Αυτή η διάταξη δεν έχει τροποποιηθεί. |
ΜΕΡΟΣ 47 : ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΓΕΝΙΚΑ
47.1. Εκτέλεση γενικά
(1) Όταν πρόσωπο διατάσσεται, δυνάμει οποιασδήποτε απόφασης ή διατάγματος να πληρώσει οποιαδήποτε χρήματα ή να παραδώσει ή μεταβιβάσει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία σε άλλο πρόσωπο, δεν είναι αναγκαίο να γίνει οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με τούτο, αλλά το πρόσωπο το οποίο διατάσσεται ως ανωτέρω, είναι υπόχρεο να υπακούσει στην απόφαση ή στο διάταγμα, αφού του επιδοθεί δεόντως, χωρίς απαίτηση.
(2) (α) Όταν πρόσωπο το οποίο εξασφάλισε οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα υπό οποιοδήποτε όρο δεν τηρεί ή δεν συμμορφώνεται με τον όρο αυτό, θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί ή εγκαταλείψει την απόφαση ή το διάταγμα στον βαθμό που η εν λόγω απόφαση ή το διάταγμα είναι επωφελής για το πρόσωπο αυτό και
(β) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενδιαφερόμενο για το θέμα δύναται σε περίπτωση παράβασης ή μη τήρησης του όρου να εγείρει δικαστική διαδικασία όπως δικαιολογείται σε τέτοια περίπτωση από την απόφαση ή το διάταγμα σε τέτοια περίπτωση ή να εγείρει οποιαδήποτε διαδικασία θα μπορούσε να είχε εγερθεί αν δεν είχε εκδοθεί απόφαση ή διάταγμα, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
(3) (α) Όταν ως αποτέλεσμα απόφασης ή διατάγματος, διάδικος δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία η οποία τίθεται υπό την αίρεση ή υπόκειται στην εκπλήρωση οποιουδήποτε όρου ή την πραγματοποίηση οποιουδήποτε ενδεχομένου, με την εκπλήρωση του όρου ή την πραγματοποίηση του ενδεχομένου και αφού υποβληθεί απαίτηση προς τον διάδικο από τον οποίο δικαιούται σε θεραπεία, ο δικαιούχος διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια εκτέλεσης εναντίον του διαδίκου αυτού.
(β) Το δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι το δικαίωμα σε θεραπεία προέκυψε σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή του διατάγματος, να διατάξει την εκτέλεση ή να δώσει οδηγίες όπως οποιοδήποτε θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους εκδικάζονται ζητήματα σε απαίτηση.
(4) Κανένα ένταλμα εκτέλεσης δεν εκδίδεται χωρίς:
(α) την προσαγωγή στον λειτουργό, από τον οποίο αυτό εκδίδεται, πιστού αντιγράφου της απόφασης ή του διατάγματος επί του οποίου θα εκδοθεί το ένταλμα, και
(β) ο λειτουργός (όταν είναι αναγκαίο) ικανοποιηθεί ότι έχει παρέλθει ο κατάλληλος χρόνος ή (όταν είναι αναγκαίο) ότι δόθηκε η κατάλληλη άδεια η οποία επιτρέπει στον πιστωτή την εκτέλεση.
(5) Κάθε ένταλμα εκτέλεσης σφραγίζεται με τη σφραγίδα του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προς εκτέλεση απόφαση ή το διάταγμα και φέρει την ημερομηνία έκδοσής του.
(6) (α) Σε κάθε ένταλμα εκτέλεσης για την ανάκτηση χρημάτων δίδονται οδηγίες στον αρμόδιο για την εκτέλεση λειτουργό να εισπράξει τα πραγματικά οφειλόμενα και πληρωτέα χρήματα των οποίων η ανάκτηση επιδιώκεται σύμφωνα με την απόφαση ή το διάταγμα και αναφέρεται το ποσόν και τα έξοδα εκτέλεσης, και
(β) στο ένταλμα δίδονται επίσης οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο τα χρήματα τα οποία εισπράχθηκαν κατά την εκτέλεση θα διατεθούν από τον αρμόδιο για την εκτέλεση λειτουργό .
(7) Κάθε πρόσωπο προς το οποίο οποιοδήποτε ποσόν ή χρήματα ή έξοδα είναι πληρωτέα σύμφωνα με απόφαση ή διάταγμα, μόλις τα χρήματα ή τα έξοδα καταστούν πληρωτέα, δικαιούται να αιτηθεί την έκδοση ενταλμάτων για εκτέλεση της πληρωμής τους, τηρουμένων ωστόσο των πιο κάτω:
(α) αν η απόφαση ή το διάταγμα είναι για πληρωμή εντός αναφερόμενης χρονικής περιόδου, κανένα ένταλμα δεν εκδίδεται παρά μόνο μετά την εκπνοή της εν λόγω χρονικής περιόδου·
(β) το δικαστήριο δύναται, κατά ή μετά τον χρόνο έκδοσης απόφασης ή διατάγματος, να αναστείλει την εκτέλεση για χρόνο τον οποίο κρίνει κατάλληλο.
(8) (α) Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει προκύψει οποιαδήποτε αλλαγή στους διάδικους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση χωρίς ειδοποίηση στο δικαστήριο για άδεια να εκτελέσει ανάλογα.
(β) Το δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή δικαιούται να εκτελέσει, δύναται:
(i) να εκδώσει διάταγμα για αυτό τον σκοπό, ή
(ii) να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιονδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε απαίτηση.
(γ) Σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το δικαστήριο δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.
(9) Κάθε διάταγμα του δικαστηρίου σε οποιαδήποτε αιτία ή θέμα μπορεί να εκτελεστεί εναντίον όλων των προσώπων τα οποία δεσμεύονται από αυτό, κατά τον ίδιο τρόπο ως απόφαση με το ίδιο αποτέλεσμα.
(10) (α) Πρόσωπο το οποίο δεν είναι διάδικος σε αιτία ή θέμα και το οποίο εξασφαλίζει οποιοδήποτε διάταγμα ή υπέρ του οποίου εκδίδεται οποιοδήποτε διάταγμα, δικαιούται να επιβάλει υπακοή σε τέτοιο διάταγμα με τον ίδιο τρόπο ωσάν το πρόσωπο αυτό να ήταν διάδικος στην αιτία ή στο θέμα· και
(β) πρόσωπο το οποίο δεν είναι διάδικος σε αιτία ή θέμα εναντίον του οποίου μπορεί να επιβληθεί υπακοή σε οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα, υπόκειται στην ίδια διαδικασία επιβολής υπακοής προς τέτοια απόφαση ή διάταγμα ωσάν το πρόσωπο αυτό να ήταν διάδικος στην αιτία ή στο θέμα.
(11) Διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση ή διάταγμα, δύναται να αιτηθεί στο δικαστήριο αναστολή εκτέλεσης ή άλλη θεραπεία εναντίον της απόφασης με βάση γεγονότα τα οποία ανέκυψαν πολύ αργά για να δικογραφηθούν· και το δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοια θεραπεία και με τέτοιους όρους ως κρίνει δίκαιο.
Νοείται ότι το Δικαστήριο πριν τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης μεριμνά για την καταβολή των εξόδων που έχουν προκύψει ή αναμένεται να προκύψουν σε σχέση με κατάσχεση.
(12) (α) Έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή της εκτέλεσης ή της διαδικασίας στην προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο στην έκταση που το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή το Εφετείο ή δικαστής οποιουδήποτε εκ των δικαστηρίων αυτών, δύναται να διατάξει· και
(β) καμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία δεν ακυρώνεται, παρά μόνο αν διατάξει το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Πριν την καταχώριση οποιουδήποτε διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, το πρόσωπο το οποίο εξασφαλίζει το διάταγμα προσκομίζει τέτοια εξασφάλιση (αν υπάρχει) ως δυνατόν να έχει διαταχθεί. Αν η εξασφάλιση δίδεται υπό μορφή ομολόγου, το ομόλογο εκδίδεται προς το πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
(13) Όταν, δυνάμει των Κανονισμών του παρόντος Μέρους αίτηση μπορεί να υποβληθεί είτε στο κατώτερο δικαστήριο είτε στο Εφετείο, ή σε δικαστή οποιουδήποτε εκ των δικαστηρίων αυτών, υποβάλλεται πρώτα στο κατώτερο δικαστήριο .
Νοείται ότι το δικαστήριο πριν τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης μεριμνά για την καταβολή των εξόδων, τα οποία έχουν προκύψει ή αναμένεται να προκύψουν σε σχέση με την κατάσχεση.
(14) Αν προστακτικό ή απαγορευτικό διάταγμα ή απόφαση για ειδική εκτέλεση οποιασδήποτε σύμβασης, δεν τύχει συμμόρφωσης, το δικαστήριο, πέραν ή εκτός από διαδικασία καταφρόνησης εναντίον του ανυπάκουου μέρους, δύναται:
(α) να δώσει οδηγίες όπως η πράξη η οποία απαιτείται να γίνει, μπορεί να γίνει, στην έκταση που αυτό είναι πρακτικά εφικτό, από τον διάδικο από τον οποίο εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα ή από κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο ορίζεται από το δικαστήριο με έξοδα του ανυπάκουου μέρους, και
(β) αφού γίνει η πράξη, οι προκληθείσες δαπάνες μπορούν να εξακριβωθούν με τέτοιο τρόπο ως το δικαστήριο δύναται να διατάξει και μπορεί να διαταχθεί εκτέλεση για το ποσόν το οποίο εξακριβώνεται ως πιο πάνω πλέον έξοδα.
(15) Aπόφαση ή διάταγμα εναντίον νομικής οντότητας, το οποίο σκόπιμα παρακούεται μπορεί, με άδεια του δικαστηρίου, να εκτελεστεί με κατάσχεση της περιουσίας της νομικής οντότητας ή με σύλληψη των διευθυντών ή άλλων αξιωματούχων της ή με ένταλμα κατάσχεσης της περιουσίας τους.
(16) Κάθε ένταλμα εκτέλεσης εκπνέει και δεν έχει ισχύ μόλις επιστραφεί στο δικαστήριο, αλλά αν η απόφαση ή το διάταγμα παραμένουν ανικανοποίητα, μπορεί να εκδοθεί νέο ένταλμα.
(17) (α) (i) Αν ο δικαστικός επιδότης, ο οποίος εκτελεί ένταλμα, ή
(ii) οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο από την εκτέλεση του εντάλματος πρόσωπο επιθυμεί να λάβει οδηγίες από το δικαστήριο για οποιοδήποτε θέμα το οποίο σχετίζεται με το ένταλμα, δύναται να αιτηθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το ένταλμα, την έκδοση οδηγιών προς τον πρωτοκολλητή·
(β) Το δικαστήριο δύναται είτε χωρίς ειδοποίηση είτε κατόπιν ειδοποίησης σε τέτοιο πρόσωπο ως το δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, να δώσει οδηγίες ως κρίνει δίκαιο.
Οδηγίες οι οποίες δίνονται στον πρωτοκολλητή με δική του αίτηση δεν χρειάζεται να εκδοθούν ως διάταγμα.
Σε άλλες περιπτώσεις, οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο από την εκτέλεση του εντάλματος πρόσωπο, δύναται να ζητήσει όπως οι οδηγίες εκδοθούν ως διάταγμα και να παραδώσει πιστό αντίγραφο τού διατάγματος στον αρμόδιο λειτουργό για συμμόρφωση με αυτό ή δύναται να το εφεσιβάλει αν δεν είναι ικανοποιημένο: Νοείται ότι όταν η αίτηση υποβάλλεται από πρόσωπο το οποίο αξιώνει περιουσία η οποία κατασχέθηκε με ένταλμα εκτέλεσης, δεν δίδονται οδηγίες χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο.
(18) (α) Όταν επιδιώκεται η εκτέλεση απόφασης ή διατάγματος εκτός της επαρχίας στην οποία βρίσκεται το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση ή διάταγμα, το ένταλμα συντάσσεται από τον πρωτοκολλητή του δικαστηρίου αυτού κατά τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο συντάσσεται οποιοδήποτε ένταλμα εκτέλεσης το οποίο εκτελείται εντός της επαρχίας στην οποία βρίσκεται το δικαστήριο, με την διαφορά ότι απευθύνεται στον πρωτοκολλητή του δικαστηρίου το οποίο βρίσκεται στην επαρχία εντός της οποίας θα εκτελεστεί το ένταλμα.
(β) Το ένταλμα παραδίδεται από τον πρωτοκολλητή στον διάδικο ο οποίος αιτήθηκε την έκδοσή του και παρουσιάζεται από τον διάδικο αυτό στον πρωτοκολλητή του δικαστηρίου το οποίο βρίσκεται εντός της επαρχίας στην οποία θα εκτελεστεί.
(γ) Κατά την παρουσίαση του εντάλματος στον πρωτοκολλητή, αυτό υπογράφεται από δικαστή του τελευταίου αυτού δικαστηρίου και παραδίδεται στη συνέχεια στον αρμόδιο λειτουργό για εκτέλεση.
(19) Το εν λόγω ένταλμα, αφού υπογραφεί ως πιο πάνω, θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως ένταλμα το οποίο εκδόθηκε από το τελευταίο αναφερόμενο δικαστήριο και όλα τα ζητήματα τα οποία προκύπτουν κατά τη διάρκεια ή ως επακόλουθο της εκτέλεσης τού εν λόγω εντάλματος, διεκπεραιώνονται από το προαναφερόμενο δικαστήριο.
(20) Ανεξαρτήτως όλων όσων διαλαμβάνονται στον παρόντα διαδικαστικό κανονισμό για τα οποία απαιτείται η προσαγωγή πιστοποιημένου αντιγράφου απόφασης ή διατάγματος για σκοπούς εκτέλεσης, όταν δεν είναι εφικτή η προσαγωγή στο δικαστήριο του φακέλου διαδικασίας, στην οποία εκδόθηκε αυτή η απόφαση ή το διάταγμα και του βιβλίου αποφάσεων ή διαταγμάτων όπου αυτά καταχωρίστηκαν, δεν απαιτείται η προσαγωγή στο δικαστήριο ή στον πρωτοκολλητή πιστοποιημένου αντιγράφου αυτής της απόφασης ή διατάγματος, νοουμένου ότι προσκομίζεται η πιο κάτω μαρτυρία προς τεκμηρίωση της αίτησης για εκτέλεση:
(α) ένορκη δήλωση του εξ αποφάσεως πιστωτή, η οποία να παρέχει πλήρεις λεπτομέρειες της απόφασης ή του διατάγματος του δικαστηρίου, και του ποσού, το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται, δυνάμει αυτής της απόφασης ή διατάγματος·
(β) ένορκη δήλωση του δικηγόρου, ο οποίος εμφανίστηκε για τον εξ αποφάσεως πιστωτή κατά την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε αυτή η απόφαση ή το διάταγμα:
(i) η οποία να παρέχει πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με τους διάδικους οι οποίοι εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως ή αντιπροσωπεύθηκαν από δικηγόρο κατά την ακρόαση και κατά πόσο οποιοιδήποτε από τους διάδικους δεν εμφανίστηκαν ή δεν αντιπροσωπεύθηκαν·
(ii) η οποία να αναφέρει συνοπτικά την απόφαση ή το διάταγμα τού δικαστηρίου· και
(iii) στην οποία να επισυνάπτεται αντίγραφο του έντυπου απαίτησης (ή οποιουδήποτε άλλου εντάλματος ή αίτησης) τα δικόγραφα, το αρχικό πρακτικό της απόφασης ή του διατάγματος, το οποίο ελήφθη επί του φακέλου του και οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο του οποίου η προσαγωγή ήθελε απαιτηθεί από το δικαστήριο· και
(γ) οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία, την οποία δύναται να ζητήσει το δικαστήριο.