ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 162/21)
4 Μαρτίου, 2026
[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ,
Εφεσείουσα,
ν.
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ,
Εφεσίβλητου.
_________________
Χρ. Νεοφύτου, για την Εφεσείουσα.
Θ. Χατζηλούκας, δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο.
_______________
ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Με την υπό κρίση έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την προσφυγή υπ. αρ. 1357/2018, που καταχώρισε η Αιτήτρια, εφεσείουσα στην παρούσα διαδικασία. Αντικείμενο της προσφυγής, ήταν η παράλειψη του Καθ’ ου η αίτηση, εφεσιβλήτου στην παρούσα διαδικασία, να εξετάσει το παράπονό της. Καταγράφουμε αυτούσιο το αιτητικό της προσφυγής:
«Διακήρυξη, ή/και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη του Καθ’ ου η Αίτηση να εξετάσει το παράπονο της Αιτήτριας διά μέσου επιστολής με ημερομηνία 29.06.2018 είναι άκυρη, παράνομη, αντίθετη προς τα άρθρα του Συντάγματος και ότι παραλείφθηκε να διενεργηθεί, να διαταχθεί, ή/και να γίνει.»
Παραθέτουμε εν συντομία τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου και τους διοικητικούς φακέλους.
Η εφεσείουσα ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των τεμαχίων [ ]και [ ] που βρίσκονται στην κοινότητα Λιοπετρίου.
Ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, στα πλαίσια της υιοθέτησης Νέων Στοιχείων, αποφάσισε την αντικατάσταση των εν χρήση σχεδίων με νέα σχέδια, σε διάφορες περιοχές στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και η περιοχή όπου βρίσκονται και τα ακίνητα της εφεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 50Α, του Κεφαλαίου 224.
Τη 4.11.2005, δημοσιεύθηκε σχετική Γνωστοποίηση, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε δύο εφημερίδες καθημερινής κυκλοφορίας. Η Γνωστοποίηση προέβλεπε, μεταξύ άλλων, δικαίωμα υποβολής ένστασης εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας. Η εφεσείουσα παρέλειψε να υποβάλει παράπονο, εντός της πιο πάνω χρονικής προθεσμίας. Τρία και πλέον έτη αργότερα και συγκεκριμένα τη 21.08.2009, υπέβαλε γραπτό παράπονο, ότι το εμβαδόν του τεμαχίου της με αριθμό [ ], μειώθηκε παράνομα κατά 160 τ.μ. Απέδωσε τη μείωση ‘σε δόλο ή και σκοπιμότητα, για να ευνοηθεί, τρίτο πρόσωπο” και ζήτησε την επιστροφή του πιο πάνω τμήματος γης .
Το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου, στο εξής το «Τμήμα», μέσα στα πλαίσια της πολιτικής που ακολουθούσε, άνοιξε φάκελο για εξέταση του παραπόνου της, παρά το γεγονός ότι το παράπονο υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, και ενημέρωσε σχετικά την εφεσείουσα.
Τη 3.05.2010, έγινε επιτόπια έρευνα στο επίδικο τεμάχιο, στην παρουσία της εφεσείουσας, του συζύγου της, του συμβούλου της και τριών λειτουργών του Τμήματος. Κατά την επιτόπια έρευνα, υπεδείχθησαν τα εγγεγραμμένα σύνορα των ακινήτων σύμφωνα με τα νέα σχέδια που υιοθετήθηκαν. Η υπόδειξη δεν έγινε αποδεκτή από την εφεσείουσα και το σύζυγό της και οι λειτουργοί αποφάσισαν όπως γίνει περαιτέρω μελέτη της υπόθεσης, από τον Τομέα Επαναχωρομέτρησης, γεγονός που κοινοποίησαν στην παραπονούμενη και το σύζυγο της, κατά την πιο πάνω συνάντηση.
Ο Τομέας Επαναχωρομέτρησης διενήργησε νέα έρευνα. Σύμφωνα με Σημείωμα του υπευθύνου του Τομέα, ημερομηνίας 24.07.2012, ερυθρό 130, δεν διαπιστώθηκε να υπήρξε λάθος στα νέα σχέδια.
Το Τμήμα με επιστολή του, ημερομηνίας 17.02.2014, πληροφόρησε την εφεσείουσα ότι μετά την επανεξέταση όλων των διαθέσιμων στοιχείων και της επιτόπιας έρευνας, δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε λάθος και τα νέα κτηματικά σχέδια που ετοιμάστηκαν και υιοθετήθηκαν, ήταν ορθά.
Η εφεσείουσα, λίγες ημέρες αργότερα υπέβαλε εκ νέου αίτημα για επιστροφή του τμήματος γης που παράνομα, κατ’ ισχυρισμό, αφαιρέθηκε από το τεμάχιο της.
Το Τμήμα με επιστολή του, ημερομηνίας 14.03.2014, της απάντησε ότι η θέση του παρέμεινε η ίδια, ως καταγράφηκε στην επιστολή του, ημερομηνίας 17.02.2014.
Η εφεσείουσα και ο σύζυγος της συνέχισαν να αποστέλλουν επιστολές στο Τμήμα, με τις οποίες επαναλάμβαναν τη θέση τους ότι η μείωση ήταν παράνομη και έγινε σκόπιμα για να επωφεληθεί τρίτο πρόσωπο.
Το 2018, η εφεσείουσα απέστειλε μέσω των δικηγόρων της, την επιστολή ημερομηνίας 29.06.2018, προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της προσφυγής. Με την εν λόγω επιστολή επανέλαβε εκ νέου το αίτημα της για επιστροφή έκτασης γης, περί τα 160 τ.μ., λόγω παράνομης μείωσης του τεμαχίου της με αριθμό [ ]. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό αίτημα:
«15. Παρακαλούμε όπως μας απαντήσετε στο περιεχόμενο της παρούσας επιστολής μέσα σε 30 ημέρες ως ορίζει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι βάσει των ανωτέρω, όπως αποδώσετε τη γη της πελάτισσας μας (περί τα 160 τ.μ.) πίσω σε αυτήν αφού δεν υπάρχει καμία διοικητική ή/και νομίμως λανθασμένη απόφαση για να απωλεσθεί η γη αυτή, ειδάλλως θα είμαστε υποχρεωμένοι να προσφύγουμε εκ νέου εναντίον σας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου μέσα στα πλαίσια της νόμιμης διεκδίκησης των δικαιωμάτων της πελάτισσας μας.»
Η εφεσείουσα, ως προαναφέραμε, καταχώρισε την προσφυγή υπ. αρ. 1357/2018, αντικείμενο της οποίας ήταν η παράλειψη του εφεσίβλητου να εξετάσει το παράπονο που υπέβαλε με την επιστολή της, ημερομηνίας 29.06.2018. Η προσφυγή καταχωρήθηκε τη 10.09.2018 και ορίσθηκε για οδηγίες τη 12.11.2018.
Λίγες ημέρες μετά την καταχώριση της προσφυγής, ο εφεσίβλητος με επιστολή του, ημερομηνίας 14.09.2018, ενημέρωσε την εφεσείουσα ότι θα προέβαινε σε διερεύνηση του θέματος και θα την ενημέρωνε σχετικά. Μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης, της απέστειλε επιστολή, η οποία φέρει ημερομηνία 16.07.2019, με την οποία την πληροφόρησε τα πιο κάτω:
«α) Το παράπονο εξετάστηκε με τη δέουσα προσοχή μετά και από επιτόπια έρευνα λειτουργών του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και δεν διαπιστώθηκε να έγινε οποιοδήποτε λάθος στα νέα σχέδια.
β) Ειδοποιηθήκατε με επιστολή ημερομηνίας 17.02.2014 λεπτομερώς για την εξέταση του παραπόνου σας.
γ) Μετά τις 17.02.2014 αποστείλατε και άλλες επιστολές επιμένοντας ότι σας έχουν κλέψει το κτήμα σας και ότι υπάρχουν ποινικές ευθύνες από λειτουργούς του Τμήματος.
δ) Όσον αφορά το παράπονο σας ότι δεν μπορέσατε να επιθεωρήσετε και μελετήσετε τους φακέλους που αφορούν τα πιο πάνω κτήματα σας στις 30.05.2018, αυτό έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο στις 08.08.2018.
ε) Η θέση του Τμήματος όσον αφορά την υιοθέτηση του νέου σχεδίου δεν έχει αλλάξει και είναι ως περιγράφεται στην επιστολή μας ημερομηνίας 17.02.2014.»
Λίγες ημέρες αργότερα, το Τμήμα απέστειλε νέα επιστολή προς την εφεσείουσα, ημερομηνίας 6.08.2019, σε απάντηση επιστολής της ταυτόσημης ημερομηνίας, με την οποία την πληροφόρησε ότι, «… Η θέση του Τμήματος όσον αφορά την υιοθέτηση του νέου σχεδίου δεν έχει αλλάξει και είναι ως περιγράφεται στην επιστολή μας ημερομηνίας 17.02.2014 και 16.07.2019.»
Το Διοικητικό Δικαστήριο, στο εξής «Δικαστήριο», αποφάνθηκε ότι το παράπονό της έτυχε εξέτασης και απαντήθηκε επί της ουσίας, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον παράλειψη απάντησης και ή εξέτασης. Παραθέτουμε αυτούσια την κατάληξη του Δικαστηρίου :
«Εν προκειμένω, επαναλαμβάνω, οι καθ' ων η αίτηση ήδη από το έτος 2014 είχαν απαντήσει προς την αιτήτρια, αναφέροντας και τις ενέργειες στις οποίες είχαν προβεί προς εξέταση του παραπόνου και/ή αιτήματός της, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται παράλειψη απάντησης. Εν πάση δε περιπτώσει, η κατάληξη δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από του ότι η αιτήτρια έχει απωλέσει το έννομό της συμφέρον να προσβάλλει οποιαδήποτε παράλειψη, αφού το αίτημα και/ή παράπονό της έχει εξεταστεί και έχει πάρει απάντηση, έστω και μετά την καταχώρηση της προσφυγής, με την επιστολή των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 16.7.2019 και δεν εγέρθηκε εκ μέρους της, ούτε στην αίτηση ακυρώσεως αλλ' ούτε στη γραπτή του αγόρευση, οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί πρόκλησης ζημίας και/ή βλάβης λόγω καθυστέρησης της Διοίκησης να απαντήσει (βλ. P.K.J. BAHRAIN INVESTMENT CO. LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 590/2012, ημερ. 2.2.2015, Δήμος Λευκωσίας ν. Γρηγορίου (1996) 3 Α.Α.Δ. 191 και Πίτσιλλος, ανωτέρω).»
Η εφεσείουσα προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση, με τρεις λόγους έφεσης. Εισηγείται, λόγος έφεσης 1, ότι η απάντηση που είχε δοθεί από τη διοίκηση στερείτο «οιασδήποτε, ή/και επαρκούς, ή/και νόμιμης, ή/και ειδικής αιτιολογίας» και παραβίαζε την αρχή της νομιμότητας. Η κατ’ ισχυρισμό παράλειψη της διοίκησης να προβεί σε «επανακαθορισμό συνόρων», χωρίς να προηγηθεί η αποστολή διπλοσυστημένης επιστολής, « … με αποτέλεσμα η όποια απόφαση ή και διαδικασία είχε προηγηθεί ή/και η όποια απάντηση ήρθε μεταγενέστερα, από μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση να ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία». Λανθασμένο είναι, λόγος έφεσης 2 και το εύρημα του Δικαστηρίου ότι το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους της εφεσείουσας να αποδείξει ότι δεν είχε λάβει γνώση της Γνωστοποίησης που αφορούσε τον επανακαθορισμό των συνόρων. Ο λόγος έφεσης 3 αφορά τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, εισηγείται ότι το Δικαστήριο προέβη σε εξαγωγή λανθασμένων ευρημάτων επί σωρεία θεμάτων, τα οποία καταγράφει.
Καθηκόντως, κρίνουμε ότι προέχει η εξέταση του λόγου έφεσης 3, εφόσον αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Στα πλαίσια του λόγου αυτού, η εφεσείουσα προέβαλε τη θέση ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι ήταν παρούσα κατά την επιτόπια έρευνα, ότι έγινε επαναχωρομέτρηση του επιδίκου ακινήτου και ότι το ακίνητο βρίσκεται στη Λευκωσία, είναι λανθασμένα.
Εν πρώτοις παρατηρούμε ότι τα δύο πρώτα γεγονότα, για τα οποία παραπονείται η εφεσείουσα, καταγράφονται στην ένσταση και αυτή ουδέποτε τα αμφισβήτησε. Πέραν τούτου, περιλαμβάνονται στους διοικητικούς φακέλους, αναφορά σε αυτά γίνεται σε πληθώραν εγγράφων, ενώ η ίδια, σε χειρόγραφη επιστολή που απέστειλε προς το Τμήμα, ερυθρό 36, κάνει ρητή αναφορά στην επιτόπια έρευνα και στα όσα διαμείφθηκαν κατά την εν λόγω συνάντηση στην παρουσία της. Σε σχέση δε με το κατ’ ισχυρισμό εύρημα του δικαστηρίου ότι το ακίνητο βρισκόταν στη Λευκωσία, διαπιστώνουμε ότι στην πρωτόδικη απόφαση πουθενά δεν καταγράφεται τέτοιο γεγονός.
Στα πλαίσια του ιδίου λόγου προβάλλεται και η θέση ότι το Δικαστήριο λανθασμένα αγνόησε ότι η εφεσείουσα είχε στο παρελθόν συγκατατεθεί στην ανταλλαγή του κτήματος της με «άλλο κομμάτι γης». Αποτελεί στοιχείο άσχετο με το αντικείμενο της προσφυγής, το οποίο δεν περιλαμβάνεται καν στην Αίτηση και στο οποίο δεν θα μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα.
Άνευ σημασίας είναι και η επιστολή, ημερομηνίας 13.05.2020, την παραλαβή της οποίας η εφεσείουσα αμφισβητεί. Η αναφορά στην πιο πάνω επιστολή έγινε από το Δικαστήριο εκ του περισσού και δεν αποτελεί μέρος του σκεπτικού της απόφασης. Λεχθέντα εκ του περισσού που δεν συνιστούν ούτε συναποτελούν το λόγο (ratio) της απόρριψης της προσφυγής, δεν μπορούν να εφεσιβληθούν. (Βλέπετε Κώστας Παπά, ως Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Κολώνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 713 και Κυπριακή Δημοκρατία ν. Εταιρείας A. Polydorou & Son Ltd (2007) 3 Α.Α.Δ. 363).
Ο λόγος έφεσης 3 δεν μπορεί να γίνει δεκτός και απορρίπτεται.
Η εφεσείουσα συνδέει το λόγο έφεσης 2 με το λόγο έφεσης 1 και ως εκ τούτου οι δύο αυτοί λόγοι θα εξετασθούν σωρευτικά. Ισχυρίζεται, ως προαναφέραμε, ότι δεν της είχε αποσταλεί διπλοσυστημένη επιστολή σε σχέση με τον «επανακαθορισμό των συνόρων της». Προβάλλει το επιχείρημα ότι η κατ’ ισχυρισμό παράλειψη της διοίκησης να προβεί σε «επανακαθορισμό συνόρων», χωρίς να προηγηθεί η αποστολή διπλοσυστημένης επιστολής, καθιστά οποιαδήποτε μεταγενέστερη απάντηση της, άνευ αιτιολογίας.
Διαπιστώνουμε ότι τέτοια θέση δεν περιλαμβάνεται στην Αίτηση, εγείρεται, για πρώτη φορά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Το μόνο που αναφέρει στην Αίτηση της, ως νομικό σημείο και αφορά αιτιολογία, είναι ότι:
«3. Η προσβαλλομένη παράλειψη του Καθ’ ου η Αίτηση είναι αντίθετη με τα άρθρα 26-32 (ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ) του Περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158(1)/1999, αφού οι οιεσδήποτε επιστολές του Καθ’ ου η Αίτηση είναι αναιτιολόγητες, με αποτέλεσμα να μην ισοδυναμούν σε αιτιολογημένη απάντηση, και/ή σε απάντηση στην επίδικη επιστολή ημερομηνίας 29/06/2018, ή και …»
Το πιο πάνω νομικό σημείο παρέμεινε μετέωρο καθότι δεν συνδέεται με οποιοδήποτε από τα γεγονότα που καταγράφονται στην Αίτηση της, ενώ από μόνο του είναι αντιφατικό.
Τονίζουμε ότι αντικείμενο της Αίτησης ήταν η παράλειψη της διοίκησης να απαντήσει στην επιστολή της, ημερομηνίας 29.06.2018. Καμιά αναφορά δεν γίνεται για παράλειψη της διοίκησης να αιτιολογήσει την απάντησή της. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, παράδοξο, εφόσον με την προσφυγή, όπως επανειλημμένα αναφέραμε, δεν προσβάλλεται οποιαδήποτε τυχόν απόφαση της διοίκησης αλλά η παράλειψη της τελευταίας να απαντήσει στο αίτημα της εφεσείουσας.
Ο ισχυρισμός περί παράλειψης αιτιολόγησης της απόφασης που περιλαμβάνεται σε επιστολή της διοίκησης, ηγέρθηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια της έφεσης. Θέμα που δεν έχει εγερθεί πρωτοδίκως δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο έφεσης, εκτός εάν άπτεται του δικαιοδοτικού πλαισίου του Δικαστηρίου, κάτι που δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλέπετε Στέλιος Σιαμμάς ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2007) 1 Α.Α.Δ. 1268 και Μ. Χ"Π. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (2006) 3 Α.Α.Δ. 6).
Εν κατακλείδι, επισημαίνουμε ότι η τελική κρίση του Δικαστηρίου, ότι η γνωστοποίηση της απάντησης εξάλειψε το δικαίωμα της προσφυγής καθότι το κενό στην εκπλήρωση της υποχρέωσης της Διοίκησης, είχε πληρωθεί, είναι ορθή και υποστηρίζεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Καθοδηγητικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Πίτσιλλος ν Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων (2000) 3 Α.Α.Δ. 777:
«… Η Διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη να απαντήσει σε αίτημα ενός πολίτη και κατ' επέκταση δεν παραβιάζεται το άρθρο 29 του Συντάγματος αν για το ίδιο αίτημα ή παράπονο είχε ήδη δοθεί αιτιολογημένη απάντηση, όπως έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. (Ίδε Pangyprios Enosis Epistimonon Chimikon v. Minister of Education (1983) 3 C.L.R. 745).
Ανεξάρτητα από το πιο πάνω έχει καθιερωθεί ότι η γνωστοποίηση της απάντησης εξαφανίζει το δικαίωμα της προσφυγής και σε περιπτώσεις όπου έχει ήδη καταχωρηθεί μια προσφυγή, η απάντηση που δόθηκε καθιστά την προσφυγή χωρίς αντικείμενο. Με την απάντηση που δίνεται πληρώνεται το κενό στην εκπλήρωση της υποχρέωσης της Διοίκησης (Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 67. Ίδε επίσης Παπασάββας ν. Δημοκρατίας (1973) 3 Α.Α.Δ. 467, 476 και Δήμος Λευκωσίας ν. Γρηγορίου (1996) 3 Α.Α.Δ. 191).»
Καθοδηγητικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση, Στράκκα Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 643, 651:
«… Αποτελεί βασική αρχή του διοικητικού δικαίου ότι η δίκη καταργείται για διάφορους λόγους στους οποίους περιλαμβάνεται η έλλειψη αντικειμένου. Κατά κανόνα η προσφυγή δεν μπορεί να προωθηθεί και πρέπει να διαγραφεί αν μετά την καταχώρηση και πριν την εκδίκασή της επισυμβούν γεγονότα που έχουν ως συνέπεια την εξαφάνιση του αντικειμένου της, όπως π.χ. η ρητή ανάκληση της προσβαλλόμενης πράξης στο σύνολό της, η σιωπηρά ανάκλησή της η οποία εξυπακούεται από νέα πράξη του ίδιου οργάνου που ρυθμίζει το ίδιο θέμα και η πλήρης ικανοποίηση της αξίωσης του αιτητή. Στις περιπτώσεις αυτές η δίκη καταργείται γιατί η συνέχισή της δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό. Στην περίπτωση όμως που έχουν προκύψει στον αιτητή ζημιογόνες συνέπειες από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη ή παράλειψη ενώ αυτή βρισκόταν ακόμα σε ισχύ, η δίκη δεν καταργείται. Εναπόκειται, βέβαια, στον εκάστοτε αιτητή να αποδείξει ότι έχουν ήδη προκύψει σ' αυτόν ζημιογόνες συνέπειες από την προσβαλλόμενη πράξη πριν την ανάκλησή της ή την ικανοποίηση της αξίωσής του και συντρέχει, επομένως, λόγος για τη συνέχιση της δίκης.»
Η έφεση, για τους λόγους που παραθέσαμε πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα, €3.500, υπέρ του εφεσιβλήτου και εναντίον της εφεσείουσας.
Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
/ΓΓ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο