Αυτή η διάταξη δεν έχει τροποποιηθεί. |
ΜΕΡΟΣ 35 : ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ
35.1. Πεδίο Εφαρμογής του παρόντος Μέρους
(1) Το παρόν Μέρος περιέχει κανόνες σχετικά με:
(α) προτάσεις διακανονισμού τις οποίες διάδικος δύναται να υποβάλει σε άλλο διάδικο· και
(β) τις συνέπειες αυτών των προτάσεων.
(2) Το παρόν Μέρος δεν περιορίζει το δικαίωμα διαδίκου να υποβάλει πρόταση διακανονισμού εκτός των προνοιών του παρόντος Μέρους [αλλά αν η πρόταση δεν υποβληθεί σύμφωνα με τον κανονισμό 35.5 μέχρι 35.8], δεν θα έχει τις συνέπειες, οι οποίες καθορίζονται στο παρόν Μέρος.
35.2. Εισαγωγή
(1) Πρόταση διακανονισμού, δυνάμει του παρόντος Μέρους μπορεί να υποβληθεί σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία είτε υπάρχει χρηματική απαίτηση είτε όχι.
(2) Ο διάδικος ο οποίος υποβάλλει την πρόταση καλείται «ο «προτείνων».
(3) Ο διάδικος προς τον οποίο υποβάλλεται η πρόταση καλείται «ο αποδέκτης».
(4) Πρόταση διακανονισμού υποβάλλεται όταν αυτή παραδίδεται στον αποδέκτη.
35.3. Υποβολή πρότασης διακανονισμού
(1) Διάδικος δύναται να υποβάλει πρόταση για διακανονισμό σε άλλο διάδικο, δυνάμει του παρόντος Μέρους διατυπωμένη ως «άνευ βλάβης», αλλά στην οποία ο προτείνων επιφυλάσσει το δικαίωμα να γνωστοποιήσει τους όρους της πρότασης στο δικαστήριο μετά την έκδοση απόφασης αναφορικά με:
(α) την κατανομή των εξόδων της διαδικασίας· και
(β) το ζήτημα του τόκου επί αποζημιώσεων.
(2) Η πρόταση μπορεί να σχετίζεται με το σύνολο της δικαστικής διαδικασίας ή μέρος αυτής ή με οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο ανακύπτει σε αυτή.
35.4. Χρόνος υποβολής πρότασης διακανονισμού
(1) Διάδικος δύναται να υποβάλει πρόταση διακανονισμού, δυνάμει του παρόντος Μέρους σε οποιοδήποτε χρόνο, αλλά όχι αργότερα από 21 ημέρες πριν από την έναρξη της δίκης.
35.5. Διαδικασία πρότασης διακανονισμού
(1) Πρόταση διακανονισμού, δυνάμει του παρόντος Μέρους υποβάλλεται γραπτώς (Έντυπο αρ.58).
(2) Ο προτείνων επιδίδει την πρόταση στον αποδέκτη και αντίγραφο σε όλους τους άλλους διαδίκους.
(3) Ούτε το γεγονός της πρότασης ούτε το ύψος της ή οποιασδήποτε πληρωμής στο δικαστήριο προς υποστήριξη της πρότασης, δεν κοινοποιούνται στο δικαστήριο μέχρις ότου θα έχουν αποφασιστεί όλα τα ζητήματα αναφορικά με την ευθύνη και το χρηματικό ποσόν το οποίο θα επιδικαστεί, εκτός εξόδων και τόκου.
(4) Η παράγραφος (3) δεν εφαρμόζεται σε:
(α) πρόταση η οποία έχει γίνει αποδεκτή· ή
(β) οποιαδήποτε υπεράσπιση προσφοράς που έγινε πριν από την απαίτηση, η οποία έχει δικογραφηθεί.
35.6. Έκταση κατά την οποία πρόταση διακανονισμού περιλαμβάνει τόκο, έξοδα ή ανταπαίτηση
(1) Πρόταση διακανονισμού απαίτησης ή ανταπαίτησης για χρηματικό ποσό ή/και αποζημιώσεις, δυνάμει του παρόντος Μέρους, αναφέρει κατά πόσον το προτεινόμενο ποσόν περιλαμβάνει ή όχι:
(α) τόκο· ή
(β) έξοδα.
(2) Όταν η πρόταση περιλαμβάνει τόκο ή έξοδα ή και τα δύο, αναφέρει οποιοδήποτε ποσό το οποίο περιλαμβάνεται για το καθένα.
(3) Όταν υπάρχει τόσο ανταπαίτηση όσο και απαίτηση, η πρόταση αναφέρει:
(α) στην περίπτωση πρότασης από τον ενάγοντα για αποδοχή διακανονισμού της απαίτησής του, κατά πόσον λαμβάνει υπόψη την ανταπαίτηση ή όχι· ή
(β) στην περίπτωση πρότασης από τον εναγόμενο για διακανονισμό της απαίτησης του ενάγοντα, κατά πόσον λαμβάνει υπόψη την ανταπαίτηση ή όχι.
35.7. Πρόταση διακανονισμού η οποία υποβάλλεται μετά από ενδιάμεση πληρωμή
(1) Αν έχει γίνει ενδιάμεση πληρωμή, είτε εκούσια είτε βάσει διατάγματος δυνάμει του Μέρους 27, σε οποιαδήποτε επακόλουθη πρόταση διακανονισμού δυνάμει του παρόντος Μέρους αναφέρεται κατά πόσον υποβάλλεται επιπρόσθετα της ενδιάμεσης πληρωμής ή κατά πόσον υπάρχει πρόθεση αφαίρεσης της ενδιάμεσης πληρωμής από οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί στο πλαίσιο του διακανονισμού.
35.8. Πρόταση διακανονισμού μέρους απαίτησης
(1) Πρόταση διακανονισμού δυνάμει του παρόντος Μέρους αναφέρει κατά πόσον σχετίζεται με το σύνολο ή μέρος της απαίτησης ή όχι.
(2) Όταν δεν αναφέρει σαφώς το αντίθετο, εκλαμβάνεται ότι σχετίζεται με το σύνολο τ ης απαίτησης.
(3) Όταν η πρόταση σχετίζεται μόνο με μέρος ή μέρη της απαίτησης:
(α) προσδιορίζει το μέρος ή τα μέρη της απαίτησης αναφορικά με τα οποία υποβάλλεται· και
(β) όταν υπάρχει πέραν του ενός μέρους, αναφέρει τι προτείνεται αναφορικά με κάθε μέρος με το οποίο σχετίζεται η πρόταση.
35.9. Προθεσμία για αποδοχή πρότασης διακανονισμού
(1) Ο προτείνων δύναται να δηλώνει στην πρόταση ότι παραμένει διαθέσιμη προς αποδοχή μέχρι καθορισμένη ημερομηνία.
(2) Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, η πρόταση δεν έχει καμία επίπτωση επί οποιασδήποτε απόφασης του δικαστηρίου ως προς τις συνέπειες της πρότασης εκτός αν αυτή παραμείνει διαθέσιμη προς αποδοχή για τουλάχιστον 21 ημέρες.
(3) Αποδοχή της πρότασης μετά την έναρξη της δίκης δεν έχει καμία επίπτωση επί οποιασδήποτε απόφασης του δικαστηρίου αναφορικά με τις συνέπειες τέτοιας αποδοχής.
35.10. Διαδικασία αποδοχής
(1) Προκειμένου διάδικος να αποδεχτεί πρόταση για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους:
(α) επιδίδει γραπτή ειδοποίηση αποδοχής στον προτείνοντα· και
(β) παραδίδει αντίγραφο της ειδοποίησης σε οποιονδήποτε άλλο διάδικο.
(2) Ο αποδέκτης αποδέχεται την πρόταση με την επίδοση ειδοποίησης αποδοχής στον προτείνοντα. Ο ενάγων ή ο εναγόμενος αιτούνται το συντομότερο παρεπόμενες οδηγίες από το δικαστήριο.
(3) Όταν πρόταση ή πληρωμή στο δικαστήριο γίνεται σε διαδικασία η οποία αφορά σε παιδιά ή ανίκανα πρόσωπα:
(α) η πρόταση ή η πληρωμή γίνεται αποδεκτή μόνο υπό την αίρεση της εξασφάλισης της έγκρισης του δικαστηρίου· και
(β) καμία πληρωμή από ποσό το οποίο καταβλήθηκε στο δικαστήριο, δεν γίνεται χωρίς δικαστικό διάταγμα.
35.11. Απόσυρση πρότασης
(1) Πρόταση δυνάμει του παρόντος Μέρους μπορεί να αποσυρθεί μόνο αν ο α ποδέκτης δεν έχει προηγουμένως επιδώσει ειδοποίηση αποδοχής.
(2) Ο προτείνων αποσύρει την πρόταση επιδίδοντας γραπτή ειδοποίηση της απόσυρσης στον αποδέκτη.
(3) Η ειδοποίηση απόσυρσης τίθεται σε ισχύ με την επίδοση της στον αποδέκτη.
35.12. Ισχύς αποδοχής – γενικά
(1) Όταν ο αποδέκτης αποδέχεται πρόταση η οποία αφορά στο σύνολο της απαίτησης (ανταπαίτησης), η απαίτηση αναστέλλεται σύμφωνα με τους όρους της πρότασης.
(2) Όταν η πρόταση αφορά σε απαίτηση και ανταπαίτηση, τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση αναστέλλονται βάσει των όρων της πρότασης.
(3) Σε κάθε άλλη περίπτωση η διαδικασία αναστέλλεται στην έκταση που καλύπτεται από τους όρους της πρότασης.
(4) Όταν απαιτείται η έγκριση του δικαστηρίου για τον διακανονισμό της διαδικασίας, οποιαδήποτε αναστολή προκύπτει από την αποδοχή της πρότασης ισχύει μόνο αν και όταν το δικαστήριο δώσει την έγκρισή του.
(5) Αναστολή η οποία προκύπτει από την αποδοχή πρότασης δεν επηρεάζει διαδικασία αναφορικά με οποιοδήποτε ζήτημα εξόδων σε σχέση με τη διαδικασία η οποία έχει ανασταλεί και τα οποία δεν έτυχαν πραγμάτευσης από την πρόταση.
(6) Όταν έχουν κατατεθεί χρήματα στο δικαστήριο σε σχέση με πρόταση, αναστολή η οποία προκύπτει από την αποδοχή της πρότασης δεν επηρεάζει οποιαδήποτε διαδικασία για εξασφάλιση πληρωμής από το ποσό το οποίο κατατέθηκε στο δικαστήριο.
(7) Όταν πρόταση γίνεται αποδεκτή, αλλά δεν υπάρχει συμμόρφωση με τους όρους της, οποιοσδήποτε από τους διάδικους δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος:
(α) άρσης της αναστολής, δυνάμει της παρούσας παραγράφου ώστε να μπορεί να διεκπεραιωθεί η διαδικασία·
(β) επιβολής των όρων της συμφωνίας διακανονισμού· ή
(γ) χορήγησης τέτοιας άλλης θεραπείας ως κρίνεται κατάλληλο.
(8) Όταν διάδικος αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης η οποία προκύπτει λόγω κατ’ ισχυρισμόν παράλειψης άλλου διαδίκου να εφαρμόσει τους όρους αποδεχθείσας πρότασης, η αξίωση αυτή μπορεί να υποβληθεί με αίτηση στο δικαστήριο χωρίς να χρειάζεται η έναρξη νέας δικαστικής διαδικασίας, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
35.13. Έξοδα όταν πρόταση δεν γίνεται αποδεκτή – γενικοί κανόνες
(1) Όταν ο εναγόμενος υποβάλλει πρόταση διακανονισμού η οποία δεν γίνεται αποδεκτή και:
(α) στην περίπτωση πρότασης διακανονισμού απαίτησης για χρηματικό ποσό και/ή αποζημιώσεις, το δικαστήριο επιδικάζει ποσό μικρότερο του συνολικού ποσού της πρότασης του εναγόμενου· ή
(β) σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων ενήργησε κατά μη εύλογο τρόπο μη αποδεχόμενος την πρόταση του εναγόμενου,
ο ενάγων καταβάλλει οποιαδήποτε έξοδα επωμίστηκε ο εναγόμενος μετά την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία η πρόταση θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή σύμφωνα με τους όρους της.
(2) Όταν ο ενάγων υποβάλλει πρόταση διακανονισμού η οποία δεν γίνεται αποδεκτή και:
(α) στην περίπτωση πρότασης διακανονισμού απαίτησης για χρηματικό ποσό και/ή αποζημιώσεις, το δικαστήριο επιδικάζει ποσό ίσο ή μεγαλύτερο του ποσού της πρότασης· ή
(β) σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος ενήργησε κατά μη εύλογο τρόπο μη αποδεχόμενος την πρόταση του ενάγοντα,
το δικαστήριο δύναται, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με το ζήτημα τής επιδίκασης τόκου, να λάβει υπόψη του την άρνηση τού εναγόμενου να αποδεχτεί την πρόταση του ενάγοντα.
(3) Το δικαστήριο στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας δύναται δυνάμει του Μέρους 39 να εκδώσει τέτοια διαταγή ως προς τα έξοδα (περιλαμβανομένου του ποσού εξόδων και της περιόδου εντός της οποίας πρέπει να καταβληθούν) ως κρίνει σκόπιμο και το Μέρος 39 θα εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε επιδίκαση ή υπολογισμό εξόδων, δυνάμει του παρόντος Μέρους.
(4) Το δικαστήριο δύναται να αποφασίσει ότι ο γενικός κανόνας, δυνάμει της παραγράφου (1) δεν εφαρμόζεται σε συγκεκριμένη υπόθεση.
(5) Όταν αποφασίζει κατά πόσον ο γενικός κανόνας πρέπει να εφαρμοστεί ή όχι και εξετάζοντας κατά πόσον να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της παραγράφου (2), το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη:
(α) τους όρους οποιασδήποτε πρότασης·
(β) το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο έγινε η πρόταση·
(γ) τις πληροφορίες οι οποίες ήταν διαθέσιμες στον προτείνοντα και στον αποδέκτη κατά τον χρόνο που ο προτείνων υπέβαλε την πρόταση· και
(δ) τη συμπεριφορά του προτείνοντα και του αποδέκτη σε σχέση με την παροχή ή άρνηση παροχής πληροφοριών προκειμένου η πρόταση να μπορεί να υποβληθεί ή να αξιολογηθεί.
(6) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε προτάσεις διακανονισμού σε οποιοδήποτε χρόνο περιλαμβανομένου και του χρόνου πριν από την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας.