ΞΕΝΗ ΦΛΟΥΡΗ ΞΕΝΗ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ/H ΤΟΥ ΥΠOΥΡΓΟΥ ΓEΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δ/ρίου Αρ.138/21, 12/1/2026
print
Τίτλος:
ΞΕΝΗ ΦΛΟΥΡΗ ΞΕΝΗ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ/H ΤΟΥ ΥΠOΥΡΓΟΥ ΓEΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δ/ρίου Αρ.138/21, 12/1/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δ/ρίου Αρ.138/21)

 

12  Ιανουαρίου, 2026.

 

[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/στές]

 

ΞΕΝΗ ΦΛΟΥΡΗ ΞΕΝΗ,

Εφεσείων,

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ/H ΤΟΥ ΥΠOΥΡΓΟΥ ΓEΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Εφεσίβλητων.

 

-------------------------

 

Κ. Μιχαήλ και Μ. Γεωργίου (κα), για δρ Κ. Χρυσοστομίδης και Σία ΔΕΠΕ, για Εφεσείοντα

Σ. Καρασαμάνης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα, για Εφεσίβλητους

 

-------------------------

 

 

Δικαστήριο: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί

από τη Δικαστή Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου.

 

-------------------------

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Η επίδικη απόφαση που προσβλήθηκε με την Προσφυγή 677/14 του Εφεσείοντα/Αιτητή αφορούσε ανάκληση Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης σε σχέση με ακίνητό του και είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ.28.2.14.

 

Η δε Γνωστοποίηση της Απαλλοτρίωσης δημοσιευθείσα στις 27.5.11 αφορούσε την αναγκαιότητα απαλλοτρίωσης της ως άνω ακίνητης ιδιοκτησίας, για σκοπούς δημόσιας ωφελείας. Σημειώνεται πως το σχετικό Διάταγμα Απαλλοτρίωσης με αριθμό Δ.Π.361 δημοσιεύθηκε στις 25.5.12.

 

Όπως αναφερόταν στην εν λόγω Γνωστοποίηση ο σκοπός δημόσιας ωφέλειας για τον οποίο κατέστη αναγκαία η απαλλοτρίωση, αφορούσε εκπλήρωση διεθνών υποχρεώσεων, τη διατήρηση και ανάπτυξη υπηρεσιών οι οποίες είναι αναγκαίες για τη ζωή και την ευημερία του κοινού, την συντήρηση και ανάπτυξη φυσικών πηγών πλούτου και η απαλλοτρίωσή της επιβάλλεται για τη διατήρηση και αποκατάσταση του βιότοπου της Λίμνης Παραλιμνίου – Περίφραξη, δημιουργία και επέκταση βιότοπων για την προστασία των ειδών χλωρίδας και πανίδας της Λίμνης.

 

Όπως αναφέρεται και πρωτοδίκως, η απαλλοτρίωση κρίθηκε αναγκαία, προς διαφύλαξη των τεμαχίων που περιλήφθηκαν στο Δίκτυο Natura 2000 και αποτελούν μέρος της Λίμνης, ενώ η σπουδαιότητα του οικότοπου, τονίστηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην C-340/10, Επιτροπή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, 15.3.12, στην οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε παράβαση από τη Δημοκρατία των υποχρεώσεων που υπέχει που απορρέουν από τις πρόνοιες της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, Οδηγίας περί Οικοτόπων, αφού διαπιστώθηκε πως παρέλειψε να συμπεριλάβει την περιοχή της Λίμνης Παραλιμνίου στον εθνικό κατάλογο προτεινόμενων Τόπων Κοινοτικής Σημασίας, ενώ δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προστασίας προκειμένου να διαφυλαχθεί ο πληθυσμός του είδους Natrix natrix cypriaca (νερόφιδο της Κύπρου), το οποίο αποτελεί το οικολογικό ενδιαφέρον της Λίμνης Παραλιμνίου.

 

Εν πάση περιπτώσει, εν τέλει, εξεδόθη το επίδικο διάταγμα ανάκλησης, στο οποίο αναφέρεται πως, εφόσον δεν καταβλήθηκε ή κατατέθηκε αποζημίωση σε συνάρτηση με την απαλλοτρίωση και επειδή η Απαλλοτριούσα Αρχή θεωρεί πως το ακίνητο δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς δημόσιας ωφελείας, ο αρμόδιος Υπουργός ανακαλεί τη Γνωστοποίηση και το Διάταγμα.

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα, πως υφίσταται ο σκοπός δημόσιας ωφέλειας, σε αντίθεση με τη δικαιολογητική βάση της ανάκλησης.

 

Η κύρια βάση της απόρριψης της προσφυγής εστιάζεται στο ίδιο το Άρθρο 7 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου, Ν.15/1962, από το οποίο πηγάζει σαφώς πως το μοναδικό εμπόδιο για την προώθηση διατάγματος ανάκλησης είναι η καταβολή αποζημίωσης στον επηρεαζόμενο ιδιοκτήτη, κάτι που εδώ δεν ισχύει.

 

Όπως σημειώνεται πρωτοδίκως, από τους ογκώδεις φακέλους και τα σχετικά έγγραφα προέκυπτε πως η ανάκληση στηρίχθηκε στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες στις οποίες βρισκόταν το κράτος τον ουσιώδη χρόνο (μετά την απαλλοτρίωση), ως αποτέλεσμα της γενικότερης κρίσης, παράγοντας ο οποίος επηρέαζε τη δυνατότητα του κράτους να ανταποκριθεί στα ποσά της αποζημίωσης.

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή και ακολούθως καταχωρήθηκε η παρούσα έφεση με την οποία, ο Εφεσείων προβάλλει μακροσκελείς λόγους έφεσης, τους οποίους θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε.

 

Ο πρώτος λόγος Έφεσης αφορά το κατ’ ισχυρισμόν λανθασμένο της κρίσης ή την έλλειψη δικανικής κρίσης ως προς το κατά πόσο εξακολουθούν να υφίστανται σκοποί δημοσίας ωφελείας ή κατά πόσο υπήρξε μεταβολή των πραγματικών συνθηκών μεταξύ του χρόνου της γνωστοποίησης και του διατάγματος απαλλοτρίωσης και του χρόνου της ανάκλησής της, αλλά και πληθώρας υποθεμάτων που εντάσσονται γενικά στον λόγο αυτό (π.χ. μη σύσταση του τμήματος περιβάλλοντος κ.ά.).

 

Ο δεύτερος λόγος αφορά στο κατ’ ισχυρισμόν εσφαλμένο της κρίσης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η οικονομική κατάσταση του κράτους μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη και επαρκής αιτία για την ανάκληση.

 

Ο τρίτος λόγος αφορά το κατά πόσον υφίσταται με την όλη συμπεριφορά των Εφεσιβλήτων προσβολή του ουσιαστικού πυρήνα του ιδιοκτησιακού δικαιώματος του Εφεσείοντα ιδίως λόγω των περιορισμών που ετέθησαν στο ακίνητο ώστε, κατά τη θέση του, στην πραγματικότητα να πρόκειται για de facto απαλλοτρίωση. Ομιλεί ακόμα και για υλικές επί του εδάφους ενέργειες από πλευράς της διοίκησης.  

 

Ο τέταρτος λόγος αποδίδει σφάλμα στην Πρωτόδικη Δικαστή στο ότι επηρεάσθηκε από τη συλλογιστική και/ ή το αποτέλεσμα μιας άλλης Προσφυγής, της υπ’ αριθμό 641/14 Παράσχος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, 26.1.18, η οποία αφορούσε άλλες ιδιοκτησίες εντός της Λίμνης Παραλιμνίου.

 

Ο πέμπτος λόγος αφορά στο, κατά τη θέση του Εφεσείοντα, εσφαλμένο της κρίσης ότι η ανάκληση έγινε από αρμόδιο όργανο.

 

Ο δε έκτος λόγος αφορά την επιδίκαση εξόδων εναντίον του Εφεσείοντα. Βεβαίως δεν χρειάζεται να λεχθεί πως ο λόγος αυτός συναρτάται με το εάν σωστά ή όχι απορρίφθηκε η Προσφυγή και δεν έχει αυτοδύναμη αξία.

 

Ως θέμα λογικής, το πρώτο που πρέπει να μας απασχολήσει είναι η θέση εκ του πέμπτου λόγου έφεσης ότι υπήρξε λάθος στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει αρμόδιο το όργανο που προέβη στην ανάκληση της απαλλοτρίωσης.

 

Σημειώνουμε τα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 55(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν.158(Ι)/1999 αρμόδιο όργανο για την ανάκληση της πράξης είναι το όργανο που την εκδίδει, εκτός εάν ο Νόμος ορίζει διαφορετικά.

 

Εν προκειμένω, το Άρθρο 7(1) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:

 

«7(1)Καθ’οιονδήποτε χρόνον μετά την δημοσίευσιν γνωστοποιήσεως απαλλοτριώσεως και προ της πληρωμής ή καταθέσεως της αποζημιώσεως ως προβλέπεται εν τω παρόντι Νομω, η απαλλοτριούσα αρχή δύναται διά διατάγματος δημοσιευμένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, ν’ ανακαλέση την τοιαύτην γνωστοποίησιν και παν δημοσιευθέν σχετικόν διάταγμα, είτε γενικώς είτε ειδικώς...»

 

Η Απαλλοτριούσα Αρχή ορίζεται στην ίδια τη Γνωστοποίηση και στο Διάταγμα Απαλλοτρίωσης, δηλαδή κατονομάζεται ο Υπουργός Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, ο οποίος ενεργεί κατόπιν εξουσιοδότησης του εν λόγω Νόμου. Η Υπουργική Επιτροπή προέβη σε μελέτη των υποβληθεισών ενστάσεων κατά της σκοπούμενης τότε απαλλοτρίωσης και στη συνεδρία της ημερ.16.5.12 αποφάσισε την απόρριψη αυτών.

 

Πέραν όμως από τα πιο πάνω είναι φανερό, όπως εξάλλου προκύπτει και από τη δικογραφία και τον διοικητικό φάκελο, ότι είναι η Δημοκρατία που είναι η Απαλλοτριούσα Αρχή η οποία και ενεργεί μέσω του αρμόδιου υπουργού ή ανάλογα με το στάδιο εξέτασης ενστάσεων ως Υπουργική Επιτροπή. Συνεπώς δεν εντοπίζουμε ουσία ή νόημα στο λόγο αυτό ο οποίος και απορρίπτεται.

 

Οι λόγοι Έφεσης 1-3 αφορούν γενικά θέματα της πρωτόδικης κρίσης σε συνάρτηση με τη νομιμότητα και ειδικότερα την αιτιολογία της επίδικης ανάκλησης, οπότε, η μελέτη των λόγων αυτών θα είναι πιο ολοκληρωμένη εάν συντελεσθεί σε κοινό πλαίσιο.

 

Σημαντική πτυχή της νομολογιακής εξέλιξης του θέματος που αφορά την ανάκληση απαλλοτρίωσης υπήρξε η έκδοση της απόφασης από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Περατικού ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.109/16, 25.9.23, στην οποία βασικά κρίθηκε πως η οικονομική κρίση και η οικονομική δυνατότητα του κράτους να προχωρήσει με την απαλλοτρίωση δύναται να συνιστά επαρκή δικαιολογητική βάση για την ανάκληση.

 

Θεωρούμε επωφελές να παραθέσουμε εκτενές απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση Περατικού:

 

«Η ανάκληση της απαλλοτρίωσης αποδίδει την ακίνητη περιουσία πίσω στο νόμιμο ιδιοκτήτη της. Πρόκειται για ευμενή πράξη αφού δεν υφίσταται απώλεια ιδιοκτησιακού δικαιώματος. Μόνο εάν διαγιγνώσκετο αλλότριο κίνητρο ή καταχρηστική συμπεριφορά συναρτώμενη με τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, θα μπορούσε ο ευμενής χαρακτήρας της πράξης να αντιστραφεί. Εδώ, κάτι τέτοιο, δεν παρατηρείται. Ούτε αναφορικά με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, ούτε σε επίπεδο της έγγραφης κοινής μαρτυρίας, δεν παρατηρείται οτιδήποτε μεμπτό, εκτός από την οικονομική αδυναμία των Εφεσιβλήτων σε προβλεπτό χρονικό διάστημα να χρηματοδοτήσουν το σκοπό για τον οποίο επιθυμούσαν την δια απαλλοτριώσεως απόκτηση της επίδικης γης.

Ο επίδικος χρόνος (ειδικά τα έτη 2012 και 2013) έχει εξάλλου αναγνωρισθεί ως χρόνος κατά τον οποίον η Κυπριακή Δημοκρατία βίωσε πρωτοφανή οικονομική κρίση. (Βλ. Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου κ.ά. (2013) 3 Α.Α.Δ.427).

 

Περαιτέρω, είναι ορθή η επισήμανση πως εκ της νομολογίας υφίσταται σύμφυτο δικαίωμα για ανάκληση διοικητικών πράξεων στα πλαίσια καθήκοντος επανεξέτασης εκ μέρους της διοίκησης για ληφθείσα απόφαση, σε περίπτωση που προκύπτουν νέα γεγονότα που διασαλεύουν το θεμέλιο της απαλλοτρίωσης. (Βλ. Αυγουστή κ.ά. ν. Υπουργού Εσωτερικών (1993) 3 Α.Α.Δ. 496 και Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 149, όπου λέχθηκε: «Η νομολογία έχει αναγνωρίσει στη διοίκηση σύμφυτο δικαίωμα για ανάκληση διοικητικών πράξεων. Εφ΄ όσον μάλιστα προκύπτουν νέα γεγονότα που διασαλεύουν το θεμέλιο της απόφασης το δικαίωμα αυτό κρίθηκε ότι προσλαμβάνει τη μορφή καθήκοντος για επανεξέταση ληφθείσας απόφασης»),

 

Θα προσθέταμε, υιοθετώντας αυτό που ελέχθη στη Flokkas ανωτέρω, ότι «εμμονή της Διοίκησης στην απαλλοτρίωση χωρίς δυνατότητα πραγμάτωσης του σκοπού, θα δημιουργούσε εικόνα μη χρηστής διοίκησης». Εκ του περισσού, να αναφέρουμε ότι δεν βρίσκουμε καμμιά ομοιότητα με τις περιστάσεις των υποθέσεων του ΕΔΑΔ που η Εφεσείουσα επικαλείται, ιδίως την Βurdov v. Russia (2002) -III38 EHRR 639[4] και QUFAJ CO. SH.P.K. v. Albania (Application no. 54268/00) Judgment Strasbourg 18 November 2004, Final 30/03/2005[5]).

 

Σε σχέση με τον τέταρτο λόγο να παραθέσουμε το αυτονόητο, ότι δηλαδή η δημόσια ωφέλεια, ως έννοια, δεν μπορεί να μην περιέχει τη δυνατότητα του κράτους να κρίνει, αν είναι σε πραγματική θέση να εκτελέσει ένα έργο. Δεν συμβαίνει βεβαίως το ίδιο όταν διαγιγνώσκεται πως το κράτος δρα κερδοσκοπικά, οπότε και η επέμβαση του Δικαστηρίου είναι επιβεβλημένη. Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω και τα όσα σχετικά αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση, είναι ορθά. 

 

Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει και οι λοιποί λόγοι έφεσης απορρίπτονται.»

 

Δεν θα συμφωνήσουμε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Εφεσείοντα ότι δεν υπήρχε επαρκής χρονική εγγύτητα της παρούσας με τα γεγονότα της Περατικού. Η οικονομική κρίση προφανώς αφορούσε και τον χρόνο της επίδικης περίπτωσης. 

 

Στην Περατικού επίσης ελέχθη ότι ακριβώς επειδή η ανάκληση της απαλλοτρίωσης αποδίδει το ακίνητο πίσω στον ιδιοκτήτη του, δεν θα χρειαζόταν ειδική αιτιολόγηση. Εκείνο που θα πρέπει να εξετάζεται είναι εάν υφίσταται κακοπιστία ή κατάχρηση ή και αυθαιρεσία. Κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται εδώ.

 

Περαιτέρω, ο λόγος της απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Παράσχου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.27/18, 25.1.24, έρχεται να ενισχύσει θεμελιακά την πρωτόδικη κρίση εφόσον πλέον η Παράσχου αποτελεί δεσμευτικό δίκαιο.

 

Η απόφαση αφορούσε άλλα τεμάχια, αλλά το ίδιο διάταγμα ανάκλησης απαλλοτρίωσης και σχεδόν ταυτόσημο ιστορικό.

 

Θα πρέπει να θέσουμε σχετικά αποσπάσματα από την Παράσχου:

 

«Η εκπλήρωση της ευρωπαϊκής υποχρέωσης της Κύπρου, για προστασία της βιοποικιλότητας της Λίμνης, μπορούσε να εκπληρωθεί είτε με απαλλοτρίωση, είτε με την ένταξη στο σχέδιο Natura 2000, όπως εν τέλει συμφώνησε ο συνήγορος των εφεσειουσών, τόσο κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία όσο και στο περίγραμμα αγόρευσης του στο οποίο καταγράφεται πως «.η περιοχή της Λίμνης Παραλιμνίου είχε προσελκύσει εδώ και χρόνια το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Περιβάλλοντος, η οποία απαίτησε να κηρυχθεί η περιοχή ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ», υποχρέωση, σημειώνουμε, την οποία εν τέλει η Κυπριακή Δημοκρατία εκπλήρωσε με την απόφαση των εφεσιβλήτων ημερ. 23.3.2013.»

 

Και παρακάτω:

 

«Σημειώνουμε, πως με την επιστολή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 6/11/13, η οποία οδήγησε στην απόφαση ανάκλησης, παρέχεται μια επαρκής αιτιολογία, η οποία απαντά και το ερώτημα της ανάγκης ανάκλησης.

 

«Το τμήμα μου έχει την άποψη ότι τα υπό απαλλοτρίωση ακίνητα τα οποία αποτελούν τη Λίμνη Παραλιμνίου, έχουν διαφυλαχθεί με την ένταξη τους στην Πολεοδομική ζώνη Δα1 και τη συμπερίληψη τους στο σχέδιο «Φύση 2000» (ΝΑΤURA) και δεν απαιτείται η απαλλοτρίωση τους, εφόσον βρίσκονται μέσα στη λίμνη, η οποία σε καιρούς πολυομβρίας γεμίζει νερό και είναι πολύ δύσκολο να αναπτυχθούν. Εξάλλου από στοιχεία που λήφθηκαν από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως , ουδέποτε υποβλήθηκε ή εξετάστηκε οποιαδήποτε αίτηση για ανάπτυξη στην εν λόγω περιοχή. Ακόμα και σε περίπτωση που υποβαλλόταν, έστω όταν τα ακίνητα ενέπιπταν στην Γεωργική Ζώνη, θε έπρεπε πρώτα να εξασφαλιστούν οι απόψεις του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος και του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρούνταν όλες οι αυστηρές πρόνοιες περί έγκρισης πολεοδομικής άδειας σε περιοχές εκτός ορίου ανάπτυξης. Γι' αυτό άλλωστε, ενώ είχαν γίνει τρεις δημοσιεύσεις οικιστικών ζωνών στην περιοχή του Δήμου Παραλιμνίου εντούτοις σε καμία από αυτές δεν είχε συμπεριληφθεί η υπό απαλλοτρίωση έκταση που σήμερα αποτελεί τη Λίμνη Παραλιμνίου.»»

 

Τα αποσπάσματα από την Περατικού και την Παράσχου επιλύουν άμεσα τα εγειρόμενα θέματα και αναδεικνύουν την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης.

 

Σε σχέση ειδικότερα με τον λόγο Έφεσης 3 για τη θέση περί πλήγματος στο ουσιαστικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας του Εφεσείοντα, θα προσθέταμε πως δεν αφορά το επίδικο διάταγμα ανάκλησης ούτε άμεσα ούτε έμμεσα. Εξάλλου όπως ρητά προκύπτει από την αιτιολογία του λόγου αυτού (βλ. παράγραφος 3.3 του Περιγράμματος), οι κατ’ ισχυρισμόν ενέργειες επί του εδάφους εν πολλοίς χρονικά είναι μεταγενέστερες των παρόντων επιδίκων θεμάτων. Νοείται πως εάν υφίστανται υλικές ζημιές σε περιουσία ουδείς εμποδίζεται να προσφύγει σε διεκδίκηση αποζημίωσης (βλ. Λακκοτρύπη ν. 1. Κοινοτικού Συμβουλίου Πελενδρίου, 2. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.104/17, 12.12.23, Παρισινός κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Προσφυγές 1781/12 κ.ά., 20.3.15). Περαιτέρω, λοιποί ενδεχομένως περιορισμοί σαφώς και δεν σχετίζονται με την επίδικη απόφαση. Η δε πράξη ένταξης μεταξύ άλλων και του επίδικου τεμαχίου στο Δίκτυο Natura 2000 έχει κριθεί στην Παράσχου, ανωτέρω, ως εναλλακτικός τρόπος για συμμόρφωση της Δημοκρατίας με την Ευρωπαϊκή υποχρέωση προστασίας της περιοχής της Λίμνης Παραλιμνίου.

 

Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι Έφεσης 1-3 απορρίπτονται και περαιτέρω καταδεικνύεται πως αυτοδικαίως θα πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος Έφεσης με τον οποίο «κατηγορείται» το Πρωτόδικο Δικαστήριο πως «βάσισε» την κρίση του στην Παράσχου (την πρωτόδικη φυσικά απόφαση, εφόσον η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν είχε ακόμη εκδοθεί).

 

Δεν παρατηρούμε τέτοια επίδραση πάνω στη κρίση του Δικαστηρίου. Εξάλλου το όλο θέμα είναι θεωρητικό πλέον αφού η ορθότητα της Παράσχου εκρίθη σε βαθμό που την καθιστά δεσμευτική.

 

Με βάση την πιο πάνω κατάληξή μας, ουσιαστικά σφραγίζεται και ο έκτος λόγος Έφεσης αφού η απόρριψη της προσφυγής θα έπρεπε κανονικώς εχόντων των πραγμάτων (όπως εδώ) να οδηγήσει σε καταδίκη του προσφεύγοντα στα έξοδα. Και ο έκτος λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Η Έφεση απορρίπτεται συλλήβδην με €4.000- έξοδα υπέρ των Εφεσιβλήτων.

 

Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

 

Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

 

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

/Σ.Θ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο