ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Υπόθεση Αρ. 12 /2005)
14 Ιουνίου, 2006
[ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ,
Αιτητής,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ
ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ,
Καθ΄ ων η αίτηση.
- - - - - -
Α. Ευσταθίου, για τον Αιτητή.
Μ. Χατζηγεωργίου, για τους Καθ΄ ων η αίτηση.
- - - - - -
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Ο αιτητής διατηρεί χοιροστάσιο στο τεμάχιο με αρ. 1360 (Φ.Σχ.ΧΧΙ 58) στο Παλαιομέτοχο. Το εν λόγω τεμάχιο βρίσκεται στη νεκρή ζώνη, εφάπτεται ναρκοπέδιου και απέχει περίπου 5 χιλιόμετρα από την πλησιέστερη οικιστική ζώνη. Ο αιτητής στις 11.10.2000 υπέβαλε αίτηση, βάσει των περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Παρεκκλίσεις) Κανονισμών του 1999, Κ.Δ.Π 309/99, (στο εξής «οι Κανονισμοί»), για χορήγηση πολεοδομικής άδειας κατά παρέκκλιση των προνοιών της Δήλωσης Πολιτικής (σχεδίου ανάπτυξης της περιοχής). Η αίτηση αφορούσε επέκταση στο υφιστάμενο χοιροστάσιο και ανέγερση αποθηκών, 3 κατοικιών και 2 γραφείων εντός του τεμαχίου.
Η προτεινόμενη ανάπτυξη προσέκρουε σε πρόνοιες της Δήλωσης Πολιτικής διότι:
· Χωροθετείτο σε Γεωργική Ζώνη Γ3, αντί σε κτηνοτροφική ζώνη που επιτρέπονται τα χοιροστάσια.
· Χωροθετείτο σε απόσταση 550 μ. περίπου από το αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Κοκκινοτριμυθιάς, αντί να απέχει απόσταση μεγαλύτερη των 2000 μ. από αυτόν.
· Δεν ήταν σύμφωνη με τους συντελεστές ανάπτυξης της πολεοδομικής ζώνης Γ3, γιατί η ανάπτυξη παρουσιάζει υπέρβαση στο συντελεστή δόμησης και στο ποσοστό κάλυψης.
· Η κυβική χωρητικότητα των επεκτάσεων υπερβαίνει κατά πολύ το 10% της κυβικής χωρητικότητας της υφιστάμενης ανάπτυξης.
Η απόρριψη της αίτησης από το Υπουργικό Συμβούλιο, οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας προσφυγής με την οποία ο αιτητής ζητά την ακύρωση της απορριπτικής απόφασης.
Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 26(2) των περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμων του 1972 έως (Αρ. 2) του 1999, όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 142(Ι)/99, αρμόδιο να χορηγεί πολεοδομική άδεια, κατά παρέκκλιση του σχεδίου ανάπτυξης είναι το Υπουργικό Συμβούλιο. Τέτοιες άδειες χορηγούνται σε έκτακτες και δικαιολογημένες προς το δημόσιο συμφέρον περιπτώσεις ή σύμφωνα με τα κριτήρια του καν. 19 των Κανονισμών. Σύμφωνα με τον καν. 3, το Συμβούλιο Μελέτης Παρεκκλίσεων, συμβουλεύει το Υπουργικό Συμβούλιο, μέσω του Υπουργού Εσωτερικών, στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του, δυνάμει του εδαφίου (2) του ΄Αρθρου 26 των περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμων.
Στον κ. 6(1) των Κανονισμών, αναφέρεται:-
«Νοείται ότι η εισήγηση του Συμβουλίου προς το Υπουργικό Συμβούλιο συνοδεύεται από τα πρακτικά της συνεδρίας του κατά την οποία λήφθηκε η τελική απόφαση. Στα πρακτικά αυτά πρέπει να καταγράφονται οι απόψεις ενός εκάστου των μελών του Συμβουλίου.»
Ο αιτητής κατ΄ επίκληση του άρθρου 24(1)* των περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(1)/99, υποστηρίζει ότι ούτε τα πρακτικά του Συμβουλίου ημερ. 5.4.04 (Παράρτημα ΧΙ στην ένσταση), ούτε η Πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο (Παράρτημα ΧΙΙΙ στην Ενσταση), ικανοποιούν την απαίτηση του Καν. 6 για καταγραφή των απόψεων του κάθε μέλους του Συμβουλίου.
Το κείμενο των πρακτικών που παρουσιάστηκαν έχει ως εξής:
«Στη συνέχεια το Συμβούλιο μελέτησε την αίτηση και όλα τα ενώπιόν του έγγραφα, περιλαμβανομένων των πρακτικών της Δημόσιας Ακρόασης και των εγγράφων που λήφθηκαν πριν και μετά τη Δημόσια Ακρόαση και αφού έλαβε υπόψη:
(α) το γεγονός ότι η προτεινόμενη ανάπτυξη χωροθετείται σε μη επιτρεπόμενη Ζώνη και συγκεκριμένα σε περιοχή στην οποία από το 1976 δεν επιτρέπεται η ανέγερση κτηνοτροφικών υποστατικών,
(β) το γεγονός ότι η προτεινόμενη ανάπτυξη βρίσκεται πολύ κοντά στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας – Κοκκινοτριμιθιάς αφού απέχει 550μ. περίπου από αυτό, αντί τουλάχιστον 2.000μ., με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς οι ανέσεις των διερχομένων από τον αυτοκινητόδρομο,
(γ) το μεγάλο μέγεθος της προτεινόμενης ανάπτυξης το οποίο σύμφωνα με την έκθεση της Πολεοδομικής Αρχής ανέρχεται σε 11,776τμ. περίπου και κυρίως το υπερβολικά μεγάλο μέγεθος των αυθαίρετων προσθηκών (75% της ανάπτυξης) σε σύγκριση με το μέγεθος των αδειούχων υποστατικών, (25% της ανάπτυξης),
(δ) τις πολυάριθμες ενστάσεις που έχουν υποβληθεί κατά της προτεινόμενης ανάπτυξης τόσο από το Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου όσο και από οργανωμένα σύνολα, φορείς, κατοίκους των γύρω περιοχών και ιδιοκτήτες παρακείμενων τεμαχίων γης, σύμφωνα με τις οποίες φαίνεται ότι η παρουσία του υφιστάμενου χοιροστασίου επηρεάζει δυσμενώς τις προοπτικές ανάπτυξης της Κοινότητας και των γύρω περιοχών, τις ανέσεις των παρακείμενων περιοχών, ιδιοκτησιών και χρήσεων,
αποφάσισε κατά πλειοψηφία, να εισηγηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο όπως, με βάση τις εξουσίες που διαθέτει από το άρθρο 26 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, απορρίψει την αίτηση θεωρώντας ότι αυτή δεν πληροί τις πρόνοιες του Κανονισμού 19(1)(α)-(ιβ) και γιατί η ανάπτυξη επηρεάζει ουσιωδώς τη γενική στρατηγική του ισχύοντος Σχεδίου Ανάπτυξης (Δήλωσης Πολιτικής) Κανονισμός 19(2). Επίσης δεν θεωρείται έκτακτη και δικαιολογημένη προς το δημόσιο συμφέρον.
Το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι άμεση κατεδάφιση των παράνομων υποστατικών θα δημιουργήσει προβλήματα λειτουργίας και βιωσιμότητας στην επιχείρηση η οποία αφέθηκε να επενδύει σε μη αδειούχα υποστατικά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Συνεπώς υπό τις περιστάσεις, έχει την άποψη ότι το γεγονός αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από τις αρμόδιες Αρχές, στην περίπτωση που το Υπουργικό Συμβούλιο υιοθετήσει την εισήγηση του και απορρίψει την αίτηση, ώστε να δοθεί περιθώριο στην επιχείρηση μέχρι το Δεκέμβριο του 2006 για μεταστέγασή της.
Η κα Ρ. Μέση διαφώνησε με την πιο πάνω απόφαση και αφού έλαβε υπόψη αφενός το μέγεθος των επενδύσεων εκ μέρους του αιτητή με την ενθάρρυνση και ανοχή του Κράτους και αφετέρου το γεγονός της έλλειψης συγκροτημένης επί του θέματος πολιτικής εκ μέρους του Κράτους αναφορικά με τη χωροθέτηση των χοιροστασίων εισηγείται όπως παραχωρηθεί στον αιτητή προσωρινή πολεοδομική άδεια μέχρι το τέλος του 2006 οπότε και η αίτηση θα εξετασθεί εκ νέου υπό το φως διαμόρφωσης ή μη, συγκροτημένης πολιτικής από το Κράτος για στέγαση των χοιροστασίων.»
Στην πρόταση που έχει ετοιμαστεί και στάληκε στο Υπουργικό Συμβούλιο, αναφέρεται ότι «αντίγραφο των πρακτικών των συνεδριών του Συμβουλίου Μελέτης Παρεκκλίσεων (παράγραφος 2 της συνεδρίας αρ. 5/2003 ημερ. 9.6.03 και παράγραφος 1 της συνεδρίας αρ. 5/2004 ημερ. 5.4.04) επισυνάπτονται ως Παράρτημα IV». Ωστόσο, δεν καταγράφονται σε αυτά ξεχωριστά οι απόψεις των μελών του Συμβουλίου που πλειοψήφησαν, όπως ακριβώς απαιτείται από τον Κανονισμό. Τα όσα καταγράφονται ως οι θέσεις της πλειοψηφίας του Συμβουλίου γενικά , δεν διασώζουν το κύρος των πρακτικών διότι, στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης, δεν παρέχουν ικανοποιητική αιτιολογία της απόφασης πάνω στην οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί για να ασκήσει αναθεωρητικό έλεγχο.
Πιο συγκεκριμένα, το Συμβούλιο περιορίστηκε να επισημάνει ότι «η αίτηση δεν πληροί τις πρόνοιες του Καν.1(α)-(ιβ) και γιατί η ανάπτυξη επηρεάζει ουσιωδώς τη γενική στρατηγική του ισχύοντος Σχεδίου Ανάπτυξης Κανονισμός 19(2).». Η αιτιολογία όμως δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση ούτε να επαναλαμβάνει τις διατάξεις του Νόμου. Η επανάληψη γενικών όρων του Νόμου ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία. "Καθιστά αναιτιολόγητον την πράξιν αιτιολογία αόριστος καθιστώσα αδύνατον τον δικαστικόν αυτής έλεγχον, μή εκθέτουσα τα γεγονότα, εξ ών εμορφώθη, η κρίσις της Διοικήσεως, ή δυναμένη να εφαρμοσθή εις πάσαν περίπτωσιν" (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας Συμβουλίου Επικρατείας, 1929-59, σελ. 183, 186, 187, σελ. 186-87, Πιπερίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 134, 141, Κυριακίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 298, Κ. Παπακυριάκου ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 410/03, ημερ. 12/11/04).
Εξάλλου, η καταγραφή των επιμέρους απόψεων των μελών του Συμβουλίου, που θα παρείχαν το αιτιολογικό έρεισμα στην τελική του εισήγηση, προκειμένου το Δικαστήριο να έχει ασφαλή στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητας της επίδικης απόφασης, ήταν επιβεβλημένη και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Τέθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου, όπως φαίνεται από τα παραδεκτά γεγονότα της ένστασης, πολλές απόψεις των εμπλεκόμενων τμημάτων τόσο γραπτώς όσο και προφορικά στη δημόσια ακρόαση που διεξήχθη, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν θετικές υπό όρους ή χωρίς ένσταση στην αίτηση του αιτητή. Η Πολεοδομική Αρχή εισηγήθηκε χορήγηση προσωρινής πολεοδομικής άδειας με το ακόλουθο σκεπτικό:
«(α) Παρόλον ότι η ανάπτυξη εργοδοτεί κάποιο αριθμό ατόμων και μπορεί να είναι αποδεκτή από μεγάλο αριθμό κατοίκων του χωριού εντούτοις με τις προτεινόμενες επεκτάσεις δεν συντελείται η προαγωγή και υλοποίηση περιφερειακής ανάπτυξης επιθυμητής στην περιοχή. Εξ άλλου όπως αναφέρθηκε στην παρ. 3(α) (ii) πιο πάνω, το υφιστάμενο χοιροστάσιο κρίθηκε από την αρμόδια Ειδική Επιτροπή ότι θα μπορούσε να παραμείνει στην περιοχή μόνον έως το 1991. Ωστόσο η αποτυχία της προσπάθειας του κράτους κατά την ως άνω περίοδο να υλοποιήσει την πολιτική της μετακίνησης, επαναφέρει το δίλημμα της ανάγκης για παράταση της παραμονής της μονάδας στον υφιστάμενο χώρο υπό κατάλληλος προϋποθέσεις. Σημαντικές προϋποθέσεις για παραμονή της υπό αναφορά ανάπτυξης μπορεί να θεωρηθούν:
(i) η πλήρης λειτουργία του δευτεροβάθμιου συστήματος επεξεργασίας λυμάτων, με διοχέτευση των υγρών λυμάτων στα κρατικά τεμάχια με αρ. 255, 287 και 257 που όπως αναφέρθηκε πιο πάνω κείνται σε μεγάλη απόσταση περίπου 1-2 χιλιόμετρα (μέσα στη νεκρή ζώνη) και εκμισθώθηκαν στον αιτητή με πρόσφατη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου,
(ii) με στόχο την αδιάκοπη διασφάλιση των ανέσεων στη γύρω περιοχή σε επίπεδα ικανοποιητικά, η δέσμευση του αιτητή όπως αποδεχθεί ουσιώδη όρο και Συμφωνία με το άρθρο 43 του Νόμου, που να προβλέπουν ότι σε περίπτωση, που ως αποτέλεσμα της μη ικανοποιητικής λειτουργίας του συστήματος και της μονάδας θα δημιουργηθούν δυσμενείς συνθήκες ανέσεων στη γύρω περιοχή και η Πολεοδομική Αρχή, κρίνοντας αντικειμενικά την κατάσταση, ήθελε θεωρήσει ότι τα προβλήματα είναι ανυπέρβλητα και αποδεδειγμένα οφείλονται στην υπό αναφορά ανάπτυξη, τότε η Πολεοδομική Αρχή να έχει τη δυνατότητα να καταστήσει αμέσως την άδεια ανενεργό και καμιά αποζημίωση να μην απαιτηθεί για το σκοπό αυτό από τον αιτητή.
(β) Η ανάπτυξη λαμβάνει χώρα στη «νεκρή ζώνη» και σε περιοχή όπου τα Ηνωμένα Εθνη δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε ιδιωτική δραστηριότητα, ενώ αντίθετα η εκφρασμένη Πολιτική του κράτους είναι η συνεχής προσπάθεια για οικονομική και κοινωνική αναζωογόνηση των ακριτικών περιοχών και κατ΄ επέκταση και των περιοχών που εμπίπτουν μέσα στη ζώνη εάν είναι εφικτό. Στην παρούσα περίπτωση αυτή η διατήρηση των υπό αναφορά υποστατικών είναι εφικτή και ενεργεί προς όφελος της Κυβερνητικής Πολιτικής.
(γ) Οι προτεινόμενες προσθηκομετατροπές δεν έχουν σχέση με την προσαρμογή της ανάπτυξης (χοιροστάσιο) στα χαρακτηριστικά της γεωργικής περιοχής όπου αυτό χωροθετείται σύμφωνα με το ισχύον Σχέδιο Ανάπτυξης [Κανονισμός 19(1)(ε)]. Ωστόσο η ανάπτυξη (χοιροστάσιο) μπορεί να καταταχθεί στις αναπτύξεις εκείνες που συντελούν στην πραγματοποίηση ειδικών στόχων, προγραμμάτων και έργων ανάπτυξης [Κανονισμός 19(1)(ε) και (ζ)].»
Ο Έπαρχος συνιστούσε έγκριση νοουμένου ότι θα είναι θετικές και οι απόψεις των άλλων υπηρεσιών. Ο Διευθυντής του Τμήματος Γεωργίας συνιστά έκδοση της άδειας με όρους. Ο Αν. Διευθυντής του Τμήματος Ανάπτυξης Υδάτων ανέφερε ότι το χοιροστάσιο είναι ήδη αδειούχο και ότι το σύστημα που εγκατέστησε ο αιτητής για το διαχωρισμό/διάθεση αποβλήτων λειτουργεί ικανοποιητικά. Ο Πρώτος Ιατρικός Λειτουργός Λευκωσίας επισημαίνει ότι πρόκειται για υφιστάμενα υποστατικά που βρίσκονται μακριά από κατοικημένες περιοχές και οι υγειονομικές συνθήκες της ανάπτυξης έχουν βελτιωθεί αισθητά και συστήνει την έκδοση της άδειας. Ανάλογη είναι και η τοποθέτηση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος ο οποίος εισηγείται την επιβολή κατάλληλων όρων. Ο Διευθυντής των Δημοσίων Έργων σημειώνει ότι η μελλοντική ύπαρξη του αυτοκινητόδρομου δεν θα δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στην ύπαρξή της μονάδας του αιτητή.
Το Συμβούλιο διαφοροποιήθηκε από τις πιο πάνω θετικές απόψεις, χωρίς ωστόσο να διατυπώσει τις δικές τους απόψεις αναλυτικά, ως είχε καθήκον. Περιορίστηκε σε αόριστες και γενικές εκτιμήσεις χωρίς να κρίνει αν οι λόγοι για τους οποίους ζητήθηκε η παρέκκλιση ευσταθούσαν.
Η εισήγηση του Συμβουλίου, που υιοθετήθηκε αυτούσια από το Υπουργικό Συμβούλιο, επιδρά και ανατρέπει το κύρος της τελικής απόφασης. Τα πρακτικά της συνεδρίας του Συμβουλίου δεν παρέχουν τη δυνατότητα άσκησης δικαστικού ελέγχου ούτε φωτίζουν τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση από το Υπουργικό.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα υπέρ του αιτητή.
Α. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.
ΣΦ.
* «24.-(1) Πρέπει να τηρούνται λεπτομερή πρακτικά των συνεδριάσεων των συλλογικών οργάνων, στα οποία να διατυπώνονται με σαφήνεια οι αποφάσεις που λαμβάνονται. Η τήρηση άρτιων πρακτικών είναι υποχρέωση κάθε οργάνου που ασκεί διοικητική λειτουργία.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο