει, αυτός οφείλει να μη συνυπολογίσει οποιαδήποτε πιθανότητα:
(α) το δικαστήριο να επιδικάσει:
(i) τόκο·
(ii) έξοδα·
(β) το δικαστήριο να προβεί σε εύρημα συντρέχουσας αμέλειας·
(γ) ο εναγόμενος να εγείρει ανταπαίτηση ή η υπεράσπιση να περιλαμβάνει συμψηφισμό.
(4) Τηρουμένων των προνοιών του Άρθρου 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, η δήλωση αξίας στο έντυπο απαίτησης δεν περιορίζει την εξουσία του δικαστηρίου να εκδίδει απόφαση για το ποσόν το οποίο κρίνει ότι δικαιούται ο ενάγων.
16.5. Περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης
(1) Η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει:
(α) περιεκτική δήλωση των γεγονότων στα οποία ο ενάγων στηρίζει την απαίτησή του·
(β) αν ο ενάγων αξιώνει τόκο, σχετική δήλωση προς τούτο και τις λεπτομέρειες, οι οποίες παρατίθενται στην παράγραφο (2)·
(γ) αν ο ενάγων αξιώνει επαυξημένες αποζημιώσεις ή τιμωρητικές αποζημιώσεις ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, σχετική δήλωση προς τούτο και τους λόγους αξίωσής τους.
(2) Αν ο ενάγων αξιώνει τόκο, οφείλει:
(α) να δηλώσει κατά πόσο το πράττει:
(i) δυνάμει των όρων σύμβασης·
(ii) δυνάμει νομοθεσίας, και αν ναι, ποιας· ή
(iii) δυνάμει άλλης βάσης, και αν ναι, ποια είναι η βάση αυτή· και
(β) αν η απαίτηση είναι για συγκεκριμένο χρηματικό ποσόν, να δηλώσει:
(i) το ποσοστό επιτοκίου βάσει του οποίου αξιώνεται τόκος·
(ii) την ημερομηνία από την οποία αξιώνεται·
(iii) την ημερομηνία μέχρι την οποία υπολογίζεται, η οποία δεν πρέπει να είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία καταχωρίζεται το έντυπο απαίτησης·
(iv) το συνολικό ποσόν του τόκου, το οποίο αξιώνεται μέχρι την ημερομηνία υπολογισμού· και
(v) το ημερήσιο επιτόκιο βάσει του οποίου συσσωρεύεται τόκος μετά την ημερομηνία αυτή.
16.6. Ξεχωριστές εκθέσεις απαίτησης στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας σε σχέση με διαφορετικούς εναγόμενους
(1) Στην κατάλληλη περίπτωση το δικαστήριο δύναται να διατάξει, είτε πριν είτε μετά την επίδοση έκθεσης απαίτησης, όπως επιτραπεί στον ενάγοντα να επιδώσει ξεχωριστή έκθεση απαίτησης σε διαφορετικούς εναγόμενους.
(2) Αντίγραφα των ξεχωριστών εκθέσεων απαίτησης πρέπει να επιδοθούν στους άλλους εναγόμενους.
16.7. Περιεχόμενο υπεράσπισης
(1) Στην υπεράσπιση, ο εναγόμενος οφείλει να δηλώσει:
(α) ποιους από τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης αρνείται·
(β) ποιους ισχυρισμούς αδυνατεί να παραδεχτεί ή αρνηθεί, αλλά απαιτεί από τον ενάγοντα να αποδείξει· και
(γ) ποιους ισχυρισμούς παραδέχεται.
(2) Όταν ο εναγόμενος αρνείται ισχυρισμό:
(α) οφείλει να δηλώσει τους λόγους για τους οποίους το πράττει· και
(β) αν σκοπεύει να προβάλει διαφορετική εκδοχή των γεγονότων από εκείνη την οποία δίδει ο ενάγων, οφείλει να δηλώσει τη δική του εκδοχή·
(γ) οι απαιτήσεις των παραγράφων (α) και (β) δεν ικανοποιούνται με απλή άρνηση του ισχυρισμού.
(3) Εναγόμενος ο οποίος:
(α) παραλείπει να πραγματευτεί συγκεκριμένα κάποιο ισχυρισμό· αλλά
(β) έχει παραθέσει στην υπεράσπιση τη φύση της υπόθεσής του σε σχέση με το θέμα στο οποίο αφορά ο εν λόγω ισχυρισμός, θεωρείται ότι απαιτεί όπως αποδειχτεί ο εν λόγω ισχυρισμός.
(4) Όταν η απαίτηση περιλαμβάνει χρηματική αξίωση, ο εναγόμενος θεωρείται ότι απαιτεί όπως αποδειχτεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με τη χρηματική αξίωση, εκτός αν ο εναγόμενος παραδέχεται ρητώς τον ισχυρισμό.
(5) Τηρουμένων των παραγράφων (3) και (4), εναγόμενος, ο οποίος παραλείπει να πραγματευτεί ισχυρισμό, θεωρείται ότι παραδέχεται τον ισχυρισμό αυτό.
(6) Αν ο εναγόμενος αμφισβητεί τη δήλωση αξίας του ενάγοντα, δυνάμει του κανονισμού 16.4, ο εναγόμενος οφείλει:
(α) να δηλώσει γιατί την αμφισβητεί· και
(β) αν δύναται, να δώσει τη δική του δήλωση αξίας της απαίτησης.
(7) Αν ο εναγόμενος προβαίνει σε υπεράσπιση υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, οφείλει να δηλώσει την ιδιότητα αυτή.
(8) Αν ο εναγόμενος δεν έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, δυνάμει του Μέρους 10, οφείλει να δηλώσει διεύθυνση επίδοσης.
16.8. Υπεράσπιση συμψηφισμού
(1) Όταν εναγόμενος:
(α) ισχυρίζεται ότι δικαιούται χρηματικό ποσόν από τον ενάγοντα· και
(β) στηρίζεται σε αυτό τον ισχυρισμό ως υπεράσπιση σε σχέση με το σύνολο ή μέρος της απαίτησης·
ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να περιληφθεί στην υπεράσπιση και να συμψηφιστεί έναντι της απαίτησης είτε συνιστά απαίτηση δυνάμει του Μέρους 21 είτε όχι.
16.9. Απάντηση στην υπεράσπιση
(1) Ενάγων ο οποίος δεν καταχωρίζει απάντηση στην υπεράσπιση δεν θεωρείται ότι παραδέχεται τα θέματα τα οποία εγείρονται στην υπεράσπιση.
(2) Ενάγων, ο οποίος:
(α) καταχωρίζει απάντηση στην υπεράσπιση· αλλά
(β) παραλείπει να πραγματευτεί θέμα, το οποίο εγείρεται στην υπεράσπιση,
θεωρείται ότι απαιτεί όπως το θέμα αποδειχτεί.
(3) Όταν ενάγων καταχωρίζει και παραδίδει απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, αυτό αποτελεί ένα έγγραφο με την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να ακολουθεί την απάντηση.
(4) Όταν με την υπεράσπιση εγείρονται νέα ζητήματα, τότε ο ενάγων οφείλει να παραθέσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων σε σχέση με αυτά τα νέα ζητήματα.
16.10. Εξουσία του δικαστηρίου για απαλλαγή από υποχρέωση καταχώρισης δικογράφου
(1) Αν έντυπο απαίτησης έχει:
(α) καταχωριστεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 7.1· και
(β) επιδοθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 7.5,
το δικαστήριο δύναται, στην κατάλληλη περίπτωση και με τη συναίνεση των διαδίκων, να εκδώσει διάταγμα για συνέχιση της απαίτησης άνευ οποιουδήποτε άλλου δικογράφου.
16.11. Έκθεση απαίτησης
(1) Εφόσον είναι πρακτικά εφικτό, η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιέχεται στο έντυπο απαίτησης.
(2) Όταν η έκθεση απαίτησης δεν περιέχεται στο έντυπο απαίτησης, πρέπει να καταχωρίζεται ξεχωριστά εντός 28 ημερών από την επίδοση του εντύπου απαίτησης.
(3) Αν η έκθεση απαίτησης δεν περιέχεται στο έντυπο απαίτησης, το έντυπο απαίτησης πρέπει επίσης να περιέχει δήλωση ότι θα ακολουθήσει έκθεση απαίτησης.
16.12. Άλλα θέματα τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης
(1) Όταν εγείρεται απαίτηση για διάταγμα ή δήλωση αναφορικά ή σε σχέση με γη ή την κατοχή, χρήση ή απόλαυση οποιασδήποτε γης, η έκθεση απαίτησης πρέπει:
(α) να αναφέρει κατά πόσον το διάταγμα ή η δήλωση σχετίζεται με χώρους διαμονής ή όχι· και
(β) να προσδιορίζει τη γη (με αναφορά σε σχέδιο όταν τούτο είναι αναγκαίο).
(2) Όταν εγείρεται απαίτηση για άσκηση δικαιώματος για ανάκτηση κατοχής αγαθών, η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιέχει δήλωση αναφορικά με την αξία των αγαθών.
(3) Όταν απαίτηση βασίζεται σε γραπτή συμφωνία:
(α) αντίγραφο της σύμβασης ή ανταλλαγής επικοινωνίας ή εγγράφων, τα οποία συνιστούν τη συμφωνία πρέπει να επισυνάπτονται στην ή επιδίδονται με την έκθεση απαίτησης και το πρωτότυπο ή τα πρωτότυπα πρέπει να είναι διαθέσιμα κατά την ακρόαση· και
(β) πρέπει επίσης να επισυνάπτονται οποιοιδήποτε γενικοί όροι πώλησης, οι οποίοι ενσωματώνονται στη σύμβαση (αλλά όταν η σύμβαση ή τα έγγραφα, τα οποία συνιστούν τη συμφωνία είναι ογκώδη, η επισύναψη ή επίδοση μόνο των σχετικών μερών της σύμβασης ή των εγγράφων, συνιστά συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό).
(4) Όταν απαίτηση βασίζεται σε προφορική συμφωνία, η έκθεση απαίτησης πρέπει να παραθέτει το λεκτικό της συμφωνίας το οποίο χρησιμοποιήθηκε και να δηλώνει από ποιον, σε ποιον, πότε και πού ειπώθηκε.
(5) Όταν απαίτηση βασίζεται σε συμφωνία διά συμπεριφοράς, η έκθεση απαίτησης πρέπει να προσδιορίζει τη συμπεριφορά στην οποία στηρίζεται η απαίτηση και να δηλώνει από ποιον, πότε και πού έγιναν οι πράξεις οι οποίες συνιστούν τη συμπεριφορά.
(6) Όταν ενάγων επιθυμεί κατάρτιση λογαριασμού, η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει απαίτηση για κατάρτιση λογαριασμού.
(7) Σε απαίτηση για λίβελλο, η έκθεση απαίτησης πρέπει να δηλώνει επαρκείς πληροφορίες για προσδιορισμό των δημοσιεύσεων σε σχέση με τις οποίες εγείρεται η απαίτηση.
(8) Σε απαίτηση για ανάκτηση κατοχής ακίνητης περιουσίας, η έκθεση απαίτησης πρέπει να καθορίζει την αξία της προς ανάκτηση περιουσίας και σε απαιτήσεις για παράνομη επέμβαση, την αξία του μέρους εκείνου επί του οποίου τελείται η παράνομη επέμβαση.
16.13. Θέματα, τα οποία πρέπει ειδικά να καθοριστούν στο δικόγραφο εφόσον διάδικος στηρίζεται επί αυτών
(1) O ενάγων ή εναγόμενος, κατά περίπτωση, οφείλει να καθορίσει ειδικά τα ακόλουθα θέματα στο δικόγραφό του, όταν επιθυμεί να στηριχθεί σε αυτά προς υποστήριξη της απαίτησης ή υπεράσπισης:
(α) οποιοδήποτε ισχυρισμό για απάτη,
(β) το γεγονός οποιασδήποτε παρανομίας,
(γ) λεπτομέρειες οποιωνδήποτε ψευδών παραστάσεων,
(δ) λεπτομέρειες όλων των παραβάσεων καθήκοντος εμπιστοσύνης,
(ε) ειδοποίηση ή γνώση γεγονότος,
(στ) λεπτομέρειες διανοητικής διαταραχής ή ψυχικής πίεσης,
(ζ) λεπτομέρειες ηθελημένης παράλειψης, και
(η) οποιαδήποτε γεγονότα, τα οποία σχετίζονται με μετριασμό απώλειας ή ζημιάς,
(θ) οποιαδήποτε παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος,
(ι) λεπτομέρειες οποιασδήποτε παράβασης προνοιών του Συντάγματος της Δημοκρατίας,
(κ) λεπτομέρειες οποιασδήποτε παράβασης των προνοιών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή σχετικού πρωτοκόλλου ως αυτό έχει κυρωθεί,
(λ) λεπτομέρειες οποιασδήποτε παράβασης των προνοιών του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
(μ) λεπτομέρειες της λήξης οποιασδήποτε σχετικής περιόδου παραγραφής στην οποία στηρίζεται.
16.14. Απαιτήσεις για χρηματικά ποσά, εκφρασμένα σε ξένο νόμισμα
(1) Όταν μια απαίτηση είναι για χρηματικό ποσόν, το οποίο εκφράζεται σε ξένο νόμισμα, πρέπει ρητώς να δηλώνει:
(α) ότι η απαίτηση είναι για πληρωμή σε συγκεκριμένο ξένο νόμισμα,
(β) γιατί αξιώνεται πληρωμή σε τέτοιο νόμισμα.
16.15. Αντιφατικά δικόγραφα
(1) Εκτός μέσω τροποποίησης όπου χορηγήθηκε άδεια τροποποίησης, το δικόγραφο που προκύπτει δεν πρέπει να εγείρει νέα βάση απαίτησης ή να περιέχει ισχυρισμό γεγονότος, ο οποίος είναι ασύμβατος με προηγούμενο δικόγραφο του διαδίκου ο οποίος εγείρει τη νέα βάση απαίτησης ή εγείρει το νέο ισχυρισμό γεγονότος.
16.16. Θέματα τα οποία μπορούν να περιληφθούν στο δικόγραφο
(1) Διάδικος δύναται:
(α) να αναφέρει στο δικόγραφο οποιοδήποτε νομικό σημείο στο οποίο βασίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση, κατά περίπτωση.
(β) να αναφέρει στο δικόγραφο το όνομα οποιουδήποτε μάρτυρα, τον οποίο ο διάδικος προτίθεται να καλέσει, και
(γ) να επισυνάψει ή να επιδώσει μαζί με το εν λόγω δικόγραφο, αντίγραφο οποιουδήποτε εγγράφου, το οποίο ο διάδικος θεωρεί αναγκαίο για την απαίτηση ή υπεράσπιση, κατά περίπτωση (περιλαμβανομένης οποιασδήποτε έκθεσης πραγματογνώμονα, προς καταχώριση σύμφωνα με το Μέρος 34).
16.17. Θέματα στα οποία δεν μπορεί να εγερθεί ένσταση
(1) Καμία ένσταση δεν εγείρεται σε δικόγραφο στη βάση κατ’ ισχυρισμόν παράβασης τύπου.
(2) Καμία απαίτηση δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ένστασης στη βάση του ότι ζητείται με αυτή απλώς αναγνωριστική απόφαση ή διάταγμα και το δικαστήριο δύναται να προβεί σε δεσμευτικές δηλώσεις δικαιώματος είτε απαιτείται ή θα μπορούσε να απαιτηθεί παρεπόμενη θεραπεία είτε όχι.

www.cylaw.org