P.K.J. BAHRAIN INVESTMENT CO. LTD. ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 590/2012, 2/2/2015
print
Τίτλος:
P.K.J. BAHRAIN INVESTMENT CO. LTD. ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α., ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 590/2012, 2/2/2015
Παραπομπή:
ECLI:CY:AD:2015:D64

ECLI:CY:AD:2015:D64

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 590/2012

 

 

2 Φεβρουαρίου, 2015

 

 

 

 [Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ Δ/ΣΤΗΣ]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 29 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

 

 

P.K.J. BAHRAIN INVESTMENT CO. LTD.,

Αιτήτρια

 

- ΚΑΙ -

 

 

KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

2. EΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ

    ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Καθ’ων η αίτηση

....................................

 

Μ. Αντωνίου (κα) για Α. Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ, για την αιτήτρια

Μ. Θεοκλήτου (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση

 

.............................

 

 

 

 

 

 

A Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

 

Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, Δ:  Στις 19/1/12 το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας αποδέχθηκε δήλωση μεταβίβασης ακινήτου, με την οποία η εταιρεία VKCA Quality Ltd μεταβίβασε στην αιτήτρια εταιρεία , δυνάμει πώλησης, το μερίδιο της στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 10/5208 στην Λάρνακα, ενορία Σωτήρος, έναντι του ποσού των €2.000.000.Η μεταβίβαση αφορούσε οικόπεδο με κτήρια που δεν αναφέρονται στην εγγραφή.

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα αρχικά κτίρια που αποτελούνται από ενα κατάστημα στο ισόγειο, σεντε, 1ο και 2ο όροφο και υπόγειο χώρο στάθμευσης κτίστηκαν σύμφωνα με την άδεια οικοδομής με αρ.410/91 από την τότε ιδιοκτήτρια εταιρεία. Έκτοτε το ακίνητο μαζί με τα κτήρια μεταβιβάστηκε διαδοχικά σε άλλες τρεις εταιρείες με τελευταία την δικαιοπάροχο εταιρεία που προέβηκε στην επίμαχη πώληση προς την αιτήτρια, μετά την εξασφάλιση νέας πολεοδομικής άδειας με αρ.ΠΑ180/09, η οποία αφορούσε μετατροπές και αλλαγή χρήσης μέρους του υπογείου και του υφιστάμενου ισογείου σε ακτινολογικό κέντρο.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 10(2) του περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος(Τέλη και δικαιώματα) Νόμου Κεφ.219, ως τροποποιήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο,(εφεξής ο Νόμος) ,επιβάλλεται μειωμένο τέλος εγγραφής κατά 50% στον αγοραστή όπου «οι μεταβιβάσεις αφορούν οικόπεδα, κτήρια ή τμήματα τους μετά των δικαιωμάτων τους επί της γης ή των εξ’ αδιαιρέτου ιδανικών μεριδίων, που πωλούνται για πρώτη φορά από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής πολεοδομικής άδειας ή άδειας οικοδομής και ….».

 

Στην προκειμένη περίπτωση όμως τα τέλη υπολογίστηκαν και εισπράχθηκαν από την αιτήτρια ως αγοραστές, σύμφωνα με την παρ.3(β)(iv)του Πίνακα του Νόμου, δηλαδή βάσει υπολογιζόμενης κλίμακας επί του τιμήματος πώλησης, επειδή μετά την εξασφάλιση της άδειας οικοδομής των κτιρίων, το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε πέραν της μιας φοράς προτού μεταβιβαστεί στην αιτήτρια και επειδή η πολεοδομική άδεια αφορούσε μόνο μετατροπές και αλλαγή χρήσης υφιστάμενης οικοδομής. Η αιτήτρια κλήθηκε να καταβάλλει κανονικά τα μεταβιβαστικά τέλη εκ ποσού €153.166,87 αντί της μείωσης αυτών κατά 50%, τα οποία και κατέβαλε υπό διαμαρτυρία στις 19/01/12 υποβάλλοντας ταυτόχρονα με επιστολή της ημερ.19.01.12 ‘‘ένσταση’’, ώστε να ζητηθεί η γνωμοδότηση και οι οδηγίες του Διευθυντή του Τμήματος ως προς τον ορθό τρόπο υπολογισμού των τελών.

 

Με αυτήν η αιτήτρια επικαλείτο τις πρόνοιες του άρθρου 10(2) για μειωμένα τέλη, ισχυριζόμενη ότι η έννοια της «σχετικής πολεοδομικής άδειας» στην επίμαχη πρόνοια δεν μπορεί παρά να σημαίνει την πολεοδομική άδεια από την οποία προέκυψε το είδος της οικοδομής που αγοράστηκε από τους ίδιους και όχι την αρχική πολεοδομική άδεια. Επίσης ότι η οικοδομή που αγοράστηκε από αυτούς ήταν το ακτινολογικό/διαγνωστικό κέντρο, εξ’ ού το ψηλό τίμημα πώλησης και ότι η πώληση δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το είδος της οικοδομής που περιγράφει η αρχική άδεια οικοδομής Αρ.410/91.  Καταλήγει μεταξύ άλλων στα εξής:

 

«(1)  Η Πολεοδομική άδεια Π180/09 κατατέθηκε στις 12.3.2009 από τον τότε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη αλλά εν τω μεταξύ πριν την έκδοση της Πολεοδομικής άδειας, το ακίνητο μεταβιβάστηκε στην εταιρεία V.K.C.A. Quality Ltd.

 

(2)  Η Πολεοδομική άδεια Π180/09 εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή την 14.10.09.

 

(3)  Με την έκδοση της Πολεοδομικής άδειας Π180/09 επιτράπηκαν ουσιαστικές μετατροπές και ουσιαστική αλλαγή χρήσης «μέρους του υπογείου και του υφιστάμενου ισογείου σε ακτινολογικό κέντρο».

 

(4)  Από το περιεχόμενο της Άδειας Οικοδομής με αρ. 410/91, πριν την έκδοση της πολεοδομικής άδειας Π180/09, η προηγούμενη χρήση της οικοδομής ήταν «κατάστημα στο ισόγειο, σέντε, 1ος όροφος 2ος όροφος….» και με υπόγειο χώρο στάθμευσης.»

 

Η αιτήτρια, αφού δεν είχε λάβει οποιαδήποτε απάντηση επί τους αιτήματος της για αναθεώρηση, καταχώρησε την παρούσα προσφυγή στις 3/4/12.. Αξιώνει αφενός με το αιτητικό (α) ακύρωση της απόφασης ημερ.19.1.12 δυνάμει της οποίας της επιβλήθηκαν ως τέλη μεταβίβασης το ποσό των €153.166, 87 και αφετέρου με το αιτητικό (γ)  την παράλειψη των καθ’ ών να απαντήσουν στην ένσταση ημερ.19.1.12 κατά ισχυριζόμενη παράβαση του άρθρου 29 του Συντάγματος και των άρθρων 34 και 35 του Νόμου περί Γενικών Αρχών Διοικητικού δικαίου.

 

Εκκρεμούσης της προσφυγής, εκδόθηκε απόφαση επί της ‘‘ένστασης’’ που είχε υποβάλλει η αιτήτρια , η οποία της κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 13.5.13.Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της:

 

«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας ημερομηνίας 19 Ιανουαρίου 2012, σχετικά με το πιο πάνω θέμα, και σας πληροφορώ ότι το αίτημα σας για μείωση κατά 50% των καταβληθέντων τελών εγγραφής τίτλου ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το Άρθρο 10(2) του περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα Νόμου Κεφ. 219), δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό γιατί δεν τηρούνται οι πρόνοιες που προβλέπονται στον πιο πάνω Νόμο.

 

2.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο Άρθρο 10(2) του Κεφ. 219, για να νομιμοποιείται μείωση των τελών, καθότι, δεν έχει κατατεθεί στο Γραφείο μου οποιαδήποτε σύμβαση πώλησης (Πωλητήριο Έγγραφο) που να έχει συνομολογηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας, για το συγκεκριμένο ακίνητο που έχει μεταβιβαστί με την δήλωση μεταβίβασης Π69/2012.  Επίσης, μεταξύ των εγγράφων που επισυνάπτονται στη δήλωση μεταβίβασης, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε τέτοια σύμβαση πώλησης του ακινήτου.  Αυτό αποδεικνύεται και από τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί από τα ίδια τα ενδιαφερόμενα μέρη στη δήλωση μεταβίβασης, στο έντυπο Ν270, καθώς και στο Πιστοποιητικό Διευθέτησης Φορολογικής Υποχρέωσης Φόρου Ακίνητης Ιδιοκτησίας/Κεφαλαιουχικών Κερδών, έντυπο Ν313.  Από τα πιο πάνω στοιχεία, διαφαίνεται ότι δεν έχει συνομολογηθεί τέτοια σύμβαση πώλησης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, οπόταν δεν υπήρχε η δυνατότητα ούτε να κατατεθεί, ούτε να επισυναφθεί τέτοια σύμβαση πώλησης (Πωλητήριο Έγγραφο) στη συγκεκριμένη δήλωση μεταβίβασης, όπως προνοείται στο πιο πάνω Άρθρο.

 

3.  Επιπρόσθετα το ακίνητο δεν πωλείται για πρώτη φορά από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής Άδειας Οικοδομής αρ. 410/1991 για αξιοποίηση του.  Με βάση την εν λόγω Άδεια Οικοδομής έχει ανεγερθεί τριώροφο κτίριο με υπόγειο που θα χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης, ενώ παράλληλα το ακίνητο έχει μεταβιβαστεί και εγγραφεί διαδοχικά σε διάφορους δικαιούχους/ιδιοκτήτες.

 

4.  Η εξασφάλιση της Πολεοδομικής Άδειας αριθμός Π180/2009, η οποία υποβλήθηκε στις 12 Μαρτίου 2009 από προηγούμενο εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη, την εταιρεία Η.Α. & LF CO. LTD, η οποία είχε αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο με τη δήλωση μεταβίβασης με αριθμό Π1377/03.06.2008, εκδόθηκε στις 14.10.2009, όταν το κτήμα είχε μεταγραφεί στην εταιρεία V.K.C.A. QUALITY LIMITED με τη δήλωση μεταβίβασης με αριθμό Π605/11.06.2009.  Η εν λόγω Πολεοδομική Άδεια αφορά μετατροπές και αλλαγή χρήσης μέρους του υπογείου και του υφιστάμενου ισογείου σε Ακτινολογικό Κέντρο.  Το γεγονός ότι η Πολεοδομική Άδεια αριθμός Π180/2009 που εκδόθηκε στις 14.10.2009 αφορά μετατροπές και αλλαγές χρήσης «μέρους» του όλου ακινήτου που μεταβιβάστηκε με τη δήλωση μεταβίβασης με αριθμό Π69/2012, δεν νομιμοποιεί το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να υπολογίσει τα τέλη εγγραφής τίτλου ακίνητης ιδιοκτησίας (μεταβιβαστικά τέλη) μειωμένα κατά 50%.»

 

Η τελευταία αυτή απόφαση κατά τους καθ’ ων η αίτηση αποτέλεσε το έναυσμα για να εγείρουν προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζονται ότι η παρούσα προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την αιτούμενη υπό (α) θεραπεία, ότι αυτή απώλεσε την εκτελεστότητα της επειδή εκδόθηκε απόφαση επί της ένστασης, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της άλλης προσφυγής που καταχώρησαν οι αιτητές με αρ.5784/13.Σύμφωνα με τους καθ’ ων η αίτηση, αυτή είναι η μόνη νέα εκτελεστή διοικητική πράξη για το θέμα και δεν μπορεί να θεωρηθεί βεβαιωτική εφόσον εμφιλοχώρησε νέα έρευνα από τους καθ’ ών η αίτηση.

 

Αναφορικά δε με το αιτητικό (γ), η παράλειψη έχει τερματιστεί με την κοινοποίηση της απόφασης επί της ένστασης, με αποτέλεσμα το έννομο συμφέρον των αιτητών να έχει εξαλειφθεί και το μέρος της προσφυγής να καθίσταται άνευ αντικειμένου.

 

Η αιτήτρια απαντά ότι το δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει την προδικαστική ένσταση, αφού δεν περιλήφθηκε στην ένσταση των καθ’ ών η αίτηση. Επί της ουσίας της εγειρόμενης ενστασεως, επισημαίνει ότι ο Νόμος στο άρθρο 3(β)(iv) του Πίνακα (άρθρο 3)προβλέπει την πληρωμή τελών μεταβίβασης υπό διαμαρτυρία και εξέταση της ένστασης από τον Διευθυντή, πλην όμως δεν γίνεται οποιαδήποτε ανάλογη πρόνοια ή αναφορά σε ότι αφορά πληρωμές τελών συνεπεία μη παραχώρησης της μείωσης του 50% στη βάση του άρθρου 10(2) του τροποποιηθέντος Νόμου. Συνεπώς ο λόγος που καταχωρήθηκε η ένσταση αλλά και η δεύτερη προσφυγή εκ μέρους τους ήταν για να ξεκαθαρίσει το θέμα. Διαζευκτικά υποστηρίζει ότι οι ίδιοι οι ισχυρισμοί των καθ’ ών η αίτηση που εδραιώνουν την προδικαστική ένσταση ως προς την απώλεια της εκτελεστοτητας της επίδικης απόφασης, υποστηρίζουν και ενισχύουν την θέση της αιτήτριας ότι η απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα.

 

Προκειμένου να απαντηθούν οι προδικαστικές ενστάσεις θα πρέπει να εξεταστεί αν το αίτημα αναθεώρησης και τα στοιχεία που υπέβαλαν οι αιτητές έχουν τον χαρακτήρα της ενδικοφανούς προσφυγής ή απλώς αιτήματος αναφοράς /επαναξέτασης.  Καταρχάς ο ίδιος ο Νόμος δεν προνοεί για υποβολή ενδικοφανούς ιεραρχικής προσφυγής στην περίπτωση επιβολής τελών με βάση το Κεφ.17 του Πίνακα (με ή χωρίς την μείωση κατά 50% που προνοεί το άρθρο 10), εκτός μόνο για το γενικό δικαίωμα έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (διακατοχή, Εγγραφή και εκτίμηση) Νόμου κατά αποφάσεων του Διευθυντή που επεκτείνεται και εναντίον της απόφασης εκτίμησης της αγοραίας αξίας για τον υπολογισμό των τελών επί του τιμήματος πώλησης, δυνάμει της επιφύλαξης του άρθρου 3(iv) του Πίνακα/παραρτήματος του Νόμου.

 

Συνεπώς η επιστολή της αιτήτριας της ίδιας ημερομηνίας με την καταβολή των τελών δεν μπορεί να έχει τον χαρακτήρα ενδικοφανούς ιεραρχικής προσφυγής, αφού υποβλήθηκε προς την ίδια την Αρχή που εξέδωσε την πράξη χωρίς να προνοείται σύμφωνα με το Νόμο δικαίωμα ένστασης. Πρόκειται για άσκηση του δικαιώματος αναφοράς ή απλής διοικητικής προσφυγής. Στο «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Τόμος Ι,  του Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου, 14η έκδοση, σελ.258 και επ., αναφέρεται σχετικά:

 

«Οι πράξεις που εκδίδονται εί απλών διοικητικών προσφυγών δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα, εάν το διοικητικό όργανο εμμένει απλώς στην πράξη που προσβλήθηκε, αλλά «βεβαιωτικές» πράξεις (ανωτ. Αριθ. 108 και κατωτ. αριθ. 482), εκτός εάν εκδόθηκαν μετά από νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (ΣΕ 3238/1983, 922, 3643/1987).»

 

Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα αναφέρει για το ίδιο θέμα στο σύγγραμμα του «Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου» ο  Ν. Χρ. Χαραλάμπους, σελ.52 επ.:

 

«Η αναφορά με την οποία ζητείται η ανάκληση ή τροποποίηση μιας πράξης, όταν αυτή απευθύνεται προς την αρχή που την εξέδωσε, καλείται αίτηση θεραπείας ή χαριστική προσφυγή. Η ιεραρχική προσφυγή που προβλέπεται από το νόμο έχει τη νομική της βάση στο νόμο που την προβλέπει και όχι στο Άρθρο 29 του Συντάγματος το οποίο δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις αυτές.

 

Ένα πρόσωπο δεν μπορεί να ζητήσει, με αίτηση θεραπείας βάσει του Άρθρου 29 του Συντάγματος, αναθεώρηση μιας πράξης που εκδόθηκε μετά από άσκηση από μέρους του της προβλεπόμενης από το νόμο ένστασης ή ιεραρχικής προσφυγής.  …………………

 

Παράλειψη της διοίκησης να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το Άρθρο 29 του Συντάγματος, παρέχει δικαίωμα στο άτομο του οποίου το έννομο συμφέρον έχει θιγεί από την παράλειψη να επιδιώξει την προσβολή της παράλειψης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος και, σε περίπτωση επιτυχίας, να επιδιώξει την καταβολή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, με βάση την 6η παράγραφο του ίδιου Άρθρου, για τις ζημιές που τυχόν έχει υποστεί από την παράλειψη.  Πρόκειται για συνεχή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας εναντίον της οποίας χωρεί Προσφυγή οποτεδήποτε.

 

………………………………………………………………………………..

 

Η υποχρέωση της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το Άρθρο 29 εξακολουθεί να υφίσταται, έσω και αν για το ίδιο θέμα έχει ασκηθεί Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο.

……………………………………………………………………………….

 

Μετά την πάροδο τριών μηνών από την ημέρα υποβολής της αναφοράς ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να θεωρήσει την παράλειψη της αρμόδιας αρχής να του απαντήσει άρνησή της να ικανοποιήσει την αναφορά του και να προσβάλει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου την παράλειψη αυτή ως άρνηση ικανοποίησης της αναφοράς του.  Στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί ταυτόχρονα να προσβάλει, με βάση το Αρθρο 29 του Συντάγματος, την παράλειψη απάντησης, εκτός αν από την παράλειψη έχει υποστεί βλάβη.  Ο λόγος είναι διότι αν ο Αιτητής δεν προσβάλει την παράλειψη της διοίκησης να συμμορφωθεί με το Άρθρο 29 και να απαντήσει σε αίτημα ή παράπονο του, αλλά προχωρήσει με την ουσία του θέματος. Θεωρώντας τη μη απάντηση ως άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος του και δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη από την παράλειψη απάντησης, χάνει το έννομό του συμφέρον να προσβάλει την παράλειψη.  Επίσης, χάνει το έννομό του συμφέρον ο αιτητής αν, μετά την προσβολή της παράλειψης της διοίκησης, πάρει απάντηση και δεν έχει η παράλειψη προκαλέσει σ’ αυτόν, κατά το χρόνο που διαρκούσε, οποιαδήποτε βλάβη.»

 

Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω το αίτημα που προωθεί η αιτήτρια ως προς την παράλειψη απάντησης κατά παράβαση του άρθρου 29 του Συντάγματος, εκτός του ότι είναι πρόωρο αφού η προσφυγή καταχωρήθηκε πριν την πάροδο τριών μηνών από την υποβολή του, η αιτήτρια απώλεσε το εννομο της συμφέρον να προσβάλλει οποιαδήποτε παράλειψη αφού έχει πάρει απάντηση, έστω και μετά την καταχώρηση της προσφυγής και δεν εγέρθηκε εκ μέρους της οποιοσδήποτε ισχυρισμός βλάβης από την καθυστέρηση της Διοίκησης να απαντήσει.  (Βλ. επίσης Πίτσιλλος ν. Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων (2000) 3 Α.Α.Δ. 777, Δήμος Λευκωσίας ν. Γρηγορίου (1996) 3 Α.Α.Δ. 191).

 

Ως προς την προσβαλλόμενη απόφαση για τα τέλη υπό (α), αυτή έχει απωλέσει την εκτελεστότητα της.  Η εκτελεστότητα έχει απωλεσθεί λόγω της ενσωμάτωσης της προσβαλλόμενης απόφασης στην δεύτερη απόφαση η οποία συνιστά εκτελεστή πράξη. Βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας, 1929-1959, σελ. 241-242:

«γ) Απώλεια εκτελεστότητας

 

αα'. Γενικά. Εκτός των πράξεων των ανωτέρω κατηγοριών, αίτινες ως εκ της φύσεως των στερούνται εκτελεστού χαρακτήρος, υπάρχουν πράξεις, αίτινες υπήρξαν εκτελεσταί, απώλεσαν δε βραδύτερον ένεκα διαφόρων λόγων την εκτελεστότητα αυτών, δι' ο απαραδέκτως πλέον προσβάλλονται δι' αιτήσεως ακυρώσεως. Γενικώς η απώλεια της εκτελεστότητος συμπίπτει προς την παύσιν της ισχύος της πράξεως, δι' ο και πράξις, ης η ισχύς έπαυσε διά νόμου ή απέβαλε την ισχύν της κατά νόμον, δεν είναι πλέον πράξις εκτελεστή.

 

ββ'. Πράξεις ενσωματωθείσαι. Στερούνται εκτελεστού χαρακτήρος και απαραδέκτως προσβάλλονται αι αποβαλούσαι την εκτελεστότητα των πράξεις δι' ενσωματώσεως αυτών εις ετέραν εκτελεστήν πράξιν. Η έχουσα ως συνέπειαν την αποβολήν της εκτελεστότητος ωρισμένης διοικητικής πράξεως ενσωμάτωσις εις ετέραν επέρχεται εν πρώτοις οσάκις ασκείται κατά ταύτης η λεγομένη ενδικοφανής ιεραρχική προσφυγή, ως π.χ. αίτησις αναθεωρήσεως θεσπιζομένη ειδικώς υπό του νόμου διά το συγκεκριμένον θέμα, οπότε η καθ' ης η αίτησις αναθεωρήσεως πράξις ενσωματούται εις την κατ' αναθεώρησιν εκδιδομένην. .............................................................

 

Αλλά και όταν δεν πρόκειται νεωτέρα πράξις, εκδοθείσα κατόπιν ενδικοφανούς προσφυγής ή ενστάσεως κ.λ.π. υπό ειδικής διατάξεως προβλεπομένης,  επέρχεται ενσωμάτωσις πράξεως τινος εις νεωτέραν, όταν αύτη εξεδόθη μετά νέαν ουσιαστικήν έρευναν της υποθέσεως επί του αυτού αντικειμένου, ανεξαρτήτως του αν έχη το αυτό ή διάφορον περιεχόμενο. Ούτω ενσωματούται η καθ' ης ησκήθη απλή ιεραρχική προσφυγή ή γενικώς αίτησις θεραπείας εις την επί της προσφυγής ή της αιτήσεως, μετά νέαν έρευναν της υποθέσεως, εκδοθείσαν πράξιν.»

 

Το πιο πάνω απόσπασμα έχει υιοθετηθεί στη Ζίττης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 394, όπου επιβεβαιώνεται ότι το θέμα της νεας έρευνας είναι ζήτημα πραγματικό.  Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της επιστολής της αιτήτριας και την απάντηση των καθ’ ών η αίτηση ημερ. 13/05/13 αλλά και σύμφωνα με τα γεγονότα όπως ειδικότερα περιγράφονται από την ενσταση (παρ.7..‘‘ώστε να ζητηθεί η γνωμοδότηση και οι οδηγίες του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως προς τον ορθό τρόπο υπολογισμού των τελών μεταβίβασης»).  Η ίδια η αιτήτρια έθεσε νέα στοιχεία και διευκρίνησε με την επιστολή της για ποιους λόγους ζητά την έκπτωση ενώ με την απάντηση του ο διευθυντής δεν εξετάζει μόνο εκ νέου μόνο την νομική πτυχή της υπόθεσης αλλά και το πραγματικό γεγονός που φαίνεται να μην λήφθηκε υπόψη προηγουμένως, ότι στην δήλωση μεταβίβασης δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε σύμβαση πώλησης του ακινήτου.

 

Συνεπώς εκτιμάται ότι έγινε νέα έρευνα και η επιστολή 13/05/13 ορθά προσβλήθηκε με νέα προσφυγή ως εκτελεστή διοικητική πράξη ,η οποία ενσωμάτωσε και την επίδικη απόφαση που προσβάλλεται στην παρούσα υπό τα αιτητικά (α) και (β).  Η αιτήτρια μετά την απάντηση, νέα πράξη που της κοινοποιήθηκε επέλεξε να συνεχίσει και την παρούσα προσφυγή, ενώ είχε καταχωρήσει νέα προσφυγή εναντίον της μόνης πλέον εκτελεστής διοικητικής πράξης.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1400 έξοδα πλέον ΦΠΑ σε βάρος της αιτήτριας.

 

                                                                                      Λ. Παρπαρίνος, Δ.

 

/ΚΑΣ

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο