Με Αλλαγές | Εκτύπωση
Αυτή η διάταξη δεν έχει τροποποιηθεί.
ΜΕΡΟΣ 33 : ΜΑΡΤΥΡΕΣ, ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ Η ΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΟΤΑΝ ΜΑΡΤΥΡΑΣ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
33.1. Λήψη μαρτυρίας σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(1) Όταν δικαστήριο υποβάλλει ή λαμβάνει αίτημα από δικαστήριο άλλου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη λήψη μαρτυρίας στη Δημοκρατία ή σε αυτό το κράτος-μέλος, το αίτημα ή η λήψη μαρτυρίας διεκπεραιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 1206/2001 του Συμβουλίου και, όπου αυτό είναι κατάλληλο και στην έκταση που αυτό δεν επηρεάζει τον πιο πάνω Κανονισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 33.3(3).
33.2. Αίτημα για μαρτυρία από αλλοδαπό δικαστήριο
(1) Όταν λαμβάνεται αίτημα από δικαστήριο ξένου κράτους το οποίο δεν είναι κράτος- μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη λήψη μαρτυρίας στη Δημοκρατία, το εν λόγω αίτημα θα τυγχάνει χειρισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Μαρτυρία) Νόμου, Κεφ.12.
33.3. Λήψη μαρτυρίας σε άλλες περιπτώσεις
(1) Αίτημα και λήψη μαρτυρίας σε περιπτώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από τον κανονισμό 33.1 θα διεκπεραιώνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
(2) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την έκδοση αιτήματος εξέτασης μαρτύρων σύμφωνα με το Έντυπο αρ.55.
(3) Όταν εκδίδεται διάταγμα για εξέταση μάρτυρα ή μαρτύρων σε ξένο κράτος με το οποίο υπάρχει ή θα τεθεί σε ισχύ με την Δημοκρατία σύμβαση για τον σκοπό αυτό, υιοθετείται η ακόλουθη διαδικασία:
(α) Ο διάδικος ο οποίος εξασφαλίζει τέτοιο διάταγμα καταχωρίζει στον πρωτοκολλητή ανάληψη δέσμευσης σύμφωνα με το Έντυπο αρ.56·
(β) Η ανάληψη δέσμευσης συνοδεύεται από:
(i) αίτημα εις διπλούν σύμφωνα με το Έντυπο αρ.55 μαζί με μετάφραση του εν λόγω αιτήματος στην επίσημη γλώσσα του κράτους στο οποίο θα εκτελεστεί το αίτημα, η οποία μετάφραση θα επιβεβαιώνεται με όρκο από ή εκ μέρους του διαδίκου ο οποίος εξασφαλίζει το διάταγμα·
(ii) δύο αντίγραφα των συγκεκριμένων ερωτηματολογίων (αν υπάρχουν) για να συνοδεύσουν το αίτημα και μετάφραση των εν λόγω ερωτηματολογίων, η οποία επιβεβαιώνεται με όρκο·
(iii) δύο αντίγραφα των αντι-ερωτηματολογίων (αν υπάρχουν) και μετάφραση αυτών η οποία επιβεβαιώνεται με όρκο.
(γ) Ο διάδικος ο οποίος εξασφαλίζει διάταγμα, δυνάμει του παρόντος κανονισμού καταθέτει επίσης στο δικαστήριο κατά τον χρόνο που καταχωρίζει την ανάληψη δέσμευσης η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (3)(α) του παρόντος κανονισμού, το ποσό των 32 (τριάντα δύο) ευρώ για κάθε μάρτυρα ο οποίος θα εξεταστεί. Σε περίπτωση που τα έξοδα τα οποία επωμίζεται το υπουργείο Δικαιοσύνης σχετικά με το αίτημα είναι λιγότερα από το ποσό το οποίο κατατέθηκε, το πλεόνασμα επιστρέφεται στο πρόσωπο το οποίο κατέθεσε το εν λόγω ποσόν.
(δ) Ο πρωτοκολλητής καταχωρίζει αντίγραφο:
(i) του αιτήματος·
(ii) των συγκεκριμένων ερωτηματολογίων (αν υπάρχουν)·
(iii) των αντι-ερωτηματολογίων (αν υπάρχουν).
(ε) Ο πρωτοκολλητής σφραγίζει και προωθεί στο υπουργείο Δικαιοσύνης:
(i) το αίτημα και επιβεβαιωμένη μετάφραση αυτού·
(ii) αντίγραφο των ερωτηματολογίων (αν υπάρχουν) και επιβεβαιωμένη μετάφραση αυτών·
(iii) αντίγραφο των αντι-ερωτηματολογίων (αν υπάρχουν) και επιβεβαιωμένη μετάφραση αυτών.
Προσκομίζει επίσης στον υπουργό Δικαιοσύνης τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αντιπροσώπων των διαδίκων όπως δόθηκαν στην ανάληψη δέσμευσης η οποία καταχωρίστηκε σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
(στ) Όταν εκδίδεται διάταγμα για την εξέταση μάρτυρα ή μαρτύρων ενώπιον Πρεσβείας της Δημοκρατίας σε οποιοδήποτε ξένο κράτος με το οποίο υπάρχει ή θα τεθεί σε ισχύ σύμβαση με τη Δημοκρατία η οποία εξουσιοδοτεί τέτοια εξέταση , το εν λόγω διάταγμα θα είναι σύμφωνα με το Έντυπο αρ.57.
(ζ) Όταν οποιοσδήποτε μάρτυρας ή πρόσωπο διατάσσεται να εξεταστεί ενώπιον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο διορίστηκε για τον σκοπό αυτό, ο διάδικος ο οποίος εξασφάλισε το διάταγμα προσκομίζει στο πρόσωπο που διεξάγει την εξέταση πιστό αντίγραφο εντύπου απαίτησης και του δικογράφου (αν υπάρχει) ή αντίγραφο των εγγράφων τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να ενημερωθεί το πρόσωπο το οποίο διεξάγει την εξέταση για τα διαμφισβητούμενα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων.
(η) Η εξέταση διεξάγεται στην παρουσία των διαδίκων, των δικηγόρων ή αντιπροσώπων τους ή όσων από αυτούς παρίστανται. Και οι καταθέσεις δεν θα χρησιμοποιούνται κατά τη δίκη ή την ακρόαση εκτός αν ο διάδικος ο οποίος εξασφάλισε το διάταγμα, έχει δώσει ειδοποίηση σε όλους τους άλλους διαδίκους να παραστούν στην εξέταση.
(θ) Κατά την εξέταση η οποία διεξάγεται ως ανωτέρω, οι μάρτυρες υπόκεινται σε αντεξέταση και επανεξέταση και οι καταθέσεις λαμβάνονται, κατά το πλησιέστερο δυνατό, με τον ίδιο τρόπο ως μαρτυρία κατά την εκδίκαση απαίτησης. Οι καταθέσεις καταγράφονται από τον εξεταστή, όχι κανονικά ως ερωτήσεις και απαντήσεις, αλλά για να αντικατοπτρίζουν κατά το πλησιέστερο δυνατό την κατάθεση του μάρτυρα και υπογράφονται από τον μάρτυρα στην παρουσία των διαδίκων ή όσων από αυτούς κρίνουν σκόπιμο να παραστούν. Ο εξεταστής δύναται να καταγράψει οποιαδήποτε συγκεκριμένη ερώτηση ή απάντηση αν διαφανεί ότι υπάρχει οποιοσδήποτε ειδικός λόγος για να το πράξει, και δύναται να θέσει οποιαδήποτε ερώτηση στον μάρτυρα ως προς το νόημα οποιασδήποτε απάντησης ή σχετικά με οποιοδήποτε θέμα προκύπτει κατά την πορεία της εξέτασης. Οποιεσδήποτε ερωτήσεις στις οποίες εγείρεται ένσταση καταγράφονται από τον εξεταστή στις καταθέσεις και ο εξεταστής δηλώνει τη γνώμη του επ’ αυτών στους δικηγόρους, αντιπροσώπους ή διαδίκους και καταγράφει τη δήλωση αυτή στις καταθέσεις, αλλά δεν θα έχει εξουσία να αποφασίζει για τη σημασία ή σχετικότητα οποιασδήποτε ερώτησης. Αν ο μάρτυρας αρνηθεί να υπογράψει την κατάθεσή του, ο εξεταστής σημειώνει την άρνηση και υπογράφει την κατάθεση ο ίδιος και η κατάθεση μπορεί να παρουσιαστεί ως μαρτυρία, είτε ο μάρτυρας την υπογράψει είτε όχι.
(ι) Αν μάρτυρας φέρει ένσταση σε οποιαδήποτε ερώτηση η οποία τίθεται σε αυτόν ενώπιον εξεταστή, η εν λόγω ερώτηση και η ένσταση του μάρτυρα θα καταγράφονται από τον εξεταστή και θα αποστέλλονται από αυτόν στο δικαστήριο για καταχώριση και η εγκυρότητα της ένστασης θα αποφασίζεται από το δικαστήριο.
(κ) Αν πρόσωπο το οποίο κλητεύεται δεόντως με μαρτυρική κλήση να παραστεί για εξέταση, αρνηθεί να παραστεί ή αν, αφού παραστεί, αρνηθεί να ορκιστεί ή να απαντήσει οποιαδήποτε νόμιμη ερώτηση, πιστοποιητικό τέτοιας άρνησης υπογραμμένο από τον εξεταστή θα καταχωρίζεται στο δικαστήριο και στη συνέχεια ο διάδικος ο οποίος απαιτεί την παρουσία του μάρτυρα, δύναται να αιτηθεί από δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάζει τον μάρτυρα να παραστεί ή να ορκιστεί ή να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, κατά περίπτωση.
(λ) Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει τον μάρτυρα να καταβάλει οποιαδήποτε έξοδα προκαλούνται από την άρνηση ή την ένστασή του.
(μ) Όταν η εξέταση μάρτυρα ενώπιον οποιουδήποτε εξεταστή θα έχει ολοκληρωθεί, οι πρωτότυπες καταθέσεις η γνησιότητα των οποίων βεβαιώνεται με την υπογραφή του εξεταστή, προωθούνται από αυτόν στο δικαστήριο όπου και καταχωρίζονται.
(ν) Εκτός όταν προνοείται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό ή διατάζει διαφορετικά το δικαστήριο, καμία κατάθεση δεν κατατίθεται ως μαρτυρία κατά την ακρόαση ή την εκδίκαση της αιτίας ή του θέματος χωρίς τη συγκατάθεση τού διαδίκου εναντίον του οποίου είναι δυνατό να προσφερθεί ως μαρτυρία, εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο δηλών έχει αποβιώσει, ή βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ή αδυνατεί λόγω ασθένειας ή άλλης ανικανότητας να παραστεί στην ακρόαση ή τη δίκη, και σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω περιπτώσεις οι καταθέσεις, πιστοποιημένες διά χειρός του προσώπου το οποίο διεξάγει την εξέταση, θα είναι αποδεκτές ως μαρτυρία τηρουμένων όλων των δίκαιων εξαιρέσεων, χωρίς απόδειξη της υπογραφής στην εν λόγω πιστοποίηση.
(ξ) Διάδικος σε οποιαδήποτε αιτία ή θέμα δύναται να κλητεύσει οποιοδήποτε πρόσωπο στην Κυπριακή Δημοκρατία να παραστεί και να δώσει μαρτυρία ή να προσαγάγει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του, ενώπιον οποιουδήποτε προσώπου διορισμένου για να διεξαγάγει την εξέταση στην Κυπριακή Δημοκρατία, προς τον σκοπό της χρήσης της μαρτυρίας του σε οποιαδήποτε διαδικασία στην αιτία ή θέμα κατά τον ίδιο τρόπο που ο μάρτυρας αυτός θα ήταν υποχρεωμένος να παραστεί και εξεταστεί κατά την ακρόαση ή τη δίκη· και διάδικος ή μάρτυρας ο οποίος έχει προβεί σε ένορκη δήλωση προς χρήση ή η οποία θα χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε διαδικασία στην αιτία ή θέμα υποχρεούται, αφού του επιδοθεί κλήση, να παραστεί ενώπιον του προσώπου αυτού για αντεξέταση·
(ο) Οι πιο πάνω κανονισμοί, σε σχέση με την εξέταση οποιουδήποτε προσώπου ενώπιον προσώπου το οποίο διορίζεται για να διεξαγάγει την εξέταση, υπόκεινται σε τέτοιες οδηγίες ως το δικαστήριο κρίνει πρέπον να εκδώσει, δυνάμει αυτών.
(π) Το σύνολο της μαρτυρίας, η οποία λαμβάνεται κατά την ακρόαση ή τη δίκη οποιασδήποτε αιτίας ή θέματος, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε επακόλουθη διαδικασία στην ίδια αιτία ή θέμα.

www.cylaw.org