Αυτή η διάταξη δεν έχει τροποποιηθεί. |
ΜΕΡΟΣ 36 : ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
36.1. Πληρωμή χρημάτων στο δικαστήριο, δυνάμει δικαστικού διατάγματος ή δυνάμει οποιασδήποτε νομοθεσίας
(1) Διάδικος ο οποίος προβαίνει σε πληρωμή στο δικαστήριο, δυνάμει δικαστικού διατάγματος:
(α) εξασφαλίζει πιστοποιητικό πληρωμής από τον Πρωτοκολλητή ως το Έντυπο αρ.59,
(β) επιδίδει ειδοποίηση της πληρωμής (ως το Έντυπο αρ.60) σε κάθε άλλο διάδικο· και
(γ) σε σχέση με κάθε ειδοποίηση πληρωμής, καταχωρίζει ένορκη δήλωση επίδοσης ως το Έντυπο αρ.1 με τις κατάλληλες τροποποιήσεις.
(2) Διάδικος ο οποίος πληρώνει χρήματα στο δικαστήριο, δυνάμει διατάγματος ή προς υποστήριξη υπεράσπισης προσφοράς η οποία έγινε πριν από την απαίτηση:
(α) εξασφαλίζει πιστοποιητικό πληρωμής από τον Πρωτοκολλητή ως το Έντυπο αρ.59,
(β) επιδίδει ειδοποίηση της πληρωμής (ως το Έντυπο αρ.60) σε κάθε άλλο διάδικο· και
(γ) σε σχέση με κάθε ειδοποίηση πληρωμής, καταχωρίζει ένορκη δήλωση επίδοσης ως το Έντυπο αρ. 1 με τις κατάλληλες τροποποιήσεις.
(3) Διάδικος ο οποίος εκπροσωπεί τον εαυτό του και ο οποίος δεν διαθέτει τρεχούμενο λογαριασμό δύναται, σε απαίτηση η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου, να προβεί σε πληρωμή στο δικαστήριο:
(α) καταθέτοντας μετρητά στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση· και
(β) παραδίδοντας στο δικαστήριο συμπληρωμένο το Πιστοποιητικό Πληρωμής (Έντυπο αρ.59), το οποίο εκδίδεται από τον Πρωτοκολλητή.
36.2. Αιτήσεις σχετικές με ποσά κατατεθειμένα στο δικαστήριο
(1) Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται σε αίτηση σε σχέση με χρήματα ή αξιόγραφα, τα οποία κατατέθηκαν στο δικαστήριο εκτός από αίτηση για πληρωμή από τα χρήματα ή αξιόγραφα (για παράδειγμα, αίτηση για χρήματα προς επένδυση ή για καταβολή τόκου σε οποιοδήποτε πρόσωπο).
(2) Αίτηση:
(α) υποβάλλεται σύμφωνα με το Μέρος 23· και
(β) μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση, αλλά το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες όπως επιδοθεί ειδοποίηση σε οποιοδήποτε πρόσωπο.
36.3. Χρήματα τα οποία κατατίθενται στο δικαστήριο όταν ο εναγόμενος επιθυμεί να βασιστεί σε υπεράσπιση προσφοράς που έγινε πριν από την απαίτηση
(1) Όταν εναγόμενος επιθυμεί να βασιστεί σε υπεράσπιση προσφοράς που έγινε πριν από την απαίτηση, προβαίνει σε πληρωμή στο δικαστήριο του ποσού το οποίο ισχυρίζεται ότι προσέφερε.
(2) Αν ο εναγόμενος δεν προβεί σε πληρωμή σύμφωνα με την παράγραφο (1), η υπεράσπιση της προσφοράς που έγινε πριν από την απαίτηση, δεν θα είναι διαθέσιμη μέχρις ότου ο εναγόμενος το πράξει.
36.4. Πληρωμή από χρήματα τα οποία κατατέθηκαν στο δικαστήριο
(1) Χρήματα τα οποία πληρώθηκαν στο δικαστήριο, δυνάμει δικαστικού διατάγματος ή προς υποστήριξη υπεράσπισης προσφοράς που έγινε πριν από την απαίτηση, δεν πληρώνονται χωρίς την άδεια του δικαστηρίου εκτός όταν:
(α) γίνεται αποδεκτή πρόταση δυνάμει του Μέρους 35 χωρίς να χρειάζεται η άδεια του δικαστηρίου· και
(β) ο εναγόμενος συμφωνεί ότι ποσό το οποίο πληρώθηκε στο δικαστήριο από τον εναγόμενο πρέπει να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση της πρότασης (εν όλω ή εν μέρει).
(2) Άδεια μπορεί να εξασφαλιστεί υποβάλλοντας αίτηση σύμφωνα με το Μέρος 23.
Στην αίτηση:
(α) αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η έκδοση του διατάγματος πληρωμής και
(β) αν η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα, αυτά παρατίθενται σε γραπτή μαρτυρία και η σχετική ένορκη δήλωση ή δήλωση μάρτυρα επισυνάπτεται
(3) Όταν το δικαστήριο δίδει άδεια, δυνάμει του κανονισμού 36.4(1), περιλαμβάνει οδηγία για πληρωμή από οποιαδήποτε χρήματα τα οποία πληρώθηκαν στο δικαστήριο, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε συσσωρευμένου τόκου.
(4) Όταν δεν απαιτείται άδεια για την ανάληψη χρημάτων από το δικαστήριο, ο αιτών διάδικος καταχωρίζει αίτημα πληρωμής στο Λογιστήριο του δικαστηρίου, συνοδευόμενο από δήλωση ότι ο εναγόμενος συμφωνεί πως τα χρήματα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για ικανοποίηση πρότασης που υποβλήθηκε σύμφωνα με το Μέρος 35.
(5) Το αίτημα πληρωμής περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:
(α) όταν ο διάδικος ο οποίος λαμβάνει την πληρωμή εκπροσωπείται από δικηγόρο:
(i) το όνομα, τη διεύθυνση εργασίας και τον αριθμό μητρώου του δικηγόρου· και
(ii) το όνομα της τράπεζας και τον κωδικό SWIFT, τον τίτλο του λογαριασμού και τον αριθμό λογαριασμού και αριθμό IBAN (αν ισχύει), στον οποίο θα μεταφερθούν τα χρήματα·
(β) όταν ο διάδικος ενεργεί προσωπικά:
(i) το όνομα και τη διεύθυνσή του· και
(ii) τα στοιχεία του τραπεζικού του λογαριασμού ως ο κανονισμός 36.4(5)(α)(ii) πιο πάνω.
(6) Όταν εφαρμόζεται ο κανονισμός 36.4(4), ο τόκος ο οποίος συσσωρεύεται μέχρι την ημερομηνία αποδοχής θα καταβάλλεται στον εναγόμενο.
(7) Τηρουμένου του κανονισμού 36.4(8), αν διάδικος δεν επιθυμεί η πληρωμή να γίνει με μεταφορά στον τραπεζικό του λογαριασμό ή αν δεν διαθέτει τραπεζικό λογαριασμό, δύναται να αποστείλει γραπτό αίτημα στο Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας προκειμένου η πληρωμή να γίνει με επιταγή.
(8) Όταν διάδικος ο οποίος ζητεί πληρωμή από το δικαστήριο έχει δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες, η πληρωμή, όταν ο διάδικος εκπροσωπείται από δικηγόρο, γίνεται προς τον δικηγόρο.
36.5. Πληρωμή στο δικαστήριο, δυνάμει του Περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου, Κεφ. 193
(1) Επίτροπος εμπιστεύματος ο οποίος επιθυμεί να διενεργήσει πληρωμή στο δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 60 του Περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου, Κεφ. 193, καταχωρίζει δήλωση μάρτυρα ή ένορκη δήλωση η οποία να αναφέρει:
(α) σύντομη περιγραφή:
(i) του εμπιστεύματος· και
(ii) του εγγράφου το οποίο δημιουργεί το εμπίστευμα ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες προέκυψε το εμπίστευμα·
(β) τα ονόματα των προσώπων τα οποία έχουν συμφέρον ή δικαιούνται τα χρήματα ή τα αξιόγραφα τα οποία θα κατατεθούν στο δικαστήριο, με τη διεύθυνσή τους στον βαθμό που είναι γνωστή σε αυτόν·
(γ) δήλωση ότι ο επίτροπος εμπιστεύματος συμφωνεί να απαντήσει οποιεσδήποτε ερωτήσεις τις οποίες το δικαστήριο δυνατόν να θέσει προς αυτόν ή για τις οποίες δυνατόν να δώσει οδηγίες σε σχέση με τη χρήση των χρημάτων ή των αξιογράφων· και
(δ) τη διεύθυνση επίδοσης του επίτροπου εμπιστεύματος.
(2) Αν επίτροπος εμπιστεύματος καταθέτει χρήματα ή αξιόγραφα στο δικαστήριο, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, επιδίδει αμέσως ειδοποίηση της κατάθεσης στο δικαστήριο σε κάθε πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον ή δικαιούται τα χρήματα ή αξιόγραφα.
36.6. Αίτηση για πληρωμή από ποσά τα οποία κατατέθηκαν στο δικαστήριο από επίτροπο εμπιστεύματος
(1) Αίτηση για πληρωμή από οποιαδήποτε χρήματα ή αξιόγραφα τα οποία κατατέθηκαν στο δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 60 του Περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου, Κεφ. 193, υποβάλλεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος Μέρους.
(2) Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση, αλλά το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες όπως επιδοθεί ειδοποίηση σε οποιοδήποτε πρόσωπο.