MASAR v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. E200/2014, 30/12/2020
print
Τίτλος:
MASAR v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. E200/2014, 30/12/2020
Παραπομπή:
ECLI:CY:AD:2020:D455

ECLI:CY:AD:2020:D455

 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική ΄Εφεση Αρ. E200/2014)

 

30 Δεκεμβρίου, 2020

 

 

[ΠΑΝΑΓΗ, Πρόεδρος]

[ΓΙΑΣΕΜΗΣ, ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ/στές]

 

xxx MASAR,

 

Εφεσείων-Ενάγων,

ν.

 

 

 1.  ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ,

2.  ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ

       ΤΩΝ Τ/Κ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ,

3.  HERMES AIRPORTS LTD,

 

Εφεσιβλήτων-Εναγομένων.

________________________

 

Αλέξανδρος Πατσαλίδης, για A. Patsalides & Associates LLC, για τον Εφεσείοντα.

΄Ελλη Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Εφεσίβλητους 1 και 2.

΄Αννα Χρίστου, για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη 3.

________________________

 

 

ΠΑΝΑΓΗ, Π.:  Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Γ.Ν. Γιασεμής.

________________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.:  Ο εφεσείων είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέλος της τουρκικής κοινότητας.  Κατάγεται δε από το χωριό xxx της επαρχίας Πάφου, από όπου έφυγε πριν από το 1974.  Τώρα διαμένει στο κατεχόμενο τμήμα της Λευκωσίας.  Κατά το Μάρτιο του 2012, καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή αρ. 1623/2012, (η «αγωγή»).  Με αυτήν, αξίωνε διάφορες θεραπείες σε σχέση με συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία, η οποία βρίσκεται εντός των ορίων του προαναφερθέντος χωριού, (η «περιουσία»).  Κατά κύριο λόγο, αξίωνε άρση της επέμβασης που, κατ’ ισχυρισμό, διενεργείτο, κατά παράβαση του δικαιώματος του σε ιδιοκτησία, στην περιουσία και απόδοσή της στον ίδιο.  Αξίωνε, επίσης αποζημιώσεις για διάφορες αιτίες, οι οποίες φέρεται να προέκυψαν σε σχέση με την περιουσία σε διαφορετικές περιόδους μετά την τουρκική εισβολή, το 1974.

 

Η περιουσία αναφέρεται στο τεμάχιο 1x6, με αρ. εγγραφής 7xx3, που εμφανίζεται στο Φ/Σχ. LI/xx και απαλλοτριώθηκε κατά ή περί την 23.12.1994 από την Κυπριακή Δημοκρατία, εφεσίβλητη 1, εναγομένη 1 στην αγωγή.  Σημειώνεται δε συναφώς, ότι για την περίοδο από το 1974 μέχρι το 1991, έτος κατά το οποίο τέθηκε σε ισχύ ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και ΄Αλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991, (Ν. 139/1991), (όπως αυτός έχει τροποποιηθεί), (ο «Νόμος»), η αγωγή αφορούσε, αποκλειστικά, την εφεσίβλητη 1.     Σε κάποιο στάδιο, μέρος της περιουσίας, έκτασης 13.824 τ.μ., παραχωρήθηκε στην εφεσίβλητη 3, εναγομένη 3, για την κατασκευή του αεροδρομίου Πάφου, το οποίο αυτή κατέχει και λειτουργεί, προφανώς, μέχρι και σήμερα, εξ ου και η συμπερίληψή της στην υπό αναφορά αγωγή. Το υπόλοιπο μέρος της περιουσίας, έκτασης 4.014 τ.μ., δόθηκε σε κάποια πρόσφυγα, την εναγομένη 4 στην αγωγή, η οποία το χρησιμοποιεί ως γεωργική γη.  Η πρωτόδικη διαδικασία δεν την αφορούσε, όπως δεν την αφορά και η παρούσα έφεση.  Η αγωγή, τέλος, στρέφεται και κατά του Υπουργού Εσωτερικών, εφεσίβλητου 2, εναγομένου 2, υπό την ιδιότητά του ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, για την περίοδο που η περιουσία τελεί, δυνάμει του Νόμου, υπό τη διαχείρισή του,  δηλαδή από το 1991 και μετά.

 

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί, οι οποίοι παρατέθηκαν στην έκθεση απαίτησης του εφεσείοντος, αποτελούσαν μέρος του υποβάθρου για την υποβολή στο Επαρχιακό Δικαστήριο, από τους εφεσίβλητους 1 και 2 και από την εφεσίβλητη 3, δύο ξεχωριστών ενδιάμεσων αιτήσεων, ημερομηνίας 28.1.2013 και 18.10.2012, αντίστοιχα, με αίτημα την απόρριψη της αγωγής, για σειρά λόγων.  Βασίζονταν και οι δύο αιτήσεις στη Δ.27, Κ.3[1], των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.  Επί της ουσίας, οι θέσεις και των τριών εφεσιβλήτων ήταν, βασικά, κοινές.  Σημαντικότερη δε τούτων, σε σχέση προς την οποία κρίθηκαν οι αιτήσεις, ήταν η θέση ότι ο εφεσείων δεν είχε δικαίωμα να προβεί στην καταχώριση της αγωγής, την οποία χαρακτήρισαν ως πρόωρη.  Αυτή δε βασίστηκε και σε κάποιους πρόσθετους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης, στους οποίους θα γίνει αναφορά πιο κάτω.

 

Υπήρξε ένσταση από μέρους του εφεσείοντος, η οποία αναπτύχθηκε με διάφορους λόγους.  Η διαδικασία οδηγήθηκε σε ακρόαση, με αποτέλεσμα την αποδοχή των αιτήσεων των εφεσιβλήτων 2 και 3 και, συνακόλουθα, την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους, στο σύνολό της.  Τουναντίον, η αγωγή εναντίον της εφεσίβλητης 1 δεν απορρίφθηκε, για τους λόγους που αναφέρονται από το Δικαστήριο στην απόφασή του.

 

΄Οσον αφορά, ειδικά, τον εφεσίβλητο 2, ο ευπαίδευτος Πρόεδρος που επιλήφθηκε των αιτήσεων έκρινε ότι η αγωγή δεν αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του.  Κατέληξε πως η περιουσία ενέπιπτε στις πρόνοιες του Νόμου και, επομένως, ορθά αυτός ανέλαβε τη διαχείρισή της, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 5 και 6 αυτού.  Επικαλούμενος δε τις πρόνοιες του άρθρου 6Α, έκρινε ότι ο εφεσείων δεν τήρησε, στην προκειμένη περίπτωση, συγκεκριμένη προϋπόθεση η οποία τίθεται με αυτό, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του περί παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του να μην ήταν δυνατό να εξεταστεί στο πλαίσιο της αγωγής.  Καθώς υπέδειξε, οι επιστολές τις οποίες αυτός απέστειλε στον εφεσίβλητο 2 και στις οποίες γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης δεν αφορούσαν αίτημα προς τον τελευταίο, σύμφωνα με το άρθρο .  Συνακόλουθα, ίδια ήταν η κατάληξή του σε σχέση και με την εφεσίβλητη 3, εφόσον αυτή έλκει τα οποιαδήποτε συμφέροντα ή δικαιώματα της στην περιουσία, μέσω του εφεσίβλητου 2.

 

Με την παρούσα έφεση, προσβάλλεται η ορθότητα των πιο πάνω κρίσεων.  Επιδιώκεται δε η ανατροπή τους, με διαφορετικούς λόγους για κάθε αίτηση, οι οποίοι όμως είναι κοινοί και για τις δύο αιτήσεις.  Με αυτούς, ουσιαστικά, προσβάλλονται οι διαπιστώσεις του εκδικάσαντος Δικαστηρίου ως προς το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, καθώς, επίσης, η κρίση του ότι οι επιστολές του εφεσείοντος προς τον εφεσίβλητο 2, στις οποίες γίνεται αναφορά στο εν λόγω δικόγραφο, δε συνιστούσαν αίτημα εντός της εννοίας του άρθρου 6Α του Νόμου.  Τελικώς, η εισήγηση του εφεσείοντος είναι ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής κατά του εφεσίβλητου 2, ερμηνεύοντας λανθασμένα τις πρόνοιες του υπό αναφορά άρθρου.  ΄Οπως υπογραμμίζεται, χαρακτηριστικά, από μέρους του, οι υπό κρίση επιστολές εστάλησαν, ακριβώς, στη βάση των προϋποθέσεων που επιτάσσει το άρθρο 6Α του Νόμου, δηλαδή υπό τύπο αιτήματος προς τον Υπουργό.  ΄Αλλωστε, επισημαίνεται, ο Νόμος δεν προβλέπει συγκεκριμένο τύπο για την υποβολή του αιτήματος.

 

Το άρθρο 6Α του Νόμου προνοεί, σχετικά, τα εξής:-

 

«6Α.(1)  Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.

 

(2)  Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημά του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ’ ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο:»

 

 

 

Καθίσταται σαφές, από τις πιο πάνω πρόνοιες, ότι η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται, ειδικά, στο εδάφιο (2), δηλαδή η υποβολή σχετικού αιτήματος στον Υπουργό Εσωτερικών και η απόρριψή του, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου να είναι επιτρεπτή η προσφυγή ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την έγερση της κατάλληλης αγωγής προς τον πιο πάνω σκοπό.  Σε περίπτωση μη τήρησης της συγκεκριμένης διαδικασίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται, ουσιαστικά, εξουσίας να επιληφθεί τέτοιας αγωγής, (βλ. xxx Χακκή ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 320/2012, 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A524).

 

Η εξέταση των αιτήσεων διενεργήθηκε με αναφορά στους ισχυρισμούς του εφεσείοντος στην έκθεση απαίτησής του.  όπως απαιτείται από τη σχετική νομολογία, (βλ. In re Pelmako Development Ltd (1991) 1 A.A.Δ. 246 και Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1316).  Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 9 των λεπτομερειών του εν λόγω δικογράφου αναφέρεται, σχετικά, ότι:  «Κατά ή περί την 19 Απριλίου 2010 και 7 Ιουλίου 2010 ο Ενάγοντας κοινοποίησε επιστολή προς τους Εναγομένους 1 διά της οποίας ζητούσε να πληροφορηθεί το καθεστώς κατοχής και χρήσης των περιουσιών του.»  Στη συνέχεια, στις παραγράφους 10 και 11 των λεπτομερειών, αναφέρεται ότι αυτός ενημερώθηκε από την εναγομένη 1 για την κατάσταση αναφορικά με την περιουσία.  Τέλος, η εικόνα συμπληρώνεται με την αναφορά, στην παράγραφο 12 των λεπτομερειών, ότι ο εφεσείων, με επιστολή του ημερομηνίας 13.12.2010,  «επεφύλασσε όλα τα δικαιώματα του, για την παράνομη διάθεση του ακινήτου του και την παράνομη χρήση και εκμετάλλευση του.». 

 

Ο εφεσείων, στην έκθεση απαίτησής του, δεν αναφέρει, πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών, να είχε απευθύνει προς τον εφεσίβλητο 2 οποιοδήποτε αίτημα σε σχέση με διεκδικήσεις του αναφορικά με την περιουσία, όπως προνοείται στο άρθρο 6Α του Νόμου.  Συγκεκριμένα, δεν επικαλείται, στην εν λόγω επιστολογραφία, παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματός του, το οποίο κατοχυρώνεται από την Ευρωπαϊκήν Σύμβασιν διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε αξιώνει την απόδοση σε αυτόν οποιασδήποτε θεραπείας σε σχέση με την περιουσία.  Το εκδικάσαν Δικαστήριο κατέληξε, σε σχέση με την πιο πάνω πτυχή, ως εξής:  «Ο ενάγων εγείρει μεν θέμα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, αλλά δεν φαίνεται να τήρησε την προϋπόθεση που επιτάσσει το ΄Αρθρο 6Α για υποβολή πρώτα αιτήματος στον Υπουργό.  Οι επιστολές στις οποίες γίνεται αναφορά στην ΄Εκθεση Απαίτησης αφορούν σε άλλα θέματα.  Επομένως θεωρώ αβάσιμη και/ή πρόωρη την αντίστοιχη απαίτηση του.»

 

Με δεδομένα λοιπόν, τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία ο εφεσείων επικαλέστηκε στην έκθεση απαίτησής του, και με δεδομένες τις, ως άνω, πρόνοιες του άρθρου 6Α του Νόμου, η πιο πάνω κατάληξη του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, οπωσδήποτε, είναι ορθή.  Σημειώνεται, βέβαια, πως, με την πιο πάνω κατάληξη, αφήνεται ανοικτό το ενδεχόμενο ο εφεσείων, αφού ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του άρθρου 6Α, να επανέλθει με νέα αγωγή. 

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων 2 και 3 και εναντίον του εφεσείοντος, τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €1.500,00 για τον εφεσίβλητο 2 και στο ποσό των €1.500,00, συν Φ.Π.Α., για την εφεσίβλητη 3.

 

 

 

 

 

                                                     Π. Παναγή, Π.

 

 

 

 

                                                     Γ.Ν. Γιασεμής, Δ.

 

 

 

 

                                                     Χ. Μαλαχτός, Δ.

 

/ΜΠ



[1]     “The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.”


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο