ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑ ΣΤΗΝ ΕΔΔ ΑΡ. 31/22, Αίτηση Αρ. 1/26, 4/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑ ΣΤΗΝ ΕΔΔ ΑΡ. 31/22, Αίτηση Αρ. 1/26, 4/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 33/64

 

(Αίτηση Αρ. 1/26)

(Τύπος Γ)

 

4 Μαρτίου, 2026

 

[ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, (Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2022

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑ ΣΤΗΝ ΕΔΔ ΑΡ. 31/22

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΔΔ ΑΡ. 31/22 ΗΜΕΡ. 9.12.2025

---------------

Κωνσταντίνος Καλλής, για την Αιτήτρια.

Φρόσω Σωτηρίου (κα), δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’ εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για το Ενδιαφερόμενο Μέλος.

 

Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ Π.:  Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Οικονόμου, Δ.

 

--------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.:

 

Το υπόβαθρο γεγονότων

 

Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτών με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 9(2) του ισχύοντος τότε[1] περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996, Ν 93(Ι)/1996, όπως τροποποιήθηκε (ο Νόμος) είχε, με την απόφαση του υπ’  αρ. 2018/1(ΚΡ) ημερ. 16.2.2018, θεωρήσει ότι αριθμός ρητρών σε συμβάσεις δανείων που είχαν συναφθεί μεταξύ Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών (των οποίων διάδοχος σήμερα είναι η Αιτήτρια) και καταναλωτών, κατά την χρονική περίοδο 2003 μέχρι 2010, συνιστούσαν καταχρηστικές ρήτρες. 

 

 

Η νομική βάση της εν λόγω απόφασης του Διευθυντή

 

Σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 9 του Νόμου ο Διευθυντής είχε καθήκον να εξετάζει κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα κατά πόσον οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα που προορίζεται για γενική χρήση είναι καταχρηστική.

 

Εάν ύστερα από τέτοια εξέταση θεωρούσε ότι οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα ήταν καταχρηστική, η αρμοδιότητα του περιοριζόταν στη δυνατότητα, εάν το θεωρούσε σκόπιμο, να ζητήσει με αίτηση του προς το Δικαστήριο[2] την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο, κατά την κρίση του, χρησιμοποιούσε ή εισηγείτο την χρήση τέτοιων ρητρών σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές (εδάφιο 2 του Άρθρου 9).[3]  Εναπόκειτο πλέον στο Δικαστήριο να διατάξει, μεταξύ άλλων, την άμεση παύση της χρησιμοποίησης της περί ης η αίτηση καταχρηστικής ρήτρας ή να επιβάλει τη λήψη διορθωτικών μέτρων (εδάφιο 7 του Άρθρου 9).

 

Η πρωτόδικη απόφαση και η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου

 

Η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο για ακύρωση της πιο πάνω απόφασης.

 

Όταν τέθηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο το ερώτημα κατά πόσον η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη, η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν αρνητική.  Το Διοικητικό Εφετείο επεκύρωσε την απόφαση συμφωνώντας με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι μπορεί μεν η απόφαση του Διευθυντή να προερχόταν από διοικητικό όργανο, αλλά δεν αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη.  Κρίθηκε ότι απουσίαζε ο εξουσιαστικός χαρακτήρας και η άμεση ισχύς της, εφόσον  απαιτείτο η μεσολάβηση μέτρων καταναγκασμού δια της δικαστικής οδού.  Σε αντιδιαστολή, υποδείχθηκαν από το Διοικητικό Εφετείο οι εκτεταμένες εξουσίες του Διευθυντή με βάση το Άρθρο 57(1) του προαναφερθέντος (καταργητικού) περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021, οι οποίες ενέχουν το στοιχείο του άμεσου διοικητικού καταναγκασμού, ως λ.χ. η διαταγή για άμεσο ή εντός τακτής προθεσμίας τερματισμό της παράβασης.

 

Τα προβαλλόμενα από την Αιτήτρια ως νομικά θέματα που προκύπτουν από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου

 

Η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα αίτηση επί τη βάσει του Άρθρου 9(2)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν. 33/1964, εισηγούμενη ότι:

 

«…προκύπτει ανάγκη ορθής ερμηνείας των εδαφίων 2 και 4 του Άρθρου 9 του Νόμου για να αποφασιστεί από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σε τρίτο και τελευταίο βαθμό κατά πόσον η απόφαση που λήφθηκε από τον Διευθυντή δυνάμει των Άρθρων 2 και 4 του Νόμου, έχει ληφθεί εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου και είναι εκτελεστή.» (πρώτο νομικό θέμα).

 

Ως δεύτερο νομικό θέμα η Αιτήτρια προβάλλει τον ισχυρισμό ότι προκύπτει ανάγκη ότι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσον η αποστέρηση του δικαιώματος της Αιτήτριας να τύχει αποτελεσματικής πρόσβασης στο Δικαστήριο, λόγω παράλειψης του Εφετείου να εξετάσει κατά πόσον η προσβαλλομένη απόφαση λήφθηκε στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, παραβιάζει τα δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία διασφαλίζονται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος

 

Τέλος, ως τρίτο νομικό θέμα τέθηκε το εξής:

«Από την απόφαση του Εφετείου προκύπτει ανάγκη όπως το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εξετάσει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας.»

 

Το τρίτο αυτό θέμα διασυνδέθηκε με τον προηγούμενο ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ως μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας.  Αλλά, όπως ανέφερε ο κ. Καλλής, αποτελεί εν γένει επικουρικό θέμα των δύο πρώτων και ουσιαστικά τέθηκε στην ίδια βάση. 

 

Το Άρθρο 9(2)(γ) του Νόμου 33/64 και η σαφής και παγιωμένη νομολογία περί τούτου

 

To Άρθρο 9(2)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν. 33/1964 έχει ως ακολούθως:

«Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο

(γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αίτησης, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων, κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων προκυπτόντων την απόφαση του Εφετείου, τα οποία συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη αναθεωρητική δικαιοδοσία:»

         

Η φύση και το δικαιοδοτικό πλαίσιο  του Άρθρου 9(2)(γ) διευκρινίστηκαν με σαφήνεια εξ αρχής στη θεμελιακή απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Αίτηση Αρ. 2/2023, ημερ. 31.1.2024 και έκτοτε έχει αποκρυσταλλωθεί:[4]       

«Το ΄Αρθρο 9(2)(γ) είναι ιδιαίτερου χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τα αμέσως προηγούμενα εδάφια του Νόμου -  τις περιπτώσεις δηλαδή παραπομπής ζητήματος αντισυνταγματικότητας (΄Αρθρο 9(2)(α)) και  έφεσης παραπεμφθείσας υπό του Εφετείου (΄Αρθρο 9(2)(β)) - αφορά στην εκδίκαση σε τρίτο και τελευταίο βαθμό επί νομικών θεμάτων που προκύπτουν από απόφαση πλέον του Εφετείου, κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως. Ως εκ τούτου, το γεγονός της εκδίκασης ήδη σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, προϋποθέτει την ανάγκη εξασφάλισης άδειας από το ίδιο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, προκειμένου να επιληφθεί σε τρίτο βαθμό της υπόθεσης, νοουμένου πάντα ότι βρίσκεται ενώπιον νομικών θεμάτων τα οποία, επιπρόσθετα, καλύπτουν τις προϋποθέσεις του υπό συζήτηση ΄Αρθρου 9(2)(γ).

Για τους λόγους αυτούς, η δικαιοδοσία που παρέχεται από το πιο πάνω ΄Αρθρο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το πεδίο εφαρμογής του θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της εγγενούς ιδιότητας και της συνταγματικής αποστολής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. ΄Εργο του οποίου, εξ ορισμού, είναι ο καθορισμός και η διαμόρφωση αρχών δικαίου. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σε διολίσθηση, προσδίδοντάς του δικαιοδοσία τριτοβάθμιου δικαστηρίου προς έλεγχο των αποφάσεων Εφετείου, καλούμενο να κρίνει επί όλου του φάσματος τη δευτεροβάθμια απόφαση.

Η παροχή άδειας στη βάση του προαναφερθέντος ΄Αρθρου 9(2)(γ) δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της υπό του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εκδοθείσας  απόφασης. Ούτε και άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου. Εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του επίμαχου ΄Αρθρου, αντικριζόμενου, ως ήδη λέχθηκε, υπό το πρίσμα της συνταγματικής υπόστασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.»

 

Η κρίση μας για την παρούσα υπόθεση

         

          Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, έχοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και το σύνολο των επιχειρημάτων των ευπαιδεύτων δικηγόρων κρίνουμε ως ακολούθως:

 

Σε ότι αφορά το «πρώτο θέμα» δεν στοιχειοθετείται ανάγκη ορθής ερμηνείας του εδαφίου 2 του Άρθρου 9 του Νόμου.  Ό,τι επιδιώκεται είναι η εξέταση της ορθότητας της απόφασης του Εφετείου ότι η απόφαση του Διευθυντή με βάση το εδάφιο 2 δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη.  Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και η επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου δικηγόρου της Αιτήτριας με παραπομπή σε αποφάσεις του ΣτΕ όπου διαπιστώθηκε ο εκτελεστός χαρακτήρας των προσβαλλόμενων πράξεων.  Εκτός όμως του ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα, τέτοια ενασχόληση δεν αφορά σε ερμηνεία του εδαφίου 2, αλλά σε προσπάθεια αναθεώρησης δευτεροβάθμιας απόφασης.

 

Tο δε εδάφιο 4, αφορά στην περίπτωση που ο Διευθυντής, ύστερα από εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 9, δεν θεωρεί σκόπιμο να αποταθεί στο Δικαστήριο σε σχέση με οποιοδήποτε παράπονο, οπότε με βάση την πρόνοια αυτή οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση του.  Συνεπώς το εδάφιο 4 δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση, υπό την έννοια ότι δεν είναι θέμα που προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου. 

 

Ως προς το «δεύτερο θέμα» αποδίδεται στο Εφετείο ότι παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσον η προσβαλλομένη απόφαση λήφθηκε στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου με αποτέλεσμα να επηρεάζονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία διασφαλίζονται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος.  Η παράλειψη αυτή, κατά την εισήγηση της Αιτήτριας, αποτελεί αποστέρηση της αποτελεσματικής πρόσβασης στο Δικαστήριο και εγείρει μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας.

 

Διαπιστώνουμε ότι ο νομικός αυτός ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται από το κείμενο της απόφασης του Εφετείου.  Το Εφετείο αναφέρθηκε στα αναγκαία χαρακτηριστικά μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης, μεταξύ των οποίων είναι το εκδίδον όργανο να ενεργεί στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου και η πράξη να παράγει νομικά αποτελέσματα με άμεση νομική ισχύ (Altan Salih Niazi v. Δημοκρατίας (2009) 3 ΑΑΔ 218). Θεώρησε δε ότι το ζήτημα της ταξινόμησης της προσβαλλόμενης πράξης στη σφαίρα του ιδιωτικού ή του δημοσίου δικαίου συνδέεται άρρηκτα με το κατά πόσον η επίδικη πράξη είναι εκτελεστή, υπό την εξής έννοια:

 

«Ο νομοθέτης δεν περιέβαλε τις εξουσίες και την απόφαση του Διευθυντή με τα κύρια χαρακτηριστικά μιας εκτελεστής διοικητικής απόφασης, τα οποία δεν περιορίζονται, όπως εκτενώς αναλύεται ανωτέρω, μόνο στην προέλευση της από διοικητικό όργανο και στο ότι το διοικητικό όργανο λειτουργεί εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου για το δημόσιο συμφέρον.  Η κατάληξη επομένως του Διευθυντή για τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας, μπορεί να προέρχεται από διοικητικό όργανο, αλλά δεν είναι ατομική διοικητική πράξη εκτελεστή προερχόμενη από διοικητικό όργανο με αποφασιστικές αρμοδιότητες.»

         

Ως εκ των άνω προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παρέλειψε να εξετάσει το κατά πόσον η προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου.  Ό,τι προκύπτει είναι ότι λαμβάνοντας τούτο ως δεδομένο έκρινε, παρά ταύτα, ότι απουσίαζε μια περαιτέρω καθοριστική προϋπόθεση ώστε η απόφαση του Διευθυντή να χαρακτηριστεί ως εκτελεστή διοικητική πράξη.  Στην πραγματικότητα είναι η ορθότητα αυτής της κρίσης του Εφετείου που επιχειρείται να αμφισβητηθεί, υπό τον μανδύα της προβλεπόμενης από το Άρθρο 9(2)(γ) δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

 

          Η διαπίστωση μας αυτή συμπαρασύρει και το προβληθέν ως «τρίτο νομικό θέμα» το οποίο, όπως έχουμε αναφέρει, διασυνδέθηκε με το «δεύτερο θέμα», αλλά και με το πρώτο. 

 

          Η αίτηση απορρίπτεται με €3.300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους.

 

                                                          Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.

                                                          Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

                                                          Ν. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

                                                          ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.

                                                          Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

                                                          Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

                                                          Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.

 

/φκ

 



[1] Καταργήθηκε με τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν. 112(Ι)/2021.

[2] Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου «δικαστήριο» σημαίνει τον Πρόεδρο οποιουδήποτε επαρχιακού δικαστηρίου.

[3] Εν προκειμένω, σημειώνουμε ότι όντως αποτάθηκε στο Δικαστήριο και η απόφαση εκκρεμεί.

[4] Βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση Αθανάσιου Κωνσταντίνου, Αίτηση Αρ. 6/2025, ημερ. 29.10.2025, Αναφορικά με την Αίτηση Αρ. 10/2024, ημερ. 19.7.2024 σε σχέση με την ΕΔΔ Αρ. 88/23 και Αναφορικά με την Αίτηση Αρ. 3/2025, Κοινοτικό Συμβούλιο Μιτσερού κ.α., ημερ. 14.5.2025.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο