Με Αλλαγές | Εκτύπωση
Αυτή η διάταξη δεν έχει τροποποιηθεί.
ΜΕΡΟΣ 34 : ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΕΣ
34.1. Καθήκον περιορισμού μαρτυρίας πραγματογνωμόνων
(1) H μαρτυρία πραγματογνωμόνων περιορίζεται σε αυτήν που εύλογα απαιτείται προς επίλυση της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας.
(2) Όταν έχουν δοθεί οδηγίες όπως απαίτηση προχωρήσει ως μικρή απαίτηση, μαρτυρία πραγματογνώμονα δίδεται από ένα μόνο πραγματογνώμονα επί συγκεκριμένου ζητήματος, εκτός αν το δικαστήριο επιτρέψει διαφορετικά.
34.2. Ερμηνεία και ορισμοί
(1) Αναφορά σε «πραγματογνώμονα» στο παρόν Μέρος αποτελεί αναφορά σε πρόσωπο το οποίο έχει λάβει εντολή να δώσει ή να ετοιμάσει μαρτυρία πραγματογνώμονα για σκοπούς δικαστικής διαδικασίας.
(2) «Ένας κοινός πραγματογνώμονας» σημαίνει πραγματογνώμονα ο οποίος έχει λάβει εντολή να ετοιμάσει έκθεση για το δικαστήριο εκ μέρους δύο ή περισσοτέρων διαδίκων (περιλαμβανομένου του ενάγοντα) στη δικαστική διαδικασία.
34.3. Πραγματογνώμονες: πρωταρχικό καθήκον προς το δικαστήριο
(1) Αποτελεί καθήκον των πραγματογνωμόνων να βοηθούν το δικαστήριο επί των θεμάτων τα οποία εμπίπτουν εντός του πεδίου της πραγματογνωμοσύνης τους.
(2) Το καθήκον αυτό υπερισχύει οποιασδήποτε υποχρέωσης προς το πρόσωπο από το οποίο οι πραγματογνώμονες έχουν λάβει εντολή ή από το οποίο πληρώνονται.
34.4. Μαρτυρία πραγματογνώμονα – Γενικές απαιτήσεις
(1) Η μαρτυρία πραγματογνώμονα πρέπει να είναι ανεξάρτητο προϊόν της γνώμης του πραγματογνώμονα και ανεπηρέαστη.
(2) Οι πραγματογνώμονες βοηθούν το δικαστήριο παρέχοντας αντικειμενικές και αμερόληπτες γνώμες επί θεμάτων εντός του πεδίου της πραγματογνωμοσύνης τους και δεν πρέπει να αναλαμβάνουν τον ρόλο συνηγόρου.
(3) Οι πραγματογνώμονες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους όλα τα ουσιώδη γεγονότα, περιλαμβανομένων εκείνων τα οποία ενδέχεται να αποδυναμώνουν τη γνώμη τους.
(4) Οι πραγματογνώμονες οφείλουν να το καθιστούν σαφές:
(α) όταν ένα ερώτημα ή ζήτημα δεν εμπίπτει εντός του πεδίου της πραγματογνωμοσύνης τους· και
(β) όταν δεν είναι σε θέση να διαμορφώσουν μια σαφή γνώμη, για παράδειγμα, επειδή έχουν ανεπαρκή πληροφόρηση.
(5) Αν, μετά την ετοιμασία έκθεσης, η γνώμη του πραγματογνώμονα αλλάξει επί οποιουδήποτε ουσιώδους θέματος, αυτή η αλλαγή γνώμης πρέπει να κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους χωρίς καθυστέρηση και, στην κατάλληλη περίπτωση, στο δικαστήριο.
34.5. Εξουσία του δικαστηρίου να περιορίζει τη μαρτυρία πραγματογνωμόνων
(1) Κανένας διάδικος δεν δύναται να καλέσει πραγματογνώμονα ή να καταθέσει έκθεση πραγματογνώμονα ως μαρτυρία χωρίς την άδεια του δικαστηρίου.
(2) Όταν οι διάδικοι αιτoύνται άδεια προσδιορίζουν:
(α) τον τομέα στον οποίο απαιτείται η μαρτυρία πραγματογνώμονα και τα ζητήματα τα οποία θα πραγματευθεί η μαρτυρία πραγματογνώμονα· και
(β) όταν είναι πρακτικά εφικτό, το όνομα του προτεινόμενου πραγματογνώμονα.
(3) Αν δοθεί άδεια, αυτή θα είναι σε σχέση μόνο με τον πραγματογνώμονα ο οποίος κατονομάζεται ή τον τομέα ο οποίος προσδιορίζεται, δυνάμει της παραγράφου (2). Το διάταγμα με το οποίο χορηγείται άδεια μπορεί να καθορίζει τα ζητήματα τα οποία θα πραγματεύεται η μαρτυρία πραγματογνώμονα.
(4) Το δικαστήριο δύναται να περιορίζει το ποσόν της αμοιβής και τα έξοδα πραγματογνώμονα του διαδίκου, τα οποία μπορούν να ανακτηθούν από οποιοδήποτε άλλο διάδικο.
34.6. Γενική απαίτηση όπως μαρτυρία πραγματογνώμονα δίδεται σε γραπτή έκθεση
(1) Η μαρτυρία πραγματογνώμονα δίδεται υπό μορφή γραπτής έκθεσης εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
34.7. Γραπτές ερωτήσεις προς πραγματογνώμονες
(1) Διάδικος δύναται να θέσει γραπτές ερωτήσεις αναφορικά με έκθεση πραγματογνώμονα (οι οποίες πρέπει να είναι ανάλογες) προς:
(α) πραγματογνώμονα ο οποίος έλαβε εντολή από άλλο διάδικο· ή
(β) ένα κοινό πραγματογνώμονα ο οποίος διορίζεται, δυνάμει του κανονισμού 34.8.
(2) Γραπτές ερωτήσεις, δυνάμει της παραγράφου (1):
(α) μπορούν να τεθούν μόνο μια φορά·
(β) τίθενται εντός 28 ημερών από την επίδοση της έκθεσης πραγματογνώμονα· και
(γ) είναι μόνο για τον σκοπό της αποσαφήνισης της έκθεσης·
εκτός αν σε οποιαδήποτε περίπτωση,
(i) το δικαστήριο δώσει άδεια· ή
(ii) ο άλλος διάδικος συμφωνήσει.
(3) Οι απαντήσεις πραγματογνώμονα σε ερωτήσεις οι οποίες τίθενται σύμφωνα με την παράγραφο (1) θα θεωρούνται μέρος της έκθεσης του πραγματογνώμονα.
(4) Όταν:
(α) διάδικος έχει θέσει γραπτή ερώτηση σε πραγματογνώμονα ο οποίος έχει λάβει εντολή από άλλο διάδικο· και
(β) ο πραγματογνώμονας δεν απαντά σε αυτή την ερώτηση,
το δικαστήριο δύναται να εκδώσει ένα εκ των δύο ή και τα δύο ακόλουθα διατάγματα σε σχέση με τον διάδικο, ο οποίος έδωσε εντολή στον πραγματογνώμονα:
(i) ότι ο διάδικος δεν δύναται να στηριχτεί στη μαρτυρία του πραγματογνώμονα αυτού· ή
(ii) ότι ο διάδικος δεν δύναται να ανακτήσει την αμοιβή και τα έξοδα του πραγματογνώμονα αυτού από οποιοδήποτε άλλο διάδικο.
34.8. Εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει όπως η μαρτυρία δοθεί από ένα κοινό πραγματογνώμονα
(1) Όταν δύο ή περισσότεροι διάδικοι επιθυμούν να υποβάλουν μαρτυρία πραγματογνώμονα επί συγκεκριμένου ζητήματος, το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγία όπως η μαρτυρία επί του ζητήματος αυτού δοθεί από ένα κοινό πραγματογνώμονα.
(2) Για να αποφασίσει κατά πόσο θα δώσει τέτοια οδηγία, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις, περιλαμβανομένου κατά πόσον:
(α) είναι αναλογικό να χρησιμοποιηθούν διαφορετικοί πραγματογνώμονες για κάθε διάδικο επί συγκεκριμένου ζητήματος με αναφορά:
(i) στο επίδικο ποσόν·
(ii) στη σημασία του για τους διαδίκους· και
(iii) στην πολυπλοκότητα του ζητήματος·
(β) η εντολή προς ένα κοινό πραγματογνώμονα ενδέχεται να βοηθήσει τους διαδίκους και το δικαστήριο να επιλύσουν το ζήτημα γρηγορότερα και με οικονομικότερο τρόπο από ό,τι αν δίδονταν εντολές σε ξεχωριστούς πραγματογνώμονες·
(γ) η μαρτυρία πραγματογνώμονα θα δοθεί επί του ζητήματος ευθύνης, αιτιώδους συνάφειας ή ύψους αποζημίωσης·
(δ) η μαρτυρία πραγματογνώμονα εμπίπτει σε ένα ουσιωδώς καθιερωμένο τομέα γνώσεων για τον οποίο είναι απίθανο να υπάρχει αμφισβήτηση ή για το οποίο είναι πιθανόν να υπάρχει φάσμα γνωμών πραγματογνωμόνων·
(ε) διάδικος έχει ήδη δώσει εντολή σε πραγματογνώμονα επί του εν λόγω ζητήματος και κατά πόσον αυτό έγινε σε συμμόρφωση με οποιοδήποτε σχετικό προδικαστικό πρωτόκολλο·
(στ) ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό 34.7 ενδέχεται να εξαλείψουν την ανάγκη ο άλλος διάδικος να δώσει εντολή σε πραγματογνώμονα αν διάδικος έχει ήδη δώσει εντολή σε πραγματογνώμονα·
(ζ) ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν σε μοναδικό κοινό πραγματογνώμονα ενδέχεται να μην πραγματεύονται οριστικά όλα τα ζητήματα τα οποία ενδέχεται να χρήζουν ελέγχου πριν από τη δίκη·
(η) μπορεί να απαιτείται η διεξαγωγή συνεδρίας με τους δικηγόρους, πραγματογνώμονες και άλλους μάρτυρες, η οποία ενδέχεται να καταστήσει την ανάθεση εντολής σε ένα κοινό πραγματογνώμονα μη πρακτική· και
(θ) επίκληση προνομίου καθιστά την ανάθεση εντολής σε οποιοδήποτε πραγματογνώμονα ως ένα κοινό πραγματογνώμονα, ακατάλληλη.
(3) Όταν οι διάδικοι, οι οποίοι επιθυμούν να προσφέρουν τη μαρτυρία («οι σχετικοί διάδικοι») δεν μπορούν να συμφωνήσουν για το πρόσωπο ενός κοινού πραγματογνώμονα, το δικαστήριο:
(α) επιλέγει τον πραγματογνώμονα από κατάλογο ο οποίος καταρτίζεται ή προσδιορίζεται από τους σχετικούς διαδίκους· ή
(β) δίδει οδηγίες όπως ο πραγματογνώμονας επιλεγεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο σύμφωνα με οδηγίες του δικαστηρίου.
34.9. Εντολή προς ένα κοινό πραγματογνώμονα
(1) Όταν το δικαστήριο δίδει οδηγία, δυνάμει του κανονισμού 34.8 για τη χρήση ενός κοινού πραγματογνώμονα, οποιοσδήποτε σχετικός διάδικος δύναται να δώσει εντολή στον πραγματογνώμονα.
(2) Όταν διάδικος δίδει εντολή στον πραγματογνώμονα, ο διάδικος αυτός αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο στους άλλους σχετικούς διαδίκους.
(3) Το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες σχετικά με:
(α) την καταβολή της αμοιβής και των εξόδων του πραγματογνώμονα· και
(β) οποιαδήποτε επιθεώρηση, εξέταση ή πειράματα, τα οποία ο πραγματογνώμονας επιθυμεί να διεξαγάγει.
(4) Το δικαστήριο δύναται, προτού δοθεί εντολή στον πραγματογνώμονα:
(α) να περιορίσει το ποσόν το οποίο μπορεί να καταβληθεί υπό μορφή αμοιβής και εξόδων στον πραγματογνώμονα· και
(β) να δώσει οδηγίες όπως ορισμένοι ή όλοι οι σχετικοί διάδικοι καταβάλουν το εν λόγω ποσόν στο δικαστήριο.
(5) Εκτός αν το δικαστήριο δώσει διαφορετικές οδηγίες, σχετικοί διάδικοι είναι υπεύθυνοι από κοινού και κεχωρισμένα για την καταβολή της αμοιβής και των εξόδων του πραγματογνώμονα.
34.10. Εξουσία του δικαστηρίου να δώσει οδηγίες σε διάδικο να παράσχει πληροφορίες
(1) Όταν διάδικος έχει πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες προέρχονται από πηγή εμπειρογνωμοσύνης η οποία δεν είναι εύλογα διαθέσιμη σε άλλο διάδικο, το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες στον διάδικο ο οποίος έχει πρόσβαση στις πληροφορίες:
(α) να ετοιμάσει και να καταχωρίσει έγγραφο στο οποίο να καταγράφονται οι πληροφορίες· και
(β) να επιδώσει αντίγραφο του εγγράφου αυτού στον άλλο διάδικο.
(2) Το έγγραφο το οποίο επιδίδεται πρέπει να περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες όλων των γεγονότων, δοκιμών, πειραμάτων και υποθέσεων τα οποία υποστηρίζουν οποιοδήποτε μέρος των πληροφοριών προκειμένου να μπορέσει ο διάδικος στον οποίο επιδίδεται να προβεί σε ή να εξασφαλίσει κατάλληλη ερμηνεία των πληροφοριών και αξιολόγηση της σημασίας τους.
34.11. Περιεχόμενο έκθεσης
(1) Στην έκθεση πραγματογνώμονα:
(α) δίδονται λεπτομέρειες των προσόντων του πραγματογνώμονα·
(β) δίδονται λεπτομέρειες οποιασδήποτε βιβλιογραφίας ή άλλου υλικού στο οποίο στηρίχτηκε η ετοιμασία της έκθεσης·
(γ) περιέχεται δήλωση στην οποία παρατίθεται η ουσία όλων των γεγονότων και οδηγιών οι οποίες είναι ουσιώδεις για τις γνώμες οι οποίες διατυπώνονται στην έκθεση ή στα οποία βασίστηκαν οι γνώμες αυτές·
(δ) διευκρινίζεται ποια από τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην έκθεση, αποτελούν αντικείμενο ιδίας γνώσης του πραγματογνώμονα·
(ε) αναφέρεται ποιος πραγματοποίησε οποιαδήποτε εξέταση, μέτρηση, δοκιμή ή πείραμα, τα οποία ο πραγματογνώμονας χρησιμοποίησε στην έκθεση, δίδονται τα προσόντα τέτοιου προσώπου και αναφέρεται κατά πόσον η δοκιμή ή το πείραμα διεξήχθη υπό την εποπτεία του πραγματογνώμονα ή όχι·
(στ) όταν υπάρχει φάσμα γνωμών επί των θεμάτων τα οποία τυγχάνουν πραγμάτευσης στην έκθεση:
(i) συνοψίζεται το φάσμα γνωμών· και
(ii) δίδονται λόγοι για τη γνώμη του ίδιου του πραγματογνώμονα·
(ζ) περιέχεται σύνοψη των συμπερασμάτων στα οποία καταλήγει·
(η) αν ο πραγματογνώμονας δεν είναι σε θέση να εκφέρει γνώμη χωρίς επιφύλαξη, δηλώνεται η επιφύλαξη.
(2) Στο τέλος της έκθεσης πραγματογνώμονα υπάρχει δήλωση ότι ο πραγματογνώμονας κατανοεί και έχει συμμορφωθεί με το καθήκον του προς το δικαστήριο.
(3) Η έκθεση πραγματογνώμονα επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας.
(4) Η έκθεση πραγματογνώμονα περιλαμβάνει δήλωση αναφορικά με την ουσία όλων των ουσιωδών εντολών, είτε γραπτών είτε προφορικών, στη βάση των οποίων συντάχθηκε η έκθεση.
(5) Οι εντολές οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο (4) δεν είναι προνομιούχες όσον αφορά την υποχρέωση για αποκάλυψη, αλλά το δικαστήριο:
(α) δεν διατάσσει την αποκάλυψη οποιουδήποτε συγκεκριμένου εγγράφου το οποίο περιλαμβάνεται στις εντολές ή παρέχεται στον πραγματογνώμονα μαζί με τις εντολές· ή
(β) δεν επιτρέπει οποιεσδήποτε ερωτήσεις στο δικαστήριο σε σχέση με τις εντολές, εκτός από τον διάδικο ο οποίος έδωσε εντολή στον πραγματογνώμονα,
εκτός αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρήσει ότι η δήλωση εντολών, η οποία δόθηκε, δυνάμει της παραγράφου (4) είναι ανακριβής ή ελλιπής.
34.12. Χρήση από διάδικο έκθεσης πραγματογνώμονα η οποία αποκαλύπτεται από άλλο διάδικο
(1) Όταν διάδικος έχει αποκαλύψει έκθεση πραγματογνώμονα, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να τη χρησιμοποιήσει ως μαρτυρία κατά τη δίκη.
34.13. Συζητήσεις μεταξύ πραγματογνωμόνων
(1) Το δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο, να διατάξει την πραγματοποίηση συζήτησης μεταξύ πραγματογνωμόνων με σκοπό:
(α) να προσδιορίσουν και να συζητήσουν τα ζητήματα πραγματογνωμοσύνης στη διαδικασία· και
(β) όταν είναι δυνατόν, να καταλήξουν σε συμφωνημένη γνώμη επί των ζητημάτων αυτών.
(2) Το δικαστήριο δύναται να καθορίσει τα ζητήματα τα οποία πρέπει να συζητηθούν από τους πραγματογνώμονες.
(3) Το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες όπως, μετά τη συζήτηση μεταξύ των πραγματογνωμόνων, αυτοί ετοιμάσουν δήλωση για το δικαστήριο παραθέτοντας εκείνα τα ζητήματα επί των οποίων:
(α) συμφωνούν· και
(β) διαφωνούν, συνοψίζοντας τους λόγους για τους οποίους διαφωνούν.
(4) Το περιεχόμενο της συζήτησης μεταξύ των πραγματογνωμόνων δεν θα αναφέρεται κατά τη δίκη εκτός αν οι διάδικοι συμφωνήσουν σε τούτο.
(5) Όταν πραγματογνώμονες καταλήξουν σε συμφωνία επί ζητήματος κατά τη διάρκεια των συζητήσεών τους, η συμφωνία δεν δεσμεύει τους διαδίκους εκτός αν οι διάδικοι συμφωνήσουν ρητώς ότι δεσμεύονται από τη συμφωνία.
34.14. Συνέπειες παράλειψης αποκάλυψης έκθεσης πραγματογνώμονα
(1) Διάδικος ο οποίος παραλείπει να παραδώσει σε όλους τους άλλους διαδίκους έκθεση πραγματογνώμονα δεν δύναται να χρησιμοποιήσει την έκθεση κατά τη δίκη ή να καλέσει τον πραγματογνώμονα να δώσει μαρτυρία προφορικά εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια.
34.15. Δικαίωμα πραγματογνώμονα να ζητήσει οδηγίες από το δικαστήριο
(1) Οι πραγματογνώμονες δύνανται να καταχωρίζουν γραπτά αιτήματα στο δικαστήριο για οδηγίες προκειμένου να τύχουν βοήθειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
(2) Οι πραγματογνώμονες, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, παρέχουν αντίγραφα των προτεινόμενων αιτημάτων για οδηγίες, δυνάμει της παραγράφου (1):
(α) στον διάδικο ο οποίος τους ανέθεσε εντολή, τουλάχιστον 7 ημέρες πριν καταχωρίσουν τα αιτήματα· και
(β) σε όλους τους άλλους διαδίκους, τουλάχιστον 4 ημέρες πριν τα καταχωρίσουν.
(3) Το δικαστήριο, όταν δίδει οδηγίες, δύναται επίσης να δώσει οδηγίες όπως αντίγραφο των οδηγιών επιδοθεί σε διάδικο.
34.16. Ταυτόχρονη μαρτυρία πραγματογνωμόνων
(1) Σε οποιοδήποτε στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες όπως ορισμένοι ή όλοι οι πραγματογνώμονες από συναφείς επιστημονικούς κλάδους καταθέσουν ταυτόχρονα τη μαρτυρία τους.
(2) Το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες όπως οι διάδικοι συμφωνήσουν επί ημερήσιας διάταξης για κατάθεση ταυτόχρονης μαρτυρίας με βάση τους τομείς διαφωνίας οι οποίοι προσδιορίστηκαν στις κοινές δηλώσεις των πραγματογνωμόνων, οι οποίες έγιναν σύμφωνα με τον κανονισμό 34.13.
(3) Στον κατάλληλο χρόνο, ο καθένας από τους σχετικούς πραγματογνώμονες δίδει όρκο ή διαβεβαίωση. Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, οι πραγματογνώμονες στη συνέχεια πραγματεύονται τα θέματα τα οποία περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη με τον ακόλουθο τρόπο:
(α) το δικαστήριο δύναται να αρχίσει τη συζήτηση ζητώντας τις απόψεις των πραγματογνωμόνων με τη σειρά. Σε ένα ή περισσότερα κατάλληλα στάδια όταν ερωτάται συγκεκριμένος πραγματογνώμονας, το δικαστήριο δύναται να καλέσει πραγματογνώμονα να σχολιάσει τις θέσεις άλλου πραγματογνώμονα ή να θέσει ερωτήσεις μέσω του δικαστηρίου στον πρώτο πραγματογνώμονα.
(β) μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας η οποία παρατίθεται στην παράγραφο (α) για όλους τους πραγματογνώμονες, οι συνήγοροι των διαδίκων δύνανται να τους θέσουν ερωτήσεις.

www.cylaw.org