Με Αλλαγές | Εκτύπωση
Αυτή η διάταξη δεν έχει τροποποιηθεί.
ΜΕΡΟΣ 54 : ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΕΠΙΔΟΤΕΣ
54.1. Δικαστικοί επιδότες
(1) Ο δικαστικός επιδότης έχει εξουσία να προβαίνει σε κάθε τι αναγκαίο για την εκτέλεση εντάλματος κατάσχεσης και πώλησης κινητής περιουσίας και με την παραλαβή του εντάλματος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη χωρίς καθυστέρηση και δέουσα εκτέλεσή του.
(2) Κάθε ένταλμα για κατάσχεση και πώληση κινητής περιουσίας, προτού δοθεί στον δικαστικό επιδότη, καταγράφεται από τον υπάλληλο του πρωτοκολλητείου, υπεύθυνο για τα εντάλματα, (εφεξής καλείται «γραφέας ενταλμάτων»), στο μητρώο ενταλμάτων το οποίο μονογραφείται από τον δικαστικό επιδότη και, αφού δοθεί σε αυτόν, καταχωρίζεται στο βιβλίο του δικαστικού επιδότη το οποίο μονογραφείται από τον γραφέα ενταλμάτων. Ο αριθμός του βιβλίου και η σελίδα οπισθογραφούνται στο ένταλμα.
(3) Το βιβλίο του δικαστικού επιδότη είναι σύμφωνα με τον Έντυπο αρ.99 και οι σελίδες του αριθμούνται. Μητρώο των βιβλίων αυτών τηρείται από τον γραφέα ενταλμάτων. Όταν βιβλίο εκδίδεται σε δικαστικό επιδότη, ο πρωτοκολλητής αριθμεί και μονογραφεί το βιβλίο και ο δικαστικός επιδότης μονογραφεί το μητρώο. Όταν το βιβλίο του συμπληρώνεται ο δικαστικός επιδότης το επιστρέφει στον πρωτοκολλητή.
(4) Ο δικαστικός επιδότης εκδίδει αποδείξεις από βιβλίο με στελέχη αποδείξεων για όλα τα χρήματα τα οποία εισπράττει και εξασφαλίζει την υπογραφή του προσώπου το οποίο πληρώνει στο στέλεχος της απόδειξης την οποία εκδίδει. Ο δικαστικός επιδότης καταχωρίζει τους αύξοντες αριθμούς των στελεχών των αποδείξεων στο βιβλίο του δικαστικού επιδότη. Ο γραφέας ενταλμάτων ελέγχει τουλάχιστον μια φορά τον μήνα αυτά τα στελέχη αποδείξεων έναντι του βιβλίου του δικαστικού επιδότη και μονογραφεί και στα δύο βιβλία τις καταχωρίσεις τις οποίες έλεγξε και οφείλει να ικανοποιηθεί ότι όλα τα χρήματα τα οποία εισπράχθηκαν έχουν κατατεθεί χωρίς καθυστέρηση. Αν ο γραφέας ενταλμάτων εντοπίσει οποιεσδήποτε περιπτώσεις στις οποίες ο δικαστικός επιδότης κατακράτησε χρήματα πέραν των δύο ημερών αναφέρει το γεγονός στον πρωτοκολλητή. Ο πρωτοκολλητής, αν ικανοποιηθεί με τις εξηγήσεις του δικαστικού επιδότη για την καθυστέρηση, προβαίνει σε σχετική σημείωση στο βιβλίο του δικαστικού επιδότη.
(5) Ο δικαστικός επιδότης οφείλει να καταθέσει χωρίς καθυστέρηση στο Γενικό Λογιστήριο ή να πληρώσει στον εξ αποφάσεως πιστωτή (σύμφωνα με τις οδηγίες οι οποίες δίδονται στον ένταλμα), τις καθαρές εισπράξεις της πώλησης και οφείλει, στην πρώτη περίπτωση, να επικολλήσει την απόδειξη του Γενικού Λογιστηρίου στην κατάλληλη σελίδα του βιβλίου του δικαστικού επιδότη, σημειώνοντας στη σελίδα τον αριθμό και την ημερομηνία της, και στην άλλη περίπτωση, να θέσει την απόδειξη του δικαιούχου στην ίδια τη σελίδα. Ο κανονισμός αυτός αναγιγνώσκεται τηρουμένου του άρθρου 45(2) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, αναφορικά με εκτέλεση για ποσόν το οποίο υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) σε σχέση με απόφαση.
(6) Όταν η εκτέλεση ολοκληρωθεί, ο δικαστικός επιδότης επιστρέφει το ένταλμα, το οποίο οπισθογραφεί ως προς τις λεπτομέρειες της εκτέλεσης. Η οπισθογράφηση καταδεικνύει το ποσόν το οποίο εισπράχθηκε και το καθαρό ποσόν το οποίο κατατέθηκε ή θα κατατεθεί στο Γενικό Λογιστήριο. Όταν επιστρέφονται εντάλματα, ο γραφέας ενταλμάτων οφείλει να ικανοποιηθεί τόσο για το ποσόν το οποίο έχει εισπραχθεί όσο και για το ότι αυτό έχει καταβληθεί από τον δικαστικό επιδότη και οφείλει, πριν καταχωρήσει το ένταλμα, να προβεί σε σημείωση ως προς αυτά τα γεγονότα τόσο στο ένταλμα όσο και στο βιβλίο του δικαστικού επιδότη.
(7) Τουλάχιστο μια φορά το μήνα ο γραφέας ενταλμάτων επιθεωρεί το μητρώο ενταλμάτων και το βιβλίο του κάθε δικαστικού επιδότη και εφοδιάζει τον πρωτοκολλητή με κατάλογο των εκκρεμούντων ενταλμάτων. Ο πρωτοκολλητής λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι τα εντάλματα αυτά θα εκτελεστούν και επιστραφούν ταχέως.
(8) Κατά την πρώτη επίσκεψη στα υποστατικά, ο δικαστικός επιδότης προβαίνει στις προσφερόμενες ενέργειες ως η ένορκη δήλωση σύμφωνα με τον Τύπο Ι του Παρατήματος Ι την οποία υπογράφει και καταχωρεί αμελλητί.
(9) (α) Η εκτέλεση εντάλματος διενεργείται από δύο δικαστικούς επιδότες, εκτός αν ο οικείος πρωτοκολλητής διατάξει διαφορετικά και κατάσχεται τόση από την κινητή περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη όση κατά την κρίση των δικαστικών επιδοτών ή του δικαστικού επιδότη, κατά περίπτωση, είναι επαρκής για την κάλυψη του ποσού του εντάλματος και των εξόδων της κατάσχεσης και τίθεται στη κατοχή του ανώτερου δικαστικού επιδότη και ελλείψει τούτου, του αρχαιότερου δικαστικού επιδότη, ο οποίος ορίζεται προς τούτο από τον πρωτοκολλητή. Νοείται ότι όταν δεν παρέχεται δυνατότητα άμεσης μετακίνησης ή φύλαξης κατασχεθείσας κινητής περιουσίας, αυτή σημαίνεται καταλλήλως και καταγράφεται σε έντυπο σύμφωνα με τον Τύπο ΙΙ του Παρατήματος Ι, το οποίο υπογράφεται από το πρόσωπο, το οποίο διενεργεί την κατάσχεση και τον εξ αποφάσεως χρεώστη. Αν ο εξ αποφάσεως χρεώστης αρνείται να υπογράψει, το πρόσωπο το οποίο διενεργεί την κατάσχεση καταγράφει την άρνησή του. Το πιο πάνω έντυπο καταχωρίζεται στον φάκελο και αντίγραφό του αποστέλλεται χωρίς καθυστέρηση στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κινητή περιουσία, η οποία τελεί υπό κατάσχεση σύμφωνα με την παρούσα επιφύλαξη, μετακινείται και τίθεται υπό τη φύλαξη του ανώτερου δικαστικού επιδότη και ελλείψει τούτου, του αρχαιότερου δικαστικού επιδότη ο οποίος ορίζεται προς τούτο από το πρωτοκολλητείο, εντός ενός μηνός από την κατάσχεση.
(β) Ο ανώτερος δικαστικός επιδότης και ελλείψει τούτου, ο αρχαιότερος δικαστικός επιδότης διατηρεί την κατασχεθείσα περιουσία υπό ασφαλή φύλαξη και την πωλεί με δημόσιο πλειστηριασμό στον υψηλότερο πλειοδότη στην παρουσία πρωτοκολλητή, αφού πρώτα γνωστοποιήσει τη σκοπούμενη πώληση, όσο σύντομα είναι εφικτό, μετά την πάροδο τριών ημερών από την κατάσχεση.
(γ) Ο ανώτερος δικαστικός επιδότης και ελλείψει τούτου, ο αρχαιότερος δικαστικός επιδότης, τηρεί λογαριασμό (που είναι γνωστός ως ο «Λογαριασμός του δικαστικού επιδότη»), ο οποίος αποκαλύπτει τα ονόματα των αγοραστών και τα ποσά στα οποία διατέθηκε η κατασχεθείσα περιουσία. Σε σχέση με την κατάσχεση και πώληση, ο δικαστικός επιδότης εισπράττει δικαιώματα ίσα με ποσοστό 5% της τιμής στην οποία διατίθενται (υψηλότερη προσφορά) νοουμένου ότι τα δικαιώματα, τα οποία εισπράττονται δεν θα υπολείπονται του ποσού των εννέα ευρώ €9. Τα δικαιώματα αυτά κατατίθενται αμέσως σε ειδικό κυβερνητικό λογαριασμό.
(δ) Αν δεν καταστεί δυνατή η πώληση, ο πρωτοκολλητής δύναται να επιτρέψει την είσπραξη από τον δικαστικό επιδότη των εξόδων στα οποία έχει εύλογα προβεί σε σχέση με την κατάσχεση και αυτά καταβάλλονται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή ή με την πώληση των κατασχεθέντων αντικειμένων, ως οι οδηγίες του πρωτοκολλητή και τα έξοδα αυτά κατατίθενται αμέσως σε ειδικό κυβερνητικό λογαριασμό.
(ε) Ο λογαριασμός εξόδων δικαστικού επιδότη παραδίδεται από τον ανώτερο δικαστικό επιδότη στον δικαστικό επιδότη και ελλείψει τούτου, τον αρχαιότερο δικαστικό επιδότη ή επιδότες, οι οποίοι διενήργησαν την κατάσχεση προς ενημέρωση του σχετικού μητρώου και ελέγχεται από τον πρωτοκολλητή.
(στ) Ο τελικός έλεγχος της εκτέλεσης του εντάλματος διενεργείται από τον πρωτοκολλητή.
(10) (α) Στην περίπτωση που δεν υποβάλλεται προσφορά σε πλειστηριασμό για την πώληση κατασχεθείσας περιουσίας ή στην περίπτωση που η τιμή προσφοράς είναι καταφανώς χαμηλή και ανεπαρκής, ο δικαστικός επιδότης ή ο πρωτοκολλητής, δύναται, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αναστείλει τη συνέχιση της πώλησης και να διατάξει όπως η περιουσία μετακινηθεί από τον δικαστικό επιδότη στην κύρια πόλη ή άλλη πόλη ή χωριό της επαρχίας για να τεθεί σε πλειστηριασμό. Σε τέτοια περίπτωση, ο δικαστικός επιδότης δικαιούται να επιβαρύνει το προϊόν της πώλησης με εύλογη δαπάνη, την οποία συνεπάγεται η μετακίνηση, καθώς και για οποιαδήποτε απώλεια χρόνου με ποσόν το οποίο δεν υπερβαίνει τα 20 (είκοσι) ευρώ την ημέρα, ή άλλη εύλογη δαπάνη, η οποία προκαλείται από τον νέο πλειστηριασμό.
(β) Αν ο εξ αποφάσεως πιστωτής επιθυμεί όπως η περιουσία μετακινηθεί σε πόλη ή χωριό άλλης επαρχίας, ο πρωτοκολλητής δύναται να επιτρέψει τη μετακίνησή της με δαπάνη του πιστωτή η οποία δεν μπορεί να ανακτηθεί από αυτόν.
(11) Όλα τα έξοδα και δαπάνες τα οποία είναι νόμιμα πληρωτέα σύμφωνα με τους παρόντες κανονισμούς προστίθενται στο προς ανάκτηση με το ένταλμα ποσόν εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
(12) Η εκτέλεση εντάλματος δεν αναστέλλεται εκτός αν το δικαστήριο διατάξει ή ο εξ αποφάσεως πιστωτής ή ο δικηγόρος του αποσύρει το ένταλμα με γραπτή ειδοποίηση γραμμένη ιδιοχείρως από τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Η ειδοποίηση απόσυρσης πρέπει, όπου είναι πρακτικά εφικτό, να οπισθογραφείται στο ένταλμα και να προσδιορίζει τον λόγο της απόσυρσης με λεπτομέρειες (αν υπάρχουν) ως προς το ποσόν το οποίο εισπράχθηκε ή τη διευθέτηση η οποία επιτεύχθηκε. Όταν το ένταλμα αποσύρεται διότι ο πιστωτής παραδέχεται ότι η κατασχεθείσα περιουσία ανήκει σε τρίτο πρόσωπο το οποίο τη διεκδικεί, ο δικαστικός επιδότης επισυνάπτει στο ένταλμα, κατάσταση της περιουσίας υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον δικαστικό επιδότη.
(13) (α) Αν δικαστικός επιδότης κατάσχει περιουσία η οποία ανήκει στον εξ αποφάσεως χρεώστη από ξενοδοχείο ή εργαστήριο ζητεί γραπτώς από τον υπεύθυνο του ξενοδοχείου ή του εργαστηρίου κατά πόσον υπάρχει οποιαδήποτε διεκδίκηση για οφειλές προς το ξενοδοχείο ή για εργασία η οποία έγινε στην κατασχεθείσα περιουσία· και ο υπεύθυνος πληροφορεί αμέσως τον δικαστικό επιδότη γραπτώς κατά πόσον υπάρχει τέτοια διεκδίκηση και δίδει σχετικές λεπτομέρειες.
(β) Κατόπιν διεκδίκησης η οποία εγείρεται ως αναφέρεται πιο πάνω, ο δικαστικός επιδότης εξετάζει κατά πόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής και ο εξ αποφάσεως χρεώστης την αποδέχονται. Αν την αποδέχονται, ο δικαστικός επιδότης λαμβάνει γραπτώς την αποδοχή τους και πληρώνει το ποσόν του ενεχύρου του υπευθύνου του ξενοδοχείου ή εργαστηρίου από τα καθαρά έσοδα της πώλησης. Αν κάποιος από αυτούς δεν αποδεχτεί τη διεκδίκηση γραπτώς, ο δικαστικός επιδότης καταθέτει τα καθαρά έσοδα της πώλησης στο Γενικό Λογιστήριο και ο πρωτοκολλητής προβαίνει σε προσεπίκληση διά κλήσεως χωρίς ένορκη δήλωση αλλά με σχετική ειδοποίηση προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
(14) Αν κατασχεθούν αγαθά σε κατάστημα ή αποθήκη ενοικιαζόμενη από τον εξ αποφάσεως χρεώστη και φυλαχθούν εκεί υπό κατάσχεση και το ενοίκιο δεν έχει πληρωθεί για το διάστημα φύλαξης, ο ιδιοκτήτης πληρώνεται το ενοίκιο από τα έσοδα πώλησης των αγαθών αυτών. Αν δεν πραγματοποιηθεί πώληση, το ενοίκιο πληρώνεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή ή με πώληση των αγαθών αυτών ως οι οδηγίες του πρωτοκολλητή.

www.cylaw.org