Με Αλλαγές | Εκτύπωση
Αυτή η διάταξη δεν έχει τροποποιηθεί.
ΜΕΡΟΣ 38 : ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ, ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ, ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ, Κ.ΛΠ.
38.1. Έκδοση αποφάσεων και διαταγμάτων
(1) Εκτός αν το δικαστήριο έχει δώσει οδηγίες ότι απόφαση ή διάταγμα δεν πρέπει να συνταχθεί μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία ή συγκεκριμένο συμβάν, κάθε απόφαση ή διάταγμα, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε διαδίκου προς τον πρωτοκολλητή, καταχωρίζεται σε μητρώο το οποίο τηρείται για τον σκοπό αυτό.
(2) Κάθε απόφαση ή διάταγμα, αφού καταχωριστεί, χρονολογείται με την ημερομηνία κατά την οποία απαγγέλθηκε και, εκτός αν προβλέπει διαφορετικά, ισχύει από την ημερομηνία αυτή και η ημερομηνία καταχώρισης αναγράφεται στο μητρώο στο οποίο καταχωρίζεται.
(3) Κάθε απόφαση ή διάταγμα, κατά την καταχώρισή του, τιτλοφορείται με τον πλήρη τίτλο και τον τροποποιημένο τίτλο (αν υπάρχει) της απαίτησης στην οποία εκδίδεται. Καταγράφει ποιοι από τους διάδικους ήταν παρόντες ή εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο κατά την ακρόαση ή τη δίκη, και κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους διάδικους δεν ήταν παρών ή δεν εκπροσωπήθηκε. Αναφέρει όσο το δυνατό πιο περιεκτικά την απόφαση ή το διάταγμα του δικαστηρίου και, εφόσον το δικαστήριο το κρίνει αναγκαίο ή πρέπον, τους λόγους της απόφασης ή του διατάγματος.
(4) Σε οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα, είτε κατόπιν παράλειψης εμφάνισης ή υπεράσπισης είτε μετά από ακρόαση ή δίκη ή διαφορετικά, ο διάδικος κατόπιν αίτησης του οποίου καταχωρίζεται η απόφαση ή το διάταγμα, αν το επιθυμεί, δικαιούται να ζητήσει να περιληφθεί στην απόφαση ή το διάταγμα δήλωση ως προς τον τρόπο με τον οποίο και τον τόπο στον οποίο έγινε η επίδοση του εντύπου απαίτησης ή άλλης δικαστικής διαδικασίας με την οποία άρχισε η δικαστική διαδικασία.
(5) Κάθε απόφαση ή διάταγμα το οποίο εκδίδεται σε οποιανδήποτε αιτία ή θέμα το οποίο απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο να προβεί σε πράξη η οποία διατάχθηκε από αυτά, αναφέρει τον χρόνο ή το χρονικό σημείο μετά την επίδοση της απόφασης ή του διατάγματος, εντός του οποίου πρέπει να γίνει η πράξη αυτή.
(6) Όταν οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα εκδίδεται υπό την αίρεση καταχώρισης οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης ή προσαγωγής οποιουδήποτε εγγράφου, ο πρωτοκολλητής εξετάζει την ένορκη δήλωση ή το προσαχθέν έγγραφο και αν αυτά πληρούν όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και περιέχουν όλα όσα απαιτούνται από τον νόμο, η απόφαση ή το διάταγμα καταχωρίζεται ανάλογα.
(7) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει δεσμευτική διακηρυκτική απόφαση ή διάταγμα είτε ζητείται άλλη θεραπεία είτε όχι.
38.2. Προσαγωγή πιστοποιημένου αντιγράφου για εγγραφή σε επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο
(1) Όταν απαιτείται η προσαγωγή πιστοποιημένου αντιγράφου απόφασης ή διατάγματος για σκοπούς εγγραφής της απόφασης ή του διατάγματος σε επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 54 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και δεν είναι εφικτή η προσαγωγή στο δικαστήριο του φακέλου διαδικασίας στον οποίο εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση ή διάταγμα και του μητρώου αποφάσεων στο οποίο καταχωρίστηκε, το δικαστήριο δύναται, κατά την κρίση του, να δώσει οδηγίες όπως η απόφαση ή το διάταγμα καταχωριστεί σε μητρώο το οποίο τηρείται για τον σκοπό αυτό, και όπως εκδοθεί πιστοποιημένο αντίγραφό της, κατόπιν αίτησης του εξ αποφάσεως πιστωτή η οποία υποστηρίζεται από μαρτυρία ως προνοείται στο Μέρος 23.
(2) Η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς, αλλά το δικαστήριο το οποίο της επιλαμβάνεται δύναται να δώσει οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί σε τέτοιο πρόσωπο ή πρόσωπα ως το δικαστήριο κρίνει πρέπον.
38.3. Παραμερισμός απόφασης ή διατάγματος, το οποίο εξασφαλίζεται με δόλο
(1) Απόφαση ή διάταγμα, το οποίο εξασφαλίζεται με δόλο μπορεί, με απαίτηση η οποία εγείρεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε είναι διάδικος είτε όχι, να παραμεριστεί εναντίον του προσώπου το οποίο διέπραξε ή προκάλεσε τη διάπραξη δόλου, αλλά αυτός ο περιορισμός δεν εφαρμόζεται σε απαίτηση για παραμερισμό απόφασης ή διατάγματος με τα οποία εκδίδεται παραχωρητήριο επικύρωσης διαθήκης.
38.4. Παραμερισμός ή διαφοροποίηση απόφασης ή διατάγματος από μη διάδικο
(1) Πρόσωπο το οποίο δεν είναι διάδικος, αλλά επηρεάζεται άμεσα από απόφαση ή διάταγμα δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση της απόφασης ή του διατάγματος.
38.5. Διόρθωση σφαλμάτων σε αποφάσεις και διατάγματα
(1) Το δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθώσει τυχαίο λάθος ή παράλειψη σε απόφαση ή διάταγμα.
(2) Διάδικος δύναται να αιτηθεί τη διόρθωση χωρίς ειδοποίηση.
38.6. Λογαριασμοί και έρευνες: γενικά
(1) Όταν το δικαστήριο διατάξει την κατάρτιση οποιουδήποτε λογαριασμού ή τη διεξαγωγή οποιασδήποτε έρευνας, δύναται, με το ίδιο ή με επακόλουθο διάταγμα, να δώσει οδηγίες ως προς τον τρόπο κατάρτισης και επιβεβαίωσης του λογαριασμού ή τη διεξαγωγή της έρευνας.
(2) Ειδικότερα, το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες όπως κατά την κατάρτιση λογαριασμού, τα σχετικά λογιστικά βιβλία αποτελούν μαρτυρία του περιεχομένου τους, αλλά οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να εγείρει τέτοιες ενστάσεις ως προς το περιεχόμενο ως αυτός κρίνει σκόπιμο.
(3) Διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο, σύμφωνα με το Μέρος 23, την έκδοση οδηγιών για τη κατάρτιση λογαριασμού ή τη διεξαγωγή έρευνας ή για διαφοροποίηση οδηγιών οι οποίες έχουν ήδη δοθεί.
(4) Κάθε οδηγία για την κατάρτιση λογαριασμού ή τη διεξαγωγή έρευνας αριθμείται στο διάταγμα, ώστε, όσο είναι δυνατό, κάθε ξεχωριστός λογαριασμός και έρευνα να φέρει τον δικό του ξεχωριστό αριθμό.
38.7. Επιβεβαίωση του λογαριασμού
(1) Υπό την αίρεση οποιουδήποτε διατάγματος περί του αντιθέτου:
(α) ο διάδικος ο οποίος καταρτίζει λογαριασμό καταρτίζει τον λογαριασμό του και τον επιβεβαιώνει με ένορκη δήλωση ή δήλωση μάρτυρα, στην οποία επισυνάπτεται ο λογαριασμός ως τεκμήριο.
(β) ο διάδικος ο οποίος καταρτίζει λογαριασμό καταχωρίζει τον λογαριασμό στο δικαστήριο και ταυτόχρονα ειδοποιεί τους άλλους διαδίκους ότι το έχει πράξει και ότι έχει καταχωρίσει ένορκη δήλωση ή δήλωση μάρτυρα, η οποία επιβεβαιώνει ή υποστηρίζει τον λογαριασμό.
38.8. Ενστάσεις
(1) Οποιοσδήποτε διάδικος ο οποίος επιθυμεί να ισχυριστεί:
(α) ότι ο διάδικος ο οποίος καταρτίζει λογαριασμό έχει λάβει πέραν του ποσού το οποίο εμφανίζεται στον λογαριασμό ότι έχει ληφθεί· ή
(β) ότι ο διάδικος ο οποίος καταρτίζει λογαριασμό πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει λάβει πέραν του ποσού το οποίο έχει λάβει στην πραγματικότητα· ή
(γ) ότι οποιαδήποτε καταχώριση στον λογαριασμό είναι εσφαλμένη ως προς το ποσόν· ή
(δ) ότι ο λογαριασμός είναι ανακριβής κατά οποιοδήποτε άλλο τρόπο,
δίδει, εκτός αν το δικαστήριο έχει διατάξει διαφορετικά, γραπτή ειδοποίηση στον διάδικο ο οποίος καταρτίζει λογαριασμό αναφορικά με τις ενστάσεις του.
(2) Στη γραπτή ειδοποίηση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (1), στον βαθμό που ο διάδικος ο οποίος ενίσταται είναι σε θέση να το πράξει:
(α) αναφέρεται το ποσόν κατά το οποίο κατ’ ισχυρισμόν ο λογαριασμός παρουσιάζει μειωμένο το ποσόν που ελήφθη από τον διάδικο που καταρτίζει τον λογαριασμό·
(β) αναφέρεται το ποσόν το οποίο κατ’ ισχυρισμόν ο διάδικος ο οποίος καταρτίζει λογαριασμό πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει λάβει πέραν του ποσού το οποίο έχει λάβει στην πραγματικότητα·
(γ) καθορίζεται ως προς ποια πτυχή κατ’ ισχυρισμόν ο λογαριασμός είναι ανακριβής· και
(δ) σε κάθε περίπτωση, αναφέρονται οι λόγοι στους οποίους βασίζεται ο ισχυρισμός.
(3) Το περιεχόμενο της γραπτής ειδοποίησης, εκτός αν η ειδοποίηση περιέχει δήλωση αληθείας, επιβεβαιώνεται είτε με ένορκη δήλωση είτε με δήλωση μάρτυρα στην οποία επισυνάπτεται η ειδοποίηση ως τεκμήριο.
38.9. Παροχές
(1) Κατά την κατάρτιση οποιουδήποτε λογαριασμού θα γίνονται όλες οι δικαιολογημένες παροχές χωρίς οποιαδήποτε σχετική ρητή οδηγία προς τούτο.
38.10. Διαχείριση διαδικασίας
(1) Το δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο κατά την κατάρτιση λογαριασμού ή κατά τη διάρκεια έρευνας, να δώσει οδηγίες για τη διεξαγωγή ακρόασης προκειμένου να επιλυθεί ζήτημα το οποίο έχει προκύψει και, για τον σκοπό αυτό, δύναται να διατάξει όπως επιδοθούν σημεία απαίτησης και σημεία υπεράσπισης και να δώσει οποιεσδήποτε αναγκαίες οδηγίες.
38.11. Καθυστέρηση
(1) Αν κρίνει στο δικαστήριο ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην κατάρτιση οποιουδήποτε λογαριασμού ή στην πρόοδο οποιασδήποτε έρευνας, το δικαστήριο δύναται να απαιτήσει από τον διάδικο ο οποίος καταρτίζει τον λογαριασμό ή τον διάδικο ο οποίος διεξάγει την έρευνα, ανάλογα με την περίπτωση, να εξηγήσει την καθυστέρηση και δύναται στη συνέχεια να εκδώσει διάταγμα για τη διαχείριση της διαδικασίας (περιλαμβανομένης της αναστολής) και για τα έξοδα ως απαιτούν οι περιστάσεις.
38.12. Διανομή
(1) Όταν ορισμένα από τα πρόσωπα τα οποία είναι δικαιούχοι μεριδίου σε ποσόν είναι γνωστά, αλλά υπάρχει ή ενδέχεται να υπάρξει δυσκολία ή καθυστέρηση στην εξακρίβωση άλλων δικαιούχων, το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες ή να επιτρέψει την άμεση πληρωμή των αναλογούντων μεριδίων στα γνωστά πρόσωπα χωρίς να κατακρατήσει οποιοδήποτε μέρος αυτών των μεριδίων για την κάλυψη επακόλουθων εξόδων για την εξακρίβωση των άλλων προσώπων.
38.13. Κατάρτιση λογαριασμού και διεξαγωγή έρευνας ενώπιον δικαστή
(1) Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, θα καταρτίζεται λογαριασμός ή θα διεξάγεται έρευνα από δικαστή.
38.14. Δημοσιεύσεις
(1) Το δικαστήριο δύναται:
(α) να δώσει οδηγίες για οποιεσδήποτε αναγκαίες δημοσιεύσεις· και
(β) να ορίσει σε αυτές τον χρόνο εντός του οποίου απαιτείται να δοθεί απάντηση.
38.15. Εξέταση απαιτήσεων
(1) Όταν το δικαστήριο διατάζει την κατάρτιση λογαριασμού χρεών ή άλλων υποχρεώσεων, δύναται να δώσει οδηγίες σε οποιοδήποτε διάδικο, όπως εντός καθορισμένου χρόνου:
(α) εξετάσει τις απαιτήσεις προσώπων, τα οποία ισχυρίζονται ότι τους οφείλονται χρήματα από την περιουσία ή το εν λόγω ποσόν·
(β) καθορίσει, στον βαθμό που είναι σε θέση να το πράξει, ποια από αυτές είναι έγκυρη· και
(γ) καταχωρίσει γραπτή μαρτυρία η οποία:
(i) να αναφέρει τα ευρήματά του και τους λόγους για αυτά· και
(ii) να καταγράφει οποιαδήποτε άλλα χρέη τα οποία οφείλονται ή ενδέχεται να οφείλονται από την περιουσία ή το ποσόν.
(2) Όταν το δικαστήριο διατάζει τη διεξαγωγή έρευνας για πλησιέστερο συγγενή ή άλλους ανεξακρίβωτους απαιτητές επί περιουσίας ή ποσού, δύναται να δώσει οδηγίες σε οποιοδήποτε διάδικο, όπως εντός καθορισμένου χρόνου:
(α) εξετάσει τις απαιτήσεις οι οποίες εγείρονται·
(β) καθορίσει, στον βαθμό που είναι σε θέση να το πράξει, ποιες από αυτές είναι έγκυρες· και
(γ) καταχωρίσει γραπτή μαρτυρία η οποία να αναφέρει τα ευρήματά του και τους λόγους για αυτά.
(3) Αν οι ενδιαφερόμενοι προσωπικοί αντιπρόσωποι ή επίτροποι εμπιστεύματος δεν είναι οι διάδικοι οι οποίοι έλαβαν οδηγίες από το δικαστήριο να εξετάσουν απαιτήσεις, το δικαστήριο δύναται να τους δώσει οδηγίες να συνενωθούν με τον διάδικο ο οποίος έλαβε οδηγίες να εξετάσει τις απαιτήσεις για σκοπούς προσαγωγής της γραπτής μαρτυρίας η οποία απαιτείται από τον παρόντα κανονισμό.
38.16. Εξέταση απαιτήσεων από το δικαστήριο
(1) Για τον σκοπό εξέτασης απαίτησης το δικαστήριο δύναται:
(α) να δώσει οδηγίες για διερεύνησή της με οποιοδήποτε τρόπο·
(β) να δώσει οδηγίες στο πρόσωπο το οποίο εγείρει την απαίτηση, να δώσει πρόσθετες λεπτομέρειες σχετικά με αυτή· και
(γ) να δώσει οδηγίες στο πρόσωπο αυτό:
(i) να καταχωρίσει γραπτή μαρτυρία· ή
(ii) να παραστεί στο δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία,
προς υποστήριξη της απαίτησής του.

www.cylaw.org