ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 5/21)
11 Φεβρουαρίου, 2026
[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
AHMED ALI NASTRAT ABDALLAH
Εφεσείοντας/Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2. ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Εφεσίβλητοι/Καθ’ ων η αίτηση
______________________
Θ. Χατζηστερκώτης για Ν. Αγγελίδη και Χρ. Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα/Αιτητή.
Τ. Ιακωβίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Εφεσίβλητους/Καθ’ ων η αίτηση.
__________________
ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.: Αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης αποτελεί η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση ακύρωσης του εφεσείοντα, με την οποία αμφισβήτησε την νομιμότητα της απόφασης των εφεσιβλήτων να απορρίψει την αίτηση του για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση.
Εν προκειμένω, τα επίδικα ζητήματα συνίστανται, ουσιαστικά, στο κατά πόσο: (i) η διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου ασκήθηκε καλόπιστα και (ii) υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα ή τον Νόμο.
Στο στάδιο όμως αυτό, κρίνουμε ορθολογικό να γίνει αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση.
Γεγονότα
Ο εφεσείοντας είναι υπήκοος Λιβάνου και αφίχθηκε στη Δημοκρατία για πρώτη φορά στις 21.12.1993 και του χορηγείτο προσωρινή άδεια παραμονής ως επισκέπτης. Μετά από σχετική αίτηση που υπέβαλε, του παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής για να εργαστεί ως διευθυντής σε εταιρεία από 15.4.1997 μέχρι 2.3.2010. Έκτοτε, παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία με την εξαίρεση την περίοδο από 12.8.14 μέχρι 30.5.2015, για την οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω.
Ο εφεσείοντας, στις 20.2.2007, υπέβαλε αίτηση για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση. Ακολούθως, στις 3.8.2010, απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών στην οποία ανέφερε ότι λόγω της οικονομικής κρίσης, η εταιρεία στην οποία εργαζόταν βρισκόταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και ενόψει τούτου δεν καταβλήθηκαν οι φόροι και οι κοινωνικές ασφαλίσεις εντός της προθεσμίας και θα ήταν σε θέση να το πράξει στους επόμενους μήνες. Τέλος, ζητούσε όπως ανανεωθεί η άδεια παραμονής του. Ακολούθως, ο δικηγόρος του με επιστολή, ημερ. 20.5.2011, προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (στο εξής Τμήμα) ζητούσε την ανανέωση της άδειας παραμονής του. Σε απάντηση, το Υπουργείο Εσωτερικών, με επιστολή του, ημερ. 6.7.2011, ενημέρωσε το δικηγόρο του εφεσείοντα ότι ο τελευταίος στις 25.5.2009 αιτήθηκε ανανέωση της άδειας παραμονής και εργασίας του ως διευθυντής σε συγκεκριμένη εταιρεία και του παραχωρήθηκε άδεια μέχρι τις 2.3.2010 με την προϋπόθεση ότι θα υποβάλλονταν οι ελεγμένοι λογαριασμοί της εταιρείας για τα έτη 2007 και 2008 και μετά από σχετικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε αίτηση για ανανέωση της άδειάς του και ως εκ τούτου παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 2.3.2010 που έληξε η άδεια του. Ο δικηγόρος του ενημερώθηκε εκ νέου, για τα πιο πάνω, με επιστολή ημερ. 6.7.2011.
Επίσης, το Τμήμα με επιστολή του, ημερ. 19.10.2011, ενημέρωσε το δικηγόρό του εφεσείοντα ότι δεν μπορεί να του παραχωρηθεί παράταση της άδειας προσωρινής παραμονής-εργασίας στη θέση Διευθυντή στην εταιρεία όπου εργοδοτείτο καθότι, η τελευταία δεν εκπλήρωσε τις φορολογικές της υποχρεώσεις - κάτι που επιβεβαίωσε και ο εφεσείοντας - και αν επιθυμούσε μπορούσε να αποταθεί για διευθέτηση της παραμονής του με άλλο καθεστώς εντός 30 ημερών.
Η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, από την 21.12.2011 μέχρι και την 15.5.2012, ημερομηνία κατά την οποία ο εφεσείοντας υπέβαλε αίτηση για να παραμείνει ως επισκέπτης, έκανε πολλαπλές προσπάθειες επικοινωνίας μαζί του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η πιο πάνω αίτησή του όμως δεν έγινε αποδεκτή καθότι δεν διέθετε δικούς του οικονομικούς πόρους συντήρησης αλλά εξαρτάτο οικονομικά από τον γιο του.
Το Υπουργείο Εσωτερικών με επιστολή του, ημερ. 17.7.2014, μετά από σχετικό αίτημα του εφεσείοντα, ενέκρινε να του δοθεί, κατ’ εξαίρεση, ειδική άδεια προσωρινής παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους ώστε να δυνηθεί ο γιος του να αποκτήσει άδεια φοιτητή για να αποπερατώσει τις σπουδές του μέχρι το τέλος της άνοιξης του 2015, πληροφορώντας ότι η εν λόγω έγκριση δεν συνιστά άδεια και θα πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση στο Τμήμα. Ακολούθως, μετά από σχετικό αίτημα του, ημερ 11.8.2014, παραχωρήθηκε στον εφεσείοντα – τελική μη ανανεώσιμη - προσωρινή παραμονή στη Δημοκρατία μέχρι τις 30.5.2015.
Αναφορικά με την αίτησή του για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση ετοιμάστηκε σχετικό Σημείωμα στο οποίο καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσείοντας κατέχει τα τυπικά προσόντα παραμονής που απαιτούνται από το Νόμο για πολιτογράφηση. Στο ίδιο Σημείωμα αναφέρεται ότι ήταν πτωχεύσας από το 2009 και από 2.3.2010 μέχρι 11.8.2014 παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία. Η συνέντευξη του πραγματοποιήθηκε στην Αγγλική γλώσσα, μετά από επιθυμία του, και ως καταγράφεται σε σχετικό έντυπο «μιλά ελάχιστα» την Ελληνική γλώσσα. Στο πλαίσιο αυτής, έδωσε ονόματα φίλων του, ως του ζητήθηκε, πλην όμως δεν γνώριζε το επάγγελμα του ενός και για τον άλλο ανέφερε ότι δεν συνδέεται. Με βάση τα όσα καταγράφονται στο σχετικό Σημείωμα ο εφεσείοντας δεν έχει προσαρμοστεί στην Κυπριακή κοινωνία. Έτσι, έγινε σχετική εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του.
Η αρμόδια Αρχή, με απόφαση της ημερ. 16.12.2014, με αναφορά στα κυριαρχικά της δικαιώματα, απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα για απόκτηση κυπριακής υπηκοότητας για πολιτογράφηση καθότι: (i) δεν έχει αποκτήσει οποιαδήποτε περιουσία στη Δημοκρατία, (ii) παρά την μακρόχρονη παραμονή του στη Δημοκρατία δεν ομιλεί την Ελληνική γλώσσα και τέλος, (iii) παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να διευθετήσει την παραμονή του για περίοδο σχεδόν 4 ετών μετά την υποβολή της αίτησης του για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας, δηλαδή από 2.3.2010 μέχρι 11.8.2014.
Ο εφεσείοντας με την προσφυγή του ζητούσε την ακύρωση της πιο πάνω απόφασης της αρμόδιας Αρχής.
Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση καθώς και στο νομικό πλαίσιο που διέπει το συγκεκριμένο ζήτημα. Ανέφερε ότι δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε μεμπτό στις ενέργειες της Διοίκησης και τα όσα αναφέρονται, τα οποία συμπληρώνονται από το διοικητικό φάκελο, παρέχουν την δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Αφού επισήμανε ότι δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα σε αλλοδαπό σε πολιτογράφηση, παρά μόνο προσδοκία με την υποβολή της αίτησής του, έκρινε, στη βάση των ενώπιον του γεγονότων, ότι παρεχόταν επαρκές έρεισμα για την απορριπτική απόφαση και διαπίστωσε ότι η Διοίκηση ενήργησε καλόπιστα κατόπιν δέουσας έρευνας και με επαρκή αιτιολογία. Έτσι, απέρριψε την προσφυγή και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε.
Οι λόγοι Έφεσης
Ο εφεσείοντας, αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου με συνολικά έξι λόγους έφεσης, οι οποίοι έχουν ως κοινό πυρήνα ότι, εν προκειμένω, λανθασμένα έκρινε ότι η Διοίκηση ενήργησε καλόπιστα καθώς και ότι δεν ήταν προϊόν πλάνης περί τα πράγματα και το Νόμο.
To Nομοθετικό πλαίσιο και οι αρχές που διέπουν το ζήτημα
Το Άρθρο 111 του Ν.141(Ι)/2002 (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο) προνοεί ως ακολούθως:
«111. Ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Το πρόσωπο αυτό, στο οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό πολιτογράφησης, μόλις δώσει επίσημη διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία, στον τύπο που καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, καθίσταται πολίτης της Δημοκρατίας κατόπιν πολιτογράφησης, από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγείται σ' αυτόν το πιο πάνω πιστοποιητικό:
Νοείται ότι, με πρόταση του Υπουργού σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση ή κατηγορία περιπτώσεων, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού πολιτογράφησης, εκτός εάν ο αιτητής αποκηρύξει την ιδιότητα του πολίτη οποιασδήποτε άλλης χώρας την οποία αυτός κατέχει.»
Τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού τίθενται στο Τρίτο Πίνακα του Νόμου και είναι τα ακόλουθα:
«1. Με την τήρηση των διατάξεων της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού που αιτείται τέτοια πολιτογράφηση, είναι τα ακόλουθα:
(α) Διαμονή στη Δημοκρατία για όλο το χρονικό διάστημα των αμέσως προηγούμενων 12 μηνών από την ημερομηνία της αίτησης, και
(β) κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων από το πιο πάνω αναφερόμενο δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα επτά ετών, είτε διέμενε στη Δημοκρατία, είτε διετέλεσε στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας, είτε μερικώς το ένα και μερικώς το άλλο, για χρονικά διαστήματα που αθροισμένα να μην είναι λιγότερα των τεσσάρων ετών:
Νοείται ότι οι φοιτητές, επισκέπτες και αυτοεργοδοτούμενοι, καθώς και οι αθλητές, προπονητές, τεχνικοί αθλημάτων, οικιακοί βοηθοί, νοσοκόμοι και οι εργαζόμενοι σε Κύπριους ή ξένους εργοδότες ή σε υπεράκτιες εταιρείες, που διαμένουν στη Δημοκρατία αποκλειστικά με σκοπό την εργασία, όπως επίσης και οι σύζυγοι, τα τέκνα ή άλλα εξαρτώμενά τους πρόσωπα, πρέπει, κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων τουλάχιστον επτά ετών να συγκεντρώνουν συνολική διαμονή στη Δημοκρατία τουλάχιστον επτά ετών, από την οποία το ένα έτος αμέσως πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησής τους η διαμονή του να είναι συνεχής,
(γ) είναι καλού χαρακτήρα, και
(δ) έχει πρόθεση σε περίπτωση χορήγησης σ' αυτόν πιστοποιητικού—
(i) να διαμένει στη Δημοκρατία,
(ii) να εισέλθει ή να εξακολουθήσει να διατελεί στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ή υπηρεσία σε διεθνή οργανισμό του οποίου η Δημοκρατία είναι μέλος ή υπηρεσία σε οποιοδήποτε σύνδεσμο, εταιρεία ή σώμα που ιδρύθηκε στη Δημοκρατία.»
Το Άρθρο 111 του Νόμου παρέχει σε αλλοδαπό το δικαίωμα να αποταθεί για πολιτογράφηση, αλλά όχι το απόλυτο δικαίωμα πολιτογράφησης.
Στην Sara Ali v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ 119/21, ημερ. 16.12.25, επισημάνθηκε ότι η Κύπρος, είναι ενταγμένη σε υπερεθνική κοινότητα εθνικών κρατών με παρόμοιες συνταγματικές παραδόσεις – Ευρωπαϊκή Ένωση – η οποία, μάλιστα, κατά το Άρθρο 4.2[1] της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σέβεται την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με την θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσης και απώλεια της εθνικής ιθαγένειας υπάγονται στην απόλυτη κυριαρχία κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. Δημοκρατία v. Γρηγορένκο Ε.Δ.Δ 210/2019 ημερ. 15.11.2024, Aπόφασεις ΔΕΕ στην Rottmann C-135/2008 ημερ. 12.3.2019 και Tjebbes C-221/2017 ημερ. 12.3.2019).
Στην Γρηγορένκο (ανωτέρω) υιοθετήθηκε ο λόγος της Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 18 όπου επισημάνθηκε ότι: «… η πολιτογράφηση είναι μια εξουσία η οποία ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του κράτους το οποίο μπορεί να παραχωρήσει υπηκοότητα σε πρόσωπα τα οποία επιθυμεί με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξη καλής πίστης» (Βλ. επίσης Mkrtchyan v. Δημοκρατίας ΕΔΔ 18/2017 ημερ.27.9.2023).
Στην Amer v. Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 66, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισήμανε και τα ακόλουθα :
«... Η παραχώρηση πολιτογράφησης είναι στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού και το ζήτημα εγγραφής κάποιου ως πολίτη της Δημοκρατίας άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα το ακυρωτικό δικαστήριο δύσκολα να επεμβαίνει στην άσκηση της εξουσίας. Έτσι, η διακριτική ευχέρεια του κράτους να αποκλείει αλλοδαπούς, είναι πολύ ευρεία, όχι όμως απόλυτη, αφού υπόκειται στην καλόπιστη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Νόμος. Όταν η διακριτική ευχέρεια ασκείται καλόπιστα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητήσει περαιτέρω την απόφαση. Επίσης, το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224) και η υποκειμενική εκτίμηση των γεγονότων από τη Διοίκηση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, που μπορεί να επέμβει μόνο αν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία στο σύνολό τους, θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της Διοίκησης δεν είναι εύλογα, ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή το Νόμο, ή λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα. (Republic v. Georghiades (1972) 3 C.L.R. 594)...» (Βλ. Rahimzadeh v. Δημοκρατίας κ.α. ΕΔΔ 119/2020 ημερ. 25.2.2025 και Hamdan v. Δημοκρατίας ΕΔΔ 141/2018, ημερ. 6.3.2024).
Εξέταση λόγων έφεσης
Ενόψει της συνάφειας τους οι λόγοι έφεσης θα συνεξεταστούν.
Όπως αναφέρθηκε, το Ενωσιακό δίκαιο ρητά ορίζει ότι ο καθορισμός των κριτηρίων και των προϋποθέσεων κτήσης της εθνικής ιθαγένειας υπάγονται στην απόλυτη κυριαρχία του κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν επιβάλλει την πολιτογράφηση αλλοδαπών. Συνεπώς, ορθή ήταν η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως και η αναφορά του ότι η πολιτογράφηση είναι μία εξουσία που ανάγεται στην κυρίαρχη φύση του Κράτους.
Η ευπαίδευτη τότε πρωτόδικη Δικαστής με αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, ως εκτίθενται ανωτέρω - τα οποία επιβεβαιώνονται από τον διοικητικό φάκελο - καθώς και το νομικό πλαίσιο που διέπει το επίδικο ζήτημα ορθά έκρινε ότι δεν υφίσταται οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η διοίκηση δεν ενήργησε καλόπιστα. Ουδεμία πλάνη περί τα πράγματα ή τον Νόμο εντοπίζεται στην υπό κρίση περίπτωση. Η αίτηση πολιτογράφησής του εφεσείοντα απορρίφθηκε διότι, δεν έχει αποκτήσει οποιαδήποτε περιουσία στη Δημοκρατία, δεν ομιλεί την Ελληνική γλώσσα παρά την μακρόχρονη παραμονή του στη Δημοκρατία και τέλος παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να διευθετήσει την παραμονή του για περίοδο σχεδόν 4 ετών μετά την υποβολή της αίτησης του για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας.
Εν προκειμένω, όχι μόνον δεν ανατράπηκε το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας, αλλά και θετικά στοιχειοθετήθηκε όπως καταγράφεται στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η διοίκηση ενέργησε καλόπιστα κατόπιν δέουσας έρευνας και με επαρκή αιτιολογία.
Κατάληξη
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η έφεση απορρίπτεται με έξοδα, εκ συνολικού ποσού €3.500, υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον του εφεσείοντα.
Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
/ΕΑΠ.
[1] «Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση. Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο